November 2, 2023

Τσέχοφ for ever: μέχρι τον κορεσμό

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 219
 
Ο Αντόν Τσέχοφ είναι απ’ τους ευνοούμενους της φετινής θεατρικής χρονιάς -μέχρι κορεσμού δηλαδή. Ειδικά δυο απ’ τα έργα του: ο νεανικός -άτιτλος, που του πρόσθεσαν εκ των υστέρων τον τίτλο- «Πλατόνοφ» και το πρώτο απ’ τα τέσσερα κορυφαία του, «Ο γλάρος» -ανάρπαστα .
«Γλάρο» ήδη είδαμε στο Μέγαρο Μουσικής:  
μέσω της πλατφόρμας «National Theatre Live», μαγνητοσκοπημένη παράσταση του θιάσου του Τζέιμι Λόιντ, σε σκηνοθεσία του, στο θέατρο «Χάρολντ Πίντερ» του Λονδίνου.
Αλλά, προσεχώς, έχουμε και τρεις ακόμα «Γλάρους», αυτούς «ζωντανούς»: «Γλάρο» απ’ τον Δημήτρη Καραντζά
στο «Προσκήνιο», «Γλάρο» απ’ τον Αλέξανδρο Διαμαντή στο «Σημείο» και «Γλάρο» απ’ το σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπο και την Ομάδα του «Σημείο Μηδέν», που το επαναλαμβάνουν, για δεύτερη χρονιά, στο «Άττις / Νέος Χώρος».
Όσο για τον «Πλατόνοφ» τον έχει ήδη ανεβάσει στο «Θησείον» η 
νεαρή Δανάη Σπηλιώτη ενώ με «Πλατόνοφ» πρόκειται ν’ ασχοληθεί κι ο ρόσος σκηνοθέτης Αντόλφ Σαπίρο που ’χει μετακληθεί για ν’ ανεβάσει το έργο στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, με «Πλατόνοφ» κι ο δικός μας Νίκος Καμτσής που το ετοιμάζει στο θέατρό του «Τόπος Αλλού».
Να μην παραλείψω τον «Βυσσινόκηπο» που ’χει ανεβάσει από πέρσι ο Βασίλης Πλατάκης και παίζεται, για δεύτερη σεζόν, στο «Μικρό Broadway». Απ’ τον Αργύρη Ξάφη μαθαίνω, όμως, πως θα 'χουμε και δεύτερο «Βυσσινόκηπο»: στο «Θησείον», μετά τον «Πλατόνοφ», σε σκηνοθεσία Δέσποινας-Ντορίνας
Ρεμεδιάκη. 
Κι αν κάποιος άλλος Τσέχοφ που σχεδιάζεται ή ετοιμάζεται μου ’χει διαφύγει, η μισή ντροπή δική μου -εκτός κι αν δεν έχει ανακοινωθεί.
Χρειάζονται αντοχές ακόμα κι οι σκληροτράχηλοι θεατρόφιλοι. Ελπίζω να δικαιωθούν. Όπως κι οι καλλιτέχνες (Φωτογραφία 4: Greg Panagopoulos).

October 28, 2023

Στο Φτερό / Πιανίστας ολκής ή Έναρξη λαμπερή σαν πυροτέχνημα

 
Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: συναυλία / Μουσική διεύθυνση: Ματίας Φορέμνι. Σολίστ: Αντρέι Γκαβρίλοφ, πιάνο. 
 
Εναρκτήρια συναυλία για τη σεζόν 2023/2024 και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών πέτυχε το ζητούμενο: να τραβήξει κόσμο κρατώντας ένα υψηλό επίπεδο. Με ένα πολύ έξυπνο και ελκυστικό αλλά καθόλου μπανάλ πρόγραμμα -Προκόφιεφ, Ραβέλ, Βάιλ-, πρόγραμμα που, σίγουρα, δεν θα το χαρακτήριζα εύπεπτο και που επικεντρώθηκε σε έργα του πρώτου μισού του 20ου αιώνα και, ειδικότερα, της -σχεδόν- εικοσαετίας 1911-1930. Αλλά μετακαλώντας και ένα σολίστ κύρους: τον εγκατεστημένο στην Ελβετία ρόσο πιανίστα Αντρέι Γκαβρίλοφ που, συχνά, επιδίδεται σε μαραθώνιους παίζοντας
ως σολίστ, στην ίδια συναυλία, περισσότερα από ένα κοντσέρτα και, παράλληλα, διευθύνοντας την ορχήστρα. Έτσι συνέβη και τώρα αλλά σε πιο περιορισμένη κλίμακα. Ο Γκαβρίλοφ, χωρίς να διευθύνει την ορχήστρα, ερμήνευσε δύο κοντσέρτα: το κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1 (1911, πρώτη εκτέλεση 1912) του συμπατριώτη του Σεργκέι
Προκόφιεφ και το Κοντσέρτο για πιάνο (αριστερό χέρι) του Μορίς Ραβέλ (1930, πρώτη εκτέλεση 1932). Και, μάλιστα, κοντσέρτα δυναμικά, μικρής, πάντως, σχετικά, διάρκειας, που, επίσης, δεν τα ερμήνευσε απνευστί αλλά από ένα σε κάθε μέρος της συναυλίας. Την οποία άνοιξε η ΚΟΑ με τον γερμανό αρχιμουσικό Ματίας Φορέμνι στο πόντιουμ να την κατευθύνει με σταθερό χέρι και έμπνευση
στην Σουίτα από την όπερα «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνι» (1930) του συμπατριώτη του Κουρτ               Βάιλ, προσαρμοσμένη -σύμφωνα με πληροφορίες που με κόπο συγκέντρωσα και που ελπίζω να είναι σωστές, καθώς στο πρόγραμμα της συναυλίας καμία αναφορά δεν γίνεται- για ορχήστρα (1968) από τον γερμανό αρχιμουσικό Βίλχελμ Μπρούκνερ-Ρούγκεμπεργκ, Εξαιρετική δουλειά -οι μελωδίες του «Αλαμπάμα σονγκ» («Ω, φεγγάρι της
Αλαμπάμα») και άλλων κομματιών της όπερας ήχησαν, και χωρίς το τραγούδι, λάγνες-, ερμηνεύτηκε με λαμπρότητα και αισθαντικότητα από την ορχήστρα. Τη διαδέχτηκαν ο Αντρέι Γκαβρίλοφ και το Κοντσέρτο του Προκόφιεφ. Έργο νεανικό αλλά κάθε άλλο παρά ισχνό, που φανερώνει έναν εκρηκτικό συνθέτη και που προσφέρει εκρήξεις-πυροτεχνήματα στο σολίστ. Ο Αντρέι Γκαβρίλοφ, εκρηκτικός, επίσης, δεξιοτέχνης αλλά και με 
ουσιαστικό υπόστρωμα, ανταποκρίθηκε πλήρως: το ερμήνευσε λαμπρά δένοντας γερά τα νήματα με την ορχήστρα και με το μαέστρο -ταίριαξαν. Εξαιρετική αποδείχθηκε η σύμπνοιά τους και στο Κοντσέρτο του Ραβέλ. Έργο που γράφτηκε από τον γάλο συνθέτη
κατά παραγγελία του αυστριακού πιανίστα Πάουλ Βίτγκενστάιν ο οποίος είχε χάσει το δεξί του χέρι στον Μεγάλο Πόλεμο (τον Πρώτο Παγκόσμιο) καθόλου δεν μοιάζει με ρουτινιέρικη πραγμάτωση. Αντιθέτως πρόκειται για ένα μεγαλόπρεπο έργο, με αισθητές τις τζαζιστικές επιρροές -η τζαζ, τότε, είχε γοητεύσει και
κατακυριεύσει την Γαλία- αλλά και με ένα σκοτεινό, μελαγχολικό υπόβαθρο. Ο 68χρονος πιανίστας, εξίσου δυναμικός αλλά διαφοροποιούμενος από το αγλαό ύφος του Προκόφιεφ, εκτέλεσε εξαιρετικά και το κοντσέρτο αυτό, με εκπληκτική δεξιοτεχνία, με το αριστερό του χέρι να ηχεί σαν δύο χέρια, σε εξαιρετική, πάντα, όσμωση με τον μαέστρο Φορέμνι και την ορχήστρα. Οι οποίοι έκλεισαν τη συναυλία και πάλι με Ραβέλ: τη Σουίτα αρ. 2 (1913) από τη μουσική μπαλέτου «Δάφνις και Χλόη» (1912), εμπνευσμένη από το ομώνυμο βουκολικό μυθιστόρημα του Έλληνα της ρομαϊκής
εποχής (3ος μ.Χ αιώνας) Λόγγου. Ο Ματίας Φορέμνι απέδειξε οριστικά ότι μπορεί να οδηγήσει σωστά και με λαμπρά αποτελέσματα την ορχήστρα και σ’ αυτό το εμπρεσιονιστικό αριστούργημα. Μία πολύ ενδιαφέρουσα, μουσικά λαμπερή βραδιά που εύχομαι να προοιωνίζεται μία μεστή σεζόν για την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (Φωτογραφίες: Θωμάς Δασκαλάκης).
 
(Πληρέστατο, αν εξαιρέσουμε το σημείωμα για το έργο του Βάιλ, το καθιερωμένο -δωρεάν- καλόγουστο πολύπτυχο-πρόγραμμα της συναυλίας- -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή).
 
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 20 Οκτωβρίου 2023.
 
(Τη συναυλία παρακολούθησα με πρόσκληση που μου παραχώρησε απευθείας η ΚΟΑ).

October 24, 2023

Βραβεία να φαν’ κι οι κότες...

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 218
 
Δεν πιστεύω στα βραβεία -κι, εδώ, μιλώ, ειδικά, για τα βραβεία θεάτρου. Δεν τα πιστεύω αφότου συμμετείχα -επί δυόμισι διοργανώσεις, στην τρίτη απομακρύνθηκα «εντέχνως», με μαγείρεμα...- στην επιτροπή ενός σχετικού Βραβείου, πριν από αρκετά χρόνια, κι έκανα τις «παρατηρήσεις» μου. Και, βέβαια, διαπιστώνοντας και παρατηρώντας τι συνέβαινε στα «παρασκήνια» άλλων σχετικών διοργανώσεων...
Εντούτοις τα βραβεία αυξάνονται και πληθύνονται κι έχουν κατακυριεύσει τον κόσμο του θεάτρου μας: Βραβείο «Δημήτρης Χορν», Βραβείο «Μελίνα Μερκούρη», Βραβείο «Ελευθερία Σαπουντζή», Βραβεία Κοινού απ’ το περιοδικό «Αθηνόραμα», Βραβεία της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών (αυτοί που τίμησαν τον Σάκη Ρουβά με το Βραβείο... Αρχαίου Δράματος) + Βραβεία «Κάρολος Κουν» του Δήμου Αθηναίων, Βραβεία Κοινού του ιστότοπου «All4fun», «Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης» του ιστότοπου «kulturosupa.gr», τα... αξεπέραστα «Κορφιάτικα Βραβεία», τα Βραβεία του Θεατρικού Μουσείου που ξεχάστηκαν, όπως και το Μουσείο....
Ιδού τώρα που βραβεία -τα πρώτα της- αποφάσισε ν’ απονείμει κι η Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών -όχι αυτή του Ρουβά, η νεότερη, μην τις μπερδεύετε. Και τα απένειμε: 19 βραβεία και δυο επαίνους, συνολικά 21. Πολλά μέλη της Ένωσης και της αρμόδιας επιτροπής τα εκτιμώ ιδιαίτερα, ανάμεσα σ’ αυτούς που τιμήθηκαν πολλούς, επίσης, εκτιμώ, για πολλούς συμφωνώ -για όσους, τουλάχιστον, είδα παραστάσεις τους κι έγραψα καθότι δε βλέπω πια πολλές-, δε θα ’γραφα ούτε μια λέξη λιγότερη απ’ αυτά που είπε ο πρόεδρος της Ένωσης Σάββας Πατσαλίδης για την Ρένη Πιττακή στην οποία απονεμήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου -«ηθοποιός με ανεπτυγμένη αίσθηση των ιδιαιτεροτήτων και δυσκολιών της ζωντανής επικοινωνίας, ηθοποιός με βαθιά καλλιεργημένη την αίσθηση του μέτρου, της θερμοκρασίας του σανιδιού και της δράσης, της χημείας των σωμάτων, της μουσικότητας και ρυθμικότητας της κάθε αρθρωμένης λέξης, της σημαίνουσας σιωπής και της επίσης σημαίνουσας παύσης, προσεκτική στην κάθε λεπτομέρεια, χαρισματική, με εύπλαστο υποκριτικό φορτίο, αγάπησε το σανίδι όπως και αυτό την αγάπησε πολύ. Και ο κόσμος της πλατείας, ακόμη πιο πολύ» αλλά θα πρόσθετα δυο -«υπόδειγμα Ήθους». Αλλά...
Αλλά δεν παύω να πιστεύω ότι τα plus 21 βραβεία στο θεατρικό τοπίο τίποτα, ουσιαστικά, δεν προσφέρουν παρά μόνο στον θεατρικό πληθωρισμό μας, με τις εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες παραστάσεις, τις δεκάδες τα θέατρα και τις δεκάδες τα βραβεία. Κι ο πληθωρισμός δεν κάνει καλό. Μειώνει τη σημασία και των όποιων βραβείων και των βραβευόμενων (Φωτογραφία: Παναγιώτα Καραχάλιου).