February 12, 2013

Έτσι δέθηκε το ατσάλι ή Ο Αγών Του…




Το έργο. Βερολίνο, Ιούνιος του 1934. O Άντολφ Χίτλερ είναι ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1933 καγκελάριος. Ο γηραιός μοιραίος Πρόεδρος της Γερμανίας στρατάρχης φον Χίντενμπουργκ που τον κάλεσε στην εξουσία είναι με το ένα πόδι στο τάφο. Ο στρατός που, με τους παλαιάς κοπής πρώσους ηγήτορές του, δυσανασχετεί με τη δύναμη την οποία έχουν αποκτήσει τα Τάγματα Εφόδου _ η ανεξέλεγκτη πλέον παραστρατιωτική οργάνωση η οποία, υπό τον Ερνστ Ρεμ, φίλο του Χίτλερ, τον βοήθησε να ανέλθη στην εξουσία και που τα μέλη της «υλοποιούν» τον αντισημιτισμό και τον αντικομμουνισμό, σημαίες του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματός του _ απειλεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο να κηρύξει στρατιωτικό νόμο. Το κόμμα βρίσκεται σε εσωτερικό αναβρασμό λόγω ιδεολογικών διαφορών. H γερμανική πλουτοκρατία με επικεφαλής τον πατριάρχη της πανίσχυρης οικογένειας βιομηχάνων χάλυβος Γκούσταφ Κρουπ ζυγίζει ακόμα τη νέα τάξη πραγμάτων. Και ο Χίτλερ βρίσκεται σε μία κρίσιμη καμπή: προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις αντίρρoπες δυνάμεις _ και του κόμματός του _ και να προχωρήσει απερίσπαστος.
Ο Ιάπωνας Γιουκίο Μίσιμα στο έργο του «Ο φίλος μου ο Χίτλερ» (1968) αντιπαραθέτει στη σκηνή τον Χίτλερ, τον Ρεμ, τον Κρουπ και τον Γκρέγκορ Στράσερ, ιθύνον κομματικό στέλεχος της αριστερής πτέρυγας των Εθνικοσοσιαλιστών, ιδεολογικό αντίπαλο του Χίτλερ. Ο Χίτλερ που σκέφτεται σοβαρά να διαδεχθεί τον Χίντενμπουργκ μόλις πεθάνει _ κάτι που προβλέπεται να συμβεί σύντομα _ στην Προεδρία της Δημοκρατίας συγκεντρώνοντας όλες τις εξουσίες, ζητάει από τον Ρεμ να αποσυρθεί για λίγο προφασιζόμενος ασθένεια και να απενεργοποιήσει προσωρινά τα Τάγματα Εφόδου ώστε να κατευναστούν τα πνεύματα στο στρατό, υποσχόμενος πως αμέσως μόλις καταφέρει τους σκοπούς του, θα τα εντάξει ως κύριο σώμα, όπως ο Ρεμ επιθυμεί και επιδιώκει, στο στρατό θέτοντας επικεφαλής του τον ίδιο. Ο οποίος συμβιβάζεται: πείθεται να τιθασσεύσει προσωρινά τις φιλοδοξίες του και αποδέχεται την πρόταση. 
Ο διανοούμενος Στράσερ, τον οποίο ο Χίτλερ εις μάτην κάνει μία απόπειρα να φέρει στα νερά του, πιο διορατικός και με οξύτερη πολιτική σκέψη από τον μπρούτο στρατιώτη Ρεμ, προσπαθεί να τον πείσει, έστω και αν είναι αντίπαλοι, πως πρόκειται για τακτικισμό του Χίτλερ, πως προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και πως η απώτερη σκέψη του είναι να δολοφονήσει και τους δύο για να απαλλαγεί τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερή πτέρυγα που τον πιέζουν. Και πως η μόνη σωτηρία τους είναι η ανατροπή του ώστε να πάρουν οι δύο την εξουσία στα χέρια τους. Ο Ρεμ αρνείται να συνωμοτήσει πιστεύοντας ακράδαντα στη φιλία του Χίτλερ. 
Ο Κρουπ, πάλι, ονειρεύεται το ατσάλι του να μη μετατρέπεται σε ταμειακές μηχανές, ιατρικά εργαλεία, αγροτικά μηχανήματα, κατσαρόλες και τηγάνια, όπως ήταν υποχρεωμένος να κάνει σύμφωνα με τη συνθήκη των Βερσαλιών του 1918, που υποχρέωσε την ηττημένη Γερμανία του Μεγάλου Πολέμου σε αφοπλισμό, αλλά να αρχίσει να δένεται, και επίσημα πια, σε όπλα _ σε όπλα βαριά.
Ο Στράσερ θα δικαιωθεί. Στις 30 Ιουνίου επέρχεται «Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών», όπως έμεινε στην ιστορία, που ολοκληρώνεται μέχρι τις 2 Ιουλίου του 1934: Ρεμ και Στράσερ όντως εκτελούνται με την κατηγορία της συνωμοσίας μαζί με άλλους αντιπάλους του που ο Χίτλερ θεωρούσε επικίνδυνους και μαζί με 400 περίπου στελέχη των Ταγμάτων Εφόδου τα οποία απογυμνώνονται. Στις προφάσεις, η εξυγίανση _ η ομοφυλοφιλία ανθούσε ανάμεσά τους και πρώτος ο ίδιος ο Ρεμ δεν το έκρυβε.
Ο Χίτλερ έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο και έχει πια απαλλαγεί από τις δυνάμεις που ανάγκαζαν το κόμμα σε μια διελκυστίνδα μεταξύ δεξιών και αριστερών τάσεων. «Μια κυβέρνηση πρέπει να ακολουθεί τη μέση οδό» είναι η ψυχρή τελευταία του ατάκα _ και του έργου. Ο Κρουπ τού βγάζει πλέον το καπέλο και ο Χίτλερ τού σηκώνει το μπαστούνι που του έπεσε από τα χέρια. Η συνεργασία τους θα ευοδωθεί και θα καρπίσει μετά από πέντε χρόνια.
Ο Μίσιμα, αν και δηλωμένος εθνικιστής, μοιάζει να έχει γράψει, βασισμένος στα ιστορικά στοιχεία που δείχνει να τα έχει εξαντλητικά μελετήσει, ένα έργο ισορροπημένο στο οποίο δεν παίρνει ιδεολογική θέση _ έστω και αν η μη θέση απέναντι το φαινόμενο Χίτλερ είναι από μόνη της θέση… (Το ίδιο πράττει και ο Αλεξάντρ Σακούροφ στην ταινία του «Χίτλερ»). Ένα έργο στο οποίο εκτυλίσσεται πολύ προσεκτικά και με μεγάλη δεξιότητα και διαύγεια ένα καλά ζυγισμένο πολιτικό παιχνίδι όπου οι απόψεις αντιπαρατίθενται και ο θεατής δεν σέρνεται ιδεολογικά αλλά αφήνεται να κρίνει και να αποφασίσει μόνος του: ένα σαφώς πολιτικό έργο που, χωρίς πλατειασμούς, συμπυκνώνει μια καίρια ιστορική στιγμή και που ξαφνικά, στις μέρες μας, με την ύφεση να ανθίζει γύρω μας και με την Χρυσή Αυγή να περιπολεί, γίνεται απόλυτα επίκαιρο.
Η παράσταση. Η Άσπα Τομπούλη, που υπογράφει την εξαιρετική μετάφραση και τη σκηνοθεσία, επιδίωξε, πρωτ’ απ’ όλα, να δώσει μία ξεκάθαρη θέση σε ένα ιδεολογικά «ουδέτερο» έργο. Πρόσθεσε, εν είδει καμπαρέ της εποχής, μία κομπέρ που εισάγει στην παράσταση, την κλείνει και επεμβαίνει μεταξύ των τριών πράξεων με γερμανικά τραγούδια των χρόνων αυτών _ πολύ καλά επιλεγμένα, καθόλου τα τετριμένα («Λιλί Μαρλέν» κλπ), άψογα ενορχηστρωμένα από τον Νίκο Λαβράνο _ και με μετρημένα κείμενα που υπογράφει η ίδια η σκηνοθέτρια τοποθετώντας το νατσιστικό φαινόμενο στη σωστή του θέση. Η λύση φαίνεται εύκολη αλλά, όπως _ άψογα _ εκτελείται, δεν είναι.
Από ’κει και πέρα η σκηνοθέτρια, που πάντα αντιμετωπίζει τις παραστάσεις της με μια ψυχρή, αποστασιοποιημένη ματιά, βρήκε ένα έργο που ταιριάζει απόλυτα με τον τρόπο της αυτό. Η παράσταση έχει κάτι το κρυστάλλινο _ το απόλυτα διαυγές. Χωρίς να τη θολώνουν ψευδοσυναισθηματισμοί, αφήνει το κείμενο να κατεβεί καθαρό στο κοινό μέσα από εξαιρετική ακρίβεια και πολύ καλούς ρυθμούς, με λίγες αλλά επιτυχημένες κορυφώσεις ακολουθώντας μία ρεαλιστική γραμμή η οποία κάποιες στιγμές ευεργετικά σπάζει με παραξενίσματα _ το τραγούδι σε ντουέτο Χίτλερ και Ρεμ _ και με μετωπικά, στιλιζαρισμένα, μπρεχτικά στησίματα που την απογειώνουν. Η χρήση συμβόλων _ οι καρέκλες και ο τρόπος που τοποθετούνται, το μπαστούνι του Κρουπ… _ είναι όχι μόνο λελογισμένη αλλά και καίρια.
Ή Άσπα Τομπούλη έχει στήσει το έργο με μουσικότητα _ σαν ένα κουαρτέτο του Σένμπεργκ: ψυχρό, εγκεφαλικό αλλά απόλυτα αποτελεσματικό.
Το λιτό, εξυπηρετικό σκηνικό και τα κοστούμια του Τόλη Τατόλα _ το κοστούμι του Κρουπ τον χαρακτηρίζει τέλεια _, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος με τους ήχους του, ο Φώτης Νικολάου με την κίνηση που δίδαξε, η Χριστίνα Παπούλια - Μπάρλου με το μακιγιάζ της και, κυρίως, ο Ηλίας Κωνσταντακόπουλος με τους φωτισμούς του δίκαια μοιράζονται ένα μέρος της επιτυχίας.
Οι ερμηνείες. Η σκηνοθέτρια είχε επιπλέον την ικανότητα αλλά και την τύχη να κάνει διανομή με τέσσερις καλούς έως εξαιρετικούς ηθοποιούς. Τους οποίους, βέβαια, οδήγησε και καλά.
Η Μαρλένε Καμίνσκι, ειδικά, ιδεώδης επιλογή ως Κομπέρ. Με τα φυσικής γερμανικής προφοράς ελληνικά της, μ’ αυτή την άφυλη, τραβεστίζουσα εμφάνισή της, με το σωστό τραγούδι της, την καλή της κίνηση και την ψυχρή αμεσότητά της αποδεικνύεται ένας τέλειος φορέας της σκηνοθετικής άποψης.
Η επιλογή του Νίκου Νίκα για το ρόλο του Χίτλερ ήταν περίεργη αλλά αποδείχθηκε σοφή: ένας ηθοποιός που καμία ομοιότητα δεν έχει με το πρόσωπο που υποδύεται _ ψηλός, ξανθός… Δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια να βρεθούν κοινά χαρακτηριστικά με τον Χίτλερ _ χτένισμα, το μουστάκι – σήμα κατατεθέν… Πολύ σωστά. Ο Χίτλερ του Μίσιμα δεν είναι ιστορικό πρόσωπο που βιογραφείται, είναι σύμβολο του Χίτλερ. Ούτε πρόκειται για κινηματογράφο. Έτσι ο καλός ηθοποιός χαρακτηρίζει το ρόλο μέσα από μερικά σημεία _ φωνή, εντάσεις, κορυφώσεις, χέρια δεμένα στο ύψος του υπογάστριου, βλέμμα… Το μολύβι που βγάζει από την τσέπη στο τέλος, όταν ο Χίτλερ γίνεται «Ο Χίτλερ» και με το οποίο ζωγραφίζει πάνω από τα χείλη του ένα μουστάκι «α λα Χίτλερ», μεγαλοφυές εύρημα: η πιο συγκλονιστική στιγμή της παράστασης κατά τη γνώμη μου.
Πολύ καλοί ο Κώστας Καζανάς _ αν και κάποιες εντάσεις του ξεφεύγουν προς τα πάνω _ και ο Βασίλης Ρίσβας.
Ο Γιάννης Ροζάκης, στην ωριμότερη στιγμή της καριέρας του, με απόλυτο αυτοέλεγχο _ κίνηση, στήσιμο, ρυθμοί, φωνητικοί τόνοι, μια ελαφρά κριτική ειρωνεία _ δίνει με μέτρο έναν Κρουπ υποχθόνιο που αποδεικνύεται πως αυτός, τελικά, είναι το βασικό γρανάζι που κινεί τον _ οποιοδήποτε _ Χίτλερ: συναρπαστικός.

Το συμπέρασμα. Μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς. Ανεπιφύλακτα τη συστήνω. Μην τη χάσετε _ θα χάσετε. 

θέατρο «Αγγέλων Βήμα», 8 Φεβρουαρίου 2013.

February 8, 2013

Συνταγή αλλά επιτυχημένα εκτελεσμένη




Το έργο. Δυο αδέλφια. Οι Μπάμπιτ. Ο Ρέιμοντ, ο μεγαλύτερος, και ο Τσάρλι. Ο Τσάρλι, στο Λος Άντζελες, άνθρωπος της πιάτσας, με αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, με λαμογιές στην πλάτη του για να την κρατήσει, αγνοεί την ύπαρξη του δεύτερου. Η μάνα τους έχει πεθάνει όταν ήταν νήπια, με τον πατέρα του δεν διατηρεί καμία επαφή, μια σχέση μίσους τους δένει _ ή μάλλον τους χωρίζει _ καθώς πιστεύει πως δεν του στάθηκε και γι αυτό έχει εγκαταλείψει μικρός το πατρικό του, στο Σινσινάτι του Οχάιο, ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του.
Ο Ρέιμοντ ζει πάντα στο Σινσινάτι, από παιδάκι σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα όπου τον έχει κλείσει ο πατέρας τους: είναι ένας ιδιοφυής αυτιστικός. Με μεγάλα προβλήματα επικοινωνίας και επαφής, με φοβίες, αλλά και με καταπληκτικές ικανότητες απομνημόνευσης.
Ο Τσάρλι ανακαλύπτει την ύπαρξή του όταν βρεθεί στο Σινσινάτι για την κηδεία του πατέρα του. Τον ειδοποίησαν πως πέθανε ενώ ετοιμαζόταν να φύγει για Σαββατοκύριακο με την αρραβωνιαστικιά του, την Σούζαν, με την οποία συνεργάζεται στη δουλειά του και η οποία θα τον ακολουθήσει στο Σινσινάτι. Μετά την κηδεία πληροφορείται πως ο πατέρας άφησε ολόκληρη την περιουσία του _ επτά εκατομμύρια δολάρια _ σε άγνωστο, μη κατονομαζόμενο πρόσωπο, με διαχειριστή ένα φίλο του γιατρό. Από τον οποίο θα μάθει πως το «άγνωστο πρόσωπο» είναι ο αδελφός του που δεν γνώριζε πως υπάρχει.
Ο Τσάρλι δεν μπορεί να το αποδεχθεί, πόσω μάλλον όταν χρωστάει 100.000 δολάρια και είναι χρεωκοπημένος. Αποφασίζει να κινηθεί δικαστικά για να πάρει την κηδεμονία του Ρέιμοντ _ και τη μισή περιουσία _ και τον «απάγει» με το σκοπό να γυρίσουν μαζί στο Λος Άντζελες για να συναντήσουν τους δικηγόρους του _ θα ταξιδέψουν με αυτοκίνητο, ο Ρέιμοντ αρνείται να μπει σε αεροπλάνο. Καταλήγουν στο Λας Βέγκας όπου ο Τσάρλι φτάνει στο σημείο να χρησιμοποιήσει στο καζίνο την ικανότητα της αριθμομνημόνευσης του Ρέιμοντ για να σηκώσει την μπάνκα και να αποκτήσει τα 100.000 δολάρια που έχει χάσει _ η Σούζαν αηδιασμένη με τις μεθοδεύσεις του σηκώνεται και φεύγει.
Ο Τσάρλι, όμως, αφού αποδεχθεί τον αυτισμό του αδελφού του , σιγά σιγά _ μνήμες από τα παιδικά τους χρόνια επανέρχονται, κοινές τους στιγμές στο παρελθόν ανακτώνται… _ αρχίζει να δένεται μαζί του, μεταστρέφεται και αποφασίζει να τον αναλάβει αδιαφορώντας για την κληρονομιά. Αλλά ο ψυχίατρος που εξετάζει τον Ρέιμοντ διαπιστώνει πως ο αυτιστικός άνδρας αδυνατεί να αποφασίσει μόνος του αν θέλει να πάει με τον αδελφό του ή να παραμείνει στο ίδρυμα. Άρα, θα πρέπει εκεί να μείνει. Τα δυο αδέλφια χωρίζουν με την υπόσχεση του Τσάρλι να έρχεται συχνά να βλέπει τον Ρέιμοντ.
Ο Νταν Γκόρντον, σεναριογράφος ο ίδιος, προσάρμοσε για τη σκηνή (2009), με τον ίδιο τίτλο, το σενάριο των Μπάρι Μόρροου και Ρόναλντ Μπας για την ταινία (1988) του Μπάρι Λέβινσον «Ο άνθρωπος της βροχής –Rain Man», μένοντας πιστός στο πρωτότυπο. Το κείμενο, με σύντομες σκηνές που προδίδουν την καταγωγή του αλλά όχι, πάντως, θεατρικά αδύναμο, έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας συνταγής Χόλιγουντ / Μπρόντγουέι: θέμα συγκινητικό, έναν ήρωα με πρόβλημα _ μπορεί να είναι αυτιστικός, ψυχικά διαταραγμένος, κωφός, περιθωριακός, ορφανό, κακοποιημένο παιδάκι, έγχρωμος, υπέρβαρος, ναυαγός, αμνησιακός, με κάποια σπάνια ασθένεια, βιασμένη γυναίκα… _, χειρισμό «πολιτικά ορθό», διαλόγους έξυπνους, χιούμορ, συγκίνηση, λίγο σεξ _ όλα στις σωστές δόσεις… Με αποκλειστικό στόχο και μέλημα να αρέσει και να κόψει πολλά εισιτήρια. Ο Γκόρντον, όπως συμβαίνει σε όλα τα ανάλογα έργα, δεν προχωρεί βαθύτερα από την επιφάνεια. Και πέρα από το να δώσει ένα έργο καλοζυγισμένο.
Η παράσταση. Ο Δημήτρης Λιγνάδης που υπογράφει τη σκηνοθεσία κράτησε τις ισορροπίες δεξιοτεχνικά. Έξυπνα ποιών δεν επεδίωξε σκηνοθετισμούς σε ένα έργο που οπωσδήποτε θα τις κλωτσούσε _ εν ου παικτοίς _ και σε ένα είδος θεάτρου που απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Αλλά ούτε αδιαφόρησε λειτουργώντας αφ’ υψηλού ως απλός διεκπεραιωτής. Αγκάλιασε στοργικά το κείμενο ακουμπώντας στην εξαίρετη μετάφραση του Θοδωρή Πετρόπουλου _ η καλύτερή του νομίζω, με λαμπρά ελληνικά _ , έδωσε άψογους ρυθμούς στην παράσταση, όπου μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό, όπως στις πρώτες σκηνές στο γραφείο του Τσάρλι και μέσα στην τρέλα που επικρατεί, με τους επί σκηνής τρεις να «καβαλούν» ο ένας τα λόγια του άλλου, το έπραξε, δημιούργησε θεατρικά πειστικές καταστάσεις και έδωσε ένα φινάλε πολύ συγκινητικό αλλά όχι μελοδραματικό.
Δυστυχώς την παράσταση δεν τη βοηθάει, νομίζω, το σκηνικό της Εύας Νάθενα. Ιδιαίτερα καλόγουστο, δεν το βρήκα λειτουργικό ενώ αυτό ακριβώς επιδιώκει: δεν καταφέρνει να μεταμορφωθεί, παρά τη βοήθεια των φωτισμών του Αλέκου Γιάνναρου, στους πολλούς διαφορετικούς χώρους που ζητάει το έργο. Ικανοποιητικά τα κοστούμια της εκτός από της Σούζαν μετά την κηδεία συνδυασμένο μ’ αυτά τα μποτάκια...
Ερμηνείες. Άπειροι ο Σπύρος Κυριαζόπουλος και η Μαρία Μπεληγιάννη που το δείχνει περισσότερο. Επαρκής ο Θοδωρής Ρωμανίδης, ικανοποιητική η Κλέλια Ρένεση, ακόμα πιο ικανοποιητικός ο Γιάννης Καρατζογιάννης, αν και κάπως «ορθοφωνικός». Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης έχει επωμιστεί ένα ρόλο αβανταδόρικο, από αυτούς που οπωσδήποτε θα αρέσουν. Τον φέρει εις πέρας με καλή τεχνική, με χιούμορ και με συγκίνηση. Αλλά θα τον ήθελα πιο χαλαρό, πιο σύνθετο. Τον Γιάννη Στάνκογλου τον θέλει το σανίδι: έχει άνεση και κίνηση καλά γειωμένη αλλά διαθέτει και αμεσότητα και εκφραστικότητα. Αν και δεν πείθει για αντιπρόσωπος αυτοκινήτων του Λος Άντζελες, έκλεψε τις εντυπώσεις μου.
Το συμπέρασμα. Μια καλή παράσταση ενός αναλώσιμου έργου.

θέατρο «Γκλόρια», 6 Φεβρουαρίου 2013.


February 7, 2013

Θεσσαλονίκη, πόλη ερωτική…



Το Τέταρτο Κουδούνι / 7 Φεβρουαρίου 2013 

Πάω στο Εθνικό, στο «Κοτοπούλη», να δω «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Μιχαήλ Μαρμαρινού, πριν απ’ την παράσταση μας ανακοινώνουν πως το ρόλο της Ελένης λόγω ασθένειας της Ιωάννας Τσιριγκούλη που τον έπαιζε τον έχει αναλάβει η Θεοδώρα Τζήμου _ η οποία παίζει και στα «Κόκκινα φανάρια» που συγκατοικούν στην ίδια Σκηνή, σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Εξαίρετη ηθοποιός, βγήκε με το κείμενο στο χέρι _ προφανώς η αντικατάσταση έγινε εκ των ενόντων _ και τα ’βγαλε πέρα. Αλλά αυτό δεν ήταν για μια μέρα μόνο _ εκείνη τη μέρα που πήγα. Συνεχίζεται, μαθαίνω, διότι συνεχίζεται κι η ασθένεια της Ιωάννας Τσιριγκούλη. 
Κλείνω χτες να πάω στην ίδια Σκηνή του Εθνικού να δω τα «Κόκκινα φανάρια». Ένα τυχαίο τηλεφώνημα λίγο πριν ξεκινήσω και τι ακούω; Πως η Άλκηστις Πουλοπούλου που παίζει την Άννα είναι άρρωστη με ίωση. Και πως εκλήθη να την αντικαταστήσει, εκ των ενόντων και πάλι _ με τα χαρτιά στα χέρια, υποθέτω, και σ’ αυτή την περίπτωση _ η Διώνη Κουρτάκη που παίζει στο «Όνειρο». 

Εξυπηρετικές, βέβαια, αυτές οι αλλαξοκωλιές _ δεν πειράζει, ας γίνω χυδαίος _ για να μη χαθεί ούτε ένα εισιτήριο στους οικονομικά δύσκολους αυτούς καιρούς. Αλλά εγώ αναρωτιέμαι: ολόκληρο Εθνικό Θέατρο δεν έχει καταφέρει ακόμα να ’χει στις παραστάσεις του για τους βασικούς ρόλους έτοιμους αντικαταστάτες _ ντουμπλίρ δηλαδή; Απαράδεκτο! Κι αφού δεν το ’χει καταφέρει γιατί δεν ανακοινώνει την αντικατάσταση εκ των προτέρων μ’ ένα δελτίο Τύπου. Έστω με μια αναφορά στον ιστότοπό του. Έστω μ’ ένα χαρτί κολλημένο στο ταμείο του θεάτρου. Το θέαμα της ηθοποιού η οποία αγωνίζεται να κάνει την κίνηση που πρέπει και παράλληλα να γυρίζει τις σελίδες είναι από μειωτικό έως φαιδρό κι αφήνει μια αίσθηση πρόβας. Κι ο θεατής που πλήρωσε εισιτήριο δεν είναι υποχρεωμένος να το λούζεται. Όταν μάλιστα τον ενημερώνουν δευτερόλεπτα μόνο πριν αρχίσει η παράσταση έως και απάτη θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω. Σίγουρα, πάντως, όχι σεβασμό προς το κοινό. 




Με το Θέατρο «Νόιμαρκτ» της Ζιρίχης θα συνεργαστεί το καλοκαίρι του 2014 ο δικός μας σκηνοθέτης Δημήτρης Κουρτάκης, μετά τον Γιάννη Χουβαρδά που ανέβασε εκεί τον περασμένο Μάρτιο τον «Βόιτσεκ» του Μπίχνερ στη μιούζικαλ εκδοχή των Ρόμπερτ Γουίλσον – Τομ Γουέιτς.
Ο Δημήτρης Κουρτάκης θ’ ανεβάσει για το «Νόιμαρκτ», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Θεάτρου της Ζιρίχης, τη δική του σύνθεση «Αμόκ (Ορέστης)» στην οποία ο Ορέστης απ’ την ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, ένας κατεξοχήν θανάσιμος τιμωρός, γίνεται η προβολή των δυο εφήβων που στις 20 Απριλίου του 1999, σε αμόκ, σκοτώνουν στο λύκειο «Kολουμπάιν» του Kολοράντο, δώδεκα συμμαθητές τους κι έναν καθηγητή. Δυο παιδιών «εγκλωβισμένων στο μεταίχμιο της εφηβείας, τα οποία κάνουν το φόνο διαβατήριο για μια ταυτότητα που μπορούν να κατοχυρώσουν μόνο σκοτώνοντας και αυτοκτονώντας», όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης που συνυπογράφει με τον Ραλφ Φίντλερ και το κείμενο της παράστασης. «Τα ημερολόγια κι οι βιντεοταινίες τους στα οποία περιγράφουν μια διαδρομή σ’ ένα λαβύρινθο νεκρών και που μαρτυρούν την απόλυτη αποξένωση» ήταν το υλικό, σε συνδυασμό με το κείμενο της ευριπίδειας τραγωδίας, για «μια μυθοπλασία ικανή να επενδύσει τη βία τους με μυθικά σχήματα ενοχής, εκδίκησης και παροξυσμού».
Τη δραματουργική επεξεργασία έκαναν η Ελένη Παπάζογλου κι η Αναστασία Τζέλλου ενώ το ήδη σχεδιασμένο σκηνικό θα ’ναι της Μάρσα Γκίνσμπεργκ. Η παράσταση γίνονται συζητήσεις να παρουσιαστεί πρώτα στην Αθήνα με ελληνική διανομή.
Τ' όνομα του εκλεκτικού Δημήτρη Κουρτάκη συνδέεται στην Ελλάδα με δυο μόνο αλλά εξαίρετες παραστάσεις μέσα σε εννιά χρόνια. Τη σεζόν 2003 – 2004 πρωτοεμφανίστηκε στο «Αμόρε» ανεβάζοντας για το «Θέατρο του Νότου» την «Αραβική νύχτα» του πρωτοπαρουσιαζόμενου στην Ελλάδα σημαντικού Γερμανού Ρόλαντ Σίμελπφένιχ ενώ το 2008 έκλεισε το Φεστιβάλ Αθηνών στην «Πειραιώς 260» με το έξοχο «Καφενείο» του. 
Σημειώστε, επίσης, πως η συνδιευθύντρια του Θεάτρου «Νόιμαρκτ» Μπάρμπαρα Βέμπερ ανέβασε φέτος στην Νέα Σκηνή του Εθνικού σε μια ενδιαφέρουσα παράσταση το έργο του Τενεσί Γουίλιαμς «Ο Ορφέας στον Άδη». 



Επιτέλους! Η αρχιμουσικός Ευγενία Μανωλίδου μπαίνει με την μπαγκέτα της και σε Μέγαρο Μουσικής. Της Θεσσαλονίκης. Στα πόδια της η 25μελής ορχήστρα που συνοδεύει την Νίνα Λοτσάρη _ «Δύο αστέρια μαζί στη σκηνή!» τιτλοφορείται το σχετικό δελτίο Τύπου. Άντε, και δεν αργεί κι η Φιλαρμονική του Βερολίνου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...



Ε, ρε γλέντια εκεί πάνω, στη συμπρωτεύουσα, στο ΚΘΒΕ… Μετά τις συγκρούσεις ηθοποιών και εργαζομένων με τον πρόεδρο του Δ.Σ. Μάκη Τρικούκη, μετά τα ΜΑΤ που μπήκαν στο θέατρο προ μηνών, μετά το κλείσιμο των δυο Σκηνών του Θεάτρου στους Λαζαριστές κι αφού ο κ. Τρικούκης την έπεσε άγρια στον καλλιτεχνικό διευθυντή Σωτήρη Χατζάκη με αφορμή το θέμα της καλοκαιρινής κλοπής χρημάτων του ταμείου του Θεάτρου, ιδού τώρα που του την πέφτει του Σωτήρη Χατζάκη μετωπικά κι άλλος πρόεδρος: ο Νικόλαος Μέρτζος, πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στο θέατρο της οποίας στεγάζεται με ενοίκιο η Κεντρική Σκηνή του ΚΘΒΕ. 
Ποιος είναι ο κ. Μέρτζος; Δικηγόρος, δημοσιογράφος και συγγραφέας, μέλος, και μάλιστα με αξιώματα, της αλήστου μνήμης (1970 – 1973) Συμβουλευτικής Επιτροπής, της διορισμένης παρά του αειμνήστου προέδρου τότε της «κυβερνήσεως» Γεωργίου Παπαδοπούλου, εκδότης της _ εθνικόφρονος _ εφημερίδος «Ελληνικός Βορράς» αλλά και σύμβουλος κατά καιρούς, απ’ ό,τι διάβασα σε παλαιότερο, εκτεταμένο σχόλιο του «Ιού» της «Ελευθεροτυπίας», των Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ευάγγελου Αβέρωφ και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, μεταξύ των διοργανωτών του επίσης αλήστου μνήμης συλλαλητηρίου «Η Μακεδονία Είναι Ελληνική» το 1992 στην Θεσσαλονίκη και εκ των πρωταγωνιστών του πολέμου κατά του βιβλίου Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού _ αυτές είναι περγαμηνές!
Με επιστολή του στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής και με αφορμή συνέντευξη του Σωτήρη Χατζάκη που προηγήθηκε στην ίδια εφημερίδα, ο πρόεδρος της Εταιρείας γράφει για το διευθυντή πως «δηλώνει αναίσχυντα (σ.σ. η υπογράμμιση του συντάκτη) ότι κατασκευάζει ‘μια καινούργια σκηνή, «Σκηνή στο Πλάι» 200 θέσεων στον χώρο αναμονής της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών’». Έξαλλος ο πρόεδρος, αφού ξεμπροστιάσει το ΚΘΒΕ ότι χρωστάει τα νοίκια δέκα μηνών, καταγγέλλει πως δεν ενημερώθηκε για το θέμα της καινούργιας Σκηνής η Εταιρεία, μιλάει για «αυθαίρετο κτίσμα» (σ. σ. λέτε πια να γκρεμίσουν τοίχους για την καινούργια Σκηνή;), μιλάει για αδιαφορία προς τη στατική και την αισθητική (ποιαααα;;;;) του κτιρίου, μιλάει για «νομικά μέτρα που επισύρουν ποινικές και αστικές ευθύνες των υπεύθυνων προσώπων» και το κρεσέντο καταλήγει με την κορόνα: «Εδώ κατάντησαν την Ελλάδα οι σπουδαρχίδες της! Να κράτος, να μάλαμα! Να κρατικοί λειτουργοί!» (σ. σ. όπερ εστί, υποθέτω, μεθερμηνευόμενον: Ε, ρε, ένας Παπαδόπουλος που μας χρειάζεται…). 
Αλλά το πιο νόστιμο είναι πως μέσα στη σύγχυσή του ο _ 77χρονος, άλλωστε _ πρόεδρος αποκαλεί τον Σωτήρη Χατζάκη και Κώστα!
Ερωτική πόλη η Θεσσαλονίκη… Αγαπιούνται πολύ εκεί πάνω. Ειδικά οι περί το ΚΘΒΕ πνευματικοί άνθρωποι.



Ε, λοιπόν, το μυριζόμουνα αλλά σιγά - σιγά σιγουρεύομαι. Για τη στάση του υπουργείου Πολιτισμού και του _ εκ της συγκυβερνώσης Νέα Δημοκρατίας _ ΑΥΠΑΙΘΠΑ κ. Τζαβάρα ως προς το ακέφαλο Ελληνικό Φεστιβάλ: συστηματική υπονόμευση. Χωρίς Διοικητικό Συμβούλιο απ’ τον Ιούνιο, χωρίς πρόεδρο – καλλιτεχνικό διευθυντή απ’ τον Αύγουστο _ έληξαν οι θητείες τους _ , έστειλαν στο Φεστιβάλ, μετά από επερώτηση του βουλευτή του _ συγκυβερνώντος _ ΠΑΣΟΚ κ. Καρχιμάκη περί «κακοδιαχείρισης», οικονομικό Εισαγγελέα _ «άντε να ρίξουμε και λίγη λάσπη για σιγουριά»… _, φήμες να ρίχνονται στην πιάτσα επί μήνες «to Loukos or not to Loukos», ονόματα πιθανών «διαδόχων» _ πιθανά και απίθανα _ να ρίχνονται στην πιάτσα επί μήνες, διαρκής αδικαιολόγητη (;) χρονοτριβή στις αποφάσεις, καμιά ανακοίνωση κι ας έχει φτάσει 7 Φεβρουαρίου οπότε πρόγραμμα αξιόλογο αδύνατον να καταρτιστεί από οποιοδήποτε φεστιβάλ, ο προϋπολογισμός του για το 2013 να παραμένει terra incognita ακόμα, οπότε, ωσαύτως, πρόγραμμα αξιόλογο αδύνατον να καταρτιστεί από οποιοδήποτε φεστιβάλ, ο ΑΥΠΑΙΘΠΑ να ρίχνει δώθε - κείθε διάφορα αλληλοσυγκρουόμενα για να θολώσει την ατμόσφαιρα μέχρι και χαριτωμενιές _ εν ου παικτοίς… _ του τύπου «η ΔΗΜΑΡ θα βγάλει τώρα τα κάστανα απ’ τη φωτιά», η _ επίσης συγκυβερνώσα _ βασίλισσα του ήξεις αφήξεις ΔΗΜΑΡ να βγάζει ανακοινώσεις «υποστηρίζουμε τον Λούκο» αλλά η ανικανότητα κι η αβουλία της κι εδώ να γίνονται εμφανείς _ διότι βρώμισε η ανακοίνωση και τίποτα ακόμα… _ και ως κερασάκι στην τούρτα ο _ γεμάτος ενέργεια _ ΑΥΠΑΙΘΠΑ να εξαγγέλλει νεότευκτο «λαμπρό και ακτινοβόλο» Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος στην Επίδαυρο _ λες και δεν υπάρχει _ και να εξορμά σε συνεντεύξεις από… χωρίου εις χωρίον για να διευκρινίσει τα αδιευκρίνιστα. Και τώρα άρχισαν ξαφνικά ν’ αναγγέλλονται, ερήμην του Φεστιβάλ, σε ημερομηνίες και χώρους που είχε το Φεστιβάλ, εκδηλώσεις όπως η συναυλία της Νταϊάνα Κρολ _ στο Ηρώδειο για την 1 Ιουλίου _ για την οποία ήδη έδωσε, λέει, την άδεια το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. 
Ε, αν αυτό δε λέγεται συστηματική υπονόμευση... Ως τώρα το ’λεγα βλακεία, αδιαφορία, ασχετοσύνη, ανικανότητα. Τώρα όχι πια. Ζήτω η _ συγκυβερνωμένη _ Ελλάς! Η οποία ποτέ δεν πεθαίνει. Η πατασσόμενη, λέει (γέλια, γέλια, γέλια), διαφθορά ζει και βασιλεύει και τον _ ελληνικό _ κόσμο κυριεύει. Ακόμα κι η αντιπολίτευση, τουμπεκί. Ε, βέβαια, ο Λούκος δεν «είναι» κανενός… 



Δεν είναι που χρωστάει / χρωστούσε πολλά λεφτά. Είναι που γράφει πολλά λόγια. Πάρα πολλά. Μα πάααρα πολλά.

February 5, 2013

Ληστείες…


«Tι είναι η ληστεία μιάς τράπεζας, μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;…» (Μακίθ, «Ή όπερα της πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, τρίτη πράξη, μετάφραση Λαμπρινή Παππά). Το ’πε ήδη απ’ το 1928…

February 4, 2013

Photoshop και το λουρί της μάνας

«Το photoshop στις φωτογραφίες (σ.σ. των νεαρών εγκληματιών _ όπως, υποθέτω, θα αποδειχθεί δικαστικά) έγινε για να είναι δυνατή η αναγνώριση των δραστών» υποστήριξε _ επιχείρημα επιπέδου «ζαρντινιέρας _ ο υπουργός Προστασίας (!) του Πολίτη κ. Δένδιας. Χωρίς να κοκκινίσει. Έλα, όμως, που το photoshop το οποίο βλέπω να γίνεται ανεξέλεγκτα πλέον επί δικαίους και αδίκους στις φωτογραφίες και αφίσες των πάσης φύσεως σταρ _ θηλυκών τε και αρσενικών, νέων και, κυρίως, πεπαλαιωμένων… _ οδηγεί στο εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα...: τους κάνει αγνώριστους. Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…