August 14, 2015

Φίλιπ Γκλας με φραντζόλα στο χέρι συναντά Τρότσκι με τσεκούρι στο κεφάλι


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση

Τέσσερα μονόπρακτα του σύγχρονου –εξηνταπεντάχρονου σήμερα- αμερικανού συγγραφέα Ντέιβιντ Άιβς -«Κανένα πρόβλημα», «Παραλλαγές σχετικά με το θάνατο του Τρότσκι», «Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί», «Λόγια, λόγια, λόγια»- θ’ ανεβάσει την επόμενη χειμερινή σεζόν στο «104» και σε σκηνοθεσία Σοφίας Μαραθάκη η ομάδα θεάτρου «ΑΤΟΝΑλ», σε συμπαραγωγή με το «Θέατρο 104», και κάτω απ’ τον γενικό τίτλο «Ο Philip Glass αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί».
Στο «Κανένα πρόβλημα» ένας άντρας και μια γυναίκα συναντιούνται σ’ ένα νεοϊορκέζικο καφέ. Η αμήχανη συζήτηση σταματάει κάθε φορά που είτε ο ένας είτε η άλλη λέει κάτι «στραβό» και ξαναρχίζει απ’ την αρχή μέχρι οι δυο τους να βρουν τον σωστό κώδικα επικοινωνίας κι η ρομαντική συνάντηση να αποκτήσει αντικείμενο.
Στo «Παραλλαγές σχετικά με το θάνατο του Τρότσκι», ο Τρότσκι κάθεται στο φορτωμένο γραφείο του, στο σπίτι του - Κογιοακάν, στο Μεξικό-, στις 21 Αυγούστου 1940, τη μέρα της δολοφονίας του, και γράφει μανιωδώς μ’ ένα ορειβατικό τσεκούρι καρφωμένο στο πίσω μέρος του κρανίου του. Η σκηνή του θανάτου του επαναλαμβάνεται σε παραλλαγές.
Το «Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί» δεν είναι παρά μια μουσική παρωδία για τον μινιμαλιστή συνθέτη.
Ενώ στο «Λόγια, λόγια, λόγια» τρεις χιμπατζήδες που φέρουν τα ονόματα διάσημων συγγραφέων και που αναμένεται να γράψουν τον «Άμλετ», χάνουν τον περισσότερο χρόνο τους σε πειράγματα και περιστασιακά, μόνο, κάνουν κάποιες μεγαλεπήβολες λογοτεχνικές νύξεις.
Τα μονόπρακτα αυτά, κωμωδίες και δραματικές κωμωδίες που φλερτάρουν με το Θέατρο του Παραλόγου, γράφτηκαν μεταξύ 1987 και 1993 και μαζί με δυο άλλα -σε σύνολο έξι- παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά συγκεντρωμένα και με τον γενικό τίτλο «Το κάθε πράγμα στην ώρα του» το 1993, στην Νέα Ιόρκη -οφ Μπρόντγουέι. Συνολικά, όμως, είναι δεκατέσσερα.
Στο «104» θ’ ανεβούν σε μετάφραση Αιμιλίας Αλεξάνδρας Κρητικού, με δραματολόγο την Ελένη Τριανταφυλλοπούλου, σκηνικά Κωνσταντίνου Ζαμάνη, μουσική Βασίλη Τζαβάρα, κίνηση Βρισηίδας Σολωμού. Στη διανομή, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Γιώργος Σύρμας.
Τον Ντέιβιντ Άιβς στην Ελλάδα γνωρίσαμε τη σεζόν 1995/1996, όταν η Πέπη Οικονομοπούλου σκηνοθέτησε το έργο του «Δον Ζουάν στο Σικάγο» στο θέατρο «Μουσούρη» για τον Γιώργο Νινιό και τον Τάσο Πεζιρκιανίδη.
Την αμέσως επόμενη σεζόν 1996/1997, η Πέπη Οικονομοπούλου επανήλθε στον Άιβς: με τον «Καθρέφτη» της ανέβασε, στο δικό της θεατράκι «Οδού Αντιοχείας» και με τον γενικό τίτλο «Το κάθε πράγμα στην ώρα του», έξι μονόπρακτά του -μεταξύ των οποίων και τα τέσσερα που θα παρουσιαστούν στο «104»: «Αυτό είναι σίγουρο» (τώρα θα ανεβεί ως «Κανένα πρόβλημα»), «Λόγια, λόγια, λόγια», «Ουναμούντα-Η παγκόσμια γλώσσα», «Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί», «Φιλαδέλφεια», «Οκτώ παραλλαγές πάνω στο θάνατο του Τρότσκι».
Δυο απ’ τα μονόπρακτα του Άιβς που θ’ ανεβούν και τώρα -«Κανένα πρόβλημα», και «Παραλλαγές στο θάνατο του Τρότσκι» κατά την τότε μετάφραση- μαζί μ’ άλλα δυο -«Αραβικές νύχτες» και «Δρ Φριτς»- ανέβασε, τη σεζόν 2004/2005, στο «Black Box» του «Επί Κολωνώ», κι η Όλγα Ποζέλη με τον γενικό τίτλο «8 παραλλαγές στο θάνατο του Τρότσκι κ.α.».
Το πιο πρόσφατο έργο του αμερικανού συγγραφέα, που ανέβηκε στην ελληνική σκηνή, ήταν, στο «Θησείον», το χειμώνα 2013/2014 και σε σκηνοθεσία Γιώργου Οικονόμου, «Η Αφροδίτη με τη γούνα» που αντλεί απ’ το ομώνυμο μυθιστόρημα του Λίοπολντ φον Ζάχερ-Μάζοχ. Το έργο αυτό, μάλιστα, του Άιβς μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο απ’ τον Ρομάν Πολάνσκι. 
Η ομάδα «ΑΤΟΝΑλ» ιδρύθηκε απ’ την ηθοποιό/σκηνοθέτρια Σοφία Μαραθάκη το 2012 κι έκανε, σε σκηνοθεσία της, την πρώτη της εμφάνιση τη θεατρική περίοδο 2012/2013, με την - εμπνευσμένη απ’ το ομώνυμο παραμύθι των Γκριμ- παράσταση «Το κόκ(κ)αλο που τραγουδούσε». Το καλοκαίρι του 2014 συνεργάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών με την ομάδα «DOT» του Θέμελη Γλυνάτση στην παρουσίαση, σε σκηνοθεσία του, του έργου της Ανχέλικα Λίντελ «Και τα ψάρια βγήκαν να πολεμήσουν ενάντια στους ανθρώπους» -μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση.

Αλλά το στίγμα της, ουσιαστικά, το ’δωσε μ’ ένα συναρπαστικό ανέβασμα -σε σκηνοθεσία Σοφίας Μαραθάκη- του έργου για μαριονέτες του Μορίς Μετερλένκ «Εσωτερικό». Που παρουσιάστηκε στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» τη σεζόν 2013/2014 κι επαναλήφθηκε την επόμενη 2014/2015, επελέγη, μάλιστα, να παιχτεί -το 2014- στο πλαίσιο της πλατφόρμας «Σύστημα Αθήνα» που οργανώνει το Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, με στόχο την προβολή της ελληνικής θεατρικής και χορευτικής παραγωγής στο εξωτερικό.

August 13, 2015

Τραγωδία;




Το έργο. Η Ιφιγένεια ήταν κοριτσάκι ακόμα -έφηβη- όταν ο πατέρας της, ο Αγαμέμνων, αρχηγός των Ελλήνων στην εκστρατεία κατά της Τροίας, αναγκάστηκε, πιεσμένος από τον αδελφό του, τον Μενέλαο, και τον Οδυσσέα, να την καλέσει από τις Μυκήνες στην Αυλίδα με δόλο -με το πρόσχημα ότι θα την παντρέψει με τον Αχιλλέα- για να τη θυσιάσει, τελικά, στην Αρτέμιδα. Η θεά, οργισμένη με τον Αγαμέμνονα, γιατί είχε κάποτε σκοτώσει ένα ιερό ελάφι της, είχε προκαλέσει άπνοια ώστε ο συγκεντρωμένος στην Αυλίδα στόλος των Αχαιών να μη μπορεί να αποπλεύσει. Και για να επιτρέψει να πνεύσει άνεμος ούριος είχε ζητήσει από τον Αγαμέμνονα να της θυσιάσει την κόρη του. Αλλά -θαύμα!- ενώ όλοι πίστεψαν ότι η θυσία έγινε, η θεά έβαλε ελάφι στη θέση της, μετέφερε την Ιφιγένεια στη χώρα των Ταύρων και της ανέθεσε καθήκοντα ιέρειας στον εκεί ναό της. Βασικό καθήκον της -και το πιο σκληρό-, να εξαγνίζει κάθε Έλληνα που θα πατούσε εκεί το πόδι του πριν τον θυσιάσουν στη θεά.
Πίσω της και μακριά της ο Οίκος των Ατρειδών ξεριζώνεται. Ο Τρωικός Πόλεμος τελειώνει και ο Αγαμέμνων γυρίζει σώος αλλά βρίσκει το θάνατο από τσεκούρι φονικό που κρατάει το χέρι της Κλυταιμνήστρας, γυναίκας του και μάνας της αλλά και ερωμένης, στο μεταξύ, του Αίγισθου, του ξάδελφου του συζύγου της. Βασικό επιχείρημά της, ότι δεν του συγχώρησε ποτέ τη «θυσία» της Ιφιγένειας. Ο αδελφός της, ο Ορέστης, που ήταν βρέφος τον καιρό της Αυλίδας, απομακρυσμένος από την οικογενειακή εστία για να μην έχει την τύχη του πατέρα του, έχει γυρίσει εκδικητής και με την προτροπή του Απόλλωνα και τη βοήθεια της αδελφής τους Ηλέκτρας, έχει σκοτώσει τη μάνα τους και τον Αίγισθο. Κυνηγημένος από τις Ερινύες θα καταφύγει στην Αθήνα όπου θα δικαιωθεί από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με τη βοήθεια της Αθηνάς. Αλλά οι Ερινύες δεν θα συμφωνήσουν όλες να μεταμορφωθούν σε καλόγνωμες Ευμενίδες. Κάποιες θα συνεχίσουν να τον κυνηγούν και να του προκαλούν κρίσεις τρέλας. Για να εξαγνιστεί, ο Απόλλων, ο προστάτης του, θα του ζητήσει να πάει στη χώρα των Ταύρων και να φέρει στην Αττική το ουρανόσταλτο άγαλμα της Αρτέμιδος, της αδελφής του, που βρίσκεται στο ναό της.
Ο Ορέστης -στο έργο πια- φτάνει εκεί μαζί με τον στενό του φίλο και σύζυγο, τώρα, της Ηλέκτρας, τον Πυλάδη. Η μοίρα ενώνει μετά από χρόνια τα δύο αδέλφια -που δεν αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Μόνο που η ιέρεια Ιφιγένεια οφείλει να οδηγήσει στη θυσία τους δύο ξένους. Ευτυχώς η αποκάλυψη της ταυτότητάς τους δεν θα αργήσει. Ο στόχος τους πλέον -στόχος δύσκολος, σχεδόν ουτοπικός- είναι να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους και οι τρεις μαζί με το άγαλμα της Αρτέμιδος. Η Ιφιγένεια θα καταστρώσει ένα σχέδιο εξαπάτησης του βασιλιά των Ταύρων Θόαντος: οι δύο ξένοι που πρόκειται να θυσιαστούν είναι μιασμένοι από φόνο και πρέπει, υποτίθεται, να τους εξαγνίσει, μαζί με το άγαλμα της θεάς, στη θάλασσα, σε τόπο ερημικό, μακριά από τα μάτια των ντόπιων. Ο Θόας το χάβει και το αποδέχεται.
Ο ερημικός τόπος είναι η ακτή όπου έχει αράξει το πλοίο του Ορέστη και του Πυλάδη. Επιβιβάζονται αλλά, όταν αποπλεύσουν, ο Ποσειδώνας που μισεί τους Ατρείδες θα σηκώσει θαλασσοταραχή. Το πλοίο δεν μπορεί να απομακρυνθεί και ο Θόας, μόλις μάθει τα μαντάτα, θα διατάξει να τους κυνηγήσουν. Η από μηχανής Αθηνά, όμως, θα επέμβει και θα δώσει τη λύση -ένα happy end!: ο Θόας θα πρέπει να τους αφήσει να φύγουν, η ίδια έπεισε τον Ποσειδώνα να καταλαγιάσει την τρικυμία, ο Ορέστης, όταν φτάσει στην Αττική, θα κτίσει στην Βραυρώνα, για το άγαλμα της θεάς, ναό της Αρτέμιδος που η Ιφιγένεια θα είναι η ιέρειά του ενώ οι κοπέλες του Χορού, ελληνίδες σκλάβες που υπηρετούσαν την Ιφιγένεια στο ναό και τη βοήθησαν στο σχέδιό της, αντί να τιμωρηθούν σύμφωνα με τις απειλές του Θόαντος, θα επαναπατριστούν όπως ήταν η σφοδρή επιθυμία τους.
Ο Ευριπίδης με την «Ιφιγένεια στη χώρα των Ταύρων» (χρονολογείται μεταξύ 416 και 411 π.Χ.) έχει γράψει ένα αριστουργηματικό ειρωνικό δράμα -και όχι ένα πρώιμο μελόδραμα όπως ορισμένοι υποστηρίζουν- χωρίς τραγικές συγκρούσεις αλλά με ζοφερό περίγυρο -φόνοι, ανθρωποθυσίες, βία, ψέματα, εξαπατήσεις…- και, επιπλέον, με ευτυχές τέλος. Πήρε τον γοητευτικό αυτό μύθο, το παραμύθι αυτό και το μετέπλασε σε πλοκή συναρπαστική -απαράμιλλης δραματικής οικονομίας η καταιγιστική σκηνή της αναγνώρισης. Παράλληλα, όμως, με τόλμη μεγάλη και με ειρωνεία ακαταμάχητη, με τρόπο, πάντως, λεπτό, μέσα από το κείμενό του, ανατρέπει αντιλήψεις και πεποιθήσεις της εποχής του.


Η παράσταση. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος που υπογράφει τη σκηνοθεσία έσκαψε, πιστεύω, βαθιά το κείμενο και εισέπραξε, κατανόησε και υλοποίησε με τρόπο ιδανικό, κατά τη γνώμη μου, την ειρωνεία αυτή. Μία ειρωνεία που καλύπτει/αποκαλύπτει αλήθειες πιο σκληρές από ένα μελόδραμα. Χωρίς ούτε μία στιγμή να πέσει στην παγίδα της παρώδησης -είναι λεπτή η ισορροπία ανάμεσα στα δύο. Και έδωσε μέσα από την παράστασή του -μία παράσταση καθαρή- στην κατ’ όνομα αυτή τραγωδία του Ευριπίδη τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει σήμερα.
Πάνω σε μία λαγαρή, έξοχη μετάφραση που εκπόνησε ο ίδιος, με μικρές, απ’ όσο μπόρεσα να αντιληφθώ, αλλά καίριες επεμβάσεις που έκανε ο Τάσος Αγγελόπουλος ο οποίος υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία, με αναφορές και αναγωγές στο σήμερα έφερε την «Ιφιγένεια» στο παρόν χωρίς εκβιασμούς και βιασμούς. Τα μαδριγάλια που περιλαμβάνει η μουσική, ο Χορός ο οποίος, χωρίς φύλο πια, με τα ξυρισμένα κεφάλια, τα βαμμένα κάτασπρα πρόσωπα, γυμνός στην αρχή, με λευκά, κουρελιασμένα ρούχα κατόπιν, ευθέως παραπέμπει σε κρατούμενους νατσιστικού στρατοπέδου συγκεντρώσεως που εξαναγκάζονται να μετατραπούν, με τις ποδιές εκδοροσφαγέων που τους πετάει η Ιφιγένεια, για άλλη μια φορά, σε σφαγείς, τα κοστούμια του Ορέστη, του Πυλάδη και του φρουρού τους που παραπέμπουν σε Γκουαντάναμο και σε τζιχαντιστές, η «μαγκιά» του Ορέστη, η Αθηνά που καθόλου «θεϊκά» και καθόλου «από μηχανής» εμφανίζεται, αλλά, απλώς, ξεχωρίζει μέσα από το Χορό, το φωτεινό, α λα Τζεντάι, σπαθί της που παραπέμπει στον «Πόλεμο των άστρων» -όπου ο πριγκίπισσα Λέια και ο Λουκ Σκάιγουόκερ ανακαλύπτουν πως είναι αδέλφια-, με την «Ιφιγένεια εν Ταύροις», όπως αναφέρεται, να αποτελεί το αρχέτυπο όλων αυτών των κατοπινών περιπετειωδών αφηγήσεων, δεν ήταν, για μένα, παρά τα μέσα με τα οποία ρυμούλκησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος το έργο του Ευριπίδη από την εποχή του στην εποχή μας μέσα από τους αιώνες. Κάτι ανάλογο αλλά με πιο ανάλαφρο -και «μετρημένο» και ορθολογικό άρα και πιο ασφαλή…- τρόπο δεν είχε κάνει το 1980 ο Σπύρος Ευαγγελάτος με τους «Επιτρέποντες» του Μένανδρου -άλλο αρχετυπικό έργο του αρχαίου δραματολογίου;
Βέβαια η επιτυχία, για μένα, του Μοσχόπουλου έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ η ειρωνεία είναι το όχημά του, τη χρησιμοποιεί αφενός με αίσθηση του μέτρου, αφετέρου σωρευτικά μέχρι την Αναγνώριση: εκεί η μπρεχτική αποστασιοποίηση συντρίβεται, τα καταπνιγμένα συναισθήματα ξεχύνονται -πλημμύρα- και η σκηνή της συνάντησης των, άγνωστων μέχρι τότε μεταξύ τους, αδελφών ξεσπάει σαν καταιγίδα όπου η έκπληξη, η αμηχανία -εκείνα τα αξέχαστα βρώμικα χέρια του που ο Ορέστης, τον οποίο η Ιφιγένεια πίστευε νεκρό, μηχανικά πάει να τα σκουπίσει στα ρούχα του πριν αγκαλιάσει την αδελφή που όλοι πίστευαν νεκρή-, η χαρά, ο ενθουσιασμός, η τρέλα της στιγμής παράγουν μία ειλικρινή, βαθύτατη συγκίνηση που, προσωπικά, σπάνια έχω νοιώσει σε παράσταση αρχαίου δράματος.
Περισσότερο από αποφασιστικό ρόλο παίζει στη συγκεκριμένη σκηνή -μία δίνη, με το Χορό να «καταπίνει τον Ορέστη»- η Σοφία Πάσχου στην οποία οφείλονται και οι χορογραφίες -κατά τη γνώμη μου, άλλοτε πολύ ενδιαφέρουσες, άλλοτε άναρχες.
Τα σκηνικά της Ευαγγελίας Θεριανού -ο τοίχος του «ναού», με τις σχισμές (που κάτι μου θύμιζε πάντως) και ο λόφος με τα ρούχα ο οποίος μισοκλείνει την πύλη-, σε ένα κυρίαρχο μουντό γκρίζο, είναι μία πρόταση που εξυπηρετεί τη σκηνοθεσία και έχει τη δική της αισθητική με την οποία συμφωνώ εν μέρει. Νομίζω, πάντως, πως αυτή η πύλη-στενωπός δεν είναι λειτουργική.
Ανάλογη γνώμη έχω και για τα κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ: εξυπηρετούν την παράσταση, δένουν απολύτως με τα σκηνικά, έχουν γραμμή, χρωματικά είναι ελκυστικά -τα πορτοκαλί του Ορέστη και του Πυλάδη σπάζουν με γοητευτικό τρόπο το άσπρο/γκρίζο- αλλά σχεδιαστικά δεν με ενθουσίασαν.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες στην πολυμορφία τους, οι μουσικές του Κορνήλιου Σελαμσή που εκτελούν ζωντανά ο Αλέξανδρος Μιχαηλίδης και ο Κώστας Σακαρέλης. Ο Νίκος Γαλενιανός, που υπογράφει και ως συνεργάτης συνθέτης, έχει αναλάβει τη μουσική διδασκαλία: ο Χορός τον οποίο δίδαξε λειτουργεί σαν ένα σώμα και μία φωνή. Εξαιρετικό το αποτέλεσμα.
Οι «ψυχροί», αμείλικτοι φωτισμοί της Σοφίας Αλεξιάδου, το μεγάλο επίτευγμα της παράστασης: την κατεύθυναν και την καθόρισαν και πολλά τους οφείλει. Μία συγκλονιστική δουλειά!
Οι ερμηνείες. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος οδήγησε τους ηθοποιούς του -πάντα επιμένει σ’ αυτό- σε ένα λόγο χωρίς στόμφο, καθημερινό, που θα μπορούσε κάποιες στιγμές να θεωρηθεί και αγοραίος. Δεν διαφωνώ με τη γραμμή αυτή, νομίζω υπηρετεί την άποψή του. Χρίστος Στυλιανού (Α΄ Αγγελιοφόρος), Μιχάλης Συριόπουλος (Πυλάδης), Γιώργος Κολοβός -αν και λίγο άγουρος ακόμα για Θόας-, Αναστάσης Ροϊλός (Β΄ Αγγελιοφόρος) πράττουν το καλύτερο δυνατόν. Αδύναμες μου φάνηκαν οι ατάκες της Άννας Καλαϊτζίδου -την οποία εκτιμώ ιδιαίτερα- στον Χορό αλλά ως Αθηνά βρίσκει τον εαυτό της. Η Χρύσα Ιωαννίδου με την απόλυτη πειθαρχία της με έπεισε μέχρι τέλους ότι ήταν γλυπτό άγαλμα της Αρτέμιδος και όχι ηθοποιός.
Ο Γιώργος Χρυσοστόμου, παρά τους τραγουδιστούς «κερκυραίικους» τονισμούς του, είναι ένας ηθοποιός με μέγεθος που μπορεί να αρθεί στο ύψος του ρόλου του Ορέστη. Και αίρεται. Έχει δύναμη και πειστικότητα. 


H Αμαλία Μουτούση με τον ισχυρό οπλισμό με τον οποίο είναι εφοδιασμένη -μέγεθος, τεχνική, καθαρή, άμεση, γειωμένη σχέση με το λόγο, προσήλωση, ολόψυχο δόσιμο- υπηρετεί πιστά τη σκηνοθετική άποψη. Παίζει το ρόλο ειρωνικά -διανθίζοντας την ειρωνεία με το ευεργετικό χιούμορ που διαθέτει- και μπρεχτικά, αποστασιοποιημένα -«εγώ τώρα παίζω την Ιφιγένεια, δεν είμαι η Ιφιγένεια»- αλλά, όταν πρέπει -στην Αναγνώριση- γεμίζει συναισθηματικά και συγκινεί. Μία ερμηνεία αξιομνημόνευτη.
Αδυναμίες και απειρίες εντόπισα στα «σολιστικά» των μελών του Χορού αλλά αυτό που πρυτανεύει και μένει είναι η απόλυτα αποτελεσματική ομαδικότητά τους.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση ιδιαίτερη, που, με σημαία την ειρωνεία, πείθει ότι η «Ιφιγένεια στη χώρα των Ταύρων» δεν είναι ακριβώς αυτό που εννοούμε ως τραγωδία.  

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Φεστιβάλ Επιδαύρου, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, 8 Αυγούστου 2015.

August 7, 2015

Στα όρια της αξιοπρέπειας


Μια κι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος ηθοποιός Γιάννης Βούρος αρνήθηκε να διαβάσει, πριν απ’ την αποψινή πρώτη παράσταση στην Επίδαυρο της «Ιφιγένειας στη χώρα των Ταύρων» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, τις τρεις αράδες που, απλώς, τον ΠΡΟΕΤΡΕΨΑΝ να το κάνει οι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ, εγώ θα ’θελα, τουλάχιστον, να τις γράψω, -πιστεύω πως το οφείλω. Επειδή θ’ άξιζε να τις ακούσουμε. Φέτος, άλλωστε, συμπληρώνονται 40 ακριβώς χρόνια απ’ την πρώτη συμμετοχή του ΚΘΒΕ στο Φεστιβάλ Επιδαύρου -ήταν 1975 και η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία που υπέγραφε ο Μίνως Βολανάκης.

«Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος τιμά με την παρουσία του για πολλοστή φορά τον ιερό χώρο της Επιδαύρου, όντας στη χειρότερη καμπή της ιστορίας του. Το σύνολο των εργαζομένων του ΚΘΒΕ παραμένει απλήρωτο επί σειρά μηνών, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Η πραγματοποίηση αυτής της παράστασης οφείλεται αποκλειστικά στον ηρωισμό και τον πατριωτισμό των εργαζομένων του ΚΘΒΕ».

August 5, 2015

«Αίας» καλών προθέσεων, φτωχών αποτελεσμάτων



Το έργο. Τρωικός Πόλεμος, ο Αχιλλέας είναι νεκρός και τα περίφημα όπλα του έχουν κατακυρωθεί -η «κρίση των όπλων» του Αχιλλέα, ποιος δηλαδή είναι αξιότερος να τα πάρει- στον Οδυσσέα. Έξαλλος με την αδικία και τη νοθεία που πίστεψε -όχι αβάσιμα…- πως διέπραξαν εις βάρος του, ο Σαλαμίνιος Αίας, ο θεωρούμενος δεύτερος τη τάξει, μετά τον Αχιλλέα, πιο ηρωικός πολεμιστής των Αχαιών, όρμησε να σφάξει τους Ατρείδες -τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο-, που τους θεωρούσε υπεύθυνους για την απόφαση, και τον Οδυσσέα. Η Αθηνά, όμως, οργισμένη από την έπαρσή του, του θόλωσε το νου και εκείνοι που, τελικά, έσφαξε, μέσα στην τρέλα του, δεν ήταν παρά τα κοπάδια που οι Έλληνες είχαν κουρσέψει και οι βοσκοί τους.
Όταν η Αθηνά αποκαλύπτει στον Οδυσσέα -που το έχει υποψιαστεί -τι ακριβώς συνέβη και ο Αίας συνέρχεται, νοιώθοντας γελοιοποιημένος, ντροπιασμένος, ταπεινωμένος, ατιμασμένος αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Ο τεκμηριωμένος σπαρακτικός λόγος της γυναίκας του, της Τέκμησσας, που προσπαθεί να τον αποτρέψει από μία τέτοια απόφαση επικαλούμενη την τύχη που θα έχουν, αν κάνει κάτι τέτοιο, ο γέροντας πατέρας του Τελαμών, ο μικρός γιος του Ευρυσάκης, τον οποίο φέρνει κοντά του, και η ίδια, δεν τον πείθει. Σε μία έρημη ακτή στήνει το σπαθί του και πέφτει πάνω του.

Ο αδελφός του ο Τεύκρος που φτάνει αργά και δεν προλαβαίνει να επέμβει και να τον σταματήσει και η Τέκμησσα δεν έχουν πια παρά να τον θρηνήσουν. Ο Τεύκρος, όμως, και να συγκρουστεί με τον Μενέλαο και τον Αγαμέμνονα που εμφανίζονται για να απαγορεύσουν την ταφή του εχθρού τους. Η σύγκρουση παίρνει διαστάσεις μέχρι που εμφανίζεται ο Οδυσσέας και κατευνάζει τα πνεύματα. Αγαμέμνων και Μενέλαος υποχωρούν και ο Τεύκρος ετοιμάζει το ξόδι του Αίαντα.
Ο «Αίας», η θεωρούμενη ως η αρχαιότερη από τις σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή (χρονολογείται μεταξύ 450 και 440 π.Χ.), δεν έχει την αρτιότητα των μεταγενεστέρων του, τα δύο μέρη στα οποία χωρίζεται αφήνουν μία αίσθηση μετατόπισης του άξονα αλλά δεν παύει να είναι μία τραγωδία με το δραματικό κύρος του Σοφοκλή. Που υμνεί την Τιμή.


Η παράσταση. Η Σύλβια Λιούλιου ακολούθησε στη σκηνοθεσία της, χρησιμοποιώντας για τους ρόλους και τον Χορό επτά μόνον ηθοποιούς, ένα θετικό δρόμο λιτότητας και σεβασμού στο κείμενο. Επέλεξε την παλαιά (1932), σε πεζό -αλλά σε πεντακάθαρη δημοτική-, μετάφραση του Παναγή Λορεντζάτου, που την ξανακοίταξε ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος, αισθητά «παρών» στην παράσταση. Παράσταση η οποία είχε αρκετές καλές στιγμές αλλά, στο σύνολό της, μου φάνηκε διστακτική.
Η σκηνοθέτρια σαν να θέλησε να «γειώσει», να «αναλύσει» το κείμενο εμποδίζοντας την παράστασή της να απογειωθεί. Η κίνηση (που επιμελήθηκε η Χαρά Κότσαλη) καλή, με ενδιαφέρουσες ιδέες, οι φωτισμοί (του Δημήτρη Κασιμάτη) προσεγμένοι αλλά όλο το πράγμα έδειχνε υπερβολικά μελετημένο, όχι, όμως, κατασταλαγμένο. Η «ορθοφωνική» εκφορά του κειμένου, οι αργοί ρυθμοί και οι παύσεις, οι εντάσεις που ηχούσαν παράφωνα, οι μουσικές (του Άγγελου Τριανταφύλλου) -όχι πάντα απόλυτα ταιριαστές, το πληκτροφόρο που έπαιζε ζωντανά ο ίδιος νομίζω πως ήταν εκτός κλίματος-, οι οποίες διαρκώς «υποστήριζαν» τον λόγο σαν καρπός ανασφάλειας -ο μουσικός επίλογος άφησε μία επίγευση μελαγχολίας αλλά ήταν υπερβολικά μακρύς-, η μετωπικότητα, η διάρκεια η οποία ξεχείλωσε το έργο νομίζω πως λειτούργησαν αντίστροφα από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και σαν να προσπάθησαν να επιβάλουν με εγκεφαλικό τρόπο μία ποιητική διάθεση.
Τα -ελάχιστα- σκηνικά -έξοχη η διακριτικά, υπαινικτικά αιματοποτισμένη άμμος της ορχήστρας- και, κυρίως, τα απλά, σε γαιώδη χρώματα, κοστούμια της Μαγδαληνής Αυγερινού βοήθησαν, πάντως, αποτελεσματικά στη λιτότητα που ήταν ένα από τα ζητούμενα της παράστασης.
Οι ερμηνείες. Η Σύλβια Λιούλιου δεν κατάφερε, επιπλέον, νομίζω, να τιθασεύσει τους ηθοποιούς της. Αν και ακολούθησαν τη γραμμή της, τους έλειπε η ομοιογένεια.

Ο Χάρης Φραγκούλης, ηθοποιός με προσόντα αισθητά, έμοιαζε να παίζει τον Αίαντα ερήμην των άλλων, με μία περιττή επίδειξη -μεταπτώσεις, κολπάκια…- τεχνικής που στην πραγματικότητα δεν τη διαθέτει ακόμα, και σε μία προσπάθεια «επεξήγησης», λέξη-λέξη, του ρόλου. Εξαιρετικά εκφραστική η Σοφία Κόκκαλη, δοσμένη ψυχή τε και σώματι, σπαρασσόμενη, ήταν ακόμα, πιστεύω, άγουρη για το ρόλο -ένα κοριτσάκι έβλεπα στην ορχήστρα, όχι μία γυναίκα ώριμη και κατασταλαγμένη, όπως πιστεύω ότι πρέπει να είναι η Τέκμησσα. Επιπλέον, αν θέλει να ασχοληθεί συστηματικά με την τραγωδία, θα πρέπει να δουλέψει πολύ τη φωνή της -δεν έφτανε, ζοριζόταν, ακουγόταν στριγκή, αδύναμη.
Στην «εκλογίκευση» του κειμένου είχε περιπέσει -προφανώς ήταν οι σκηνοθετικές οδηγίες- και ο Θάνος Τοκάκης (Μενέλαος), επίσης πολύ καλός ηθοποιός. Όπως και ο Μιχάλης Σαράντης -εκπληκτική και πάλι η κίνησή του- που εδώ μου φάνηκε λίγος ως Αγαμέμνων. Ικανοποιητικός αλλά χωρίς κάτι το ξεχωριστό, ο Νικόλας Χανακούλας (Οδυσσέας), άλλος ένας ηθοποιός με προσόντα. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Τεύκρος) υπερέβαλε σε εντάσεις και τον άκουγα να στομφάρει σε μία παράσταση που μόνο το στόμφο δεν επιζητούσε. O Άγγελος Τριανταφύλλου, πάλι, ως Άγγελος συνοδεία μουσικής που ο ίδιος έπαιζε, έβγαλε μία βαριά εκφορά του λόγου χωρίς, παρά την προσπάθειά του, να τον σημάνει.
Το συμπέρασμα. Μία σοβαρών προθέσεων, λιτή και καλαίσθητη παράσταση, χωρίς εξυπνάδες, που δεν δικαίωσε όμως, κατά τη γνώμη μου, τις προθέσεις της.

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, Φεστιβάλ Επιδαύρου, 1 Αυγούστου 2015.

August 2, 2015

Αλέκος Συσσοβίτης-Μάνια Παπαδημητρίου σε μια «Κραυγή» του Τενεσί Γουίλιαμς


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση


Την «Κραυγή» του Τενεσί Γουίλιαμς, ένα έργο του με δυο πρόσωπα, που πέρασε από σαράντα κύματα, θα παρουσιάσει το χειμώνα ο καλός Αλέκος Συσσοβίτης στο «Faust» του, με την Μάνια Παπαδημητρίου, μια από τις καλύτερες ηθοποιούς μας, που επανεμφανίζεται στη σκηνή μετά από αρκετό καιρό, μαζί του, και σε σκηνοθεσία της Έλλης Παπακωνσταντίνου που συνυπογράφει με την Αθηνά Μαξίμου και τη μετάφραση.
Το έργο, στην αρχική του μορφή και με τον τίτλο «Έργο για δυο πρόσωπα», έκανε την πρεμιέρα του, χωρίς επιτυχία, στο Λονδίνο, το 1967, όταν ο -διάσημος ήδη απ’ τη δεκαετία του ’40 και θεωρούμενος, τότε, μαζί με τον Άρθουρ Μίλερ τα κορυφαία κεφάλαια του σύγχρονου αμερικάνικου θεάτρου- Τενεσί Γουίλιαμς, που μετά το θάνατο, το 1963, του επί δεκατέσσερα χρόνια συντρόφου του Φρανκ Μέρλο είχε περιπέσει σε κατατονική κατάθλιψη και πάλευε με τα χάπια για να την ξεπεράσει, είχε αρχίσει την τραγικά καθοδική πορεία του με αλλεπάλληλες αποτυχίες. 
Θέλοντας να πειραματιστεί, να ξεφύγει απ’ το ρεαλισμό που τον είχε σφραγίσει, ν’ ανανεώσει το προσωπικό του ύφος και να καινοτομήσει ο Γουίλιαμς, φλερτάροντας με το θέατρο του Παραλόγου, χρειάστηκε πάνω από δέκα χρόνια για να ολοκληρώσει το έργο -περισσότερο χρόνο από κάθε άλλο του. Και πρόκειται για ένα έργο με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία -περισσότερα, ίσως, από κάθε άλλο. Ήρωές του, ο Φελίς, συγγραφέας και ηθοποιός, κι η αδελφή του, η Κλερ, ναρκομανής ηθοποιός -που δεν είναι παρά ο ίδιος ο Γουίλιαμς κι η αδελφή του Ρόουζ.
Η πλοκή του, σύνθετη, με ανατροπές αλλά και χιούμορ, εξελίσσεται ταυτόχρονα σε δυο επίπεδα, καθώς παρακολουθούμε τους ηθοποιούς ήρωες, στη διάρκεια μιας περιοδείας τους, να παίζουν ένα έργο μέσα στο έργο και να μπαινοβγαίνουν στους ρόλους τους αυτοσχεδιάζοντας μέρη του έργου που δεν θυμούνται ή που δεν έχουν ακόμα γραφτεί. Έτσι, εσκεμμένα, χάνονται τα όρια ανάμεσα στο ρόλο και τον ηθοποιό, στην τέχνη και τη ζωή, στην πραγματικότητα και την παραίσθηση.
Το 1971 ανέβηκε στο Σικάγο μια νέα εκδοχή του έργου με τον τίτλο πια «Κραυγή»: αποτυχία και πάλι, με συνέπεια ο Γουίλιαμς ν’ αλλάξει ατζέντη.
Το 1973 μια ανανεωμένη εκδοχή της «Κραυγής» κάνει την πρεμιέρα της στην Νέα Υόρκη πλέον -στο Μπρόντγουέι. Σκηνοθετεί ο Πίτερ Γκλένβιλ και πρωταγωνιστούν ο Μάικλ Γιορκ κι η Κάρα Νταφ-ΜακΚόρμικ. Θα παιχτεί για δώδεκα μόνο παραστάσεις.
Το 1975 με τον τίτλο, και πάλι, «Έργο για δυο πρόσωπα» ανεβαίνει στο Σαν Φρανσίσκο πρώτα, στην Νέα Υόρκη κατόπιν. Είναι η τελική εκδοχή του. 
Θα χρειαστούν, όμως πολλά χρόνια για να γίνει πλήρως αποδεκτό απ’ την κριτική και το κοινό: το 2013, όταν ανεβαίνει,  με τον τίτλο, κι αυτή τη φορά, «Έργο για δυο πρόσωπα», στην Νέα Υόρκη -Οφ Μπρόνγουέι-, σε σκηνοθεσία Τζιν Ντέιβιντ Κερκ με τον Μπραντ Ντούριφ και την Αμάντα Πλάμερ. 
Στην Ελλάδα την «Κραυγή» πρωτοπαρουσίασε τη σεζόν 1999/2000 ο Θόδωρος Γράμψας που την ανέβασε στο «Νέο Ελληνικό Θέατρο» του Γιώργου Αρμένη με το σχήμα του «Πράξη Επτά» και με τον Αιμίλιο Χειλάκη και την Βάνα Πεφάνη στους δυο ρόλους.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης -αλλά με την Αθηνά Μαξίμου μαζί του- πρωταγωνίστησε και στο δεύτερο ανέβασμα του έργου: το 2010/2011 απ’ το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας στο Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων» της πόλης και σε σκηνοθεσία της Έλλης Παπακωνσταντίνου η οποία το ’χει αναλάβει κι αυτή τη φορά.
Στην καινούργια παράσταση ο Αριστοτέλης Καρανάνος κι η Αλεξάνδρα Σιάφκου -ένα αθόρυβο αλλά πολύ ταλαντούχο ζευγάρι της σκηνογραφίας/ενδυματολογίας- θα κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια κι ο Αλέκος Αναστασίου το σχεδιασμό των φωτισμών.
Η σεζόν στο «Faust» θ’ ανοίξει με την επανάληψη για 20 παραστάσεις του προαναγεννησιακού ποιήματος του Βοημού Γιοχάνες φον Τεπλ «Ο θάνατος και ο αγρότης» που ανέβηκε πέρσι, σε διασκευή για το θέατρο και σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, με την ίδια και τον Αλέκο Συσσοβίτη. Η πρεμιέρα της «Κραυγής» προσδιορίζεται για τις 28 Οκτωβρίου.