February 25, 2016

To poussy or not to pussy?


Το Τέταρτο Κουδούνι / 25 Φεβρουαρίου 2016 


«No peace, no poussy» (pussy εννοεί αλλά ο τίτλος βγήκε ανορθόγραφος…), διάβασα στο «Βήμα», στην ηλεκτρονική σελίδα του- είναι το σύνθημα που φωνάζει η ηρωίδα της καινούργιας ταινίας του Σπάικ Λι «Chi-Raq» -μόλις παίχτηκε στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου-, η οποία φέρει τ’ όνομα Λυσιστράτη. Διότι ο Σπάικ Λι μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της κωμωδίας του Αριστοφάνη έχει γυρίσει.
Και πώς μεταφράζει στα ελληνικά (εκτός κι αν δεν το ’κανε ο ίδιος) ο ανταποκριτής της εφημερίδας που ’στειλε το ρεπορτάζ απ’ την «Μπερλινάλε» (η μετάφραση σε παρένθεση, στον τίτλο επίσης); «Όχι ειρήνη, όχι σεξ». Και την πίτα ολάκερη, και το σκύλο χορτάτο. Και το poyssy/pussy -να γαργαλίσουμε τους αγγλομαθείς-, κι η πολιτική ορθότης -να ’χουμε τα νώτα μας εξασφαλισμένα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Λυδία Φωτοπούλου τον προσεχή χειμώνα, Φιλαρέτη Κομνηνού το καλοκαίρι, Έφη Σταμούλη -όσο κι αν η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» είναι ουσιαστικά η κοιτίδα της, τη δραματική σχολή του ΚΘΒΕ έχει τελειώσει, απ’ το ΚΘΒΕ άρχισε την καριέρα της, στο ΚΘΒΕ έχει ξαναπαίξει- τώρα στο «Σωτηρία με λένε»: 
ο Γιάννης Αναστασάκης, ο καινούργιος καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, συγκεντρώνει πάλι και φέρνει πίσω στη συμπρωτεύουσα τα παλιά καλά κρασιά του ΚΘΒΕ. Και εις άλλα.
Το κλίμα, πολύ θετικά το βλέπω να διαμορφώνεται εκεί πάνω, σιγά-σιγά. Ελπίζω και το υπουργείο Πολιτισμού να το βλέπει. Διότι οι άνθρωποι εκεί πάνω, άνθρωποι είναι που εργάζονται και πρέπει και να πληρώνονται…





Δύσκολη, πολύ δύσκολη δουλειά να δεις σήμερα με ματιά καθαρή τη δεκαετία του ’50. Χωρίς γραφικότητες κι ωραιοποιήσεις. Πόσο μάλλον όταν ανεβάζεις έργο θεατρικό που πάνω του βασίστηκε -πασίγνωστη πια- ταινία η οποία έχει πρωταγωνίστρια μια ηθοποιό με προδιαγραφές σταρ -την Μελίνα Μερκούρη. Η «Στέλλα» του μάστορα Μιχάλη Κακογιάννη, επιπλέον, είναι μια ταινία εξαιρετική που απ’ το ’55 σημάδεψε πολλές γενιές -ο χρόνος την έχει μετατρέψει σε μύθο. Με αποτέλεσμα να παραχώσει το -άπαιχτο, έτσι κι αλλιώς, πριν γίνει η ταινία, και κατόπιν λανθάνον ως το 1991, οπότε και εκδόθηκε- θεατρικό που πάνω του βασίστηκε. Χρειάστηκε να περάσουν 44 ολόκληρα χρόνια αφότου γράφτηκε, πριν το ανασύρει απ’ την αφάνεια ο Θέμης Μουμουλίδης και το ανεβάσει το 1997/1998 στο ΔΗΠΕΘΕ Βόλου -ναι, κάποτε υπήρξε και άνθισε…- και, δέκα χρόνια μετά, το 2007/2008, για πρώτη φορά στην Αθήνα, στο «Λαμπέτη» του Γιώργου Λεμπέση.
Ο Δημήτρης Λάλος στην «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη -αυτό είναι το έργο- που ανέβασε στην «Ακαδημία Πλάτωνος» τα κατάφερε. Ν’ αποξέσει απ’ το έργο τις γραφικότητες και τις ωραιοποιήσεις. Πρέπει να ψαξε πολύ. Η παράστασή του είναι βουτηγμένη στα τραγούδια τις εποχής -πολύ καλά τραγουδισμένα- αλλά έτσι -το πιάνο που τα συνοδεύει, τα μπουζούκια που απουσιάζουν- που το γραφικό ν’ αποσκορακίζεται και το νοσταλγικό να γίνεται ουσιαστικά κι όχι επιφανειακά συγκινητικό. Η γνησιότητα δεν είναι πλαστή. 
Η θαυμάσια σκηνογραφική και ενδυματολογική δουλειά της Άννας Παπαθανασίου -αυτές οι αποχρώσεις του γκρίζου...- κι οι έξοχοι, ως συνήθως, φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη παίζουν, επίσης,
το ρόλο τους. Η Στέλλα του Δημήτρη Λάλου δεν είναι femme fatale, είναι ένα «αντράκι» που θέλει να οδηγεί τη ζωή εκεί που εκείνη επιθυμεί -μόνη της.
Αν οι νεαροί -και ομολογώ απόλυτα δοσμένοι- ηθοποιοί δεν ήταν τόσο ανώριμοι ακόμα, θα ’χαμε μια σπουδαία παράσταση. Να εξαιρέσω, πάντως, την Ξένια Αλεξίου. Η Μαρία της, αν και απέχει πολύ απ’ την ηλικία της ηθοποιού, δίνει υποσχέσεις για εξέλιξή της σε σημαντική μονάδα του θεάτρου μας: έχει ειδικό βάρος. Να δείτε την παράσταση αυτή! Παρά τις κάποιες αντιρρήσεις, εμάς πολύ μας άρεσε. 


Χαιρετίζω την ολοκαίνουργια Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών. Δε γουστάρω τις διασπάσεις αλλά καιρός ήταν να ξεχωρίσουν απ’ αυτό τον αχταρμά της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Κι ο κόμπος έφτασε στο χτένι όταν η Ένωσις βράβευσε με το Βραβείο Αρχαίου Δράματος τον… Σάκη Ρουβά περιπίπτοντας στον έσχατο εξευτελισμό.
Μόνο εκείνο το «στις προθέσεις της Ένωσης είναι και η απονομή τιμητικών θεατρικών βραβείων αλλά και βραβείων σε κατηγορίες θεαμάτων που εμπίπτουν στον ευρύτερο χώρο των παραστατικών τεχνών» με ανησύχησε. Σφόδρα. Κι ΑΛΛΑ βραβεία; 



Αυτό το «θρασύτατα πολυτελές» με το οποίο ακούω συνέχεια να διαφημίζουν σε τηλεοπτικό τρέιλερ ένα καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου στην πενόμενη Ελλάδα του 2016 θρασύτατα προκλητικό το βρίσκω. Και σ’ αυτόν που ’χε την έμπνευση του σλόγκαν, αν τον συναντούσα, μερικά χαστούκια, θρασύτατα βροντερά, ευχαρίστως θα ’θελα να σβουρίξω.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Είχε κάμποσα χρόνια να κάνει θέατρο η Νόρα Κατσέλη. Επέστρεψε -στο υπόγειο του Μιχάλης Κακογιάννης»- με μια καλή επιλογή: «Ο τελευταίος επισκέπτης» (1959, πρώτο ανέβασμα 1962) του Τένεσι Γουίλιαμς. Απ’ τα ελάσσονα έργα του Γουίλιαμς -λίγο σαν παραλλαγή στο «Γλυκό πουλί της νιότης» ή δοκιμή γι αυτό μοιάζει. Ο Κοραής Δαμάτης, όμως, το ’χε σουλουπώσει κι είχε οργανώσει μια σωστή, αποδοτική παράσταση. Καλές η Νεφέλη Ορφανού κι η Βάνα Πεφάνη -ίσως δεν έπρεπε να «δείχνει» τόσο το χαρακτήρα-, εξαιρετική η επιλογή του Σόλωνα Τσούνη για το ρόλο του ζιγκολό-Άγγελου θανάτου Κρις κι η Νόρα Κατσέλη με κύρος, στον καλύτερο, ίσως, ρόλο που την έχω δει. Μου θύμισε την μητέρα της, την Αλέκα Κατσέλη. Και το λέω προς τιμήν της.



Δημοσιογράφος, κριτικός και ιστορικός θεάτρου, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και… και…, ο Γιώργος Χατζηδάκης δυο μεγάλες αγάπες έχει: το θέατρο και το ραδιόφωνο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στον μνημειώδη, πολύτιμο τόμο, τον οποίο έγραψε για την ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, τον -απόλυτα ταιριαστό- τίτλο που διάλεξε, απ’ το θέατρο τον άντλησε -απ’ τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου : «Ω, άγιε αιθέρα…».
Η ιστορία του ραδιοφώνου στην Ελλάδα, απ’ τα πρώτα σκιρτήματα που ξεκινούν το 1900 μέχρι τον πρώτο ραδιοφωνικό σταθμό -στον Πειραιά, το 1935- κι απ’ την ίδρυση του Εθνικoύ Ιδρύματος Ραδιοφωνίας επί Μεταξά μέχρι το «φτου ξελεφτερία» των «πειρατών», την επισημοποίηση των ιδιωτικών σταθμών
και τον -ανεξέλεγκτο έως αδέσποτο…- πλουραλισμό των ημερών μας με τις δεκάδες των σταθμών, περνάει συστηματικά, άψογα οργανωμένη, τοποθετημένη και στο πολιτικό της πλαίσιο, με τη συνδρομή πολλών μαρτυριών από μπουντέλια -είτε διοικητικούς είτε παραγωγούς- της ελληνικής ραδιοφωνίας, μέσα απ’ τις 432 σελίδες του πολυτελούς, καλά σχεδιασμένου απ’ την Μαρία Ζαχαριουδάκη και πλουσιότατα εικονογραφημένου τόμου. Που κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις «Polaris» για λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς. Μια έκδοση-σημείο αναφοράς στο μέλλον.


Πανέξυπνος συγγραφέας. Σπιρτόζος. Μ’ αυτό το λαμπερό, αθυρόστομο, δηκτικό χιούμορ που τσούζει. Και με εντελώς προσωπικό ύφος. Ο Γιάννης Ξανθούλης. Το μυθιστόρημά του «Οικογένεια Μπες-Βγες», που παίζει με τη μαύρη κωμωδία και με το σουρεαλισμό ενός Βιτράκ είναι ένα καλό δείγμα της γραφής του.
Η ομάδα «4Frontal» το ’κανε θέατρο. Σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη. Μια παράσταση -που παίζεται στο «Black Box» του «104», μεγάλες πιένες φέτος το «104» κι όχι άδικα- σπινταριστή. Ρυθμοί εξωφρενικοί, τρέλα -τρέλα δημιουργική- και τέσσερα ταλαντούχα κορίτσια κουρδισμένα στην εντέλεια: Ευαγγελία Καρακατσάνη -απολαυστική, τάλαντο μοναδικό, ελπίζω να μην παρασυρθεί σε εύκολες επιλογές-, Ελένη Κουτσιούμπα, Αμαλία Νίνου, Αριστέα Σταφυλαράκη.

Μ’ όλο το σεβασμό στη μνήμη του τεθνεώτος: σ’ ΑΥΤΟ το φέρετρο ακούμπησε όλη η Ελλάδα;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

No comments:

Post a Comment