November 17, 2019

Στο Φτερό / Μυσταγωγία και κατάνυξη από έναν Μεγάλο του πόντιουμ


«Tristia» του Φιλίπ Ερσάν / Σύνολο της Ορχήστρας «musicAeterna» και Χορωδία «musicAeterna» / Μουσική διεύθυνση: Θεόδωρος Κουρεντζής. 



Το Φεστιβάλ «Σκιές και Φώτα», στο Αβαείο του Κλερβό, στη βορειοανατολική Γαλία, που για πολλά χρόνια είχε μετατραπεί σε φυλακή μέχρι που οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν σε παρακείμενο κτίριο, ανέθεσε σε συνθέτες να γράψουν χορωδιακά έργα πάνω σε στίχους φυλακισμένων συνδέοντας, με αυτόν τον τρόπο, τους ιστορικούς σταθμούς του Αβαείου -της έδρας του. Ανάμεσά τους, ο Γάλος Φιλίπ Ερσάν. Έτσι προέκυψε το έργο του (2013) 

«Στιγμές όρια». Ο έλληνας αρχιμουσικός Θεόδωρος Κουρεντζής που το άκουσε ζήτησε από το συνθέτη να το επεκτείνει με ποιήματα ρόσων κρατουμένων, είτε του ποινικού δικαίου είτε κρατουμένων πολιτικών, εκτοπισμένων από το σταλινικό καθεστώς -μερικοί, διακεκριμένοι ποιητές, όπως ο Όσιπ Μαντελστάμ που πέθανε σε 
στρατόπεδο ή ο Βαρλάμ Σαλάμοφ που επέζησε. «Tristia» («Πένθιμα άσματα») είναι ο τίτλος της νέας εκδοχής (2016) του έργου. Χρησιμοποιώντας ένα ορχηστρικό σύνολο μικρό αλλά μία μεγάλη, μεικτή χορωδία ο Φιλίπ Ερσάν, με αναφορές του τις «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων» του Ντοστογιέφσκι και τη μεταφορά του μυθιστορήματος σε όπερα, με τον ίδιο τίτλο, από τον Γιανάτσεκ, έχει συναρμόσει στιχάκια απλοϊκά αλλά συγκινητικά στην αλήθεια τους και εκ βαθέων με, επίσης, εκ βαθέων υψηλή ποίηση,
ακολουθώντας σύγχρονα μουσικά ιδιώματα, σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον είδος ορατορίου  που, χωρισμένο, όπως η «Κόλαση» του Ντάντε, σε έξι κύκλους, αποπνέει μελαγχολία, θλίψη, νοσταλγία, πόθο για ελευθερία. Ο μαέστρος Θεόδωρος Κουρεντζής, με ένα μικρό σύνολο από την Ορχήστρα του «musicAeterna» και με τη μεγάλη μεικτή Χορωδία «musicAeterna», έδωσε φτερά στο έργο: δεν το διηύθυνε, το σκηνοθέτησε. Διότι περί σκηνοθεσίας επρόκειτο. Στην οποία ο αρχιμουσικός είχε φροντίσει και την κίνηση και τους φωτισμούς. Σε διαρκή κινητικότητα, χορωδοί και μουσικοί κατέβαιναν στους διαδρόμους της πλατείας, έτρεχαν γύρω από τον μαέστρο, συγκεντρώνονταν γύρω του, αραίωναν, διακτινίζονταν στα θεωρεία, γκρουπάρονταν, κεράκια στα χέρια, σλάιντς από
φωτογραφίες σήμανσης κρατουμένων, πανώ ΑΔΗΣ στα χέρια, ορμούσαν μετωπικά στο προσκήνιο, μέσα στο ημίφως ή, ξαφνικά, μέσα σε άπλετο φως, με τους προβολείς να μας τυφλώνουν -«εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω»... Αλλά, πάντα, ακολουθώντας τους ρυθμούς του Ερσάν, πάντα στο πνεύμα των στίχων -μία συνεχής ροή. Δεν έρεε μόνον η μουσική, έρεε το όλο σκηνικό, παραστασιακό αποτέλεσμα. Θα μπορούσα επί ώρα να μιλώ για τον υπέροχο ήχο των οργάνων, θα μπορούσα να μιλώ για τον ήχο, τον ζεστό, τον ρόσικο, τον μεστό της χορωδίας (διευθυντής, ο Βιτάλι Πολόνσκι), για την εσωτερικότητα που έχει κατακτήσει, για τον ψίθυρο των ημιτονίων της. Ο Θεόδωρος Κουρεντζής που δημιούργησε αυτή την ορχήστρα και αυτή τη 

χορωδία από το πλούσιο υλικό που διαθέτει, βέβαια, η Ροσία αλλά ουσιαστικά εκ του μηδενός, στο μακρινό, παγωμένο Βλαντιβοστόκ, ένας εμπνευσμένος και μεγάλης πνοής, ιδιαίτερος αρχιμουσικός, μπορεί πλέον να απολαμβάνει την επιτυχία του -το κοινό τούς αποθέωσε σε ένα έργο άγνωστό του και καθόλου «εύκολο», που, ίσως, με άλλες συνθήκες, θα το έβρισκε αδιάφορο- και εμείς απολαύσαμε μία συναρπαστική, μαγική «σκηνοθετημένη» συναυλία. 

11 Νοεμβρίου 2019.



Κοντσέρτο για χορωδία του Άλφρεντ Σνίτκε / Χορωδία «musicAeterna» και Βυζαντινή Χορωδία «musicAeterna» / Μουσική διεύθυνση: Θεόδωρος Κουρεντζής. 



Η δεύτερη συναυλία ανήκε, σύμφωνα με το πρόγραμμα, αποκλειστικά στην Χορωδία «musicAeterna». Το αποκλειστικό έργο του προγράμματος ήταν το τετραμερές Κοντσέρτο για (μικτή) χορωδία (1984-1985, πρώτη πλήρης εκτέλεση 1986) του Γερμανοσοβιετικού Άλφρεντ Σνίτκε. Ακολουθώντας τη φόρμα θρησκευτικής μουσικής -το χορωδιακό κοντσέρτο- που ευδοκίμησε στην Ροσία από το μέσο του 17ου αιώνα, μετά την εισπήδηση της δυτικής μουσικής πολυφωνίας στην ορθόδοξη -βυζαντινή- παράδοση της ροσικής εκκλησιαστικής μουσικής δημιουργώντας μία καινούργια παράδοση, μέχρι την αρχή του 19ου και που τίμησαν και μεταγενέστεροι συνθέτες, ο Σνίτκε έχει συνθέσει ένα κατανυκτικό, βαθιάς πνευματικότητας έργο για χορωδία α καπέλα πάνω σε κείμενα από το μυστικιστικό «Βιβλίο των πένθιμων ασμάτων» του αρμένιου ποιητή του 10ου αιώνα Αγίου Γρηγορίου του Ναρεκηνσίου (Νάρεκ). Ο Θεόδωρος Κουρεντζής οδήγησε, και 
στη συναυλία αυτή, τη χορωδία, μέσα από τη λιτότητα, χωρίς σκηνοθετικά ευρήματα, χωρίς κίνηση αυτή τη φορά, σε μία βαθιά, κατανυκτική εκτέλεση -την εκτέλεση που του υπέβαλλε το έργο. Η δεύτερη, όμως, αυτή συναυλία είχε και μία έκπληξη: ένα πρώτο, εκτός προγράμματος, μέρος, όπου ο μαέστρος έφερε στη σκηνή, μαζί με την Χορωδία «musicAeterna» και την επίσης εξαιρετική, νεότευκτη, υπό τον Αντώνιο Κουτρουμπή, Βυζαντινή Χορωδία «musicAeterna», σαν για να εξισορροπήσει τη δυτική πολυφωνία με την παράδοση της ελληνορθόδοξης ψαλτικής τέχνης, και τις πέρασε από (Αγία) Χίλντεγκαρντ (φον Μπίνγκεν) («Ω, δύναμη της αιωνιότητας») στο «Vai Me» («Αλίμονό μου»), και από Γκιόργκι Λιγκέτι («Lux Aeterna») σε «Τεριρέμ» και, κατόπιν, στο «Ave Rex Gentis Anglorum». Μέσα στο απόλυτο, μυστικιστικό σκότος, με αναμμένα μόνο τα φωτάκια των αναλογίων των δύο χορωδιών. Η απόλυτη κατάνυξη! Ένα συναυλιακό διήμερο κατά το οποίο ο Θεόδωρος Κουρεντζής απέδειξε για άλλη μία φορά το μέγεθός του αλλά και την πνευματικότητά του, πορευόμενος στην κατακόρυφα ανοδική πορεία του μέσα από τα δύσκολα. Ας είμαστε περήφανοι! (Φωτογραφίες -όλες από την πρώτη συναυλία: Χάρης Ακριβιάδης).

12 Νοεμβρίου 2019.


(Πληρέστατο το έντυπο πρόγραμμα -Τμήμα Εκδόσεων Λητώ Τσεκούρα-, με λαγαρά κείμενα του Τίτου Γουβέλη και τους στίχους των δύο έργων, προσεκτικά μεταφρασμένους, αντίστοιχα, από την Κοραλία Σωτηριάδου και την Έφη Γιαννοπούλου, με την σωστή αίσθηση της ελληνικής γλώσσας που διαθέτουν. Ως υπέρτιτλοι, όμως, ατύχησαν: δυσανάγνωστοι έως αόρατοι για ένα μεγάλο μέρος του κοινού, καθώς προβάλλονταν, υποφωτισμένοι, πίσω από δύο αιωρούμενους προβολείς και με δυσανάλογα μικρά στοιχεία στη δεύτερη συναυλία).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κύκλος «Μεγάλες Ορχήστρες-Μεγάλοι Ερμηνευτές».

(Τις δύο συναυλίες παρακολούθησα ΧΩΡΙΣ τη μεσολάβηση του Γραφείου Τύπου του Μεγάρου Μουσικής).

November 13, 2019

Ο Θεόδωρος Κουρεντζής επιστρέφει στο Ζάλτσμπουργκ με Καστελούτσι και «Ντον Τζοβάνι» - Ντεμπούτο στην Νέα Ιόρκη και στην Φιλαρμονική του Βερολίνου με «Ρέκβιεμ» του Βέρντι


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Εξαιρετική τιμή! Το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ, που γιορτάζει το επόμενο καλοκαίρι -του 2020-, πανηγυρικά, τα 100 χρόνια του, καλεί και πάλι -η τέταρτη συνεχής παρουσία του στο Φεστιβάλ- τον διεθνή αρχιμουσικό μας Θεόδωρο Κουρεντζή να διευθύνει την Ορχήστρα και την Χορωδία «MusicAeterna» που ’χει δημιουργήσει στο Νοβοσιμπίρσκ αρχικά, και, μέσω Περμ και Αγίας Πετρούπολης πια, έχει οδηγήσει στην κορυφή στον «Ντον Τζοβάνι» του Μότσαρτ -τον οποίο έχει, ήδη, ηχογραφήσει απ’ το 2016, με την «MusicAeterna» του, για την Sony Classical. Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ένας κορυφαίος του σύγχρονου θεάτρου και γνώριμός μας απ’ το Φεστιβάλ Αθηνών και την «Στέγη» του Ιδρύματος Ωνάση, ο Ιταλός Ρομέο Καστελούτσι.

Ο Θεόδωρος Κουρεντζής ντεμπουτάρησε στο Φεστιβάλ της γενέτειρας του Μότσαρτ το 2017, με την όπερά του «Η μεγαλοψυχία του Τίτου» την οποία διηύθυνε, με σκηνοθέτη άλλον έναν κορυφαίο, τον Αμερικανό Πίτερ Σέλαρς. Το 2018 επανήλθε με την «MusicAeterna» του για να ερμηνεύσει, σε πέντε συναυλίες, και τις εννιά Συμφωνίες του Μπετόβεν ενώ το φετινό καλοκαίρι -2019- είχε τη μουσική διεύθυνση στον «Ιδομενέα» του Μότσαρτ, με σκηνοθέτη τον Πίτερ Σέλαρς και πάλι, αλλά διηύθηνε και την Συμφωνική Ορχήστρα SWR (της Ραδιοφωνίας της Νοτιοδυτικής Γερμανίας), της οποίας είναι ο πρώτος αρχιμουσικός απ’ το 2017, σε μια συναυλία με την Έβδομη Συμφωνία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς -την «Συμφωνία του Λένινγκραντ». 

Το πρόγραμμα του επετειακού Φεστιβάλ για το 2020, που μόλις ανακοινώθηκε, περιλαμβάνει έξι παραστάσεις της όπερας (6, 9, 15, 21, 24 και 28 Αυγούστου) αλλά ο Θεόδωρος Κουρεντζής θα διευθύνει, στο πλαίσιό του, την «MusicAeterna» και σε πέντε «Μουσικές Στιγμές» -1,2,3,4,5-, στις 4, 10, 11, 14 και 19 Αυγούστου), αναφορά του γιορταστικού Φεστιβάλ στις «Μουσικές στιγμές» του Φραντς Σούμπερτ. Ήτοι σε πέντε συναυλίες, με πρόγραμμα έκπληξη, στις οποίες θα συμμετάσχουν διάφοροι καλλιτέχνες και σύνολα, ανάμεσά τους και το «Klangforum Wien» που ακούσαμε, πριν από λίγες μέρες, στην «Στέγη».
Στο πρόγραμμα υπάρχει και μία έκτη συναυλία, στις 23 Ιουλίου, με τον τίτλο «Lux Aeterna», όπου ο Θεόδωρος Κουρεντζής θα διευθύνει την Χορωδία «MusicAeterna» μαζί με τη νεοπαγή Χορωδία «MusicAeterna Byzantina», που ακούσαμε και στη χθεσινή συναυλία του στο Μέγαρο, σ’ ένα πρόγραμμα με θρησκευτική μουσική δυτικών συνθετών, παλαιών και σύγχρονων, αλλά και με μουσική βυζαντινή.
Ο Θεόδωρος Κουρεντζής, μετά τις δύο θριαμβευτικές συναυλίες του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, χτες και προχτές, ετοιμάζεται για το επίσημο ντεμπούτο του στην Αμερική: στις 19, 21, 23 και 24 Νοεμβρίου θα διευθύνει, στην Νέα Ιόρκη, στο νεότευκτο «The Shed», την «MusicAeterna» -Ορχήστρα και Χορωδία-, στο δοκιμασμένο «Ρέκβιεμ» του Τζουζέπε Βέρντι, που οι τυχεροί άκουσαν και στην Αθήνα, στο Μέγαρο, τον περασμένο Απρίλιο, και που ’χει μαγνητοσκοπηθεί για το κανάλι «Mezzo».
Στις 29 και 30 Νοεμβρίου ο έλληνας μαέστρος θα διευθύνει, και στο Βερολίνο το βερντιάνικο «Ρέκβιεμ», που παρουσίασε ήδη εκεί τον Απρίλιο με την «MusicAeterna», αλλά, αυτή τη φορά, διευθύνοντας την Φιλαρμονική του Βερολίνου, κάνοντας το ντεμπούτο του με την κορυφαία ορχήστρα -άλλο ένα άλμα του.

November 7, 2019

Στο Φτερό / Η αστική τάξη μοιχεύεται ή Η πεπονόφλουδα που γύρισε ανάποδα


«Ψύλλοι στ’ αυτιά» του Ζορζ Φεντό / Σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης


Παρίσι, Μπελ Επόκ. Ο κύριος Βίκτορ-Εμμανουήλ Σαντεμπίζ, της ανώτερης αστικής τάξης, διευθυντής ασφαλιστικής εταιρείας, δωρίζει τις τιράντες που του δώρισε η γυναίκα του Ραϊμόνδη στον ανιψιό του Κάμιλο Σαντεμπίζ με τον οποίο συγκατοικούν, γιατί, κρυφά από εκείνη, έχει φορέσει, κατά σύσταση του Φινάς, γιατρού 


της εταιρείας του, άλλες, ειδικές, «θεραπευτικές» τιράντες για να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα ανικανότητας που του έχει εμφανιστεί στη σεξουαλική σχέση με τη γυναίκα του. Ο νεαρός ανιψιός Σαντεμπίζ, όμως -που, λόγω ατελούς ουρανίσκου, έχει πρόβλημα να εκφέρει τα σύμφωνα και κανείς δεν καταλαβαίνει τι λέει- συνοδεύει την Αντουανέτ, τη μαγείρισσα του σπιτιού, παντρεμένη 
με τον Ισίδωρο (Ετιέν στο πρωτότυπο), καμαριέρη των Σαντεμπίζ, για μία παράνομη βραδιά στο «ειδικευμένο» ξενοδοχείο -καθόλου όνομα και πράγμα...- «Το Οικογενειακόν», όπου τις ξεχνάει τις τιράντες. Ο τυπικότατος ξενοδόχος -και ολίγον προαγωγός- Φεραγιόν θα του τις στείλει ταχυδρομικώς στη διεύθυνση που ο Κάμιλος του έχει δώσει: για «τον κύριο Σαντεμπίζ» -χωρίς μικρό όνομα. Τις τιράντες 

παραλαμβάνει η κυρία Σαντεμπίζ -η Ραϊμόνδη- που, συνηθίζει, «εκ παραδρομής», να ανοίγει την αλληλογραφία του συζύγου της και, σε συνδυασμό με το πρόβλημα ανικανότητας που εκείνος 

αντιμετωπίζει μαζί της, της μπαίνουν ψύλλοι στ’ αυτιά: ότι ο κύριος Σαντεμπίζ την απατά. Για να σιγουρευτεί, κατά σύσταση της στενής φίλης της Λουίζας, παντρεμένης με τον εξωφρενικά ζηλότυπο Ισπανό Κάρλος Χομενιντές ντε Χιστάνγκουα, του ρίχνει 

πεπονόφλουδα: του στέλνει -για να δει αν θα ανταποκριθεί- ανώνυμη ερωτική επιστολή, που της τη γράφει η Λουίζα για να μην αναγνωρίσει ο άντρας της τον γραφικό χαρακτήρα της, ότι, δήθεν, τον είδε στο θέατρο, στο θεωρείο του, ότι της αρέσει πολύ και
του κλείνει ραντεβού στο «Οικογενειακόν». Ο Βίκτορ-Εμμανουήλ κολακεύεται αλλά δεν πείθεται ότι κάποια τον ερωτεύτηκε ξαφνικά. Πιστεύει ότι η «άγνωστη κυρία» είδε τον Ρομέν Τουρνέλ, ευειδή, καρδιοκατακτητή, φίλο και πελάτη του, που ήταν μαζί του στο θεωρείο, ότι αυτός είναι που της άρεσε και ότι τους μπέρδεψε. Και ότι σ’ αυτόν, ουσιαστικά, είναι που απευθύνεται το γράμμα. Στέλνει, λοιπόν αντ’ αυτού, στο ξενοδοχείο, τον Τουρνέλ που,

όμως, εδώ και καιρό πολιορκεί την κυρία Σαντεμπίζ. Όταν εκείνη, στη δεύτερη πράξη, πηγαίνει στο «Οικογενειακόν» για να πιάσει επ’ αυτοφώρω το σύζυγό της, πέφτει πάνω στον Τουρνέλ που βρίσκει την ευκαιρία να πέσει -κυριολεκτικά...- πάνω της αλλά εκείνη τον αποκρούει. Στη γυναίκα του, την Αντουανέτ, που έχει, 
επίσης, πάει εκεί, και πάλι, με τον ανιψιό Σαντεμπίζ για ακολασίες, πέφτει πάνω και ο καμαριέρης Ισίδωρος. Εκείνη, για να τον αποφύγει, κρύβεται στο δωμάτιο του Ράγκμπι, ενός ερωτύλου, Άγγλου που μένει μόνιμα στο ξενοδοχείο -και που της την πέφτει...- αλλά ο σύζυγος εισβάλλει και τη βλέπει, πριν η Αντουανέτ το σκάσει. Ότι στο ξενοδοχείο 

δουλεύει και ο μεθύστακας Πος που ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου τον έχει -κυριολεκτικά...- του κλότσου και του μπάτσου και που τυγχάνει να είναι σωσίας του κ. Σαντεμπίζ είναι που περιπλέκει εντελώς τα πράγματα. Οι παρεξηγήσεις και τα μπερδέματα, στα 


οποία εμπλέκονται, επίσης, η εξώλης και προώλης Ολυμπία, σύζυγος του Φεραγιόν, ο Αυγουστίνος, ένας γέρος θείος του, που χρησιμοποιείται ως βιτρίνα για τα ...έκτροπα που λαμβάνουν χώρα στο «Οικογενειακόν» αλλά και ο έξαλλος, αφότου διάβασε την ερωτική επιστολή προς τον Σαντεμπίζ και αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα της γυναίκας του, Χιστάνγκουα που κυνηγάει την υποτιθέμενη άπιστη για να τη σκοτώσει, φτάνουν στον παροξυσμό, στην παράκρουση, για να λυθούν στο τέλος, στην τρίτη πράξη: οι φανταστικές μοιχείες να εξηγηθούν και οι πραγματικές να κουκουλωθούν, χωρίς να χυθεί αίμα -μόνο κάτι κλοτσιές που
έφαγε ο κύριος Σαντεμπίζ από τον Φεραγιόν, εκλαμβανόμενος ως Πος. Το βοντβίλ «Ψύλλοι στ’ αυτιά (1907), από τα καλύτερα -αν όχι το καλύτερο- του Μεγάλου Μάστορα Ζορζ Φεντό, ένας αξιοθαύμαστος, ωρολογιακής ακρίβειας, σπαρταριστός θεατρικός μηχανισμός καταιγιστικών ρυθμών και θεότρελων ευρημάτων, κουρδισμένος 
στην εντέλεια, φάρσα περιωπής, κλασική πια, δικαίως θεωρείται προδρομικό του Θεάτρου του Παραλόγου και του Ιονέσκο. Με κορυφαία στιγμή του, όταν ο καμαριέρης Ισίδωρος, στην τρίτη πράξη, λέει στη γυναίκα του, που την έχει πιάσει πριν από λίγο στο ξενοδοχείο, στο δωμάτιο του Άγγλου αλλά εκείνη το αρνείται και τον βγάζει τρελό, «σε βρήκα μισόγυμνη στην αγκαλιά ενός Άγγλου» και η Αντουανέτ τού 

απαντάει «μα πώς; Εγώ δεν ξέρω αγγλικά»! Αν αυτό δεν είναι Ιονέσκο... Καταπληκτική ατάκα! Ο Φεντό βγάζει επιδεικτικά τη γλώσσα στη σύγχρονη μεγαλοαστική κοινωνία του, τη σαρκάζει χωρίς αναστολές αλλά ύπουλα - διασκεδάζοντάς την με μία 
φαρσάρα. Ό,τι έκανε, την ίδια εποχή, στην άλλη ακτή της Μάγχης, με το δικό του τρόπο, στη δική του κοινωνία, ο Όσκαρ Ουάιλντ. Πάντα θαύμαζα, λάτρευα τον Φεντό, τον θεωρώ τόσο, μα τόσο θεατρένιο -η αποθέωση του Θεάτρου! Ο Πέτρος Φιλιππίδης, πάνω στην παλιά αλλά δοκιμασμένη και ανθεκτική, ακόμα, μετάφραση που είχε κάνει ο Μίνως Βολανάκης, έχει οργανώσει, χωρίς να καταφεύγει, αυτή τη 
φορά, σε ευκολίες, μία πολύ καλή παράσταση κλασικού Φεντό. Και Φεντό σημαίνει ακρίβεια και ρυθμοί. Η παράστασή του είναι ακριβής, με προσοχή στη λεπτομέρεια και οι ασθματικοί ρυθμοί της έχουν ανάσες ώστε να μην σε αγχώνουν. Και το γέλιο βγαίνει αβίαστο γιατί στη σκηνή παίζουν σοβαρά, δεν αστειεύονται με το κείμενο, δεν το κοροϊδεύουν, που αν συμβεί κάτι τέτοιο, στο είδος αυτό, το παιχνίδι χάνεται. Βρήκα, όμως, 
εντελώς περιττά και ξεκάρφωτα τα δύο χορευτικά ιντερμέδια -ειδικά το στριπ σόου του Τουρνέλ- ενώ, αντίθετα, δένει με το ύφος βοντβίλ το μουσικοχορευτικό φινάλε. Σύμμαχοι του σκηνοθέτη, ο Γιάννης Μετζικώφ και μία παραγωγή γενναιόδωρη. Επιτέλους: σκηνικό και, κυρίως, κοστούμια! Και με γούστο. Ο Γιάννης Μετζικώφ έστησε
δύο  καλόγουστα, και καλά φωτισμένα από τον Λευτέρη Παυλόπουλο, σκηνικά -όσο κι αν στο δεύτερο, του ξενοδοχείου, τα κρεβάτια της ακολασίας θα έπρεπε να είναι μεγάλα αλλά, αναγκαστικά, λόγω της μικρής σκηνής προφανώς, έχουν συρρικνωθεί σε κάτι σαν καναπέδες- και μία σειρά από κοστούμια προσεγμένα σε κάθε λεπτομέρεια, χρωματικά έξοχα από μόνα τους αλλά και έξοχα συνδυασμένα χρωματικά μεταξύ τους. Ο Ιάκωβος Δρόσος διάλεξε 
μουσικές, όπως εκείνος ξέρει να διαλέγει, και ο Δημόκριτος Σηφάκης κίνησε καλά την παράσταση στην οποία η κίνηση έχει τη σημασία της. Η παράσταση στηρίζεται και από μία καλή διανομή: Θανάσης Ευθυμιάδης-σθεναρός Χιστάνγκουα, Μυρτώ Αλικάκη-έξοχη Λουίζα, Φαίη Ξυλά-Ραϊμόνδη -αν και περίμενα περισσότερα-, Θοδωρής Κατσαφάδος-Φεραγιόν, κάπως επίπεδος, όμως, η δαιμόνια Αλεξάνδρα Καρακατσάνη-Ολυμπία, ο απολαυστικός Σταύρος Σβήγγος-Κάμιλος που κερδίζει τις εντυπώσεις -και λόγω της ιδιαιτερότητας του ρόλου-, Θοδωρής Ρωμανίδης, Ευγενία Παναγοπούλου-Αντουανέτα, ο πολύ καλός Βαγγέλης Κυπαρίσσης-Γιατρός, με πιο αδύναμους τον Χάρη Χιώτη-Βαπτιστίνο και τον Αντώνη Στάμο-Ισίδωρο. Βέβαια, εκείνος που κυριαρχεί απόλυτα -σπαρταριστός!- είναι ο Πέτρος Φιλιππίδης. Απόλυτα διαφοροποιημένος 

-μεγαλοαστός Σαντεμπίζ, λεχρίτης Πος- βγάζει πέρα τους ρόλους των δύο σωσιών με εξαιρετική άνεση, με ευεργετικό χιούμορ, χωρίς παραχωρήσεις σε ευκολίες, μεστός, ώριμος, κυρίαρχος των μέσων του, με μία απλότητα και με μία σιγουριά αξιομνημόνευτες, 
που καμία στιγμή δεν εκτρέπονται στη σκηνική έπαρση: ένας σπουδαίος κωμικός, ένας σπουδαίος ηθοποιός που ξέρει να βαθύνει τους ρόλους του και να βρει το στόχο κάτω από το κωμικό περίβλημα. Δείτε τον! Και προσέξτε την έκπληξή του ως... πολύ κύριος Σαντεμπίζ που -πώς είναι δυνατόν!- αντιμετωπίζεται ως αλητήριος μεθύστακας όταν εκλαμβάνεται ως Πος. Μην τον χάσετε! Πρόκειται, άλλωστε, για μία εύφορη, στο σύνολό της, βραδιά (Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου).

(Το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης (επιμέλεια κειμένων Ιάκωβος Δρόσος), φανταχτερό και με πολλές διαφημίσεις αλλά με ενδιαφέρον υλικό -ειδικά το καθόλου τυπικό βιογραφικό του Φεντό).

Θέατρο «Μουσούρη», 31 Οκτωβρίου 2019.