March 9, 2019

Στο Φτερό / Ταξίδι στο έρεβος: ο εφιάλτης του Γιόζεφ Κ. ή Φραντς Κ. ή Κρίστιαν Κ. ή Το κράτος του ζόφου


«The Trial («Η δίκη») (Κάφκα). Διασκευή: Κρίστιαν Λούπα / Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Λούπα. 


Είναι η μέρα των γενεθλίων του: κλείνει τα τριάντα ο Γιόζεφ Κ., τμηματάρχης σε τράπεζα -ένας συνηθισμένος, ασήμαντος ανθρωπάκος. Μόλις έχει ξυπνήσει, είναι ακόμα στο κρεβάτι, πριν ντυθεί, πριν ξεκινήσει για τη δουλειά του, πριν φάει το πρωινό που του σερβίρει πάντα η σπιτονοικοκυρά του, όταν συλλαμβάνεται για ένα απροσδιόριστο έγκλημα, από δυο απροσδιόριστους πράκτορες μιας απροσδιόριστης υπηρεσίας, οι οποίοι θρασύτατα εισβάλλουν στο δωμάτιο που νοικιάζει στο σπίτι της Κυρίας Γκρούμπαχ. Μετά από μια πρόχειρη ανάκριση στο δωμάτιο της γειτόνισσάς του δεσποινίδας Μπούρστνερ, αφήνεται προσωρινά ελεύθερος. Και καλείται στο δικαστήριο -ένα αλλόκοτο δικαστήριο-, την επόμενη
Κυριακή, για νέα ανάκριση. Όπου απολογείται υπερασπιζόμενος την αθωότητά του. Εις μάτην. Τον θεωρούν εκ προοιμίου ένοχο. Κι αρχίζει ν’ αναρωτιέται κι ο ίδιος μήπως ειν ένοχος. Αναζητάει διάφορες διεξόδους, έρχεται σ’ επαφή με διάφορα πρόσωπα -ανάμεσά τους γυναίκες με τις οποίες συνευρίσκεται-, οδηγείται σε περίεργα περιβάλλοντα αλλά όσο αγωνίζεται να βρει μια εξήγηση και να διασωθεί τόσο βαθύτερα βουλιάζει... Ο θείος του Καρλ τον 
πείθει να ζητήσει τη βοήθεια του δικηγόρου Χουλντ αλλά εκείνος τον σπρώχνει ακόμα πιο βαθιά στο λαβύρινθο στον οποίο έχει παγιδευτεί, έχει εγκλωβιστεί. Ούτε ο ιδιόρρυθμος ζωγράφος των δικαστηρίων Τιτορέλι, ειδικευμένος ν’ απεικονίζει τα συμβαίνοντα σε κάθε δίκη, θα τον βοηθήσει, παρά τις πολλές γνωριμίες του, ουτ ο Εφημέριος τον οποίο συναντάει. Η δίκη γίνεται ερήμην του, χωρίς ποτέ να μάθει αν βαρύνεται με κάποιο έγκλημα και με ποιο. Ανίσχυρος, απλώς αναμένει την ποινή. Κι ένα βράδυ δυο μαυροντυμένοι άντρες θα τον οδηγήσουν σ’ ένα λατομείο έξω απ την πόλη όπου θα τον σκοτώσουν μ’ ένα μαχαίρι. Σαν το σκυλί. Συμβαίνουν ολ’ αυτά; Θα μπορούσε και να ’ναι μόνον ένας εφιάλτης που είδε,
ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ο Κ. -έτσι αρχίζει, άλλωστε, το έργο. «Η δίκη», το γραμμένο μεταξύ 1914 και 1915, στα γερμανικά, ντοστογιεφσκικών απηχήσεων, μυθιστόρημα του γερμανόφωνου Εβρέου της Τσεχοσλοβακίας Φραντς Κάφκα, που το άφησε ημιτελές, με την εντολή να καταστραφούν, μετά το θάνατό του, τα χειρόγραφά του, όπως και των άλλων ημιτελών έργων τα οποία κατέλειπε, και που εκδόθηκε το 1925, μετά τον πρόωρο θάνατό του, συμπληρωμένο και «ρετουσαρισμένο» -δυστυχώς...- απ’ τον εκτελεστή της διαθήκης του, φίλο του, Μαξ Μπροντ ο οποίος -ευτυχώς;- παράκουσε την επιθυμία του, έμελλε να γίνει απ’ τα κείμενα που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα και την πορεία της λογοτεχνίας καθιερώνοντας το επίθετο «καφκικός»: πολυεπίπεδο κείμενο, που μπορεί να 

ερμηνευτεί ψυχαναλυτικά αλλά και πολιτικά, μεταξύ άλλων -μια αλληγορία ενάντια στα ολοκληρωτικά συστήματα διακυβέρνησης, ενάντια στον παραλογισμό της γραφειοκρατίας, ενάντια στη δικαιοσύνη που ερμηνεύει κατά βούληση και παραμορφώνει την
«εύπλαστη» νομοθεσία- και που ο επερχόμενος νατσισμός κι αργότερα ο σταλινισμός φρόντισαν να το καταστήσουν προφητικό, κατά κάποιο τρόπο, υλοποιώντας το... Εξ ου κι ο διαχρονικός του χαρακτήρας -ο Κάφκα γεφυρώνει τον Ντοστογιέφσκι με τον Μπέκετ. Ο Κρίστιαν Λούπα που ζει στην πατρίδα του, την Πολονία, παρόμοιες καταστάσεις, μέσα σ’ ένα ακροδεξιό κύμα συντήρησης, εθνικισμού, ρατσισμού 
και φανατικού καθολικισμού, εκφραζόμενο απ’ την παρούσα κυβέρνησή της, βρήκε στην «Δίκη» ένα ιδανικό κείμενο για να το αντιστοιχίσει με τις καταστάσεις αυτές. Υπογράφοντας τη διασκευή και τη σκηνοθεσία μιας παράστασης (2017) σε τρία μέρη δεν προσπάθησε, πάντως, να εκσυγχρονίσει το κείμενο και να κραυγάσει τις αντιστοιχίες. Το άφησε να μιλήσει μόνο του, με διακριτικές αλλά εύγλωττες παρεμβάσεις -μια τηλεόραση που δείχνει στην αρχή μια πολιτική συζήτηση μ’ εκπροσώπους των πολονικών κομμάτων, η εμβληματική σκηνή όπου οι ηθοποιοί 

εμφανίζονται παρατεταγμένοι κατά μέτωπον με τα στόματα σφραγισμένα με μαύρες συγκολλητικές ταινίες ενώ, πίσω τους, σε βίντεο, φαίνονται να εκτελούνται δια τουφεκισμού.... Παράλληλα, 

κρατώντας τις ισορροπίες, δεν έχει παραμελήσει την ψυχαναλυτική ταυτότητα της «Δίκης»: ο Γιόζεφ Κ. του Κρίστιαν Λούπα, σιγά-σιγά, γλιστράει και ταυτίζεται με τον ίδιο τον Κάφκα, τον ανασφαλή, με ψυχολογικά και σεξουαλικά προβλήματα συγγραφέα κι άνθρωπο, τον πληγωμένο απ’ το «εβραϊκό στίγμα» -γίνεται Φραντς Κ. Εξ ου κι οι δυο ηθοποιοί που επωμίζονται το ρόλο. Ο Λούπα έχει ακολουθήσει τη ροή του μυθιστορήματος 

συρρικνώνοντας κάποια σημεία, αλλάζοντας κάποια πρόσωπα -ο θείος Καρλ γίνεται θεία Αλμπερτίν, ίσως ένα κλείσιμο του ματιού προς τον Προυστ του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»-, τονίζοντας τον σκοτεινό ερωτισμό του κειμένου, παρεμβαίνοντας με voice-over ο ίδιος -θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για Κρίστιαν Κ.- ή οι ηθοποιοί του, εν είδει εσωτερικών μονολόγων, καταργώντας το τέλος τού -όπως τυπώθηκε το 1925- μυθιστορήματος -ο Εφημέριος δίνει οδηγίες στον Γιόζεφ (Φραντς) 


Κ. πώς θα βγει απ’ το ναό κι οι ηθοποιοί, μπρεχτικά και πάλι, παρατεταγμένοι κατά μέτωπον, κλείνουν την παράσταση, απευθυνόμενοι στο κοινό, με την ατάκα: «Τη συνέχεια τη γνωρίζετε». Και προσθέτοντας, στο δεύτερο μέρος, μια μεγάλη σε διάρκεια σκηνή αναρρωτηρίου, μέσα απ’ την οποία, χρησιμοποιώντας άλλα κείμενα του Κάφκα, επιστολές του ή κείμενα άλλων για τον Κάφκα, με παρόντες στη σκηνή τον Μαξ Μπροντ και την δις -το 1914 και το 1917-αρραβωνιστικιά του Φελίτσε Μπάουερ την οποία γνώρισε το 1912 και απ’ την οποία δις χώρισε χωρίς ποτέ να παντρευτούν, υλοποιεί αυτό το γλίστρημα 
απ’ τον Γιόζεφ Κ. στον Φραντς Κ.(άφκα) ενώ, παράλληλα, μας συνδέει, γι άλλη μια φορά με τη σύγχρονη πολονική πραγματικότητα. Ολ’ αυτά βουτηγμένα σε νοσηρά ημίφωτα, συνοδευόμενα από καθηλωτικά βίντεο (Μπάρτος Νάλαζεκ, ο υπεύθυνος αλλά και συνεργάτης στους φωτισμούς), τραβηγμένα σε χώρους εφιαλτικούς αλλά κι από ταυτόχρονες λήψεις βίντεο που μεγεθύνουν λεπτομέρειες, μέσα σε καταπληκτικά, ζοφερά σκηνικά (τα υπογράφει, όπως και το σχεδιασμό των φωτισμών ο ίδιος ο Κρίστιαν Λούπα) που διαμορφώνονται μ’ εξαίσιους φωτισμούς και με βίντεο, με τα αρμόζοντα κοστούμια (Πιοτρ Σκίμπα), που κρυφοβλέπουν προς τη δεκαετία του 1920 και σ’ ένα τρομακτικό, συναρπαστικό υποβόσκον ηχητικό/μουσικό περιβάλλον (ο Μπογκουμίλ Μίσαλα υπογράφει τη μουσική ενώ ακούγονται, πάντα υπόγεια αλλά καίρια, από Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ μέχρι Άρβο Παρτ κι από «Casta Diva» απ’ την «Νόρμα του Μπελίνι με Κάλλας μέχρι Άστορ Πιατσόλα). Αργοί ρυθμοί, παύσεις, σιωπές, πόρτες που, καθώς ανοίγονται, κάτι ξαφνικό, κάτι που αιφνιδιάζει και τρομάζει κρύβουν πίσω τους συνθέτουν, μέσα σ’ αυτό το
εικαστικό -που, κάποιες στιγμές με παρέπεμψε σε Φράνσις Μπέικον- και ηχητικό περιβάλλον έναν αργόσυρτο, υπνωτιστικό, «παχύρρευστο», τρομακτικό εφιάλτη, ένα ταξίδι στην άκρη της νύχτας, στο έρεβος, μια ες Άδου κάθοδον -ακριβώς αυτό που αρμόζει στο καφκικό κείμενο. Η παράσταση (που εξοβελίστηκε για πολιτικούς λόγους απ’ το «Πολονικό Θέατρο» του Βρότσλαφ όπου είχε ξεκινήσει να ετοιμάζεται, αλλά, τελικά, βρήκε στέγη στο «Νέο Θέατρο» της Βαρσοβίας -καλλιτεχνικός διευθυντής ο Κσίστοφ Βαρλικόφσκι- κι υλοποιήθηκε με την οικονομική στήριξη, ως συμπαραγωγών, διάφορων ευρωπαϊκών φορέων, μεταξύ των οποίων κι η «Στέγη» του Ιδρύματος Ωνάση) έχει, όμως, και τα ελαττώματά της: η σκηνή του αναρρωτηρίου είναι εξοντωτικής
διάρκειας ενώ και στο τρίτο μέρος εισέπραξα δυο κοιλιές με τον μονόλογο του Δικηγόρου και στη σκηνή με τον Εφημέριο. Οι ελληνικοί υπότιτλοι, αναγκαστικά συρρικνωμένοι και γρήγορα εναλλασσόμενοι, λόγω του πολύ φορτωμένου, πυκνού κι, επιπλέον, με δύσκολες έννοιες λόγου, και χωρίς ν’ αναφέρονται τα ομιλούντα πρόσωπα, σε συνδυασμό με τα ημίφωτα που δυσκολεύουν τον εντοπισμό των ηθοποιών οι οποίοι μιλούν καθιστούν δύσκολη την παρακολούθηση. Οι ηθοποιοί, υψηλού επιπέδου, εκτελούν το όραμα του Λούπα με συνέπεια μ’ επικεφαλής τον Μαρτσίν 


Πέμπους (ο βασικός Γιόζεφ Κ.). Ξεχώρισα την Χαλίνα Ρασιάκοβνα-Θεία Αλμπερτίν, θεατρίνα με ταμπεραμέντο και χιούμορ. Μια παράσταση με δυσκολίες αλλά και με υψηλή αισθητική που ζωντανεύει στη σκηνή τον καφκικό εφιάλτη -αυτό το ταξίδι στην κόλαση (Φωτογραφίες: 1, 9 Magda Heuckel 2, 3, 4, 5, 6, 13, 14 Ελίνα Γιουνανλή   7, 8, 10, 11, 12, 15 Natalia Kabanow).

(Πολύ κατατοπιστικό, το -δωρεάν- εν μέρει δίγλωσσο -ελληνικά κι αγγλικά- πρόγραμμα της παράστασης. Έλλειψη: η αλφαβητική αναφορά των ονομάτων των ηθοποιών κι όχι η διανομή, πράγμα που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την παρακολούθηση). 

«Στέγη» του Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, «Νέο Θέατρο» Βαρσοβίας, 6 Μαρτίου 2019.

March 6, 2019

Στο Φτερό / Ένα κορίτσι για όλους τους φαντάρους


«Το κορίτσι του συντάγματος» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, λιμπρέτο Ζιλ-Ανρί Βερνουά ντε Σεν-Ζορζ και Ζαν-Φρανσουά Μπαγιάρ / Μουσική διεύθυνση: Ενρίκ Ματσόλα. Παραγωγή: Λοράν Πελί. Σκηνοθεσία μετάδοσης: Γκάρι Χάλβορσον. 


1805, περίοδος των Ναπολεοντείων Πολέμων, Ελβετικό Τιρόλο κι η νεαρή Μαρί ειν’ η μασκότ του 21ου συντάγματος του γαλικού στρατού, που στρατοπεδεύει εκεί -την έχουν περιμαζέψει, μωρό,  ορφανό υποτίθεται, απ’ το πεδίο της μάχης, την έχουν «υιοθετήσει» ως κόρη τους όλοι οι άντρες του συντάγματος -με τον λοχία Σουλπίς να ’χει αναλάβει την κηδεμονία της-, έχει γίνει το 

κορίτσι της καντίνας του συντάγματος κι έχει δώσει υπόσχεση πως, όταν φτάσει σε ηλικία γάμου, θα παντρευτεί μόνον έναν απ’ τους φαντάρους. Στο Τιρόλο, όμως, πεδίο μαχών που μαίνονται μεταξύ 
Γάλων κι Αυστριακών -όχι επί σκηνής, περί κωμικής όπερας πρόκειται...-, τρομοκρατημένη εγκλωβίζεται, κοντά στο
στρατόπεδο, η Μαρκισία του Μπέρκενφιλντ που ταξιδεύει με τον έμπιστο υπηρέτη της Xορτενζίους προς τον πύργο της στην Αυστρία. Στο στρατόπεδο φέρνουν τον Τόνιο, έναν Τιρολέζο που τον συνέλαβαν να περιτριγυρίζει ύποπτα, και που προτίθενται να τον εκτελέσουν ως κατάσκοπο. Η Μαρί τους ζητάει να τον αφήσουν ελεύθερο: τον γνωρίζει -την έχει σώσει από ένα γκρεμό όπου παρά λίγο να

’πεφτε. Έτσι και γίνεται. Μεταξύ τους έχει αναπτυχθεί έρωτας σφοδρός, με τον Τόνιο να προσχωρεί στους Γάλλους και να κατατάσσεται στο σύνταγμα. Στο μεταξύ, συζητώντας με τον 
Σουλπίς, η Μαρκισία ανακαλύπτει ότι η Μαρί είναι το από παλιά χαμένο κοριτσάκι της οικογένειάς της -η, όπως ισχυρίζεται, ανιψιά της, κόρη της αδελφής της. Κι αποφασίζει να την πάρει μαζί της στον οικογενειακό πύργο, προς απελπισία κι οργή του Τόνιο που θα τη χάσει. Η Μαρί υπακούει. Στον πύργο τους πια, και σε 


συνεννόηση με την Δούκισα του Κράκεντορπ, η Μαρκισία κανονίζει το γάμο της Μαρί, που αναγκάζεται και πάλι να υπακούσει κι ας αγαπάει τον Τόνιο, με τον Σκίπιον, ανιψιό της Δούκισας, ενώ, μάταια, προσπαθεί να την ντρεσάρει 
στους αριστοκρατικούς τρόπους -έχει συνηθίσει και προτιμάει τους τρόπους τους στρατιωτικούς...-, παρουσία του Σουλπίς τον οποίο έχει βάλει να την πείσει για το γάμο. Το 21ο σύνταγμα, όμως, «εισβάλλει» στον πύργο κι ο Τόνιο, αξιωματικός του πια, ζητάει το χέρι της Μαρί απ’ την Μαρκισία που, βέβαια, του το αρνείται. Αλλά ο Τόνιο έχει κρυμμένα χαρτιά που φανερώνει: γνωρίζει ότι η Μαρκισία ποτέ δεν είχε ανιψιά. Εκείνη, αφού τους διώχνει, αποκαλύπτει στον Σουλπίς ότι, όντως, η Μαρί δεν ειν’ ανιψιά της αλλά κόρη της, εξώγαμη, γεγονός που απέκρυπτε απ’ το φόβο της κοινωνικής κατακραυγής. Η τελετή για την υπογραφή του συμβολαίου του γάμου ειν’ έτοιμη, η Μαρί έχει αποφασίσει να σφίξει την καρδιά της και να υπακούσει στη θέληση της Μαρκισίας 

που, απ’ τον Σουλπίς, έχει μάθει ότι είναι η μητέρα της, οι καλεσμένοι κι η Δούκισα φτάνουν αλλά οι άντρες του συντάγματος επανέρχονται, με τον Τόνιο που αποκαλύπτει στους καλεσμένους, οι οποίοι, στην αρχή φρικιούν αλλά κατόπιν γοητεύονται απ’ την ιστορία, πως η Μαρί ήταν το κορίτσι της καντίνας
του συντάγματος. Η Μαρκισία συγκινείται, παραδέχεται δημοσίως ότι ειν’ η κόρη της και την αφήνει ν’ αποφασίσει η ίδια ό,τι της λέει η καρδιά της. Η οποία, βέβαια, στον Τόνιο είναι δοσμένη. Η Δούκισα-θεία του απορριφθέντος γαμπρού αποχωρεί δυσαρεστημένη. Ο δρόμος για την ένωση των δυο ερωτευμένων ειν’ ανοιχτός. Το -άκρως μιλιταριστικό...- «Κορίτσι του συντάγματος» (1840) του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, σε γαλικό λιμπρέτο των Ζιλ-Ανρί Βερνουά ντε Σεν-Ζορζ και Ζαν-Φρανσουά 

Μπαγιάρ, είναι μια χαριτωμένη δίπρακτη κωμική όπερα, γραμμένη κατά την περίοδο της παραμονής του Ντονιτσέτι στο Παρίσι, με τις συνήθεις απιθανότητες στη φαρσική πλοκή της αλλά και μ’ ελκυστικά μουσικά κομμάτια απ’ τα οποία ξεχωρίζει η άρια του -τενόρου- Τόνιο, στην πρώτη πράξη «Α! Φίλοι μου, τι μέρα γιορτής!», με τα αιτούμενα,
τουλάχιστον, εννιά αλλεπάλληλα ψηλά ντο, επονομαζόμενη «Το Έβερεστ της λυρικής τέχνης», άρια-σήμα κατατεθέν της. Ο -γάλος- σκηνοθέτης Λοράν Πελί, που ανέβασε, αρχικά, την όπερα του Ντονιτσέτι το 2007, στο Λονδίνο, για την Βασιλική Όπερα και, στη συνέχεια, στην ίδια γραμμή, για την Κρατική Όπερα της Βιένης και το 2008 για την Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Ιόρκης, συμπαραγωγούς της παράστασης -τώρα, η σκηνοθεσία του που, κατά το έθιμο της Μετροπόλιταν, αναφερόταν ως «παραγωγή» είχε αναβιώσει απ’ τον Κρίστιαν Ρατ- έχει μεταφέρει τη δράση στη διάρκεια του Μεγάλου (Πρώτου Παγκοσμίου) Πολέμου. Σε μια παράσταση συμβατική που δεν της έλειπε, πάντως, το χιούμορ και που ζωντάνευε στη δεύτερη πράξη -στο φινάλε, τανκ εισβάλλει στο σαλόνι του πύργου της Μαρκισίας. 

Τα σκηνικά, της Σαντάλ Τομά, φωτισμένα απ’ τον Ζοέλ Αντάμ, εξυπηρετούσαν, ιδιαίτερα στη δεύτερη πράξη, την παράσταση αλλά τα κοστούμια -που ’χει υπογράψει ο ίδιος ο σκηνοθέτης- δεν τα βρήκα απολύτως καλόγουστα. Συμβατικές κι οι χορογραφίες της Λάουρα Σκότσι. Ευπρεπής, κεφάτη αλλά χωρίς εξάρσεις, η μουσική διεύθυνση του γεννημένου στην Ισπανία Ιταλού Ενρίκ Ματσόλα. Η Ορχήστρα κι, ακόμα περισσότερο, η Χορωδία της

Μετροπόλιταν Όπερα είναι, πάντως, σ’ ένα υψηλό επίπεδο. Ιδανική για το ρόλο της Μαρί, η νοτιοαφρικανή σοπράνο Πρίτι Γιέντε. Λες και γεννήθηκε γι αυτόν: όμορφη, λυγερή, μ’ εξαιρετική κίνηση, αρκούντως «αγορίστικη», καλή ηθοποιός, με μεστή, ώριμη,
υπέροχη κολορατούρα φωνή. Ο μεξικάνος τενόρος Χαβιέρ Καμαρένα, με φιγούρα που, αντίθετα, καμιά σχέση δεν έχει με τον εραστή Τόνιο και με υποκριτική παιδαριώδη -μεσ’ στα χαμόγελα...-, ήταν τόσο συμπαθής που, τελικά, σε κέρδιζε. Κι, επιπλέον, διαθέτει μεγάλο φωνητικό χάρισμα. Δεν έβγαλε, απλώς, πέρα τα εννιά ψηλά ντο του «A! Φίλοι μου..» αλλά και μπιζάρισε την άρια!!! Βέβαια, εδώ δε μιλούμε, πια, περί μουσικής αλλά περί πρωταθλητισμού που παραπέμπει σε παλαιές εποχές της όπερας αλλά, σίγουρα, επρόκειτο για επίτευγμα αξιοθαύμαστο. Εξαιρετική 


η Μαρκισία του Μπέρκενφιλντ της αμερικανίδας μέτζο Στέφανι Μπλάιθ. Με φωνητική έκταση κοντράλτο στις χαμηλές νότες, ερμήνευσε το ρόλο μ’ ένα ελαφρώς ειρωνικό χιούμορ και με δεξιοτεχνία καρατερίστας της πρόζας. Απολαυστική! Πολύ καλός 
και χαριτωμένος κι ο Σουλπίς του ιταλού μπάσου Μαουρίτσιο Μουράρο, παρά το κρύωμα που δηλώθηκε απ’ την αρχή ότι υπέφερε. Η Κάθλιν Τέρνερ στον κάμεο ομιλούντα ρόλο της Δούκισας του Κράκεντορπ ήταν η «σταρ» της παράστασης αλλά τον έπαιξε με χιούμορ μεν πολύ χοντροκομμένα δε. Και τα γαλικά της θα ’πρεπε να τα μελετήσει -το κείμενο ειν’ ελάχιστο- λιγάκι περισσότερο... Ήταν άθλια. Μια βραδιά ευχάριστη. Ο μόνιμος σκηνοθέτης των μεταδόσεων Γκάρι Χάλβορσον δεν ήταν, στη συγκεκριμένη, σε μεγάλη φόρμα (Φωτογραφίες: 2, 5, 6, 8, 9, 12, 13, 16 MartySohl).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Νίκος Σκαλκώτας», Μετροπόλιταν Όπερα, Βασιλική Όπερα/Κόβεντ Γκάρντεν και Κρατική Όπερα της Βιένης, The Metropolitan Opera HD Live / Antenna Group, 2 Μαρτίου 2019.

March 5, 2019

Στο Φτερό / Ατόφιο τζαζ χρυσάφι


Κουαρτέτο Τζορτζ Κέιμπλς και Βίκτορ Λούις 


Ένας αφροαμερικανός πιανίστας εξαιρετικός. Ένας αφροαμερικανός ντράμερ πρώτης γραμμής. Ένας εκπληκτικός κοντραμπασίστας, αφροαμερικανός κι αυτός. Ένας σπουδαίος ιταλός τενόρος σαξοφωνίστας. Τέσσερις πολύ καλοί μουσικοί -ο 
Τζορτζ Κέιμπλς, ο Βίκτορ Λούις, ο Ντάριλ Χολ, ο Πιέρο Οντόριτσι, αντίστοιχα- δεν είναι, όμως, σίγουρο ότι μπορούν να συνεργαστούν αποδοτικά. Οι συγκεκριμένοι τα κατάφεραν: το Κουαρτέτο Τζορτζ Κέιμπλς και Βίκτορ Λούις εμφανίστηκε στην Αθήνα μ’ έναν ήχο καλά, γερά δεμένο, μεστό, αποδοτικότατο κι 
εμένα, τουλάχιστον, προσωπικά -αλλά, εμφανώς, και το κοινό τους- μ’ ενθουσίασε. Ειδικά ο 75χρονος πιανίστας Τζορτζ Κέιμπλς, με πρόσφατα κομμένο το ’να του πόδι λόγω επιπλοκών του διαβήτη του, μ’ εντυπωσίασε με το σθένος, με το κέφι, με την ερμηνευτική ευελιξία του -ακατάβλητος, δυο ώρες και δεκαπέντε λεπτά καθαρά στο σανίδι!- επιβεβαιώνοντας την ιστορία του και σ’ αυτήν -την τέταρτη- εμφάνισή του στην Αθήνα. Στη μουσική από παιδάκι, ο Τζορτζ Κέιμπλς, μ’ αφετηρία την κλασική, «προσχώρησε» γρήγορα στην τζαζ. Αγαπημένος πιανίστας πολλών μεγάλων του χώρου, επηρεασμένος, κυρίως, απ’ τη διετή συνεργασία του με τον Ντέξτερ Γκόρντον, συνεργάτης γι ακόμα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα του Αρτ Πέπερ, συνθέτης πια κι ο 
ίδιος, με σχεδόν 40 προσωπικούς δίσκους στο ενεργητικό του κι εκατοντάδες συμμετοχές σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών,
συνδέθηκε με φιλία, απ’ την εποχή του Ντέξτερ Γκόρντον, με τον ντράμερ -αλλά και συνθέτη επίσης- Βίκτορ Λούις με τον οποίο εδώ και πολλά χρόνια συνεργάζονται. Μ’ απαρχές στην κλασική μουσική κι ο Λούις, συνεργάτης μεγάλων ονομάτων της τζαζ, για πάνω από μια δεκαετία ντράμερ του Σταν Γκετς, έχει λιγότερους απ’ τον Τζορτζ Κέιμπλς προσωπικούς δίσκους αλλά εκατοντάδες,
κι αυτός, συμμετοχές σε σημαδιακές ηχογραφήσεις. Οι τέσσερίς τους, λοιπόν, μαζί κι ο καθένας χωριστά, σολάροντας -ο Βίκτορ Λούις έκανε τα ντραμς κάποια στιγμή να ηχούν σαν ταμ-ταμ-, έπαιξαν συνθέσεις τρίτων, έπαιξαν συνθέσεις του Κέιμπλς, αυτοσχεδίασαν και, στο δεύτερο μέρος, έφτασαν στο διονυσιασμό -ατόφιο τζαζ χρυσάφι. Θα κρατήσω ως πιο πολύτιμο της βραδιάς το «διάλογο» Τζορτζ Κέιμπλς στο πιάνο και Ντάριλ Χολ με το κοντραμπάσο του: ένας μαύρος ήχος-διαμάντι, απολαυστικός, ανεπανάληπτος. Καταπληκτική βραδιά -είμαι, βλέπετε, και πιο ευαισθητοποιημένος, καθώς πρόσφατα είδα στο σινεμά «Το πράσινο βιβλίο» του Πίτερ
Φάρελι, για τον τολμηρό αφροαμερικανό πιανίστα Ντον -Ντόκτορ- Σέρλι... Άλλη μια καίρια επιλογή του Θράσου Ειρήνη -ριζιμιό λιθάρι του «Half Note» (Φωτογραφίες: Θράσος Ειρήνης).

«Half Note Jazz Club», 4 Μαρτίου 2019.

March 3, 2019

Στο Φτερό / Τα παιδιά είναι πάντα κάτω στον κάμπο...


«The Martlet’s Tale»-«Sweet Movie» του Μάνου Χατζιδάκι / Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός.



Ποτέ δε με συνεπήραν οι συναυλίες με μουσικές γραμμένες για τον κινηματογράφο. Μουσικές που λάτρεψα, ακούγοντάς τες στερημένες απ’ την εικόνα τους -απ’ τα πλάνα, απ’ τα πρόσωπα, απ’ τους χώρους της ταινίας- μου φαίνονται λίγες, μου φαίνονται ορφανές, μου φαίνονται βίαια αποκομμένες απ’ το έτερόν τους ήμισυ. Αλλά οι μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι είναι Μάνος Χατζιδάκις. Κι όλο και κάτι μένει. Η έβδομη συναυλία του Κύκλου «Μάνος Χατζιδάκις» της Λυρικής Σκηνής -τέταρτη και τελευταία για φέτος, δεύτερη σεζόν απ’ τις τρεις που είναι προγραμματισμένο 

ν’ απλωθεί ο εξαιρετικά ενδιαφέρων και πολύ καλά σχεδιασμένος Κύκλος που την καλλιτεχνική επιμέλειά του έχει ο Γιώργος Χατζιδάκις- στον Μάνο Χατζιδάκι του κινηματογράφου ήταν αφιερωμένη -ένας τομέας στον οποίο ανέπτυξε κι εξέλιξε το τάλαντό του και μέσα απ’ τον οποίο προωθήθηκε η καριέρα του, ειδικά μετά το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού το οποίο κέρδισε το 1961 για το «Never on Sunday»/«Τα παιδιά του Πειραιά» που ’χε γράψει για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζιλ Ντασέν: δυο σουίτες απ’ τη μουσική την οποία έχει συνθέσει για δυο ταινίες. Η πρώτη, αποτυχημένη, προφανώς, και ξεχασμένη: «The Martlet’s Tale» του Τζον Κράουδερ, ιταλική παραγωγή του 1970, στην οποία πρωταγωνιστούσε -ή απλώς έπαιζε;- η Κατίνα Παξινού -η τελευταία ταινία στη φιλμογραφία της-, ταινία της οποίας κανένα στοιχείο για το θέμα, την πλοκή ή την εποχή που διαδραματίζεται δεν κατάφερα να εντοπίσω και που, κατά πάσα πιθανότητα, ποτέ δεν έχει προβληθεί στην Ελλάδα. Οπότε η μουσική της -δεκαπέντε 
κομμάτια- παίχτηκε γυμνή από συνειρμούς με εικόνες. Ο Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με γνώση και μέτρο, σε μουσικές ενδιαφέρουσες χωρίς, όμως, κανέναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Αλλά, ενδιάμεσα, με μια έκπληξη: το ομότιτλο με την ταινία, σύμφωνα με τα μέρη της σουίτας, όπως αναφέρονται στο πρόγραμμα, τραγούδι, οι -αγγλικοί- στίχοι του οποίου είναι του Σον Φίλιπς που και το τραγούδησε σε τρεις παραλλαγές για το soundtrack. Τίτλος του, σύμφωνα μ άλλη εκδοχή σε σημείωμα στο πρόγραμμα, «The Ballad of Senses and Illusions» και δεν είναι παρά «Η μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων» που, με στίχους, πια, Άρη Δαβαράκη, εντάχτηκε στην «Πορνογραφία», ένα είδος επιθεώρησης, την οποία ο Μάνος Χατζιδάκις ανέβασε στο θέατρο το 1982 -χωρίς επιτυχία, σ’ αντίθεση με τον ομώνυμο δίσκο με τη μουσική και τα τραγούδια του έργου που θριάμβευσε.
Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης κλήθηκε να ερμηνεύσει το υπέροχο αυτό τραγούδι στις δυο απ’ τις τρεις παραλλαγές που περιέχει το sountrack -η δεύτερη, στην αναφορά στα μέρη της σουίτας στο πρόγραμμα, χαρακτηρίζεται απλώς ως «Μπαλάντα», τρίτη εκδοχή του τίτλου. Με μια έμφυτη ευαισθησία, με μια γνώση του ύφους Χατζιδάκι αλλά και με μια φωνή που πατάει γερά, ώριμη όσο ποτέ, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, «κλασικότερος» στην πρώτη παραλλαγή, πιο «ροκ» στη 

δεύτερη που τη συνόδευε και με την κιθάρα του, στοργικά περιστοιχισμένος απ’ την ορχήστρα, έδωσε δυο υπέροχες εκτελέσεις. Η δεύτερη ταινία, που ακούσαμε τη γραμμένη απ’ τον Μάνο Χατζιδάκι μουσική της, ήταν το «Sweet Movie» (1974), διεθνής παραγωγή του Σέρβου Ντούσαν Μακαβέεβ -απ’ το γιουγκοσλάβικο κινηματογραφικό κίνημα «Μαύρο Κύμα» των δεκαετιών του ’60 και του ’70-, μια ταινία αποσπασματική, ανατρεπτική, άναρχη, σουρεαλιστική, προκλητική, μια πολιτική/κοινωνική σάτιρα που ’κανε θόρυβο στην εποχή της κι απαγορεύτηκε ή ψαλιδίστηκε απ’ τη λογοκρισία, για να πάρει, συν τω χρόνω, καλτ διαστάσεις. Ο Μάνος Χατζιδάκις φαίνεται ότι βρήκε πρόσφορο έδαφος -έδαφος που του πήγαινε- κι η δική του άναρχη φύση ταίριαξε με τις εικόνες του Μακαβέεβ -ο οποίος έφυγε απ’ τη ζωή μόλις στις 25 του περασμένου Ιανουαρίου και που η συναυλία στη μνήμη του ήταν αφιερωμένη. Έτσι, έχει αφήσει μια μουσική ποικιλόμορφη που έτυχε μιας προσεγμένης εκτέλεσης -στην οθόνη, το εμβληματικό χίπικο πλοίο «Survival» της ταινίας, με το γλυπτό 
κεφάλι του Μαρξ στην πρώρα του, σ’ ένα κανάλι του Άμστερνταμ και, προς το τέλος, το πορτρέτο του Μακαβέεβ, πρώτα, του Μάνου Χατζιδάκι κατόπιν. Αν κι οι -καλές- φωνές της Δήμητρας Σελεμίδου και της Ιουλίας Σπανού δεν απέδωσαν, νομίζω, τα μέγιστα στο «Is the Life on the Earth» (στίχοι του σκηνοθέτη και της Αν Λόνμπεργκ). Αστέρι της δεκατετραμερούς σουίτας, το

«Τα  παιδιά κάτω στον κάμπο» που περιλαμβάνεται σε τρεις παραλλαγές. Η μια -οι στίχοι του Μάνου Χατζιδάκι- για παιδική χορωδία -άλλη μια εμβληματική στιγμή του Χατζιδάκι-, με την εξαιρετική Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ που διευθύνει η Κωνσταντίνα Πιτσιάκου, κέρδισε τις εντυπώσεις. Και δεν ήταν τυχαίο ότι ήταν και το μπις της συναυλίας (Φωτογραφίες: Δημήτρης Σακαλάκης).

(Το -κοινό- για τον Κύκλο «Μάνος Χατζιδάκις» έντυπο πρόγραμμα -επιμέλεια ύλης Σοφία Κομποτιάτη-, μ’ ένθετο για τα στοιχεία της
συγκεκριμένης συναυλίας, απολύτως διαφωτιστικό. Να επισημάνω, μόνον, ότι στο κείμενο του Γιάννη Κοκκώνη «Μάνου Xατζιδάκι, The Martlet’s Tale/Sweet Movie) αναφέρεται, για το «The Martlet’s Tale», ότι «το σάουντρακ της ταινίας δεν κυκλοφόρησε ποτέ». Έχω την ασφαλή πληροφορία ότι έχει κυκλοφορήσει κι ότι ένα αντίτυπο βρίσκεται στα χέρια του σπουδαίου συλλέκτη της Θεσσαλονίκης Νίκου Γκροσδάνη, συγγραφέα και δημοσιογράφου).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Κύκλος «Μάνος Χατζιδάκις», 1 Μαρτίου 2018.

February 28, 2019

Στο Φτερό / Ετούτα εδώ τα κάγκελα κακιά σκουριά τα πιάνει...


«Herrumbre (Σκουριά») / Χορογραφία: Νάτσο Ντουάτο 


Μπορεί η βία να γίνει χορός; Μπορεί τα βασανιστήρια να γίνουν χορός; Μπορεί η τρομοκρατία να γίνει χορός; Φυσικά. Το θέμα είναι πώς θα γίνουν. Πού θα επικεντρωθεί το θέμα. Ο ισπανός χορογράφος -άλλοτε έξοχος χορευτής που ’χουμε δει και στο Ηρώδειο- Νάτσο Ντουάτο χορογράφησε το «Herrumbre (Σκουριά)» του (2004 για τον Εθνικό Θίασο Χορού της Ισπανίας, 

2016 για το Κρατικό Μπαλέτο του Βερολίνου, των οποίων διατελούσε, τότε, αντίστοιχα, καλλιτεχνικός διευθυντής) με βασικό του έναυσμα τις φωτογραφίες απ’ το στρατόπεδο κράτησης του Γκουαντάναμο. Το οποίο έχει δημιουργηθεί στη στρατιωτική βάση 
που διατηρούν οι ΗΠΑ στο έδαφος της Κούβας (!), επί Προέδρου Μπους του νεότερου, μετά την επίθεση της 11 Σεπτεμβρίου 2001 και στο πλαίσιο του αποκαλούμενου «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας». Φωτογραφίες που ’χαν τότε διαρρεύσει κι αποκάλυψαν τ’ άγρια βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν εκεί οι κρατούμενοι. Εναύσματά του, όμως, ήταν κι η πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στον σιδηροδρομικό σταθμό της Ατότσα στην Μαδρίτη, όπως και κάθε μορφή βίας που ο χορογράφος
εισέπραττε. Ο Νάτσο Ντουάτο, που αναβίωσε το έργο του τώρα και για το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έχει συνθέσει μια σφιχτή χορογραφία, διάρκειας περίπου 55 λεπτών, καίρια, δυναμική, σκληρή αλλά όχι βάναυση, που κραυγάζει σιωπηλά για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: μια σειρά σκηνών όπου πρωταγωνιστούν η βία, οι βιασμοί, τα βασανιστήρια. Οι είκοσι χορευτές του, κινούμενοι γύρω απ’ το ογκώδες, επιβλητικό αλλά, παρά το βάρος του -μεταλλικό, με πετάσματα και με πλέγματα και με κάγκελα και με σιδηρόβεργες-, λειτουργικό σκηνικό του Τζαφάρ Τσάλαμπι -ένα υπέροχο γλυπτό-, το οποίο, απολύτως ψυχρό,
παγωμένο, τρομακτικό καθώς υψώνεται μέσα στις ομίχλες, παραπέμπει ευθέως σε περίφραξη στρατοπέδου συγκέντρωσης και το οποίο οι ίδιοι
μετακινούν, διαμορφώνουν και προσαρμόζουν, εκφράζουν το εσωτερικό σκοτάδι, την εσωτερική σκουριά των καταπιεστών, των βασανιστών, των βιαστών -των θυτών- και τον πόνο, την αγωνία, τον τρόμο των καταπιεσμένων, των βασανιζόμενων, των βιαζόμενων -των θυμάτων- και των ανθρώπων τους. Ο Νάτσο 


Ντουάτο, με βάση του το κλασικό και το νεοκλασικό μπαλέτο, όπως έχουν εξελιχθεί, συνθέτει μια ελεγεία, ένα θρήνο, ένα ρέκβιεμ για τους βασανισμένους. Κι επειδή ολ’ αυτά συνεχίζονται στον κόσμο, απ’ άκρη σ’ άκρη, επειδή το Γκουαντάναμο παραμένει 
ανοιχτό κι «ενεργό» ακόμα, τόσα χρόνια μετά το άνοιγμά του και τόσα χρόνια μετά τις αλλεπάλληλες εξαγγελίες κι υποσχέσεις ότι θα κλείσει, η καθαρά πολιτική αλλά καθόλου εγκεφαλική ή στεγνή χορογραφία του, αν και ηλικίας δεκαπέντε χρόνων -απ’ την αρχική δημιουργία της-, συνεχίζει να ισχύει και συνεχίζει να συγκινεί. Βέβαια, η χορογραφία δε θα μπορούσε να ’χει αυτά τα αποτελέσματα, αν, πέρα απ’ το καθοριστικό σκηνικό, το υπόβαθρό
της δεν ήταν οι εξαιρετικές, ανατριχιαστικές ηλεκτρονικές μουσικές -ηχητικά περιβάλλοντα τα οποία έχουν διαμορφωθεί αρχιτεκτονικά, κατά κάποιο τρόπο, με τη σύνθεση φυσικών και τεχνικών ήχων, θα ταν πιο σωστό να γράψω- των Πέδρο Αλκάλδε και Σέρχιο Καβαγέρο συν ένα απόσπασμα απ’ τη σύνθεση «Σκοτεινό ξύλο» για σόλο τσέλο του Ντέιβιντ Ντάρλινγκ, που, μαζί με τους σκοτεινούς φωτισμούς του Μπραντ 

Φιλντς, συνθέτουν, σε μια ευτυχή συγκυρία, τη ζοφερή ατμόσφαιρα του έργου. Το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δείχνει τον καλό εαυτό του ως σύνολο κι ως επί μέρους επιδόσεις, υλοποιώντας άριστα το όραμα του Νάτσο Ντουάτο. Μια βραδιά μεστή. Ελπίζω ότι το έργο θα περιληφθεί στο ρεπερτόριο της Λυρικής (Φωτογραφίες: 1,3,4,5,6,7,8,9,10,11 Μαρία Χειλοπούλου, 2,12 Δημήτρης Σακαλάκης).

(Πρώτη φορά είδα σ’ έντυπο πρόγραμμα της Λυρικής, όπως σ’ αυτό -δίγλωσσο, στα ελληνικά κι αγγλικά- της συγκεκριμένης
παράστασης -υπεύθυνος έκδοσης Νίκος Α. Δοντάς- τόση αμηχανία επί του πρακτέου: δυο αμήχανα κείμενα που πλατειάζουν ή περιφέρονται χωρίς άξονα έως και δισέλιδο βιογραφικό του διευθυντή του Μπαλέτου της Λυρικής Κωνσταντίνου Ρήγου, ο οποίος καμιά ανάμειξη με την παράσταση δεν είχε, επιστρατεύτηκαν για να το γεμίσουν. Επισημαίνω: Πρώτον. «Πρωταγωνιστής ορόσημο» στον επώνυμο ρόλο στον «Σπάρτακο» (1968) του Γιούρι Γκριγκορόβιτς, στο «Μπαλσόι», 

δεν ήταν ο -σίγουρα σπουδαίος- Ιρέκ Μουχαμέντοφ αλλά ο Μέγας Βλαντίμιρ Βασίλιεφ για τον οποίο σχεδιάστηκε ο ρόλος και του οποίου η μνημειώδης ερμηνεία έχει καταγραφεί στην ομότιτλη ταινία-κινηματογράφηση του μπαλέτου (1977), που γύρισε ο Βαντίμ Ντερμπενιόφ, με συν-σκηνοθέτη τον Γκριγκορόβιτς. Δεύτερον. Τ’ όνομα της πιανίστας και ιδρύτριας του Εθνικού Ωδείου, κόρης του Μανώλη Καλομοίρη, ήταν Κρινώ κι όχι Κρινιώ Καλομοίρη).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, 17 Φεβρουαρίου 2019.