April 10, 2012

Έκπληξη!

Το έργο. Ο Τζορτζ είναι λογιστής. Απ’ το Νιου Τζέρσεϊ. Η Ντόρις, νοικοκυρά. Απ’ το Όκλαντ της Καλιφόρνια _ στην άλλη άκρη των ΗΠΑ. Τριαντάρηδες. Παντρεμένοι. Με τρία παιδιά ο καθένα τους. Κι έναν Χάρι και μια Φίλις στο σπίτι, αντίστοιχα, να τους περιμένουν. Θα συναντηθούν τυχαία στο Μεντοτσίνο της Καλιφόρνια _ παραθαλάσσιο, πάνω στον Ειρηνικό. Το 1951.
Εκείνος πηγαίνει εκεί μια φορά το χρόνο για έναν πελάτη του. Εκείνη, σεβαστική καθολική, πηγαίνει σ’ ένα μοναστήρι για να ηρεμήσει και να αυτοσυγκεντρωθεί, επίσης μια φορά το χρόνο. Θα κάνουν έρωτα _ δηλαδή θα απατήσουν τους συζύγους τους _ αλλά θα νοιώσουν κάτι περισσότερο.
Δεν σκοπεύουν πάντως να διαλύσουν τις οικογένειές τους καθώς, άλλωστε, με τους συντρόφους τους περνούν καλά _ είμαστε στις ΗΠΑ της συντήρησης και της υποκρισίας αλλά και στην επικράτεια του μπουλβάρ που είναι υπεράνω της όποιας «ηθικής». Θα αποκρύψουν, λοιπόν, την περιπέτειά τους απ’ τον Χάρι και την Φίλις και θα συνεχίσουν να βλέπονται, να μιλάνε για… τις οικογένειές τους, να κάνουν έρωτα _ μοιχεία κατ’ εξακολούθησιν… _, να διαφωνούν, να αγαπιούνται, να τσακώνονται…
Κάθε πότε; Μα μια φορά το χρόνο! Το ίδιο Σαββατοκύριακο του Φλεβάρη. Μέχρι το 1975. Είκοσι τέσσερα συναπτά έτη. Ήταν νιοι και γέρασαν. Συνεχίζουν απτόητοι την οικογενειακή τους ζωή, αποκτούν και οι δυο τέταρτο παιδί _ η Ντόρις μάλιστα κατά τρόπο επεισοδιακό… _, ο Τζορτζ μετακομίζει στο Κονέκτικατ, μετακομίζει στο Λος Άντζελες, χάνει γιο στο Βιετνάμ, χάνει τη γυναίκα του _ τότε μόνο μαθαίνει πως εκείνη ήξερε, ήδη από είκοσι χρόνια πριν, την ιστορία του με την Ντόρις η οποία στο μεταξύ γίνεται επιχειρηματίας, γίνεται γιαγιά…
Ο Καναδός Μπέρναρντ Σλέιντ στη ρομαντική / δραματική κομεντί του με τις έξι σκηνές που διαδραματίζονται ανά πενταετία περίπου «Θα σε δω ξανά του χρόνου» (1975), η οποία δεν διστάζει να φλερτάρει έως και με τη φάρσα, χρησιμοποιεί ένα έξυπνο εύρημα που το χειρίζεται λεπτά και με χιούμορ σ’ ένα σφιχτό κείμενο που δεν παριστάνει τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι είναι.
Η παράσταση. Η Μαριαλένα Κωτσάκη μετέφρασε το έργο με άνεση και χιούμορ, μεταφέροντας, αν και δεν υπογράφει διασκευή, το χρόνο του: αντί 1951 – 1975 σε 1987 – 2012. Απολύτως νόμιμα έχουν γίνει και οι σχετικές απαραίτητες αλλαγές _ το Βιετνάμ γίνεται Αφγανιστάν κ.λπ. _ χωρίς καμία παραχώρηση σε φτήνιες, πράγμα συνηθες στις διασκευές που κυκλοφορούν εν Ελλάδι.
Πάνω στη μετάφραση αυτή ο Θοδωρής Αθερίδης οργάνωσε μία παράσταση απρόσμενα καλή. Σεβάστηκε το ύφος του μπουλβάρ και με ένα ελαφρό στιλιζάρισμα _ «παίζονται» στην  αρχή και στο τέλος οι σκηνικές οδηγίες, κάτι όχι πια πρωτότυπο αλλά εντούτοις πηγαία δεμένο με το συγκεκριμένο στιλιζάρισμα, ενώ τον τόνο δίνει, κυρίως, η Ελένη Μανωλοπούλου με τα, άψογα φωτισμένα από τον Αλέκο Αναστασίου, στιλάτα σκηνικά της _ προσέδωσε στο έργο μια ποιότητα που ίσως δεν διαθέτει αλλά κάλλιστα μπορώ να πω πως τη δικαιούται. Ο σκηνοθέτης, εκτός από τους εξαίρετους ρυθμούς που έδωσε στην παράσταση, την ετοίμασε με προσοχή στη λεπτομέρεια, προσδίδοντας στο έργο κάτι το ανάλαφρο μέσα από ένα λεπτό χιούμορ. Χωρίς καθόλου χυδαιότητες και χοντροκοπιές, κόντρα στην επικρατούσα στη θεατρική πιάτσα πεποίθηση πως αυτά «πουλάνε» _ στον αντίποδα της γραμμής που δυστυχώς είχε ακολουθήσει στην «Ελένη» και στην «Στρίγγλα που έγινε αρνάκι». Και είναι προς τιμήν του.
Εξαιρετική, επίσης, η δουλειά, τόσο στα βίντεο που συνδέουν τις σκηνές όσο και στις μουσικές που επιμελήθηκε ο ίδιος. Καλόγουστο το στιλιζάρισμα και στα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου _ στα άσπρα η Ντόρις, στα μαύρα ο Τζορτζ _ , έστω κι αν ένα, δυο δεν κολακεύουν την ηθοποιό.
Ηθοποιοί. Εκτός από τη γραμμή της παράστασης, ο Θοδωρής Αθερίδης δούλεψε προσεκτικά και τη σκηνική σχέση του με την Γωγώ Μπρέμπου. Ο ίδιος έβαλε νεύρο στους χαμηλούς του υποκριτικούς τόνους και, αντίστροφα, η Γωγώ Μπρέμπου χαλιναγώγησε τον πληθωρισμό και τους πολύ γοργούς ρυθμούς της υιοθετώντας ένα _ αποδοτικότατο, έστω κι αν κάποιες στιγμές ηχεί κάπως μονότονο _ χαμηλότονο ρίξιμο της ατάκας, ώστε οι δυο τους, ιδιοσυγκρασιακά εντελώς διαφορετικοί ηθοποιοί, να ισορροπούν απόλυτα. Το αποτέλεσμα, εξαιρετικά εύφορο. Ίσως και για τους δύο, οι καλύτεροί τους ρόλοι _ κι ας μην είναι ρόλοι κλασικοί, ρόλοι «μεγάλοι», το μπουλβάρ απαιτεί μεγάλη μαστοριά.
Συμπέρασμα. Μια παράσταση - μοντέλο ανεβάσματος μπουλβάρ που πρέπει να τη δει πολύς κόσμος. Ανεπιφύλακτα τη θεωρώ μάθημα καλού γούστου για το μεγάλο κοινό το οποίο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι σύγχρονοι κωμωδιογράφοι μας, οι παραγωγοί και οι πρωταγωνιστές, κάνουν ό,τι μπορούν, μέσα από τις τηλεοπτικές και θεατρικές «κωμωδίες» τους και τις «διασκευές» τους, για να το υποτιμήσουν και να το υποβαθμίσουν,σε χυδαίο όχλο.

Θέατρο «Βρετάνια», 7 Απριλίου 2012
(Η παράσταση από την Κυριακή του Πάσχα παίζεται στο θέατρο «Αθήναιον» της Θεσσαλονίκης).

April 5, 2012

Από Οιδίπους, Ιοκάστη


Το Τέταρτο Κουδούνι / 5 Απριλίου 2012
 
Ναι, οι εξετάσεις τους, τα τελευταία, τουλάχιστον, χρόνια, ήταν «ανοιχτές». Αλλά είναι, η πρώτη, αν δε λαθεύω, φορά που το Εθνικό δίνει στους τριτοετείς της δραματικής σχολής του την ευκαιρία να πατήσουν, πριν απ’ τις εξετάσεις, το σανίδι παίζοντας ενώπιον κοινού, σε μέρες τακτικές, μια πλήρη παράσταση. Και μάλιστα να εξερευνήσουν, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη, μ’ ένα έξοχο ελληνικό έργο, τον «Γενικό γραμματέα» του Ηλία Καπετανάκη, τις αναλογίες μιας καυτής πολιτικής σάτιρας του 1893 με το σήμερα.


Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
θα ’ναι η Ιοκάστη πλάι στον Αιμίλιο Χειλάκη – Οιδίποδα και με Κρέοντα τον Χρήστο Σαπουντζή στον «Οιδίποδα τύραννο» που θα σκηνοθετήσει μόνο με άνδρες ηθοποιούς ο Τσέζαρις Γκραουζίνις το καλοκαίρι, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου, συμπαραγωγή της εταιρείας «Αρτivities» του Αιμίλιου Χειλάκη με το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και με το Ελληνικό Φεστιβάλ.
Αξιοσημείωτο είναι πως ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης θα επωμιστεί την Ιοκάστη _ αλλά και άλλους ρόλους, όπως κι οι υπόλοιποι δυο εκ των τριών υποκριτών της παράστασης _ ενώ στο προηγούμενο ελληνικό ανέβασμα της τραγωδίας του Σοφοκλή απ’ τον Σπύρο Ευαγγελάτο με το «Αμφι-Θέατρό» του και πάλι στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, μόλις το προπέρσινο καλοκαίρι, του 2010, κρατούσε τον επώνυμο ρόλο.
Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις θ’ ανεβάσει το έργο _ μια παράσταση που παρουσιάζει καταρχάς εξαιρετικό ενδιαφέρον _ στη μετάφραση του Μίνου Βολανάκη, με σκηνικά και κοστούμια Κένι ΜακΛίλαν, μουσική Δημήτρη Θεοχάρη και φωτισμούς Νίκου Βλασόπουλου.
Ο Κώστας Κορωναίος θα ’ναι ο κορυφαίος του Χορού τον οποίο θα συναπαρτίζουν οι Αλμπέρτο Φάις, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Κώστας Σειραδάκης, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ονίκ Κετσογιάν, Γιώργος Παπανδρέου (όχι, περί συνωνυμίας πρόκειται…), Τζεφ Μααράουι. Βοηθός του σκηνοθέτη, η γυναίκα του, ηθοποιός Μάρω Παπαδοπούλου.




Μόλις επέστρεψε απ’ την Ζιρίχη, όπου σκηνοθέτησε στο εκεί, σαρανταεξάχρονο _ απ’ το 1966 _, σημαντικό Θέατρο «Νόιμαρκτ» τον «Βόιτσεκ» του Γκέοργκ Μπίχνερ στη «μιούζικαλ» εκδοχή του (2002) απ’ τον Ρόμπερτ Γουίλσον και τον Τομ Γουέιτς, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού μας Γιάννης Χουβαρδάς. Με αποθεωτικές κριτικές: «Δεν είναι σε καμιά περίπτωση υπερβολικός ο ισχυρισμός, ότι η παράστασή του αφήνει εποχή», «Απελευθερώνει μόνο ένα συναίσθημα: ενθουσιασμό», «Ένα συνταρακτικό ρέκβιεμ πάνω στην αξιοπρέπεια», «Σου κόβει την ανάσα με την αισθητική του συνέπεια και τη δραματουργική του ανατροπή», «Σε καμιά σύσπαση των μυών δεν υπάρχει λάθος, καμιά φράση δεν είναι περιττή. Θρίαμβος» έγραψαν, μεταξύ άλλων, οι εφημερίδες της  Ζιρίχης.
Να σας θυμίσω πως η Μπάρμπαρα Βέμπερ, συνδιευθύντρια του «Νόιμαρκτ» απ’ το 2008, έχει κληθεί απ’ τον Γιάννη Χουβαρδά και θ’ ανεβάσει τον επόμενο Φεβρουάριο στην Νέα Σκηνή του Εθνικού «Ορφέα στον Άδη» του Τενεσί Γουίλιαμς.
Όσο για τον «Περικλή» του Σέξπιρ, που παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία του Χουβαρδά στο Εθνικό Θέατρο, πρόκειται σύντομα να ταξιδέψει στο Λονδίνο για να παιχτεί στο θέατρο «Γκλόουμπ», στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Σέξπιρ _ με άπαντα τα σεξπιρικά έργα που θα τα παρουσιάσουν θίασοι απ’ όλο τον κόσμο _ το οποίο πραγματοποιείται στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας που οργανώνεται με αφορμή τους εκεί φετινούς Ολυμπιακούς Αγώνες.


Σχετικά με τα όσα έγραφα στο Τέταρτο Κουδούνι στις 9 Φεβρουαρίου για την ελληνική προϊστορία του συγκεκριμένου «Περικλή» και με αφορμή την πληροφορία που ’δωσε ο δικός μας Κώστας Γεωργουσόπουλος στην κριτική του στις 5 Μαρτίου για την παράσταση, να διορθώσω πως το ανέβασμα δεν είναι το πρώτο στην Αθήνα στα ελληνικά. Είναι απλώς το πρώτο απ’ το Εθνικό.
Μετά την παράσταση του έργου απ’ το «Prospect Theatre» στο Ηρώδειο, στο πρωτότυπο βέβαια, στα ελληνικά πρώτος το ανέβασε, το καλοκαίρι του 1980, στον ίδιο χώρο, ο Αλέξης Σολομός με το «Προσκήνιό» του για ν’ ακολουθήσει ο Νίκος Χουρμουζιάδης με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» στην Θεσσαλονίκη το 1998 / ’99.


Δεν αρκούνται,
φέτος, οι αδελφοί Κούφαλη _ Αντώνης και Κωνσταντίνος _ στον επιτυχημένο μονόλογό τους «Η έκτη Καρυάτιδα» που παίζεται στο «Άλμα» απ’ την Σοφία Φιλιππίδου σε σκηνοθεσία Κώστα Τσόκλη.
Η διασκευή τους απ’ τον Παπαδιαμάντη _ πέντε διηγήματά του _ «Φτωχοί και άγιοι» σε σκηνοθεσία Ανδρομάχης Χρυσομάλλη μεταφέρθηκε απ’ την ομάδα «Methexis» στο «Βασιλάκου» και παίχτηκε για δεύτερη σεζόν.
Ενώ η «Πάχνη» τους _ πρωτοπαρουσιάστηκε στις «Αναγνώσεις» του Εθνικού (και της Σίσσυς Παπαθανασίου) σε σκηνοθετική επιμέλεια Θέμελη Γλυνάτση την άνοιξη του 2009 _, στην πολύ καλή σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά που παίχτηκε για πρώτη φορά στην Καβάλα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Φιλίππων και Καβάλας, και στη συνέχεια, τη σεζόν 2009 / ’10, στην Αθήνα, στο «Πορεία», αφού παρουσιάστηκε πριν από λίγες μέρες στην Βοσνία, στο Διεθνές Φεστιβάλ Χειμώνας 2012 του Σαράγεβο, με Μάνο Καρατζογιάννη και Αλέξανδρο Μαυρόπουλο στους δυο ρόλους, κατηφορίζει και πάλι στην Αθήνα. Από αύριο έως και την Μεγάλη Τρίτη, στο «Θησείον» αυτή τη φορά.


Έχει γοητεύσει _ και _ τους ανθρώπους του θεάτρου ο Αλμοδόβαρ. Έτσι εκτός απ’ τις «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης», μεταφορά για το θέατρο απ’ τους Τζέφρι Λέιν και Ντέιβιντ Γιάζμπεκ, που παίζεται _ με μεγάλη επιτυχία _ στο «Μικρό Παλλάς» σε απόδοση Θοδωρή Πετρόπουλου και σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, είχαμε και στην Θεσσαλονίκη μια περφόρμανς εμπνευσμένη απ’ τις ταινίες του Αλμοδόβαρ και τις μουσικές τους: «Γύρνα πίσω …στα ψηλά τακούνια». Απ’ την ομάδα «Μόδας και Τέχνης Εραστές». Παίχτηκε στη στοά Μαλακοπή και στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της πόλης, στο πλαίσιο των δράσεων «Made In Thessaloniki» σε σύλληψη και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρόδη και Ιωάννη Κυφωνίδη. Περφόρμανς που, πιθανόν, θα ξαναδεί η Θεσσαλονίκη αλλά θα τη δούμε και στην Αθήνα.


Αισθητή κάνει φέτος την παρουσία της
η Σωτηρία Μπέλλου στην ελληνική σκηνή. Διότι δεν έχουμε μόνο το μονόλογο της Σοφίας Αδαμίδου «Σωτηρία Μπέλλου. Η περιπλανώμενη ζωή μιας ρεμπέτισσας» με την Ντίνα Κώνστα στο «Κάππα» σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου. Έχουμε και την παράσταση «Θυμάσαι τη φωνή μου; E. Piaf – Σ. Μπέλλου» που, «αναμορφωμένη» μετά την περσινή της παρουσίαση στο «104», παίζεται στον «Προσωρινό», σε κείμενα και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή, με δυο τραγουδιστές και δυο μουσικούς αλλά και με την Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου.

Προ 50ετίας
Τα Θεατρικά Νέα


Αύριο φθάνει με το υπερωκεάνειο «Βασίλισσα Φρειδερίκη» από τη Νέα Υόρκη ο Νίκος Μοσχονάς, που, ως γνωστόν, μετεκλήθη από την Λυρική Σκηνή για να τραγουδήση στα «Ολύμπια» στις παραστάσεις των έργων «Η δύναμις του πεπρωμένου» του Βέρντι και «Φάουστ» του Γκουνώ. Ο διάσημος Έλλην βαθύφωνος και πρωταγωνιστής της Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης θα παραμείνη στην Αθήνα μέχρι τέλος του μηνός. 5 Μαρτίου 1962.


[…] Για πρότυπό του ο συγγραφέας φαίνεται να είχε «Τα φώτα της πόλεως» του Σαρλώ, «κατ’ εικόνα και ομοίωση» του οποίου έπλασε και τον Ανθρωπάκο του. Τον υποδύεται, φυσικά, ο κ. Χορν, με τη γνωστή δεξιοτεχνία του […]. Έξοχη ηθοποιός η κ. Ζαβιτσιάνου βρίσκει τρόπο να δώσει κάποια επίφαση ζωής στο άσαρκο φάντασμα της Ρόζας. Με πολύ χιούμορ και κέφι η κ. Σκιαδά σκιαγράφησε τη Βολιώτισσα, με τη λόξα να γίνει εκφωνήτρια. Της αξίζει κάθε έπαινος. […]. Με γνώση σκηνοθέτησε το έργο ο κ. Μπαστουνόπουλος […] (από την κριτική του Βάσου Βαρίκα για το έργο «Ο ανθρωπάκος» του «Ελευθερίου Αγνώστου» που παρουσίασε ο Δημήτρης Χορν). 9 Μαρτίου 1962.

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ».

Γλώσσα πανέ

«Το ΠΑΣΟΚ είναι αποφασισμένο να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας και της υπευθυνότητας» είπε ο νέος του πρόεδρος κ. Βενιζέλος. Ώς τα τώρα, δηλαδή, δεν τη μιλούσε; Μιλούσε ξένες γλώσσες; Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

April 4, 2012

Των Παθών…


Την Μεγάλη Εβδομάδα, λέει, θα ανακοινωθεί η ημερομηνία των εκλογών. Πραγματικά η Εβδομάδα των Παθών είναι ένα πολύ ταιριαστό πλαίσιο. Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

April 3, 2012

Εκεί είχανε οικονομικό θαύμα… ή «Σου κόβεται η μιλιά»


Το έργο. Σε μια φάρμα _ το Στάλερχοφ. Γερμανία, αρχές δεκαετίας του ’70. Η Μπέπι, η κόρη του ιδιοκτήτη της φάρμας, είναι στα δέκα τρία _ «καθυστερημένη». Η μάνα κι ο πατέρας της τη σιχαίνονται και την περιφρονούνε και τη μισούνε _ που βγήκε «έτσι». Και την κακομεταχειρίζονται. Η Μπέπι βρίσκει αποκούμπι στον Ζεπ, έναν ηλικιωμένο, κοντά στα εξήντα και στη σύνταξη, εργάτη που δουλεύει στη φάρμα. Στερημένος κι αυτός. Ένα «χαμένο κορμί». Ζει στη μοναξιά του _ μ’ ένα σκύλο μόνο. Η Μπέπι δεν είναι επιθυμητή _ αλλά ο Ζεπ νοιώθει μια ζωώδη έλξη γι αυτή. Σμίγουν.
Το κορίτσι νοιώθει πως κάπου μπορεί ν’ ακουμπήσει, από κάποιον μπορεί να εισπράξει αυτό που στερείται παντελώς _ ένα νοιάξιμο, ίσως και μια τρυφερότητα. Αλλά θα μείνει έγκυος. Οι γονείς θα το μάθουν. Η εκδίκηση του πατέρα είναι να δηλητηριάσει το σκύλο του Ζεπ, το μόνο που έχει στη ζωή. Σκέφτονται _ πηγαίνοντας στην εκκλησία… _ να σκοτώσουν το κορίτσι. Για να μην μην «κηλιδωθεί» η τιμή τους. Δεν το κάνουν. Η μάνα ετοιμάζεται να της κάνει έκτρωση. Δεν το κάνει. Φοβάται; Λυπάται; Έχει ηθικές αναστολές; Η Μπέπι θα γεννήσει.
Το έργο (1972) του Φραντς Ξάβερ Κρετς «Stallerhof» τελειώνει απότομα _ σα να κόβεται με το μαχαίρι _, όταν αρχίζουν οι ωδίνες του τοκετού της δεκατριάχρονης. Η συνέχεια ίσως θα ήταν ακόμα πιο σκληρή… Μέσα από τις έξι σκηνές της πρώτης πράξης, τις δέκα της δεύτερης και τις έξι της τρίτης, μέσα από είκοσι δύο συνολικά σκηνές, όλες σύντομες έως πάρα πολύ σύντομες, κοφτές, με λόγο ελάχιστο, αφαιρετικό _ τα απαραίτητα _, αλλά εξαιρετικά πυκνωμένο και ακριβή και περιεκτικό, με παύσεις πολλές που λένε περισσότερα, ο Κρετς _ δίκαια; Άδικα; Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα με ειλικρίνεια _ καταγράφει με έναν σκληρό, κυνικό, ωμό ρεαλισμό, σχεδόν νατουραλίστικα, μια ζωή μίζερη, στερημένη, προβληματική, χωρίς κοινωνική μέριμνα, σ’ ένα κράτος, την Γερμανία, που βιώνει, όπως όλοι πιστεύαμε, ένα «οικονομικό θαύμα». Ένα θαύμα που δεν το μοιράζονται, όμως, όλοι _ δεν είναι για όλους.
Ο Κρετς δεν ηθικολογεί _ «το αμάρτημα της παιδεραστίας», «το έγκλημα της αποπλάνησης ανηλίκου»... Ούτε κατά διάνοια. Το «Stallerhof» είναι, σαφώς έργο πολιτικό. Έστω και έμμεσα. Και μοιάζει σαν ένα λαχάνιασμα. Που παίρνεις μικρές, κοφτές ανάσες προσπαθώντας να αναπνεύσεις χωρίς να μπορείς να πεις πολλές κουβέντες, να σχηματίσεις λόγο ολοκληρωμένο _ αυτή την αίσθηση και καθόλου την αίσθηση «κινηματογραφικότητας» μου άφησαν οι μικρές, γρήγορα εναλλασσόμενες σκηνές με τον ελλειπτικό λόγο. Όπως και την αίσθηση πως ο ελλειπτικός αυτός λόγος πηγάζει από την αδυναμία το συγκεκριμμένο θέμα να αντιμετωπιστεί με λόγια _ «σου κόβεται η μιλιά», λέει κάποια στιγμή ο πατέρας Στάλερ. Άλλωστε στο «Wuncshkonzert» _ που έχουμε δει στην Ελλάδα και με την Αλέκα Παΐζη σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα (ως «Τα αγαπημένα σας τραγούδια») στο «Απλό Θέατρο» και, πιο πρόσφατα, από την Δέσποινα Κούρτη με σκηνοθέτρια την Ζωή Χατζηαντωνίου στο «Από Μηχανής», σε δύο συγκλονιστικές ερμηνείες _, γραμμένο την προηγούμενη χρονιά (1971), ο Κρετς καταγράφει την ίδια κοινωνική απόγνωση και τη μοναξιά και την έλλειψη επικοινωνίας χωρίς καθόλου λόγια _ βουβά.

Η παράσταση. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος που υπογράφει τη σκηνοθεσία σεβάστηκε και το γράμμα και το πνεύμα του έργου. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιούργησε, οι ρυθμοί, οι παύσεις, το στήσιμο της παράστασης μεταφέρουν την κοινωνική ασφυξία που καταγγέλει ο Κρετς. Και τις «τολμηρές» σκηνές του έργου τις διαχειρίζεται με την μεγαλύτερη διακριτικότητα και με μέτρο _ αλλά και καθόλου σεμνότυφα. Τολμηρότερο από τις γυμνές σκηνές και τις σκηνές σεξ ή αυνανισμού βρήκα πώς ο σκηνοθέτης τοποθετεί ΜΕΣΑ στην εκκλησία τη σκηνή που οι γονείς σκέφτονται το φόνο του παιδιού τους _ κι όχι «στο δρόμο προς την εκκλησία» όπως προβλέπει το κείμενο.
Η παράσταση έχει πολλά στα υπέρ της: μια καίρια, εξαίρετη μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου και μια μουσική _ του Σπύρου Γασπαράτου _ που υποβάλλει με τον καλύτερο τρόπο αλλά, όπως και η σκηνοθεσία, διακριτικά.
Για τα σκηνικά της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου θα είχα να πω πως με τον λιτότερο τρόπο _ ξύλο και άχυρα _ υπηρετούν έργο και σκηνοθεσία καθοριστικά. Με τη μελαγχολική χρωματική «μονοτονία» των σκηνικών έρχονται αρμονικά να δεθούν τα κοστούμια. Αλλά ανάμεσά τους και η έκπληξη. Που εμβολίζει τη μελαγχολία και την απόγνωση με μια νότα αισιοδοξίας _ σαν να αφήνει αμυδρά να χαράξει μια αχτίδα ελπίδας: τα χρώματα των ρούχων της Μπέπι. Ένα κοστούμι που αποδεικνύει πως η σκηνογράφος / ενδυματολόγος γνωρίζει πώς να δημιουργήσει αισθητική μέσα στο κιτς και τη μιζέρια που επιβάλλει το κείμενο, σε αντίθεση με την κρατούσα μεταμοντέρνα γραμμή. Ο Σάκης Μπιρμπίλης, σε μεγάλη φόρμα και πάλι, με τους φωτισμούς που σχεδίασε Δημιουργεί: καταπληκτική δουλειά. 


Οι ερμηνείες. Ο Μάνος Βακούσης χαράζει, μακριά από υπερβολές στις οποίες μερικές φορές υποκύπτει, με λιτό, βαθιά εσωτερικό τρόπο τον Ζεπ, δίνοντας μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία. Η Μαρία Καλλιμάνη, για άλλη μια φορά, μεταμορφώνεται και πείθει ως αγρότισσα. Ο καλός Κώστας Τριανταφυλλόπουλος στις πρώτες σκηνές μού φάνηκε κάπως σφιγμένος και σε πολύ ψηλούς τόνους αλλά στη συνέχεια εντάσσεται στο όλο κλίμα.
Η νεαρή Αμαλία Αρσένη, στην πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση, εκτίθεται χωρίς αναστολές αλλά με μέτρο και ήθος και καταφέρνει να είναι απόλυτα πειστική Μπέπι. Ο ρόλος είναι βέβαια αβανταδόρικος και θα ήθελα να τη δω και σε άλλους, πιο «βατούς» για να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα, κατά τη γνώμη μου, παράσταση.

«Θέατρο του Νέου Κόσμου» / Πάνω Χώρος, 30 Μαρτίου 2012.