February 15, 2020

Στο Φτερό / Η μαγεία της Ρομίνα Μπάσο


Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής: συναυλία «Η μαγεία του Αντόνιο Βιβάλντι» / Μουσική διεύθυνση: Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. Σολίστ: Ρομίνα Μπάσο, μέτζο σοπράνο. 



Μία σπουδαία φωνή: η ιταλίδα μέτζο Ρομίνα Μπάσο. Ένας τσεμπαλίστας που εξελίχθηκε σε αρχιμουσικό ο οποίος εμφανίζεται όλο και ωριμότερος: ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. Και ένα μουσικό σύνολο εξαιρετικά δεμένο και, παρά τις αντιξοότητες που έχει συναντήσει, διαρκώς εξελισσόμενο: η Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής. Όλοι «ειδικευμένοι» -χωρίς να είναι «κολλημένοι» σ’ αυτό-, και με ήδη εξαίρετες επιδόσεις στο ενεργητικό τους, στο μπαρόκ και στον πρώιμο κλασικισμό. Ήταν επόμενο μία συναυλία αφιερωμένη στην «Μαγεία του Αντόνιο Βιβάλντι», του βενετσιάνου συνθέτη που το τάλαντό του κάρπισε στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, ενός από τους σημαντικότερους αν όχι του κορυφαίου εκφραστή του ιταλικού μπαρόκ, με τους συγκεκριμένους συντελεστές να έχει την αναμενόμενη επιτυχία. Όπερ και εγένετο. Μόνο που το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Καταρχάς ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, εκτός από 

την εξέλιξή του ως αρχιμουσικός, διακρίνεται για τις ιδιαίτερες επιλογές του στα προγράμματα των συναυλιών του. Αυτή τη φορά επέλεξε, ανοίγοντας τα αστείρευτα σεντούκια του πολυγραφότατου συνθέτη, ένα πρόγραμμα αποκλειστικά με Βιβάλντι και με σολίστα μία μέτζο με «ειδικότητα» στον Βιβάλντι όπου έχει διαπρέψει. Με την οποία συνεργάζεται εδώ και χρόνια σε όλες τις -πολλές- έως τώρα εμφανίσεις της στην Ελλάδα αλλά έχει συνεργαστεί και σε ηχογράφηση. Αυτή η όσμωση ήταν φανερή. Η Ρομίνα Μπάσο, κομψότατη -κοντοκουρεμένο μαλλάκι, μαύρο στενό παντελόνι έξοχα συνδυασμένο με ένα λαμπερό, στενό, μαύρο παγιετέ σακάκι στο πρώτο μέρος, με μία διάφανη μαύρη τουνίκ στο δεύτερο-, εκφραστικότατη, με φωνή σε πλήρη ακμή ακόμη, ζεστό φωνητικό μέταλλο, εξαιρετικούς εσωτερικούς ρυθμούς, τραγούδησε -ερμήνευσε είναι το ορθό- άριες του Βιβάλντι με σθένος, με κύρος, με γνώση, με βαθύ αίσθημα και με μία εκπληκτική τεχνική -εξαιρετικό φραζάρισμα με το τραγανιστό ρω της, να βγαίνουν από το λαρύγγι της ανεπαισθήτως, σαν σχεδόν

αδιόρατα νήματα, λεπτές ηχητικές αποχρώσεις και κατευθείαν, με απαράμιλλη δεξιοτεχνία, να περνάει σε εκρήξεις συναρπαστικές: από την όπερά του «Φαρνάκη» (1727), απο το ορατόριο «Ιουδίθ θριαμβεύουσα» (περίπου 1716-1717), δύο από την όπερα «Ορλάνδος μαινόμενος» (1727), από τη σερενάτα-παστίτσο «Απελευθερωμένη Ανδρομέδα» (1727) και από την όπερα «Άργιπος» (1730), άρια με την οποία έκλεισε το κανονικό πρόγραμμα. Που το άνοιξε η ορχήστρα με την «Τρέλα», R.V. 63, προφανώς μεταγραφή για σύνολο δωματίου της Σονάτας για δύο βιολιά και μπάσο κοντίνουο, έργο 1, αρ. 12 (1705). 
Στο πρώτο μέρος ακούσαμε από την Καμεράτα και το Κοντσέρτο για μαντολίνο R.V. 425 (1725), όπου ο Θεόδωρος Κίτσος άφησε τη γιγάντια θεόρβη του, το όργανο που παίζει στην ορχήστρα, και πέρασε στο προσκήνιο και στο αντιστρόφως αναλόγου μεγέθους μαντολίνο ως σολίστ, διαπρέποντας -με την αγαστή συνεργασία του μαέστρου που, απόλυτος γνώστης του ύφους, οδήγησε το σύνολο να αγκαλιάσει διακριτικά τον «μικρό» ήχο του μαντολίνου-, ενώ, στη συνέχεια, ο ίδιος συνόδευσε με το μαντολίνο του -ένα συναρπαστικό «ντουέτο» πλαισιωμένο από την Καμεράτα- και την μέτζο στην άριά της από το «Ιουδίθ θριαμβεύουσα» που ακολουθούσε. Το δεύτερο μέρος άνοιξε και πάλι η Καμεράτα με το κοντσέρτο για δύο βιολιά, R.V. 522, το αρ. 8 από τη συλλογή «Ο Αρμονικός Οίστρος», έργο 3 (1711) -αποτελεσματικότατοι σολίστες, ο εξάρχων της Καμεράτας Σέρτζιου Ναστάσα και η Οτίλια Αλιτέι, μέλος της- ενώ την ακούσαμε και στην Συμφωνία (Κοντσέρτο) για έγχορδα R.V. 127 (χρονολογείται μεταξύ 1717 και 1736). Η βραδιά -μία βραδιά κερδισμένη και καλαίσθητη, με την οθόνη στο φόντο να βάφεται με χρώματα και σχέδια αφηρημένα- ολοκληρώθηκε -η έκπληξη-«απιστία» στον Βιβάλντι- με Χέντελ: η υπέροχη πάντα Ρομίνα
Μπάσο, με «καβαλιέρο» τον Αλέξανδρο Οικονόμου της Καμεράτας και το μπαρόκ φαγκότο του και πλαισιωμένη από την ορχήστρα, τραγούδησε, ως ανκόρ, μία άρια από τον «Ρινάλντο» (1711) του Τζορτζ Φρίντερικ (Γκέοργκ Φρίντριχ) Χέντελ γοητεύοντας και πάλι (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Ένα -δωρεάν- καλόγουστο έντυπο δίπτυχο με τα απολύτως βασικά συνόδευε τη συναυλία. Προσωπικά θα ήθελα περισσότερα στοιχεία για τα έργα και πιο εκτεταμένα βιογραφικά).

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», 10 Φεβρουαρίου 2020.

February 10, 2020

Στο Φτερό / Της πόζας και της εκζήτησης


«Το καινούργιο σπίτι» του Κάρλο Γκολντόνι / Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης. 


Βενετσιάνος αστός του 18ου αιώνα, ο οποίος, με τη φιλοδοξία της κοινωνικής ανόδου, ξόδεψε άσκεπτα την οικογενειακή περιουσία και έκανε, πρόσφατα, γάμο με μία κακομαθημένη, φαντασμένη αλλά άφραγκη αριστοκράτισσα, την Καικιλία, που οι απαιτήσεις της τον έχουν φέρει στα όρια της χρεοκοπίας, ο
άβουλος Αντζολέτο δεν βάζει μυαλό: παρασυρμένος από την Καικιλία, νοικιάζει για χάρη της, μετασκευάζει και επιπλώνει, ένα μεγάλο καινούργιο σπίτι, ένα παλάτσο, πέρα και πάνω από τις οικονομικές του δυνατότητες, χρωστώντας στους πάντες, χωρίς, όμως, ποτέ να μπορεί να ικανοποιήσει τη γυναίκα του η οποία βρίσκεται και σε διαρκείς προστριβές με την αδελφή του, την σε
ηλικία γάμου αλλά ανύπαντρη, καθώς δεν έχει προίκα, Μενεγκίνα, που θα μείνει μαζί τους, επίσης δυσαρεστημένη με το καινούργιο σπίτι καθώς έχασε τον Λορεντσίνο, νεαρό γείτονα στο παλιό σπίτι,
με τον οποίο φλέρταρε. Οι ελπίδες όλων είναι, πια, στραμμένες στον πλούσιο αλλά γκρινιάρη και θυμωμένο με τον ανιψιό του, για τις σπατάλες του και τον γάμο για τον οποίο δεν τον ενημέρωσε, μπακάλη θείο Χριστόφορο. Ο οποίος, τελικά -ο από μηχανής θείος Χριστόφορος- θα πειστεί και θα τους βοηθήσει με τον όρο, καθότι προσγειωμένος, να εγκαταλείψουν τη σκέψη για το «καινούργιο σπίτι» και να μην το κατοικήσουν ποτέ. «Το καινούργιο σπίτι» (1760) είναι μία χυμώδης κωμωδία

που ο  ώριμος, πολυγραφότατος Κάρλο Γκολντόνι έχει γράψει με την εξαιρετική αίσθηση δραματικής οικονομίας την οποία διέθετε, που δεν πλατειάζει, σφιχτή, με καλά διαγραμμένους χαρακτήρες 
και ας χρησιμοποιεί ο βενετσιάνος συγγραφέας υλικά από προηγούμενα έργα του. Μία κωμωδία που σατιρίζει τη βενετσιάνικη κοινωνία της εποχής του και την τάση της να μην έχει μάθει να απλώνει τα πόδια της μέχρις εκεί που φτάνει το πάπλωμα. Άρα απολύτως επίκαιρη στις οικονομικά ξέφραγες μέρες που ζούσαμε μέχρι πρόσφατα. Το σκηνοθέτη Γιάννη Σκουρλέτη δεν τον απασχόλησε αυτό. Τον απασχόλησε, πρωταρχικά, να δείξει -και δεν έχει άδικο- μία μουχλιασμένη, νεκρή,

σάπια κοινωνία. Αλλά, για να το εκφράσει, η ιδέα του ήταν να τοποθετήσει την παράστασή του σε έναν ταφικό χώρο, κάτι ανάμεσα σε κατακόμβες και μπαρόκ 

μαυσωλεία, με έναν queer χορευτή, μαύρο άγγελο του θανάτου, να περιφέρεται απειλητικά και τις γειτόνισσες από τον πάνω όροφο, αδελφές Κέκκα και Ροζίνα, με συμπεριφορά βαμπίρ -κάτι από ατμόσφαιρα Τιμ Μπάρτον. Βρήκα αυτή την ιδέα-μεταφορά αφελή, επιφανειακή. Επιπλέον ο σκηνοθέτης στιλιζάρισε την παράσταση στο έπακρον 

φορτώνοντάς τους ρόλους (κίνηση Τάσος Καραχάλιος) με μεγάλες, χορευτικές, οπερατικές κινήσεις και διαρκείς πόζες, που, προσωπικά, τις θεώρησα εντελώς περιττές έως άκρως εξεζητημένες. Ο Γιάννης Σκουρλέτης έστησε ένα μνημειακό σκηνικό, καλόγουστο αλλά ψυχρό και καθόλου λειτουργικό, που έπαιζε το ρόλο διακοσμητικού στοιχείου 

και όχι σκηνικού, ισοπεδώνοντας τους δύο χώρους των τριών πράξεων, ενώ στα κοστούμια επέλεξε ένα ανακάτεμα εποχών και στιλ από τον 18ο αιώνα έως τα κόμικς, καθόλου, κατά τη γνώμη μου, αποδοτικό. Και όλα αυτά πάνω στην απλή, άμεση, λαϊκή μετάφραση της Ειρήνης Μουντράκη -να επισημάνω μόνον ότι η Μενεγκίνα είναι κουνιάδα της Καικιλίας και η Καικιλία νύφη της Μενεγκίνα, κάπως αυτά έχουν μπερδευτεί-, η οποία αποτρέπει κάθε εκζήτηση. Έτσι η εκζήτηση του παραστασιακού αποτελέσματος εξογκωνόταν και

προβαλλόταν περισσότερο, με τη μετάφραση και τα επί σκηνής να αλληλογρονθοκοπούνται. Δυστυχώς ούτε οι μουσικές και τα α λα μπαρόκ -σε στίχους του- τραγούδια του Πάνου Ηλιόπουλου, που 
τραγουδούσε ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός, με έπεισαν. Όπως πεπεισμένοι δεν μου φάνηκαν και οι ηθοποιοί της διανομής. Υποχρεωτικά ακολουθούσαν, βέβαια, τη σκηνοθετική γραμμή αλλά όχι με την ίδια όρεξη. Ο καλός Ντένης Μακρής υπερέβαλλε δίνοντας έναν Αντζολέτο που δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να είναι τόσο «θηλυκός». Η Εύη Σαουλίδου και, κυρίως, ο Θανάσης Δήμου 

ήταν οι μόνοι που, χωρίς να «ανεξαρτητοποιηθούν», είχαν ξεφύγει από τη σκηνοθετική παγίδα κρατώντας επιτυχώς τις ισορροπίες.

Θέατρο «Rex» / Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη», Εθνικό Θέατρο, 7 Φεβρουαρίου 2020.