January 18, 2013

Όταν το χρυσόψαρο έφαγε τη γάτα…

Το έργο. Η Τζούλια: κακομαθημένη κόρη του γενικού διευθυντή του Οργανισμού Χάλυβος μπαμπά της _ η μητέρα της δεν ζει. Και ο Γρηγόρης: ένας «ασήμαντος υπαλληλάκος» _ τίμιος και εργατικότατος _ στο γραφείο του κ. διευθυντού ο οποίος, συντελούντων των καρφωμάτων του Μανώλη, ενός κακού συναδέλφου του Γρηγόρη, τεμπέλη και απατεώνα, δεν τον συμπαθεί καθόλου.
Αθήνα, γύρισμα δεκαετίας του ’50 στη δεκαετία του ’60 και το κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που ασωτεύει και που κάθε λίγο και λιγάκι βρίσκεται στο γραφείο του μπαμπά για να τον ξεπουπουλήσει, δουλεύει ψιλό γαζί τον ερωτευμένο μαζί του Γρηγόρη που τον θεωρεί κορόιδο _ σπίνο τον ανεβάζει, χρυσόψαρο τον κατεβάζει η γάτα. Αλλά, όταν, κάποιο βράδυ, κατά τύχη τον χτυπάει στο δρόμο με το αυτοκίνητο που οδηγεί με… αυτόματο πιλότο και για να εξιλεωθεί και να κάνει πλάκα τον παίρνει μαζί της στην ταβέρνα μετά μουσικής όπου πηγαίνει να γλεντήσει με τους φίλους της, ο Γρηγόρης είναι που θα παίξει ξύλο για χάρη της μ’ ένα μάγκα που της την πέφτει. Μόλις το επεισόδιο γίνει γνωστό στον κ. Γενικό που καλείται να πληρώσει τα σπασμένα, με επιπλέον αφορμή μία παρεξήγηση που γίνεται εις βάρος του Γρηγόρη μ’ έναν πελάτη, εκείνος θα τον απολύσει.
Αλλά μια άλλη παρεξήγηση θα κάνει τον διευθυντή να πιστέψει πως ο Γρηγόρης τον κρατάει στο χέρι γνωρίζοντας τις ματσαράγκες που διαπράττει με υπερτιμολογήσεις εις βάρος των άλλων μετόχων. Οπότε, μαζί με την κόρη του, καταστρώνουν «σχέδιο υποδουλώσεως» του Γρηγόρη: ο κ. Γενικός τον επαναπροσλαμβάνει και η Τζούλια, ξέροντας την αδυναμία που της έχει, του πουλάει έρωτες. Έρχεται όμως και η στιγμή που θα ανακαλύψουν πως ο Γρηγόρης ιδέα δεν είχε για τις ματσαράγκες. Είναι όμως αργά: ο κ. Γενικός έχει αυτοπακαλυφθεί. Ο Γρηγόρης, το κοροϊδάκι, τους έχει πια στο χέρι. Και επιβάλλει τους όρους του: τέρμα στις υπερτιμολογήσεις του κ. Γενικού και θα παντρευτεί την Τζούλια. Εκείνη αρνείται, θα πέσουν κάποια χαστούκια αλλά μία είναι η αλήθεια, όσο κι αν η δεσποινίς δεν ήθελε να την παραδεχθεί: ο Γρηγόρης της αρέσει. Το τέλος είναι αίσιο και ευτυχές. Ο πονηρός Μανώλης απολύεται, Γρηγόρης και Τζούλια οσονούπω παντρεύονται _ το «χρυσόψαρο» έφαγε τη γάτα… _ αλλά και ο Τέλης _ ο κ. Γενικός _ θα παντρευτεί την καλή του Αλίκη που χρόνια την έσερνε μια και έπρεπε πρώτα να παντρέψει την κόρη του.
«Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» των Νίκου Τσιφόρου – Πολύβιου Βασιλειάδη είναι μια κομεντί (1959) κομμένη και ραμμένη πάνω στο πρωταγωνιστικό τρίο που την είχε παραγγείλει και την πρωτοανέβασε: Ντίνος Ηλιόπουλος, Τζένη Καρέζη, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Χαριτωμένη αλλά όχι από τις καλύτερές τους. Είναι βιαστικά μάλλον γραμμένη, με δραματουργικά κενά και όχι ιδιαίτερα λαμπερή. Λαμπερή έγινε μέσα από τη μεταφορά της στον κινηματογράφο το 1960 από τον Γιάννη Δαλιανίδη. Και αποκλειστικά γιατί την υποστηρίζει το ίδιο λαμπερό πρωταγωνιστικό τρίο. Ενώ η διαρκής ανακύκλωση της ταινίας μέσα από την τηλεόραση την έχει κάνει και ιδιαίτερα δημοφιλή _ κοινόχρηστη. Εξάλλου, όπως οι περισσότερες κωμωδίες της μετεμφυλιακής εποχής, εκφράζει μια αφόρητα μικροαστική έως αντιδραστική αντίληψη _ οι γυναίκες μπαίνουν «στη θέση τους», οι «κακοί» πλούσιοι αποδεικνύονται όχι και τόσο κακοί, οι έντιμοι φτωχοί δικαιώνονται και στο τέλος σμίγουν με τους πλούσιους κι ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα μέλι – γάλα.
Η παράσταση. Δεν ξέρω τι ακριβώς επιδίωκαν ο Πέτρος Ζούλιας που υπογράφει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία και ο θιασάρχης Σπύρος Παπαδόπουλος. Φανταζόμουν και ήλπιζα σε μια καθαρή καινούργια σκηνική ανάγνωση του θεατρικού έργου τοποθετημένου στην εποχή του. Και, ναι, η εποχή _ καλώς _ διατηρείται. Αλλά εκείνο που είδα είναι μια προσπάθεια _ κόλλημα, όμως, σας λέω _ σκηνικής απομίμησης της ταινίας. Συμπαθητική εκ πρώτης όψεως αλλά ουσιαστικά άχαρη, απολύτως εξωτερική, βεβιασμένη, φωναχτή και πρόχειρη _ εκείνη η σκηνή της συμπλοκής… Πώς να απομιμηθείς κάτι καταγραμμένο πλέον στο υποσυνείδητο του κοινού; Τα μουσικοχορευτικά ιντερμέδια και τα τραγουδάκια της εποχής αγωνίζονται να δώσουν έναν ανάλαφρο τόνο αλλά βρήκα κοινότοπες τις μουσικές επιλογές της Μάρως Θεοδωράκη και εκ του προχείρου, χοντροκομμένες _ πλην, ίσως, του φινάλε _ και άτεχνα εκτελεσμένες τις χορογραφίες του Φώτη Διαμαντόπουλου. Και βρήκα σκανδαλώδες τα δυο - τρία _ εύκολα άλλωστε _ τραγουδάκια να τραγουδιούνται πλέι μπακ.
Λειτουργικά, χωρίς μεγάλες φιλοδοξίες τα φωτισμένα από τον Ανδρέα Μπέλλη σκηνικά της Αναστασίας Αρσένη και τα στο πνεύμα του λουσάτου, του «κυριακάτικου», αδιαφόρως στιγμής και καταστάσεως, κοστούμια της _ είναι δυνατόν η «οικονόμος» να φοράει ΑΥΤΑ τα γοβάκια;…
Η διανομή. Μια καταρχάς καλή διανομή φαίνεται να οδηγήθηκε σε λάθος δρόμο από τη σκηνοθεσία. Δεν κατάλαβα γιατί όλοι φωνάζουν τόσο. Με προεξάρχοντα τον Ταξιάρχη Χάνο που δεν παίζει κομεντί αλλά παλαιού τύπου οπερέτα, με τη στεντόρεια, καμπανιστή, ποσταρισμένη φωνή του να κινεί όλη την υποκριτική του και με αφημένους στην υπερβολή τον Τάσο Γιαννόπουλο, κυρίως, που βρίσκει και πάλι τον κακό εαυτό του και τον Μάκη Πατέλη. Εντελώς εξωτερικοί και η Τζένη Μπότση, που δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να σειέται και να λυγιέται έτσι, σαν καρικατούρα, και ο Αλέξανδρος Καλπακίδης.
Η Κατερίνα Παπουτσάκη είναι όμορφη και έχει ευκολίες αλλά όλα περνούν από πάνω της ξώπετσα και της λείπει η χάρη, παίζει χοντροκομμένα. Ο Σπύρος Παπαδόπουλος, ιδανικός για το ρόλο μια και είναι ένας ανάλαφρος κωμικός στο είδος του πρώτου διδάξαντος Ντίνου Ηλιόπουλου _ και οι δύο παραπέμπουν στον Σταν Λόρελ - Λιγνό _, δυστυχώς παίζει τον Γρηγόρη grosso modo _ σε γραμμές αδρές, χωρίς αποχρώσεις. Και χωρίς να γοητεύει _ εμένα τουλάχιστον.
Μιλώντας για εξωτερικό παίξιμο σε μια ελληνική φαρσοκωμωδία δεν εννοώ, βέβαια, ότι οι ρόλοι θα έπρεπε να τύχουν… στανισλαφσκικής αντιμετώπισης. Απλώς, αλήθεια χρειάζονταν. Και πολύ σκληρή δουλειά για να κατακτηθεί η γνησιότητα που είχαν οι ηθοποιοί της εποχής αυτών των έργων και που δεν έχουν οι σημερινοί. Επειδή πρόκειται για μια εύκολη κωμωδία, καθόλου αυτό δεν σημαίνει πως ανεβαίνει εύκολα όπως πολλοί του θεάτρου μας νομίζουν. Έβλεπα πάνω στη σκηνή τους ηθοποιούς να μην είναι οι ρόλοι ούτε να παίζουν τους ρόλους αλλά να τους μιμούνται _ αν δεν μιμούνταν, κάποιοι, και τους ηθοποιούς της ταινίας.
Πιο πειστικούς βρήκα την Κάκια Ιγερινού, την Νικολέτα Κοτσαηλίδου και πιο αυθεντική τη φιγούρα του Στέλιου Πέτσου.
Το συμπέρασμα. Μια πολύ «εύκολη» παράσταση. Δυστυχώς οι αναβιώσεις, από τη νεότερη γενιά των ηθοποιών και σκηνοθετών μας, των παλιών ελληνικών κωμωδιών, αναβιώσεις οι οποίες έχουν ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’80, δεν έχουν ξεπεράσει, πλην ελαχίστων, το επίπεδο του αβασάνιστου. Και δυστυχώς «Η θεία από το Σικάγο» και «Ο μπακαλόγατος» του Πέτρου Φιλιππίδη και το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιάννη Μπέζου, παραστάσεις που θεωρώ πως ήταν οι μόνες απόλυτα επιτυχημένες στο είδος, δεν βρήκαν ακόμα μιμητές.

θέατρο «Αλέκος Αλεξανδράκης», 17 Ιανουαρίου 2013

January 17, 2013

Μαικήνας σώζει Θεατρικό Μουσείο. Αλλά με ανταλλάγματα…




Το Τέταρτο Κουδούνι / 17 Ιανουαρίου 2012 





Έβλεπα τις προάλλες κι άκουγα στο «Ακροπόλ» τον Αιμίλιο Χειλάκη στη δυνατή μπρεχτική «Αγία Ιωάννα των σφαγείων» του Νίκου Μαστοράκη και τον απολάμβανα ως Πιερπόντ Μάουλερ _ σας τα ’γραφα. Εκείνο που δεν σας έγραψα είναι ότι στο συγκλονιστικό φινάλε της παράστασης _ βιομήχανοι και στρατιωτίνες του Θεού ν' αγιοποιούν με το ζόρι την ετοιμοθάνατη Ιωάννα ανυψώνοντάς την αλλά προσπαθώντας παράλληλα και να της βουλώσουν το απύλωτο στις αλήθειες που συνειδητοποίησε στόμα και να της χώσουν με το ζόρι το σταυρό στα χέρια _ κι έβλεπα πίσω, καθισμένο σαν σε θρόνο, τον Χειλάκη – Μάουλερ. Με ριγμένη πάνω απ’ τα εσώρουχα μια κουβέρτα δίκην τηβέννου, με το αποτρόπαιο μακιγιάζ, αγέρωχο, να απολαμβάνει ως ρωμαϊκό Θρίαμβο φρίκης τη νίκη του Καπιταλισμού. Κι ο συνειρμός μου ήταν να τον φαντάζομαι σ’ ένα απ’ τα ρωμαϊκά δράματα του Σέξπιρ _ «Τίτο Ανδρόνικο» ή «Κοριολανό» ή «Αντώνιο και Κλεοπάτρα», ή, πάνω απ’ όλα, στον «Ιούλιο Καίσαρα» _ μ’ έναν καλό σκηνοθέτη. Μήπως επέστη ο χρόνος; 




Όσο καθυστερεί αυτό το _ ανύπαρκτο _ «αρμόδιο» υπουργείο να πάρει τις αποφάσεις του και να ανακοινώσει τι μέλει γενέσθαι, τόσο και πιο φαιδρές διαστάσεις _ σχεδόν παρωδία πια… _ παίρνουν τα εκκρεμή θέματα του προέδρου του Ελληνικού Φεστιβάλ, του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού _ και, προσεχώς, φαντάζομαι, του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ, μια και τον Σεπτέμβριο λήγει η θητεία του Σωτήρη Χατζάκη επίσης. Ονόματα ρίχνονται στην πιάτσα και αβασάνιστα κι επιπόλαια αναπαράγονται και ανακυκλώνονται και αναμασιούνται και αποκτούν διαστάσεις τις οποίες δεν έχουν κι εμείς τα χάφτουμε σαν τους χάνους και γυρίζουμε δώθε - κείθε και τα επαναλαμβάνουμε μεταξύ τυρού και αχλαδίου.
Ερωτάται, για παράδειγμα, ο Γιάννης Μπέζος απ’ το «Βήμα» _ την Μυρτώ Λοβέρδου _ για τις φήμες που εδώ και βδομάδες τον θέλουν ως τον «επικρατέστερο» για τη θέση απ’ την οποία υποτίθεται αποχωρεί μετά την λήξη της θητείας του τον Μάιο ο Γιάννης Χουβαρδάς και οι οποίες τροφοδοτήθηκαν απ’ τις συνεντεύξεις που ’χει δώσει στο μεταξύ αναφερόμενος στο θέμα. Και τι απαντάει; «[…] Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και για να είμαι ειλικρινής, ήταν μια δική μου σκέψη και μια δική μου πρωτοβουλία. Πρώτα ρώτησα τον Γιάννη τον Χουβαρδά, για να μάθω τις διαθέσεις του και αν σκοπεύει να παραμείνει. Του εκμυστηρεύθηκα τα σχέδιά μου. Κι εκείνος μου είπε ποιος είναι ο δικός του ορίζοντας και μου μίλησε για τα δικά του πλάνα. Στη συνέχεια ζήτησα ραντεβού από τον υπουργό κ. Κώστα Τζαβάρα ο οποίος με άκουσε με προσοχή, έδειξε ενδιαφέρον αλλά μου είπε ότι είναι ακόμα νωρίς. Και μείναμε εκεί. Έκτοτε δεν είχα καμία επαφή ούτε με τον υπουργό ούτε με κανέναν άλλο ούτε έχω οποιαδήποτε άλλη ενημέρωση». Κι αυτό θεωρήθηκε αρκετό για να καταστεί «ο επικρατέστερος»!
Αφήστε για το Ελληνικό Φεστιβάλ τι ακούω κι από ποιους ότι προτάθηκε… Ν’ αγγίζει τα όρια του φαιδρού. Να λες: καλά, όποιος θέλει προτείνει όποιον του κατέβει αλλά ποία η σχέση του προταθέντος για τη θέση του προέδρου ενός διεθνούς φεστιβάλ με τα διεθνή καλλιτεχνικά δρώμενα; 




Κι άλλο ένα πικάντικο έμαθα. Βρέθηκε, λέει, για το εγκαταλειμμένο απ’ την Πολιτεία Θεατρικό Μουσείο, που υπολειτουργεί χάρη σε εθελοντική προσφορά των _ απλήρωτων _ εργαζομένων, Μαικήνας – «σωτήρας». Ανώνυμος, λέει. Αλλά μάλλον ευκόλως αναγνωρίσιμος. Ο οποίος, επιχειρηματίας παραπλεύρως _ πώς λέμε «παράπλευρες απώλειες»; _ σχετιζόμενος με το χώρο του θεάτρου, θησαυρίσας τα τελευταία χρόνια, άριστα έως ανησυχητικά διαπλεκόμενος προς πάσα κατεύθυνση, προσφέρει χρήμα με τη σέσουλα «για να σωθεί το Μουσείο». Αλλά όχι _ όπως περίμενα και φανταζόμουνα ότι θα μπορούσε να συμβεί εκ μέρους κάποιου των της πλουτοκρατίας μας _ αφιλοκερδώς. Όοοοχι. Ζητάει απ’ το υπουργείο ανταλλάγματα. Και τι ανταλλάγματα… Σα να τοκίζει, να πούμε, τα δωριζόμενα. Και με τόκο υψηλότατο.
Μοσχοβολάει ο κόσμος _ και _ του θεάτρου μας… 




Τα ΔΗΠΕΘΕ αργοπεθαίνουν αφημένα στην τύχη τους _ τα κονδύλια στέρεψαν. Γνωστή η θλιβερή αυτή διαπίστωση. Κάποια έκλεισαν, κάποια υπολειτουργούν, τα περισσότερα το χειμώνα φυτοζωούν και ξυπνούν απ’ τη χειμερία νάρκη τους για κάποια καλοκαιρινή «συμπαραγωγή» _ συνήθως _, για ορισμένα έχω χρόνια ν’ ακούσω νέα _ αγνοείται η τύχη τους… Φέτος σημεία ζωής ΔΗΠΕΘΕ _ κι όχι πάντα ενθαρρυντικά… _ από κάποια λίγα έχω. Κι όμως. Υπάρχουν δυο - τρία που ανθίστανται στη μιζέρια. Ανάμεσά τους _ πρώτο _ και της Πάτρας. Που, μετά από μια κάμψη, έχει πάρει τα πάνω του αφότου την καλλιτεχνική διεύθυνση ανέλαβε _ απ’ το τέλος του καλοκαιριού _ ο συνθέτης / σκηνοθέτης Θοδωρής Αμπαζής.


Βρέθηκα για 24 ώρες στην Πάτρα, είδα στον όμορφο, ιστορικό _ αλλά με πολλά λειτουργικά προβλήματα _ «Απόλλωνα», το Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας που περιμένει τη σοβαρή αναπαλαίωσή του και ντροπή που την καθυστερούν, τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη όπως, διαφορετικά απ’ τα τετριμμένα, τον δίδαξε ο καλός Λιθουανός Τσέζαρις Γκραουζίνις κι επισκέφθηκα και τον καινούργιο χώρο που στεγάζει το διοικητικό κομμάτι του Θεάτρου.
Καινούργιο; Καθόλου καινούργιο! Σταφιδαποθήκη Μπάρι! Η μνήμη γυρίζει πίσω, στη δεκαετία του ’80, όταν ο Θάνος Μικρούτσικος δημιούργησε απ’ το μηδέν το Διεθνές (όχι μόνο στα λόγια…) Φεστιβάλ Πάτρας και ανακάλυψε εγκαταλειμμένους χώρους της πόλης που τους διαμόρφωσε για τις εκδηλώσεις. Ανάμεσά τους κι ο συγκεκριμένος, που τα τελευταία χρόνια είχε ψιλοξεχαστεί, μέχρι που «κατελήφθη» απ’ το ΔΗΠΕΘΕ και ζωντάνεψε _ αυτό εννοώ όταν γράφω «καινούργιος».
Στο απλόχωρο, επιβλητικό αλλά καθόλου ψυχρό κτίριο με τα πολλαπλά επίπεδα, όπου τίποτα δεν είναι απομονωμένο _ όλα φάτσα φόρα _ στεγάστηκαν οι διοικητικές υπηρεσίες του, ο καλλιτεχνικός διευθυντής και πλήθος δραστηριοτήτων. Η δραματική σχολή, που ’χε ιδρυθεί στα χαρτιά αλλά δεν είχε υλοποιηθεί, παίρνει σάρκα και οστά _ το προπαρασκευαστικό τμήμα ήδη λειτουργεί στο ισόγειο _ μ' εκλεκτούς δάσκαλους που άλλοι έχουν εγκατασταθεί στην Πάτρα, όπως ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, άλλοι έρχονται απ’ την Αθήνα κάθε βδομάδα _, η Ελένη Μποζά σ’ άλλο επίπεδο κάνει ήδη δοκιμές για τη δεύτερη φετινή παραγωγή «Πάτρα – Μπάρι» _ σας έγραφα σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 29 Νοεμβρίου _, μια παράσταση που δραματουργικά θ’ ακουμπήσει πάνω στις μαρτυρίες νταλικέρηδων, τις οποίες η σκηνοθέτρια μάζεψε ταξιδεύοντας με τα φέρι μπόουτ της «Super Fast Ferries» που έτσι καθίσταται πολύτιμη χορηγός του σχεδίου, θεατρικό παιχνίδι για παιδιά από ειδικευμένη θεατρολόγο, σύνδεση με ευρωπαϊκά προγράμματα, σύνδεση με το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου της Πάτρας, ενεργοποίηση των _ πολλών _ φοιτητών της πόλης, εθελοντές, σεμινάρια θεατρικής επιμόρφωσης για πολίτες, για εκπαιδευτικούς, οι «Όπερες των Ζητιάνων» _ Χαράλαμπος Γωγιός, Αλέξανδρος Ευκλείδης και Κωνσταντίνος Ζαμάνης _ έρχονται για σεμινάριο μουσικού θεάτρου, στον ίδιο χώρο είναι σχεδόν έτοιμο ένα θεατράκι που θ' αποτελέσει τη δεύτερη Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ με πιο εναλλακτικές παραστάσεις κι άλλες εκδηλώσεις και που σύντομα θ’ ανοίξει μ’ ένα αφιέρωμα στον Χάουαρντ Μπάρκερ το οποίο θα επιμεληθούν ο ίδιος ο Θοδωρής Αμπαζής κι η Ελένη Μποζά… 
Ναι, το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας υπάρχει. Και το παλεύει. 




Και μια διευκόλυνση: Αν κάτι ψάχνετε στην ιστοσελίδα αναζητείστε πάνω – πάνω, στη δεξιά στήλη, το Search To Tetarto Koudouni. Βάλτε μέσα στο λευκό κουτάκι που είναι ακριβώς από κάτω μια λέξη ή κάποιες λέξεις απ’ αυτό που ψάχνετε, κάντε κλικ πλάι, στο search, και θα σας βγάλει όλες τις αναρτήσεις στις οποίες περιλαμβάνεται το στοιχείο αυτό.

January 16, 2013

Εκθαμβωτική ανατολή




Ελάχιστοι ήμασταν στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος. Σχεδόν ντράπηκα. Αλλά η γαλλίδα μέτζο Ιζαμπέλ Ντρουέ και η συνοδός της στο πιάνο, συμπατριώτισσά της Αν Λε Μποζέκ μας… πολλαπλασίασαν. Ένα θαύμα! Το ενθουσιαστικό χειροκρότημα και τα «μπράβο» γέμισαν τα κενά και ζέσταναν την παγωμένη, στην αρχή, ατμόσφαιρα, Σαν να ήταν η αίθουσα κατάμεστη.
Εξαιρετική φωνή _ γκάμα που απλώνεται και σε ψηλές περιοχές, άψογη τεχνική, ανάσες τέλειες, εκπληκτικό φραζάρισμα, δεξιοτεχνικό πέρασμα από το ένα ύφος στο άλλο, υποδειγματική προφορά στα γερμανικά και στα αγγλικά, μέτρο, αυτοέλεγχος, ερμηνευτική δεινότητα, κρουστή σκηνική παρουσία _, δικαίωσε την ένταξή της στη σειρά «Rising Stars» («Ανατέλλοντα Αστέρια») η Ιζαμπέλ Ντρουέ.
Άνοιξε τη βραδιά με τρία τραγούδια του Ανρί Ντουπάρκ και συνεχίσε με τα «Τρία τραγούδια της Βιλιτώς» του Κλοντ Ντεμπουσί. Εκεί, ειδικά, ήταν που αναδείχθηκαν και οι ικανότητες της Αν Λε Μποζέκ: μια πιανίστα έξοχη. Στη συνέχεια η μέτζο πέρασε με εντυπωσιακή άνεση από το γαλλικό σανσόν στο γερμανικό λιντ: πέντε τραγούδια από τη συλλογή «Το μαγικό κόρνο του αγοριού» του Γκούσταφ Μάλερ έκλεισαν το πρώτο μέρος.
Το δεύτερο άνοιξε με τα «Έξι τραγούδια σε ποίηση του Μορίς Μετερλένκ» του Αλεξάντερ Ζεμλίνσκι και έκλεισε με τα «Τρία νεανικά τραγούδια» του Τζορτζ Κραμπ. Η φωνή της Ντρουέ, αέρινη, με υπέροχες καμπύλες, καταπληκτικά, απόλυτα τιθασσευμένα σβησίματα, ανεπαίσθητα πιανίσιμι σαν πνοές, απέκτησε εδώ και τζαζ αποχρώσεις _ εξαιρετικές στιγμές ζήσαμε.

Και, επιπλέον, με την πιανίστα δεν έμειναν απλώς δύο πρώτης γραμμής μονάδες σε καλή συνεργασία. Το επίτευγμά τους ήταν το σφιχτό, απόλυτα αρμονικό δέσιμο τους. Το ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε με τρία ανκόρ _ τρία τραγούδια πάνω σε στίχους του Σέξπιρ από ένα δεύτερο πρόγραμμα με άξονα τα τραγούδια του βάρδου που έχουν ετοιμάσει οι δύο καλλιτέχνιδες: ένα του Μάριο Καστελνουόβο - Τεντέσκο και δύο του Έριχ Βόλγκανγκ Κόρνγκολντ. Που μας ξεσήκωσαν.
Το συμπέρασμα. Χάσατε, αν δεν τις ακούσατε. Μήπως, όμως, μ’ αυτό το πρόγραμμα Σέξπιρ, Ντρουέ και Λε Μποζέκ θα έπρεπε να μας ξανάρθουν; Ίσως στο Φεστιβάλ Αθηνών _ αν υπάρχει;…

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 15 Ιανουαρίου 2013.

January 13, 2013

Στου Όθωνα τα χρόνια ή ΕΑΜ α λα γκέι




Το έργο. Όθων Μολοχάνθης _ που ακούει στο υποκοριστικό Νάκος: απόγονος μάγειρα του στρατιωτικού νοσοκομείου, που επί Όθωνος του έδωσαν το όνομα του βασιλιά, εκπεσών γουνέμπορος. Αιτίες της πτώχευσής του, η κρίση και το…φαινόμενο του θερμοκηπίου που κατέστησε τις γούνες περιττές. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει την _ κάπου στα βόρεια προάστεια _ μεζονέτα του και τις χλιδές και με την οικογένειά του, δηλαδή τη σύζυγο Δωδώνη, κόρη πλουσίου εμπόρου ειδών υγιεινής, και την κόρη του Νανά, αρραβωνιασμένη χωρίς… ιδιαίτερο λόγο με τον νεαρό γεωπόνο Λάζαρο που δεν πολυαρέσει στον πατέρα της _ των οποίων δύο γυναικών το όνειρο είναι να μετάσχουν στο πάνελ μεσημεριανάδικου… _ και να μετακομίσει στο προικώον της Δωδώνης, στο Κουκάκι: ένα δίπατο, ευάερον και ευήλιον, αλλά κτισμένο επί Όθωνος.
Όπου όμως θα εμφανιστούν, στον Όθωνα πρώτα και στους υπόλοιπους κατόπιν, φαντάσματα _ όπως και στο «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του ίδιου συγγραφέα, το φάντασμα του νεκρού συζύγου: της κόρης του αρχικού κτήτορος του σπιτιού, της Ποθούλας Ραρράκου _ με δύο ρω όπως τονίζει _, κυρίας επί των τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας αλλά και… ληστάρχου που οργανώνει συνωμοσία κατά του Όθωνος με στόχο τον περιορισμό της Βαυαροκρατίας αλλά και η οποία εμφανίζεται σφόδρα ερωτευμένη με τον Μολοχάνθη, μεταφερμένον, όμως, στην εποχή της _ 1837 _, ενός αξιωματικού της οθωνικής χωροφυλακής, συν–συνωμότη της Ποθούλας, ο οποίος εμφανίζεται με τη μορφή του Λάζαρου, δυο κυριών, μάνας και κόρης, φίλων της Ποθούλας, με τη μορφή της Δωδώνης και της Νανάς, αλλά και ενός νεαρού ΕΑΜίτη του ’42, που κρύβεται στο σπίτι πριν βγει στο βουνό με τον Βελουχιώτη.
Οι δύο συνομώτες αναμειγνύουν στο κίνημα που ετοιμάζουν εναντίον του Όθωνα και τον Μολοχάνθη  αλλά όταν η Ποθούλα μαθαίνει πως είναι παντρεμένος _ πράγμα που της είχε αποκρύψει _ απογοητεύεται σφόδρα και ακυρώνει την επαναστατική κίνηση ενώ προηγουμένως ακυρώνεται και η συμμετοχή Δωδώνης και Νανάς στο πάνελ. Το φινάλε, σε τόνους μελαγχολικούς, συνδέει το τότε με τις κατοπινές περιπέτειες της Ελλάδας αλλά και με το σκοτεινό σήμερα.
Η κωμωδία του Άκη Δήμου «Όθων και Ποθούλα» ξεκινάει από ένα ευφυές εύρημα, έχει αστείες ατάκες, είναι γραμμένο από έξυπνη πένα αλλά μέχρις εκεί _ κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον. Η δραματουργική εξέλιξη είναι βιαστικά και πρόχειρα σχεδιασμένη και εκτελεσμένη, η πλοκή μπλέκεται χωρίς πολλές – πολλές εξηγήσεις εν ονόματι ενός αμφίβολου σουρεαλισμού και καταλήγει σε μια μουτζούρα, τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται επιφανειακά ή η παρουσία τους δεν δικαιολογείται καθόλου όπως του ΕΑΜίτη, πολλά αστεία άνοστα, κρύα ή κοινότοπα και ο συγγραφέας σαν να μην ξέρει πώς να κλείσει το έργο _ μια χαμένη ευκαιρία εκτός κι αν ο Άκης Δήμου ξαναδουλέψει το έργο.
Η παράσταση. Ο Σταμάτης Φασουλής έχει στήσει την παράσταση με επάρκεια, με μέτρο και με γούστο αλλά και με ασταθείς ρυθμούς _ ειδικά η πρώτη σκηνή της συνάντησής του Όθωνα με τον Λάζαρο πάσχει σοβαρά. Δεν κατάλαβα _ ή , μήπως, έχω καταλάβει;… _ γιατί ο ΕΑΜίτης να εμφανίζεται ως μοντέλο για γκέι περιοδικό ή για διαφήμιση γκέι κλαμπ, με κορμί γραμμωμένο, γυμνό από τη μέση και πάνω, και με το στρατιωτικό παντελόνι μισοκατεβασμένο, πολλά υποσχόμενο… 
 Το αποτέλεσμα, πάντως, γενικά είναι ικανοποιητικό. Τα σκηνικά της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου φωτισμένα από την Μελίνα Μάσχα και τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη το υποστηρίζουν, αν και, όπως στις περισσότερες παραστάσεις πια, οι για οικονομικούς λόγους εκπτώσεις τις οποίες αναγκάζονται να κάνουν σκηνογράφος και ενδυματολόγος δεν κρύβονται…
Οι ερμηνείες. Φοβάμαι πως η Σοφία Φαραζή, ανέκφραστη, εξωτερική, με μέτρια κίνηση και χωρίς κανένα ιδιαίτερο προσόν, δεν έχει λόγους ύπαρξης στη σκηνή. Βρήκα πολύ αδύναμη και άρρυθμη την _ αγνώριστη αλλά πάντα γλυκειά… _ Βέρα Κρούσκα και χαμηλότερο των προσδοκιών τον εξαίρετο ηθοποιό Θανάση Αλευρά _ ειδικά στην πρώτη σκηνή αμηχανεί απογοητευτικά. Ο Κωνσταντίνος Καρβέλης προσπαθεί να υπηρετήσει ένα ρόλο που δεν υπάρχει.
Την παράσταση βασικά στηρίζουν η Σοφία Φιλιππίδου και ο Σταμάτης Φασουλής. Ο δεύτερος, με μέτρο, χωρίς τις υπερβολές, τις σπασμωδικές κινήσεις και τις θεατρινίστικες επιδείξεις που συνηθίζει, με χιούμορ κατασταλαγμένο, ώριμος, κάνει τον καλύτερό του, πιστεύω, ρόλο εδώ και αρκετά χρόνια: μου θύμισε τους παλιούς κωμικούς κατηγορίας Λογοθετίδη που έβγαζαν χωρίς εκβιασμούς το αστείο. Η Σοφία Φιλιππίδου, απολαυστική στην πάντα ευρηματική κωμική υποκριτική της, με τα τραγανιστά ρω της που υποψιάζομαι πως ο συγγραφέας τής τα διάλεξε να είναι… απανωτά _ Ραρράκου με δύο ρω… _, με την ένθεη τρέλα που την διακατέχει _ έχει το δαίμονα μέσα της _ αλλά και χωρίς να ξεφεύγει από το μέτρο όπως κάποτε κάνει στην κωμωδία, σχεδιάζει άλλη μια ξεκαρδιστική περσόνα που μένει στη μνήμη.
Το συμπέρασμα. Μια κωμωδία που θα μπορούσε να είναι εξαιρετική και δυο ηθοποιοί που την εκτοξεύουν.

θέατρο «Δημήτρης Χορν», 9 Ιανουαρίου 2013.

January 10, 2013

Ο Μινωτής αναλαμβάνει το Ελληνικό Φεστιβάλ


Το Τέταρτο Κουδούνι / 10 Ιανουαρίου 2012


Άκουσα πως το Ελληνικό Φεστιβάλ, τελικά, θα το αναλάβει ο Αλέξης Μινωτής. Ή μήπως άκουσα λάθος; Ζει ο Μινωτής;





Ε, μα με τόσα απίθανα που «ακούγονται» γιατί να μην το σκεφτώ κι αυτό;
Βέβαια, καλή η πλάκα, να γελάσει λιγάκι και τ’ αχείλι μας. Αλλά, έτσι και το δεις σοβαρά, όχι απλώς αγανακτείς, απ’ τα ρούχα σου βγαίνεις: η θητεία του Γιώργου Λούκου ως προέδρου του Φεστιβάλ έληξε απ’ τον Αύγουστο. Έκτοτε το Φεστιβάλ μένει ακέφαλο. Κυβέρνηση και υπουργό αρμόδιο _ υποτίθεται _ για τον Πολιτισμό έχουμε απ’ τον Ιούνιο. Ε, απόφαση, ακόμα _ Ιανουάριος πια _, ούτε έχουν ανακοινώσει ούτε έχουν πάρει. Θα συνεχίσει ο Λούκος; Δε θα συνεχίσει ο Λούκος; Μαδάμε τη μαργαρίτα…
Παρασκήνιο, Βυζάντιο, παζάρια μεταξύ των συγκυβερνώντων κομμάτων, σκοτεινά πρόσωπα που δρουν στη σκιά, ενδιαφερόμενοι που έντεχνα ρίχνουν στην πιάτσα τ' όνομά τους για να 'ρθει στο προσκήνιο και να τους σκεφτούν, ονόματα _ μερικά εντελώς απίθανα… _, που κυκλοφορούν μεταξύ των παροικούντων την Ιερουσαλήμ, ο Γιάννης Κόκκος κι ο Κώστας Γαβράς έχουν βολιδοσκοπηθεί κι έχουν αρνηθεί τη θέση, δηλώσεις, υπαινιγμοί…. Το μόνο που ΚΑΝΕΙΣ απ’ τα εμπλεκόμενα κέντρα εξουσίας δεν έχει σκεφτεί, δε σκέφτεται και _ είμαι σίγουρος ότι _ δε θα σκεφτεί είναι τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Το πρόγραμμα αυτών των φεστιβάλ ΠΟΤΕ θα καταρτιστεί; ΠΩΣ, δηλαδή, σκέφτονται ότι καταρτίζεται το πρόγραμμα ενός διεθνούς φεστιβάλ; Χαλαρά κι άνετα; Καμιά βδομάδα πριν απ’ την έναρξη του; Στις ραχούλες και στις παραλίες του νομού Ηλείας; Ανάμεσα σε κοψίδια και φρέσκο ψάρι και κρασά και τραγούδια; Και τι προϋπολογισμό θα ’χει, τελικά, φέτος το Ελληνικό Φεστιβάλ; Κανείς δεν ξέρει. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι το παρασκήνιο και «τίνος θα ’ναι» αυτός που θα καθίσει στην καρέκλα. Αδιάφοροι; Ζεμανφουτίστες; Μάλλον ανίδεοι θα ’λεγα, άσχετοι… Άρα, επικίνδυνοι.








Ξανάδα, στην «Αποθήκη», τον Θανάση Ευθυμιάδη στο μονόλογο της Κατερίνας Μαγγανά «Έφη. Από το Ευτυχία», σκηνοθετημένον απ’ τον Ακύλλα Καραζήση _ ευτυχής συνάντηση. Και δεν άλλαξα την αρχική μου γνώμη: είναι ο καλύτερός του ρόλος κι ο πρώτος στον οποίο τον βλέπω να βγαίνει απ’ τον εαυτό του και να τσαλακώνεται. Σας συνιστώ να τον δείτε _ τα Δευτερότριτα παίζει.





Το «Κουρέλι», έργο (2003) ενός βρετανού συγγραφέα με μεγάλο ενδιαφέρον, του Ντένις Κέλι _ ουδεμία σχέση με το… προϊστορικό μελό «Το κουρέλι» του Ντάριο Νικοντέμι _, θ’ ανεβάσει στο «Faust» του Αλέκου Συσσοβίτη, αμέσως μετά το «Sunset Limited» που παίζεται τώρα εκεί απ’ τον Γιάννη Βούρο και τον ίδιο τον Αλέκο Συσσοβίτη, ο καλός Γιάννης Μόσχος με το σχήμα του «Θεατροεργαστήριον» και σε μετάφραση Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη. Έργο άπαιχτο στην Ελλάδα και άγνωστο, εκτός από κάποια αποσπάσματά του που παρουσιάστηκαν στο Φόρουμ Σύγχρονης Δραματουργίας του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου τον Απρίλιο του 2009, στη ίδια μετάφραση κι απ’ τον ίδιο σκηνοθέτη.
Διαρθρωμένο σε εννέα σκηνές, εναλλάσσοντας μονολόγους και διαλογικές σκηνές, αφηγείται την ιστορία της Μισέλ και του Μάικλ _ δυο αδέλφια που προφανώς αποτελούν τη θηλυκή και την αρσενική όψη του ίδιου νομίσματος _ και της οικογένειάς τους, αποκαλύπτοντας σταδιακά τον κόσμο τους. Μνήμες και τραύματα της παιδικής ηλικίας στοιχειώνουν την Μισέλ και τον Μάικλ: ο θάνατος της μητέρας τους σε πολύ νεαρή ηλικία, ο μέθυσος και αδιάφορος πατέρας τους, η απόπειρα πώλησής τους σ’ έναν παιδεραστή, η οικονομική τους εξαθλίωση, οι φαντασιώσεις τους για τους γονείς τους έρχονται κι επανέρχονται στις διηγήσεις τους, με κεντρικό αφηγηματικό άξονα την ανεύρεση απ’ τον Μάικλ ενός νεογέννητου μωρού στα σκουπίδια _ είναι το Κουρέλι, όπως αποφασίζει να το ονομάσει _ και την προσπάθειά του να το σώσει.
Ο συγγραφέας αφηγείται, συνδυάζοντας ευαισθησία και σκληρότητα, την ιστορία των δυο αδελφών, μ’ έναν ιδιαίτερο θεατρικό τρόπο: εναλλάσσοντας μια ποιητική παραληρηματική γλώσσα στους μονόλογους των ηρώων του με πεζούς καθημερινούς διάλογους στη μεταξύ τους επαφή, ανατρέποντας τη γραμμική χρήση του χώρου και του χρόνου και βάζοντας τους ήρωές του ν' αφηγούνται και παράλληλα να βιώνουν τις καταστάσεις αλλάζοντας διαρκώς ρόλους και ενσαρκώνοντας όλα τα πρόσωπα της ιστορίας.
Τους δυο ρόλους στο «Κουρέλι», που θα κάνει πρεμιέρα στις 15 Μαρτίου και θα παιχτεί για 18 παραστάσεις, θα ερμηνεύσουν ο Θύμιος Κούκιος κι η Ελίνα Ρίζου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα ’ναι της Τίνας Τζόκα κι η μουσική επιμέλεια του Νίκου Βίττη.
Να θυμίσω πως τον Ντένις Κέλι _ μέσα από ολοκληρωμένες παραστάσεις _ γνωρίσαμε στην Ελλάδα τη σεζόν 2010 – 2011 μ’ ένα μπαράζ παραστάσεων τριών (!) έργων του _ τα δυο πρώτα στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», όπου μάλιστα ο συγγραφέας ήρθε καλεσμένος και μίλησε με το κοινό: «DNA» _ ένα έργο του γραμμένο για έφηβους _ που παρουσιάστηκε απ’ την Ομάδα «Grasshopper» σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, «Τα ορφανά» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου _ η παράσταση συνεχίστηκε και την επόμενη σεζόν _ και «Οσάμα, ο ήρωας» που παίχτηκε με σκηνοθέτη τον Πέρη Μιχαηλίδη απ’ το σχήμα του «Μηχανή» στο «Beton 7».
Για τις 22 Φεβρουαρίου, πάντως, έχει αναγγελθεί η πρεμιέρα άλλου ενός έργου του Ντένις Κέλι: «Μετά το τέλος» σε σκηνοθεσία Πέπης Μοσχοβάκου στη Σκηνή «Black Box» του «Επί Κολωνώ». Ευκαιρία για μια νέα, διπλή γνωριμία με το συγγραφέα.





Ο Μιν

Το κατά Θωμάν Μοσχόπουλο «Μίστερο μπούφο» του Ντάριο Φο σπάει ταμεία μαθαίνω _ δεν το ’δα ακόμα, την Κυριακή θα πάω στο «Θησείον. Απλώς στο «Αθηνόραμα» ανακάλυψα πως στην Αθήνα παίζεται και δεύτερη εκδοχή του. Στην αίθουσα «Δυναμό» του Κεραμεικού, σε σκηνοθεσία Μαρίνου Μουζάκη, απ’ την ομάδα «Τσιριτσάντσουλες» που παρουσιάζει το έργο απ’ το καλοκαίρι του 2010.



Μα γιατί δεν κάνει κάποιος την Λίστα Λαγκάρντ επιθεωρησιακό νούμερο;
Για να παραφράσω το βάρδο: όλη η Ελλάδα, μια επιθεώρηση…