«Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» / Σύλληψη, σκηνοθεσία, χορογραφία, εικαστικός σχεδιασμός: Δημήτρης Παπαϊωάννου. Μουσική Γιώργος Κουμεντάκης. Λιμπρέτο «Lazarus» του Δημητρίου Καπετανάκη / Μουσική διεύθυνση: Θεόδωρος Κουρεντζής. Σολίστ: Ντιάνα Νοσίρεβα, σοπράνο
Ήταν πολλοί στον περίγυρό μας, από κοντά μας, δικοί μας άνθρωποι που, ήδη -από τη δεκαετία του ’80-, είχαν χαθεί. Από AIDS. Και ο φόβος δεν είχε περάσει -ακόμα δεν πέρασε. Ήταν ήδη 1995. Όταν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου τολμηρά ανέβασε, με την «Ομάδα Εδάφους» και με μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα». Μία παράσταση αφιερωμένη, τότε, το ΄95, «στους φίλους που τόσο άδικα χάθηκαν από το AIDS». Σε ένα δίπτυχο με τον
τίτλο «Ενός λεπτού σιγή», μαζί με τα «Τραγούδια της αμαρτίας» του Μάνου Χατζιδάκι σε ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Τώρα, 31 χρόνια μετά, επανέρχεται, χωρίς το δεύτερο μέρος του δίπτυχου, στο περίπου 40λεπτο «Ρέκβιεμ». Ο Γιώργος Κουμεντάκης, αφήνοντας πίσω του τις μοντερνιστικές τάσεις της μουσικής του, έχει γίνει πιο συναισθηματικός βασίζοντας το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» στο ποίημα του πρόωρα χαμένου Δημητρίου Καπετανάκη «Lazarus» (1944), γραμμένο στα αγγλικά, που το χρησιμοποιεί ως λιμπρέτο, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Αλέξανδρο Βεϊνόγλου. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ύψωσε στη σκηνή, με τη συνεργασία του Λουκά Μπάκα, πάνω στην αρχική ιδέα της Λίλης Πεζανού για την παράσταση του 1995, μία τεράστια
μαύρη σκάλα, απότομη, σχεδόν κάθετη, που τη φώτισε αποκαλυπτικά, δαντικά, ο ίδιος μαζί με τον Στέφανο Δρουσιώτη. Και, πάνω της, έστησε μία περφόρμανς-εγκατάσταση, όπως τη χαρακτηρίζει, εξελίσσοντας την αρχική ιδέα του. Στη
βάση της, ένα στενόμακρο τραπέζι όπου δύο άντρες πίνουν, στην αρχή, κόκκινο, «ματωμένο» κρασί, πριν ανεβούν τη σκάλα και πριν αρχίσουν, από την κορυφή της, σώματα ανδρικά, ντυμένα -τα ταιριαστά κοστούμια, του Βασίλη Παπατσαρούχα-, ημίγυμνα ή ολόγυμνα να γλιστρούν, να τσουλούν, να κατρακυλούν, να κουτρουβαλούν, να γκρεμίζονται, να κατακρημνίζονται, να σωριάζονται στη βάση της. Ξανά, και ξανά,
και ξανά, και ξανά… Η αρρώστια αντιμετωπίζεται πια αρκετά αποτελεσματικά αλλά τα θύματα τότε ήταν πολλά. Και ήταν στιγματισμένα -γιατί η ασθένεια τους ομοφυλόφιλους έπληξε κυρίως, όταν ακόμα η ομοφυλοφιλία ήταν στίγμα και η ομοφοβία βρήκε ένα πάτημα για να φουντώσει. Φίλοι μας που χάθηκαν με τρόπο επώδυνο, που δεν πρόλαβαν τις θεραπείες που ήρθαν, που αναγκάστηκαν απεγνωσμένα να κρύβουν τα σημάδια από το σάρκωμα Καπόζι το οποίο συνόδευε πολλούς από αυτούς, να νομίζουν πως ξεγελούν όσους τους ρωτούσαν γιατί
αδυνάτισαν, να επινοούν άλλες ασθένειες για να δικαιολογήσουν την όψη τους, όταν έφευγαν από τη ζωή νικημένοι, οι μεταφορείς των φερέτρων τους να αρνούνται να τα μεταφέρουν «για να μην κολλήσουν»… Ο φόβος ήταν διάχυτος. Η άγνοια απέραντη. Όσο και αν μαλάκωσε πια το πράγμα, η δουλειά του Δημήτρη Παπαϊωάννου ισχύει ακόμα. Και κουβαλάει μνήμες που δύσκολα σβήνουν. ΟΙ «Πιετά» που σέρνονται στις σκάλες, τα σώματα τα ανήμπορα που τα σήκωνες στην αγκαλιά σου για να τα πας στην τουαλέτα, οι σομιέδες που απολυμαίνονταν, οι ψίθυροι, η σιωπή, ο πόνος -όλα- εκεί είναι. Τίποτα δεν ξεχνιέται. Οι μνήμες γυρίζουν αμείλικτες. Τι πλήρωσαν; Τον έρωτα. Ακόμα κι ένα μπαλόνι που είχες δέσει
στο κάγκελο του κρεβατιού στο δωμάτιο του νοσοκομείου και που, όταν ο θάνατος ήρθε, ο πατέρας του το έσκισε γιατί ήταν σκληρό και δεν έσπαγε, εκεί είναι. Και ας μη φαίνεται. Πέρα από το συναρπαστικό αισθητικό αποτέλεσμα, το απολύτως ποιητικό που ο μάστορας εικαστικός Παπαϊωάννου παρουσιάζει εμπνευσμένος από πίνακες, η περφόρμανς-εγκατάσταση, σ’ εμένα, οδυνηρές μνήμες ξύπνησε. Και η μουσική του Κουμεντάκη, την οποία ο Θεόδωρος Κουρεντζής την ανέδειξε και την εκτόξευσε, επικεφαλής ενός συνόλου μουσικών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του εξαίρετου φωνητικού συνόλου «ΜΕΙΖΟΝ Ensemble» που διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος, στοχεύει καίρια χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματική. Με την άψογη συμμετοχή της σοπράνο Ντιάνα Νοσίρεβα -της σολίστ στην παράσταση
που εγώ παρακολούθησα. Στο αμείλικτο τέλος, οι γδούποι των σωμάτων που κατρακυλούν και προσγειώνονται στη βάση της σκάλας και οι καμπάνες που ακούγονται σιγά-σιγά να σβήνουν είναι ένα τέλος μελαγχολικό. Αυτής της μοναδικής παράστασης που ελπίζω να επαναληφθεί την επόμενη σεζόν (Φωτογραφίες: Γιούλιαν Μόμμερτ)..
(Πληρέστατο, με εξαιρετικά κείμενα (Γιάννης Σαμπροβαλάκης, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιώργος Σαμπατακάκης, Στεριανή Χρ. Τσιντζιλώνη), το δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη: ένα πολύτιμο βιβλίο-κομψοτέχνημα. Το ποίημα «Lazarus» του Δημητρίου Καπετανάκη στο αγγλικό πρωτότυπο περιλαμβάνεται στο «Έργα: Τόμος Πρώτος. Τα δημοσιευμένα (1933-1944), Βιβλίο Β΄, επιμέλεια Εμμανουέλα Κάντζια, Έκδοση Εταιρία Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού - Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2020).
Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Ομάδα Δημήτρη Παπαϊωάννου, 24 Ιανουαρίου 2026, βραδινή παράσταση.
Το κείμενο είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Γιάννη Γεωργαντά.
(Πληρέστατο, με εξαιρετικά κείμενα (Γιάννης Σαμπροβαλάκης, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιώργος Σαμπατακάκης, Στεριανή Χρ. Τσιντζιλώνη), το δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη: ένα πολύτιμο βιβλίο-κομψοτέχνημα. Το ποίημα «Lazarus» του Δημητρίου Καπετανάκη στο αγγλικό πρωτότυπο περιλαμβάνεται στο «Έργα: Τόμος Πρώτος. Τα δημοσιευμένα (1933-1944), Βιβλίο Β΄, επιμέλεια Εμμανουέλα Κάντζια, Έκδοση Εταιρία Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού - Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2020).
Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Ομάδα Δημήτρη Παπαϊωάννου, 24 Ιανουαρίου 2026, βραδινή παράσταση.
Το κείμενο είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Γιάννη Γεωργαντά.








No comments:
Post a Comment