February 6, 2020

Στο Φτερό / Η αγάπη δεν αρκεί...


«Ο γιος» του Φλοριάν Ζελέρ / Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. 

Ο Νικολά είναι στα δεκαεπτά, μαθητής Λυκείου, κοντά στο μπακαλορεά του. Μοναχοπαίδι, οι γονείς του έχουν χωρίσει, ζει με τη μητέρα του, την Άννα, ο πατέρας του, ο Πιερ, έχει κάνει καινούργια οικογένεια με την Σοφία, την κοπέλα με την οποία ερωτεύτηκαν ενώ ήταν παντρεμένος, έχουν κι ένα μωράκι, τον

Ερίκ. Ο Νικολά περνάει μία μεγάλη, σοβαρή κρίση εφηβείας που ξεκίνησε αφότου τους άφησε ο πατέρας του τον οποίο υπεραγαπούσε. Η συγκατοίκηση με τη μητέρα του, που δεν έχει συνέλθει από το χωρισμό, είναι επώδυνη και από το σχολείο του 

την ειδοποιούν, στη μέση της σχολικής χρονιάς, ότι έχει να πατήσει το πόδι του εκεί τρεις μήνες και ότι θα τον διώξουν. Η μάνα ζητάει τη βοήθεια του πατέρα -το παιδί τούς ομολογεί ότι τις ώρες που υποκρινόταν ότι πάει σχολείο περπατούσε στους δρόμους ή
πήγαινε στο πάρκο. Προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Δεν εξηγεί τίποτα. Ίσως και να μην καταλαβαίνει και ο ίδιος τι του συμβαίνει. Μόνο ένα «η ζωή μού είναι βάρος» τους λέει. Και ζητάει να πάει να μείνει στο σπίτι του πατέρα του. Ο οποίος πείθει την Σοφία να τον δεχτεί στο σπίτι τους και πείθει το αγόρι να πάει σε άλλο σχολείο. Τα πράγματα δείχνουν να εξομαλύνονται,
ο πατέρας του προσπαθεί να τον βοηθήσει όπως νομίζει ότι είναι καλύτερα κρίνοντας εξ ιδίων, ο Νικολά του λέει αυτό που ήθελε να ακούσει -ότι «όλα οφείλονται σε μία ερωτική απογοήτευση»-, η Σοφία είναι φιλική μαζί του αλλά δεν τον εμπιστεύονται. Και αυτό ανατρέπει την όποια ισορροπία του. Ο Πιερ μαθαίνει ότι ο Νικολά δεν πηγαίνει και στο καινούργιο σχολείο, ότι τους λέει ψέματα και ανακαλύπτει ότι

αυτοτραυματίζεται χαράζοντας τα μπράτσα του με μαχαίρι. Η σύγκρουσή τους θα καταλήξει σε απόπειρα αυτοκτονίας του παιδιού που κόβει τις φλέβες του. Τον προλαβαίνουν, τα τραύματα 
είναι επιπόλαια αλλά τον απομονώνουν στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου και ο γιατρός ζητάει από τους γονείς του να δώσουν την έγκρισή τους να μείνει εκεί για μεγαλύτερο διάστημα επειδή, από την πείρα του, θεωρεί τις αυτοκτονικές τάσεις του, που δεν έχουν εκλείψει, επικίνδυνες. Για τον Νικολά η ψυχιατρική κλινική είναι η κόλαση και τους ικετεύει να τον εμπιστευτούν και να τον πάρουν στο σπίτι. Εκείνοι υποκύπτουν στα παρακάλια του από την αγάπη που έχουν στο παιδί και από τις ενοχές τους -ο καθένας τους πιστεύει για τον εαυτό του ότι ο ίδιος φταίει. Έκαναν λάθη, όμως τον αγαπούν. Και θα πράξουν ό,τι μπορούν. Αλλά, όπως ο γιατρός τούς είπε, η αγάπη δεν αρκεί. Και η απόφασή τους δεν θα είναι η σωστή. Ο Γάλος Φλοριάν Ζελέρ στο έργο του «Ο 
γιος» (2018) θίγει, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς διδακτισμούς, ένα λεπτό έως επικίνδυνο θέμα: τη σχέση των γονιών με τα παιδιά τους στην εφηβεία. Συγγραφέας, που μαζί με την Γιασμινά Ρεζά νομίζω είναι οι πιο ευφυείς του σύγχρονου γαλικού θεάτρου, γιατί ξέρουν -κάτι ανάλογο με τον Άλαν Έικμπόρν στο βρετανικό θέατρο- να κρατούν θαυμαστά τις ισορροπίες -είναι άμεσοι, απευθύνονται στο ευρύ κοινό, το γοητεύουν, το καθηλώνουν, το διασκεδάζουν όταν γράφουν κωμωδία, αλλά χωρίς να ευτελίζουν τα θέματά τους μέσα από τα οποία κρίνουν την κοινωνία τους-, ο Ζελέρ, με θαυμαστή αίσθηση της δραματικής οικονομίας, στον «Γιο», απλώνει στο θέμα του χωρίς να το ξεχειλώσει, χωρίς φλυαρίες, με λιτότητα, αφαιρώντας, πετώντας κάθε τι το περιττό,
κρατώντας μόνο το ψαχνό και συνδέοντας επιδέξια, χωρίς να χάσει το χιούμορ του, τα νήματα, σε δεκαεπτά σύντομες, σφιχτές σκηνές που ακολουθούν μία γραμμική, 

ρεαλιστική αφήγηση στην οποία υπεισέρχονται ελάχιστες στιγμές αφαίρεσης. Αιφνιδιάζει, ανατρέπει και κλείνει το έργο με μία σκηνή συγκινητική, συναρπαστική που μένει στη μνήμη. Το γράφω για τον Ζελέρ, με κάθε ευκαιρία, αφότου ο Σπύρος Παπαδόπουλος ανέβασε πρώτος στην Ελλάδα, το 2013, έργο του -το «Μου λες 

αλήθεια;»-, με τον Σταμάτη Φασουλή και τον Θοδωρή Αθερίδη να ακολουθούν με «Το ψέμα» και το «Ο μπαμπάς», αντίστοιχα: δεν ξέρω αν είναι μεγάλος συγγραφέας αλλά είναι μεγάλος μάστορας. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος βρέθηκε στα χωρικά του ύδατα: σύγχρονο έργο, ανθρωπίνων σχέσεων και κοινωνικού προβληματισμού. Είδος στο οποίο έχει διαπρέψει. Με βάση την 

καθαρή, θεατρική μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου, δούλεψε πολύ τις λεπτές αποχρώσεις του κειμένου, ανέσυρε συμπεριφορές και κρυμμένα αισθήματα μέσα από τους χαρακτήρες, επεξεργάστηκε επιδέξια τους ρυθμούς και τις παύσεις και δίνει ένα παραστασιακό αποτέλεσμα συγκινητικό στη λιτότητά του, χωρίς 

να υπερβαίνει το συγγραφέα, καθηλωτικό θα έλεγα -θα μπορούσα να μιλήσω για την καλύτερη παράστασή του, αν δεν είχε και άλλες σημαντικές στο ενεργητικό του. Η Ευαγγελία Θεριανού με τα σκηνικά της, τα ευέλικτα και απολύτως λειτουργικά, αποδεικνύει ότι ο/η καλός/ή σκηνογράφος μπορεί να βρει άξιες και καλαίσθητες λύσεις και μέσα από την υποχρεωτική πια λιτότητα των παραγωγών, πόσο μάλλον όταν έχει τη βοήθεια φωτισμών όπως
αυτούς που σχεδίασε ο Σάκης Μπιρμπίλης. Πολύ καλή δουλειά! Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, τα αρμόζοντα. Ο ιδιαίτερα ταλαντούχος Σταύρος Γασπαράτος έχει γράψει δυνατές μουσικές που υποβάλλουν ατμόσφαιρα και προαναγγέλλουν τι μέλλει γενέσθαι... Η Σεσίλ Μικρούτσικου έχει επιμεληθεί με επάρκεια την κίνηση. Η σκηνή της συμπλοκής πατέρα-γιου σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές είναι απόλυτα πειστική -δεν χάνεται ούτε πόντος. Η παράσταση ευτυχεί και στη διανομή. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος ωριμάζει επιτυχώς: εξαιρετικός ο Πιερ του. Πολύ καλή η Δέσποινα Κούρτη (Άννα) αλλά δεν με έπεισε στη σκηνή 6, στα κλάματά της. Απολύτως πειστικός ο Γιώργος Μακρής στο σύντομο ρόλο του Γιατρού. Ο Δημήτρης Κίτσος δεν πείθει, απλώς, ως 17χρονος Νικολά. Είναι τόσο αποτελεσματικός -πώς τρώει τα νύχια του!-, τόσο αληθινός -θα πρέπει να δούλεψε πολύ με το
σκηνοθέτη- ώστε να δίνει ευοίωνα σημάδια για ένα λαμπρό μέλλον. Αφήνω τελευταία την Άννα Καλαϊτζίδου (Σοφία): μία σπουδαία ηθοποιός που το αποδεικνύει για άλλη μία φορά όχι μόνο με τον τρόπο που μιλάει, που κινείται και που εκφράζεται αλλά και με τον τρόπο που ακούει και με τον τρόπο που σιωπά. Καιρός να της δοθεί η ευκαιρία για έναν μεγάλο, επώνυμο ρόλο. Μία παράσταση που αξίζει να τη δείτε γιατί πιστεύω ότι θα σας ικανοποιήσει απόλυτα (Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου).

(Το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνη εκδόσεων Κοραλία Σωτηριάδου-, το γνώριμο βιβλίο που συνοδεύει τις παραγωγές του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», σχεδιασμένο, όπως

πάντα, με μεγάλη προσοχή και καλαισθησία. Περιλαμβάνει το κείμενο της μετάφρασης και διαφωτιστικά κείμενα -ανάμεσά τους η πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση του έργου, με τον τίτλο «Το νήμα. Σκέψεις με αφορμή τον Γιο του Φλοριάν Ζελλέρ», από τη θεατρολόγο και υπεύθυνη οργάνωσης και επικοινωνίας του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» Μαρία Παπαλέξη).

«Θέατρο του Νέου Κόσμου» / Κεντρική Σκηνή, 30 Ιανουαρίου 2020.

February 4, 2020

Εγεννήθη ημίν και άλλη γυναίκα αρχιμουσικός



Κάποτε την αποκλειστικότητα -και την πρωτιά- την είχε η Λούλη Ψυχούλη: η πρώτη και μόνη ελληνίδα αρχιμουσικός. Το πόντιουμ, ανέκαθεν -και διεθνώς-, ήταν κάτι σαν το Άγιον Όρος. Το άβατον για το γυναικείο φύλο. Οι -ελάχιστες- εξαιρέσεις δεν επιβεβαίωναν μόνο τον κανόνα αλλά και δεν φτουρούσαν κιόλας. Πόσο μάλλον στην Ελλάδα. Διαγενομένου, όμως, του 21ου αιώνος, τα ονόματα των κυριών που παίρνουν την μπαγκέτα, ανεβαίνουν στο πόντιουμ και επιχειρούν να τιθασεύσουν -επίσης ανδροκρατούμενα- συμφωνικά σύνολα έχουν αυξηθεί. Όχι εντυπωσιακά αλλά η

γυναίκα αρχιμουσικός έπαψε να αποτελεί απλώς αξιοθέατο και «ιδιαιτερότητα». Η λοιπή Ευρώπη και οι ΗΠΑ προπορεύονται αλλά και η ουραγός Ελλάδα έχει πια να επιδείξει ονόματα γυναικών μαέστρων -που ορισμένες κάνουν καριέρα και εκτός συνόρων: Λίζα Ξανθοπούλου, Κωνσταντία Γουρζή, Φαίδρα Γιανέλλου, Ευγενία Μανωλίδου, Κάτια Μολφέση, Ζωή Τσόκανου, Ζωή Ζενιώδη... Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι οι δύο τελευταίες έχουν αναλάβει, ως καλλιτεχνικές διευθύντριες, και τα ηνία, αντίστοιχα, της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης και του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης -έστω και αν η πλήρης ανάληψη των καθηκόντων της δεύτερης σκοντάφτει σε γελοίες γραφειοκρατικές εκκρεμότητες.
Εδώ και μερικές εβδομάδες στη χορεία των ελληνίδων αρχιμουσικών έχει προστεθεί ένα ακόμα όνομα: Ελένη Κοτσμανίδου. Γεννημένη στον Βόλο, το ’94 -σόι το βασίλειο, ο πατέρας της Γιώργος Κοτσμανίδης ήταν ιδρυτικό στέλεχος, στα φωνητικά, των ροκάδων «Σπυριδούλα»-, η μόλις 25χρονη Ελένη Κοτσμανίδου, με σπουδές βιολιού, πιάνου και θεωρητικών, μαθήτρια του διακεκριμένου Λουκά Καρυτινού στη διεύθυνση ορχήστρας, πήρε το δίπλωμά της με άριστα παμψηφεί από το Ωδείο Αθηνών τον περασμένο Ιούνιο και εκλήθη να διευθύνει, στις πέντε από τις δέκα παραστάσεις της «Εύθυμης χήρας» του Φραντς (Φερέντς) Λέχαρ -η πολύφερνη δισεκατομμυριούχα χήρα Χάνα Γκλάβαρι που θα σώσει τη χώρα της, το (φανταστικό) μικροσκοπικό βαλκανικό Ποντεβέντρο, μόνο αν παντρευτεί συμπατριώτη της για να μη φύγουν τα λεφτά της από το Ποντεβέντρο, όπως και, τελικά, γίνεται καθώς σμίγει με τον ποντεβεντριανό πλέι μπόι κόμη Ντανίλο, παλιό της, άλλωστε, έρωτα-, οπερέτας που παρουσιάστηκε στα «Ολύμπια» -Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας πια-, τη Συμφωνική Ορχήστρα και την Χορωδία του Δήμου Αθηναίων ενώ στις πρώτες πέντε στο πόντιουμ ήταν η Ζωή Ζενιώδη. 

Είδα την τελευταία με την Ελένη Κοτσμανίδου την περασμένη Κυριακή. Μία παράσταση, σε σκηνοθεσία Ισίδωρου Σιδέρη που υπέγραφε, μαζί με την Ανθή Νταουντάκη, και τη μετάφραση /διασκευή της πρόζας -η οπερέτα παίχτηκε στα ελληνικά-, με ευκολίες και αναχρονισμούς και εκλαϊκεύσεις, με τον Νιέγκους του έργου ως κομπέρ καμπαρέ που κατέφευγε σε μπαλαφάρες και με κάπως φτηνά κολπάκια που έσπρωχναν το κοινό στο γέλιο αλλά δεν ενίσχυαν τη φινέτσα της βιενέζικης οπερέτας του Αυστρο-ούγγρου συνθέτη. Με μέτριες χορογραφίες και με περιορισμένα τα μέσα παραγωγής -το αποτέλεσμα φαινόταν στα κοστούμια, κυρίως, που υπέγραφε ο Μανόλης Παντελιδάκης, λιγότερο στα σκηνικά του, ειδικά της δεύτερης και της τρίτης πράξης, που ήταν λιτά αλλά καλόγουστα. Με πολλούς ακκισμούς, πολύ καλές ψηλές αλλά πολύ αδύναμες χαμηλές νότες η Χάνα Γκλάβαρι της Δέσποινας Σκαρλάτου, ξεχώρισα, όμως, επί σκηνής -καλές φωνές και οι περισσότεροι ικανοί να κάνουν οπερέτα- τον εξελισσόμενο Γιάννη Καλύβα-Ντανίλο, τον Μάριο Σαραντίδη-Τσέτα, τον Γιάννη Χριστόπουλο-Ροσιγιόν, την -και πολύ καλή ηθοποιό- Ινές Ζήκου ως Κυρία του «Μαξίμ», την Μαριλένα Στριφτόμπολα -καλή φωνητικά αλλά με ξεβιδωμένη κίνηση... 


Αλλά εκεί που θα σταθώ είναι η καινούργια μαέστρος: ένα χωρίς πείρα, μια σταλιά κοριτσάκι που έλεγχε δυναμικά την ορχήστρα, που έβρισκε τις σωστές δυναμικές, που στροβιλίστηκε με χιούμορ στα βαλς και τα καν-καν του Λέχαρ, που πέτυχε να εκπωματίσει μουσικά τις αφρώδεις σαμπάνιες του «Μαξίμ’ς», που κατάφερε να συμπορευτεί άψογα με τους επί σκηνής λυρικούς καλλιτέχνες και την χορωδία. Νομίζω ότι μέλλον λαμπρό αναμένει την Ελένη Κοτσμανίδου. Η οποία πρέπει να συνεχίσει τις σπουδές της έξω -να εξελιχθεί. Αρκεί να βρεθούν αυτοί που θα τη στηρίξουν.

February 3, 2020

Στο Φτερό / Τα διαμάντια του Ρίτσου είναι παντοτινά ή Μα και βέβαια Σε θυμόμαστε!


«Ο κόσμος είναι ένας» του Κωνσταντίνου Βήτα, ποίηση Γιάννης Ρίτσος. 


Διαχρονικός; Πολύ φθαρμένη λέξη. Αθάνατος; Λέξη στομφώδης. Ανθεκτικός; Μου φαίνεται ολίγιστο το επίθετο. Άφθαρτος; Αυτό πάλι δεν κυριολεκτεί. Το μόνο που θα μπορούσα να πω, χωρίς, πιστεύω, να υπερβάλω αλλά και χωρίς να πρωτοτυπώ, είναι ότι ο Ποιητής Γιάννης Ρίτσος είναι Εθνικός Θησαυρός. Και ότι η ποίησή του είναι ένα αστείρευτο αδαμαντωρυχείο. Στους -πολλούς- τόμους των Απάντων του αλλά, ίσως, και στα συρτάρια του κρύβονται

διαμάντια που δεν είναι στους πολλούς γνωστά. Είναι πολλά ακόμα για εξόρυξη. Και τα διαμάντια είναι, ως γνωστόν, παντοτινά. Ο Γιάννης Ρίτσος έγινε γνωστός στο μεγάλο κοινό μέσα από τις μελοποιήσεις των ποιημάτων του. Ξεκινώντας από το 1960 και τον Μίκη Θεοδωράκη με τον αριστουργηματικό -ποίηση και μουσική-, εμβληματικό «Επιτάφιο», στα σχεδόν 60 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει Ρίτσο μελοποίησαν από τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Νίκο Μαμαγκάκη, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Χρήστο Λεοντή, τον Μάριο Τόκα, τον Δήμο Μούτση έως τον Μίμη Πλέσσα, τον 
Σπήλιο Μεντή, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Μιχάλη Τρανουδάκη, τον Σπύρο Σαμοΐλη, τον Σαράντη Κασσάρα, τον Μιχάλη Τερζή, τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Θανάση Νικόπουλο, την Στέλλα Γαδέδη και... και...: ένα αστείρευτο ποτάμι ελλήνων 

συνθετών και τραγουδοποιών που δεν έπαψαν να εμπνέονται από την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Και το ποτάμι αυτό έφτασε, τώρα, μέχρι τον Κωνσταντίνο Βήτα -ένα διαφορετικό είδος μουσικής, 
ηλεκτρονικής πια. Ο Κωνσταντίνος Βήτα δεν «μελοποίησε» Ρίτσο. Ο Κωνσταντίνος Βήτα αγκάλιασε τον Ρίτσο, έστρωσε ένα μουσικό 
στρώμα πρόσφορο για την ποίησή του, που πάνω του άπλωσε 20 ποιήματά του από όλες τις περιόδους της δημιουργίας του -εκτείνονται από το 1958 μέχρι το 1987, σχεδόν τριάντα χρόνια καλύπτουν. Σίγουρα ήταν πολύ δύσκολο έργο να επιλέξει από τις χιλιάδες σελίδες των συλλογών του, από τα εκατοντάδες ποιήματά του -ο Ρίτσος είναι πολιτικός, είναι κοινωνικός, είναι Κομμουνιστής, είναι λυρικός, είναι επικός, είναι ερωτικός, είναι προσωπικός... Ο Κωνσταντίνος Βήτα επέλεξε τον -υπέροχο- λυρικό Ρίτσο, χωρίς να αγνοήσει και τις άλλες πλευρές του. Η επιλογή αποδεικνύεται καρποφόρα. Και επέλεξε τα ποιήματα να
απαγγέλλονται μέσω ηχογράφησης. Από τον ίδιο -ζεστός, απλός, άμεσος- και την Όλια Λαζαρίδου -φωνή που υποβάλλει και μαγνητίζει, απαγγελία συναρπαστική, μοντέρνα, σαν νεράκι που
κυλάει, με τα νοήματα καλά χωνεμένα, ο στόμφος ανύπαρκτος. Και οι μουσικές του Κωνσταντίνου Βήτα -ο ίδιος, ο Χρήστος Αλεξάκης, ο Αντώνης Χατζηκωνσταντής χειρίζονταν επί σκηνής τους συνθετητές- λυρικές, να υπογραμμίζουν χωρίς έμφαση, τη λυρική αυτή ποίηση, μελαγχολικές, συγκινητικές... Τη συναυλία τόνωναν, ενίσχυαν, ενδυνάμωναν τα βίντεο του Νίκου Πατρελάκη. Που προβάλλονταν σε δύο οθόνες, μία οριζόντια και μία κάθετη προς τη σκηνή, με τις εικόνες να αλληλοσυμπληρώνονται. Μουσικός ο ίδιος, ο Νίκος Πατρελάκης έκανε, με τη σειρά του, ιδανικές επιλογές: βράχια και δέντρα -ελιές και πεύκα-, σπαρτά και φεγγάρια πειραγμένα και θάλασσες -οι θάλασσες να κυριαρχούν, γαλήνιες και φουρτουνιασμένες, μουντές και φωτεινές, μελαγχολικές και

νοσταλγικές- και λίγα πρόσωπα. Μία ευτυχής συγκυρία: τα ποιήματα, οι μουσικές, οι φωνές, τα βίντεο. Έκανα συνειρμούς -2007 / Βόλος / ΔΗΠΕΘΕ Βόλου / «Ηχώ στο χάος»/ η δουλειά του Κωνσταντίνου Βήτα πάνω στην ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη τότε /με την Όλια Λαζαρίδου 
και πάλι / σε σύνθεση κειμένων και σκηνοθεσία Βαρβάρας Μαυρομμάτη, οι θάλασσες της Μονοβασιάς του Ρίτσου, εκείνο το παγκάκι που ατενίζει τη θάλασσα στο Καρλόβασι του Ρίτσου, εκείνος ο τάφος ψηλά, άκουσα εκείνο της «Αναγέννησης», από το «Κιγκλίδωμα» -το «Κανείς δε νοιάστηκε τον κήπο, χρόνια τώρα. Ωστόσο εφέτος -Μάης, Ιούνης- άνθισε από μόνος του και πάλι, λαμπάδιασε όλος ως τα κάγκελα...» που χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά, άκουσα ξαφνικά και απροειδοποίητα τη φωνή Του να 

απαγγέλει κάτι από ένα ποίημα για την Μακρόνησο και τη γαλάζια θάλασσα -πάντα οι θάλασσες...-, άκουσα και τη συναυλία να κλείνει μ’ εκείνο το «Να με θυμάστε...» του «Επιλογικού», από «Τα αρνητικά της σιωπής...» -αλήθεια ποιος και πώς να Τον ξεχάσει;... Και συγκινήθηκα. Πολύ. Είναι πολύτιμο το έργο της Εναλλακτικής Σκηνής της Λυρικής που σε τόσο διαφορετικά μουσικά είδη δίνει την ευκαιρία. Ελπίζω ότι η συναυλία θα περιληφθεί στο ρεπερτόριο και της επόμενης σεζόν. Έχετέ το υπόψιν σας (Φωτογραφίες: 1, 3, 5, 6, 7, Κώστας Κατριός, 2, 8, 9 Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Απλό και χρήσιμο το -δίγλωσσο, ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας -υπεύθυνος έκδοσης Νίκος Α. Δοντάς. Επισημαίνω τη σημείωση του Κωνσταντίνου Βήτα: «Ευχαριστώ την Έρη Ρίτσου και της αφιερώνω το έργο αυτό». Όσοι ξέρουμε τη γενναιοδωρία και τη δοτικότητα της κόρης του Γιάννη Ρίτσου, που έτσι, με το ανοιχτό μυαλό της, τιμάει τη μνήμη και την ιδεολογία του πατέρα της, καταλάβαμε...).

Εθνική Λυρική Σκηνή / «Εναλλακτική Σκηνή», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 31 Ιανουαρίου 2020.