November 15, 2016

Ποτέ δεν έχω δει τόσο πολλές καλές ταινίες μαζεμένες / 57ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. 1


Έφτασε τα 57. Καθόλου κουρασμένο. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Στον -επιτυχημένο- δρόμο της διεθνοποίησής του που χάραξε ο Μισέλ Δημόπουλος και που συνέχισαν, με τον τρόπο τους, από τη θέση, επίσης, του διευθυντή, η Δέσποινα Μουζάκη και ο Δημήτρης Εϊπίδης, 
ο Ορέστης Ανδρεαδάκης, ο «καινούργιος» -με γενική διευθύντρια την Ελίζ Ζαλαντό, βασικούς συνεργάτες τον Γιώργο Κρασσακόπουλο και τον Δημήτρη Κερκινό, πλαισιωμένος και από άλλους άξιους-, πρόσθεσε φέτος τις δικές του πινελιές. Χωρίς να επιχειρήσει, έξυπνα ποιών, άσκοπες ανατροπές ενός θεσμού επιτυχημένου.
Με μικρές αλλά ουσιαστικές -προς κάθε κατεύθυνση- κινήσεις, διαρκώς παρών, με την αμεσότητα, τη ζεστασιά και την ευγένεια που τον διακρίνουν, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης έδωσε ένα Φεστιβάλ χωρίς τις παλιές -περιττές και εκ των πραγμάτων, σήμερα, ουτοπικές- γκλαμουριές, πολύ καλά οργανωμένο 
-οι προβολές πήγαιναν ρολόι, εξυπηρετικότατοι όλοι, τα παιδιά στις αίθουσες υπέροχα…-, επιτυχημένο, με ουρές στα ταμεία, με φισκαρισμένες αίθουσες -οι αριθμοί θα το πιστοποιήσουν υποθέτω.
Είμαι τακτικός του Φεστιβάλ εδώ και χρόνια. Δεν πηγαίνω σε συνεντεύξεις Τύπου, δεν παρακολουθώ μάστερκλας, ενώ πολύ θα το ήθελα, δεν συχνάζω στα πάρτι και στις παράλληλες εκδηλώσεις, ενώ θα γούσταρα, για ένα και μόνο λόγο: για να έχω το χρόνο και τη δυνατότητα να βλέπω, σχεδόν αποκλειστικά, ταινίες -όσο περισσότερες μπορώ. Θέλω να καταθέσω πως ποτέ δεν είχα δει τόσο πολλές καλές ταινίες όσο φέτος. Μπορεί να ήταν σύμπτωση αλλά έτσι είναι τα φεστιβάλ -λότο παίζεις. Πάντως, 19 ταινίες -στις πέντε μέρες/νύχτες που έμεινα στην Θεσσαλονίκη- οι οποίες όλες είχαν, τουλάχιστον, ενδιαφέρον δεν είναι και άσχημη σοδιά. Το αντίθετο.
Θα τις διατρέξω. Με ευχαριστίες στους ανθρώπους του Φεστιβάλ -με πρώτες την Δήμητρα Νικολοπούλου, υπεύθυνη Επικοινωνίας και Γραφείου Τύπου, και την Στέλλα Βλαχομήτρου από την Φιλοξενία.

Δευτέρα 

Φτάνουμε Δευτέρα μεσημέρι, στο ξενοδοχείο πρώτα, για τις κάρτες διαπίστευσης κατόπιν και, κατευθείαν, στην αίθουσα για την πρώτη ταινία. Μία έκπληξη -ιδιαίτερα ευχάριστη- και μία αισιόδοξη αρχή για καλή συνέχεια: «42 δευτερόλεπτα ευτυχίας» (ΗΠΑ, 2016) της Χριστίνας Κάλλας («Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου»/«Έλληνες της Διασποράς»).
Δύο λεσβίες ετοιμάζονται να παντρευτούν και καλούν στο σπίτι τους, δύο μέρες πριν από το γάμο, τους κοντινούς τους: ένα φιλικό ζευγάρι, μία φίλη που ο άντρας της την έχει εγκαταλείψει, ένα φίλο της μιας που θα βοηθήσει στα του γάμου και το αδελφό της άλλης, αλλά, ως μάνα της ανιψιάς τους, και την πρώην γυναίκα του, με την οποία αυτός δεν διατηρεί καλές σχέσεις και η οποία, επιπλέον, κουβαλάει μαζί της τον -επίσης- διαζευγμένο καινούργιο σύντροφό της. Ένταση και, επιπλέον, ξαφνικά εμφανίζεται η πρώην γυναίκα του και μάνα των δύο παιδιών τους σε έξαλλη κατάσταση, κραδαίνοντας πιστόλι και απειλώντας. Έκρηξη αλλά τελικά τα βρίσκουν -το εντ είναι… χάπι.
Θα μπορούσε να είναι μία φάρσα α λα Φεντό. Δεν είναι. Η εγκατεστημένη στις ΗΠΑ σκηνοθέτρια -ήδη ξεσκολισμένη στο σινεμά ως σεναριογράφος, παραγωγός και θεωρητικός- στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της -ανεξάρτητη παραγωγή- κρατάει σταθερά την κατάσταση στα χέρια της. Και μιλάει για τις σχέσεις γάμου και γενικότερα τις ερωτικές σχέσεις απλά, λέγοντας με έναν ανάλαφρο τρόπο, σε μία ταινία που πάλλεται από χιούμορ, τα πιο σοβαρά πράγματα. Πολύ καλή, γόνιμη αφομοίωση του στιλ των πρώτων, κυρίως, ταινιών του Τζον Κασσαβέτη, με την κάμερα στο χέρι να τρέχει από πρόσωπο σε πρόσωπο και με ηθοποιούς που αυτοσχεδιάζουν ελεγχόμενα, μετά από τεράστια, προφανώς, προπαρασκευαστική δουλειά. Τα δελτία εκτάκτων καιρικών συνθηκών για επερχόμενο τυφώνα που πέφτουν ανάμεσα και παράλληλα με τη δραματική κορύφωση, εξαιρετικό εύρημα. Υπέροχη ταινία!



Αμερικάνικη επαρχία. Πλήξη. Έξι βασικά πρόσωπα και άλλα περιφερειακά. Στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή τους, ετοιμασίες για νυχτερινή έξοδο... Πρόσωπα συνηθισμένα και πρόσωπα ασυνήθιστα, αλλόκοτα. Ο ένας τους καθαρίζει προσεκτικά το όπλο του. Όλοι αγέλαστοι -μικρές ψηφίδες ενός μωσαϊκού, του μωσαϊκού της αμερικάνικης κοινωνίας. Και, ανάμεσα, η σκηνοθεσία να παρεμβάλει σε φλας φόργουορντ νύξεις για ένα μακελειό που έγινε σε πολυσινεμά. Τίποτα δεν ονοματίζεται ή δεν δείχνεται ευθέως στην ταινία «Σκοτεινή είναι η νύχτα» (ΗΠΑ, 2016) του Τιμ Σάτον («Ανοιχτοί Ορίζοντες»).
Στην τελική σκηνή, σύντομα πλάνα: κάποιοι από τους ήρωες που περιμένουν στην ουρά στα ταμεία του πολυσινεμά, δύο κοπέλες, μέσα στην αίθουσα, που μιλούν για το επιτυχημένο μακιγιάζ της μιας, ο νέος που καθάριζε το όπλο του, με μία θήκη όπου το κρύβει περασμένη στον πλάτη του, να μπαίνει στον κινηματογράφο από την έξοδο κινδύνου… Χαμογελαστός -το μόνο χαμόγελο της ταινίας. Όπου πολλοί από τους ήρωες που θα γίνουν θύματα μοιάζουν εν δυνάμει δολοφόνοι.
Με αντονιονικές επιδράσεις -το τετράφωτο φανάρι-λάιτ μοτίφ της ταινίας και η γωνία από την οποία φωτογραφίζεται, ο δολοφόνος που θυμίζει Τέρενς Σταμπ…- και με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία ο Σάτον συναρμολογεί μία καταπληκτική, έστω και αν κάποιες στιγμές κουράζεσαι, σύνθεση-μωσαϊκό όπου όλα υπονοούνται. Εξαιρετική η φωτογραφία της Ελέν Λουβάρ.
Μία ταινία που με κέρδισε προοδευτικά.



«Η οργή ενός υπομονετικού ανθρώπου» (Ισπανία, 2016) είναι η πρώτη ταινία του ηθοποιού Ραούλ Αρέβαλο («Ανοιχτοί Ορίζοντες»).
Ο Χοσέ κουβαλάει μία τραγωδία: ληστεία στο κοσμηματοπωλείο του πατέρα του οδήγησε στο θάνατο την αδελφή του μετά από άγριο ξυλοδαρμό της από τους ληστές και στο νοσοκομείο, φυτό εδώ και χρόνια, τον πατέρα του. Οι ληστές το έσκασαν και ο μόνος που η αστυνομία συνέλαβε ήταν ένας συνεργός τους, οδηγός στο αυτοκίνητο που τους περίμενε -ο Κούρο. Οκτώ χρόνια βρίσκεται στη φυλακή. Ενώ επίκειται η αποφυλάκισή του, ο Χοσέ, που ετοιμάζει την εκδίκησή του και είναι ταμένος σ’ αυτή, πλησιάζει τη γυναίκα του Κούρο -δουλεύει στο μπαρ του αδελφού της με τον οποίο ο Χοσέ έχουν γίνει φίλοι και χαρτοπαίζουν. Κάτι ερωτικό δημιουργείται ανάμεσα στους δυο τους. Όταν ο Κούρο αποφυλακίζεται, ο ευκατάστατος Χοσέ παίρνει στο εξοχικό σπίτι του τη γυναίκα, που ο άντρας της την κακομεταχειρίζεται, μαζί με το παιδί τους και εκβιάζει τον Κούρο, που δεν έχει ποτέ δώσει τα ονόματα, να του αποκαλύψει τους τρεις δολοφόνους των δικών του. Τους ψάχνουν και τους βρίσκουν. Ο Χοσέ εκδικείται άγρια τους δύο. Τον περιμένει, όμως, και μία έκπληξη μεγάλη: ποιος ήταν ο τρίτος από τους δολοφόνους. Η εκδίκηση, πάντως, θα ολοκληρωθεί. Και ο Χοσέ θα χαθεί αφού γενναιόδωρα οδηγήσει τον Κούρο στο σπίτι του για να συναντήσει γυναίκα και παιδί.
Ο Αρέβαλο δεν πρωτοτυπεί στιλιστικά. Αλλά η ταινία του, σκληρή και βίαιη όσο πρέπει, είναι σφιχτή, βασίζεται σε ένα πολύ καλό σενάριο και έχει μία πολύ καλά διαλεγμένη διανομή.

Τρίτη 

Καλή μέρα κινηματογραφικά η Δευτέρα, ακόμα καλύτερη αποδεικνύεται η Τρίτη. Και η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται: στην βιογραφική «Η πιο ευτυχισμένη μέρα του Όλι Μάκι» (Φινλανδία/Γερμανία/Σουηδία, 2016), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιούχο Κουόσμανεν («Διεθνές Διαγωνιστικό»).

Πρόσωπο υπαρκτό, πρωταθλητής στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα, ο Όλι Μάκι, ο «φούρναρης της Κόκολα», είναι το καμάρι και η μεγάλη ελπίδα της Φινλανδίας του 1962: πρόκειται να αγωνιστεί, επαγγελματικά πια, για πρωταθλητής κόσμου στην κατηγορία φτερού, μικρότερη των κιλών του, εναντίον του αφροαμερικανού κατόχου του τίτλου Ντέιβι Μορ και όλες οι ενδείξεις είναι ότι θα νικήσει. Ο προπονητής του, o Έλις, που επιδίωξε να τον εντάξει στην κατηγορία αυτή, ως κέρβερος τον επιβλέπει και τον πιέζει να χάσει κάποια κιλά ώστε να πέσει κάτω από τα απαραίτητα 57 -οι χορηγοί ενεδρεύουν, πολλά παίζονται. Ο Όλι, όμως, θα ρίξει το βάρος στην Ράιγια, την κοπέλα που ερωτεύεται. Και στον αγώνα θα ηττηθεί. Πολύ εύκολα -στα σημεία, από τον δεύτερο γύρο. Όλοι θα απογοητευτούν. Αλλά όχι ο Όλι. Γιατί θα κερδίσει στη ζωή. Η Ράιγια θα γίνει γυναίκα του. Και θα ζήσουν μαζί πολλά χρόνια -ακόμα μαζί ζούνε.
Ιστορία από τις χιλιοειπωμένες αλλά ο φινλανδός σκηνοθέτης βρίσκει τον τρόπο να την αφηγηθεί, μεστά, λιτά, μακριά από τα χολιγουντιανά πρότυπα τύπου «Ρόκι», συγκινητικά, χωρίς, όμως, ίχνος από μελοδραματικά, πιασάρικα τερτίπια. Η έξοχη, ασπρόμαυρη, αδρή φωτογραφία του Γιάνι-Πέτερ Πάσι τον βοηθάει πολύ. Καθώς και οι τρεις βασικοί ηθοποιοί του: Γιάρκο Λάχτι-Όλι, Όονα Άιρόλα-Ράιγια και Έερο Μιλόνοφ -ο καλύτερος κατά τη γνώμη μου, στο ρόλο του Έλις.
Η σκηνή με τον Όλι και την Ράιγια που το σκάνε από τη δεξίωση, μετά τον αγώνα, πάνε κοντά στην θάλασσα για να πετάξουν βότσαλα και αναρωτιούνται αν θα γεράσουν μαζί ενώ φευγαλέα περνάει πλάι τους ένα ζευγάρι γερόντων πιασμένων χέρι-χέρι, ένα βαθύτατα τρυφερό, συγκινητικό φινάλε, που, όταν στους τίτλους τέλους, διάβασα ότι είναι ο πραγματικός Όλι και η πραγματική Ράιγια, έγινε ακόμα πιο συγκινητικό -για μένα η πιο πολύτιμη στιγμή του Φεστιβάλ, που την κρατώ. 



Ο «Αποχωρισμός» (Ιράν/Αφγανιστάν, 2016) του Αφγανού Ναβίντ Μαχμουντί («Ανοιχτοί Ορίζοντες») είναι η επόμενη ταινία μας.
Ο Αφγανός Ναμπί είναι ερωτευμένος με την Φερεστέ. Που αναγκάστηκε να ακολουθήσει την οικογένειά της η οποία έφυγε από το ανασφαλές Αφγανιστάν και ζήτησε καταφύγιο, στο Ιράν -στην Τεχεράνη. Φοβούμενος για τη ζωή του -ο αδελφός του κάποιον σκότωσε σε έναν καυγά και η οικογένεια του θύματος, ενώ αυτός κατέφυγε στο Τατζικιστάν, ζητάει εκδίκηση, ξεσηκώνει βεντέτα και ήδη έχουν αποπειραθεί να σκοτώσουν τον Ναμπί-, το σκάει, περνάει παράνομα τα σύνορα ενώ οι φρουροί πυροβολούν τους φυγάδες και, κλεισμένος στο πορτ μπαγκάζ ενός λεωφορείου, φτάνει στην Τεχεράνη. Το σχέδιο είναι να το σκάσουν με την Φερεστέ, την ίδια μέρα, στην Τουρκία -συγγενείς του σκοτωμένου από τον αδελφό του, που ζητούν εκδίκηση, ζουν και στην Τεχεράνη, και δεν είναι ασφαλής-, να περάσουν στην Ελλάδα και να φτάσουν στην Γερμανία.
Και, ενώ από την τηλεόραση περνούν ειδήσεις για τα ναυάγια και τους πνιγμένους πρόσφυγες στο Αιγαίο, αρχίζουν αγώνα να βρουν τα λεφτά που τους ζητάει ο διακινητής. Ο εργοδότης στη μικρή βιοτεχνία όπου δουλεύει η Φεριτέ την κοροϊδεύει και δεν της δίνει αυτά που της χρωστάει, ο φίλος, στον οποίο ποντάριζε ο Ναμπί, τον καρφώνει στους διώκτες του που τον σπάνε στο ξύλο… Ο Ναμπί, που αγαπάει την Φερεστέ, καταλαβαίνει ότι δεν πρέπει να την εμπλέξει στους κινδύνους που συνεπάγεται το ταξίδι, ο διακινητής τον λυπάται, τον δέχεται δίχως χρήματα και ο νεαρός Αφγανός φεύγει, χωρίς να της πει τίποτα, μόνος του, μισερωμένος, κλεισμένος, και πάλι, στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί -το φινάλε μένει ανοιχτό. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι αυτόν τον έρωτα τον έχουν σκοτώσει οι συνθήκες. Το τελικό γκρο πλάνο τα λέει όλα: πίσω από τη βγαλμένη -για να παίρνει αέρα ο κλεισμένος μέσα Ναμπί- κλειδαριά του πορτ μπαγκάζ, που ο φακός εστιάζει πάνω της, διακρίνουμε το τρομαγμένο, απελπισμένο μάτι του.
Το -καλών προθέσεων- σενάριο πάσχει από ευκολίες και κακοτεχνίες, οι ηθοποιοί είναι ειλικρινείς αλλά αδύναμοι, τα μέσα περιορισμένα... Η σκηνοθεσία, πάντως, αποφεύγει τους μελοδραματισμούς και ακουμπάει στο λυρισμό με μία πρωτογενή αθωότητα. Το θέμα είναι, όμως, εκείνο που βγάζει συγκίνηση. Και το ιδιαίτερο της ταινίας είναι πως εμείς που, τελευταία, κατά κόρον, ακούμε και βλέπουμε -εκ των έξω- την τέχνη να καταπιάνεται με το θέμα αυτό -τους πρόσφυγες, τις ταλαιπωρίες, τις τραγωδίες που τους συμβαίνουν μέχρι να φτάσουν στην «ελευθερία»...- μπορούμε να δούμε από την «άλλη πλευρά» -εκ των έσω: τι τραβούν μέχρι να πάρουν το δρόμο αυτό, τα βάσανά τους, τα προσωπικά δράματα…




Στην «Πέτρα της καρδιάς» (Ισλανδία/Δανία, 2016) -που, δίκαια, τιμήθηκε με το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής «Αργυρός Αλέξανδρος»- οι βασικοί ήρωες του Ισλανδoύ σκηνοθέτη Γκούδμουντουρ Άρναρ Γκούδμουντσον που υπογράφει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του («Διεθνές Διαγωνιστικό») είναι δύο έφηβοι σε ένα ψαροχώρι της Ισλανδίας. Κολλητοί, ο Θορ και ο Κρίστιαν μιλούν για κορίτσια, «παίζουν» με δύο κορίτσια, αυνανίζονται, αλητεύουν, ξενυχτούν... Η ζωή τους δεν είναι και η καλύτερη. Ο Θορ ζει με τη χωρισμένη μάνα του, που προσπαθεί να υπάρχει στη ζωή φέρνοντας στο σπίτι εραστές της μιας νύχτας, και τις δύο αδελφές του -η μία, με καλλιτεχνικές τάσεις, ζωγραφίζει και γράφει ποιήματα, η άλλη συγκρούεται με σφοδρότητα, κάθε τόσο, με τη μάνα της. Ο Κριστιάν ζει με τους γονείς του -ο βίαιος, μέθυσος πατέρας κακοποιεί τη γυναίκα του.
Μία ερωτική έλξη, ανεκδήλωτη, υποβόσκει ανάμεσα στα δύο αγόρια. Στο χωριό αρχίζει να διαδίδεται πως ο Κριστιάν είναι ομοφυλόφιλος. Η παρέα των «σκληρών» συνομηλίκων τους γίνεται επιθετική, αμείλικτη. Εκείνος θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. Θα γλιτώσει αλλά η οικογένεια θα φύγει για το Ρέικιαβικ -οι γονείς, άλλωστε, χωρίζουν. Η εφηβεία τελειώνει.
Ο Γκούδμουντσον, πατώντας στο γερό, καλοδουλεμένο σενάριό του, χειρίζεται με μεγάλη λεπτότητα, με τρυφερότητα, ποιητικά, με λυρισμό το θέμα του δένοντάς το με τη φύση -φύση σκληρή, άδεντρα βράχια, η όχι ιδιαίτερα φιλική θάλασσα…-, φύση που υπογραμμίζει τις καταστάσεις. Συγκλονιστική ταινία που μόνο λίγο μάζεμα θα ήθελε.


«Η ζωή μιας γυναίκας» (Γαλλία, 2016) του Στεφάν Μπριζέ («Ειδικές Προβολές») είναι η τρίτη μεταφορά στον κινηματογράφο του -πρώτου (1883)- μυθιστορήματος του γάλου ρομαντικού Γκι ντε Μοπασάν.
Στην επαρχιακή Γαλία του 1819 οι γονείς της παντρεύουν τη μοναχοκόρη τους Ζαν - αριστοκρατική, πλούσια οικογένεια οι Λε Περτουί ντε Βο, με έσοδα από φάρμες- με τον Ζουλιέν ντε Λαμάρ, έναν νεαρό ευγενή της περιοχής. Το ερωτικό σμίξιμο δεν πετυχαίνει. Εκείνος, που αποδεικνύεται άθλιος χαρακτήρας, ρίχνεται στην καμαριέρα του σπιτιού, την Ροζαλία, που μένει έγκυος και γεννάει το παιδί του χωρίς να αποκαλύψει τίνος είναι. Η αποκάλυψη θα έρθει αργότερα. Ξαφνικά. Η Ζαν καταρρέει, οι γονείς της την παίρνουν στο σπίτι τους αλλά ο γέροντας εφημέριος της οικογένειας πετυχαίνει τη συμφιλίωση. Ο Ζουλιέν ζητάει συγγνώμη, μοιάζουν να γίνονται ευτυχισμένοι, αποκτούν ένα αγοράκι αλλά λίγο αργότερα η Ζαν ανακαλύπτει -δεύτερη φορά…-ότι μία στενή της φίλη, παντρεμένη, είναι ερωμένη του. Δεν του το λέει, δεν το λέει στον άντρα της ερωμένης για να μη φέρει την καταστροφή, δεν το λέει σε κανένα. Μόνο στον νέο εφημέριο το εξομολογείται, ο οποίος προσπαθεί να την πείσει ότι, σιωπώντας, συμμετέχει στο αμάρτημα. Εις μάτην. Τότε εκείνος, οργισμένος, το αποκαλύπτει στον απατημένο σύζυγο. Ο οποίος πιάνει επ’ αυτοφώρω τους εραστές, τους σκοτώνει και αυτοκτονεί.
Η Ζαν μεγαλώνει το γιο της, τον Πολ, που τον λατρεύει αλλά εκείνος εξελίσσεται σε χαρακτήρα ανάλογο του πατέρα του: μπλέκει σε μεγάλα χρέη και φεύγει στην Αγγλία από όπου αρμέγει οικονομικά τη μάνα του. Οι γονείς της πεθαίνουν, η Ζαν μένει μόνη της, χάνει τη μία μετά την άλλη τις φάρμες της, χάνει το υποθηκευμένο μέγαρό της και οδηγείται στον οικονομικό όλεθρο -απένταρη! Μόνο η Ροζαλία, η διωγμένη καμαριέρα-πέτρα του πρώτου σκανδάλου, θα γυρίσει κοντά της για να της συμπαρασταθεί χωρίς να περιμένει κανένα όφελος. Η Ζαν γίνεται σκληρή, παράλογη, ο γιος δεν εμφανίζεται… Οπότε η Ροζαλία φεύγει στο Παρίσι για να τον βρει. Η καμαριέρα θα γυρίσει με ένα μωρό. Είναι το παιδί του Πολ; Όλα μένουν ανοιχτά. Αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η ελπίδα που ανατέλλει ότι η ζωή μπορεί να ξαναρχίσει.
Ο γάλος σκηνοθέτης αφηγείται με επάρκεια, στρωτά και χωρίς φλυαρίες, προσέχοντας την αναβίωση της εποχής και με ένα πολύ καλό, κοφτό μοντάζ -εκεί και το στιλ της ταινίας-, το μυθιστόρημα του Μοπασάν που θίγει την υποκρισία της αστικής τάξης και της Εκκλησίας. Η Ζουντίτ Σεμλά παίζει φιλότιμα την Ζαν αλλά η ερμηνεία της δεν απογειώνει την ταινία που χρειαζόταν μία Ιζαμπέλ Ιπέρ, ίσως. Σε ανάλογα επίπεδα, γύρω στο μέτριο, κινούνται και οι άλλοι ηθοποιοί.
Μία ταινία που δεν γίνεται ποτέ βαρετή αλλά και δεν μπορεί να απαλλαγεί από τα βαρίδια του μυθιστορήματος του Μοπασάν.





Ανοίξαμε το πρόγραμμα «Ματιές στα Βαλκάνια»/«Κυρίως Πρόγραμμα» που πάντα μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, με την ταινία «Στην άλλη πλευρά» (Κροατία/Σερβία, 2016) του Κροάτη Ζρίνκο Ογκρέστα. 
Η Βέσνα εργάζεται ως επισκέπτρια υγείας -νοσηλεύτρια που νοσηλεύει ανήμπορους, κατάκοιτους γέροντες- στο σημερινό Ζάγκρεμπ της Κροατίας. Στο Ζάγκρεμπ ζουν και ο παντρεμένος επιχειρηματίας γιος της και η έτοιμη, επίσης, να παντρευτεί κόρη της. Η οποία, έχει τελειώσει νομική αλλά δεν βρίσκει δουλειά. Το όνομα του πατέρα τους είναι το εμπόδιο: ο Ζάρκο -που, όταν, μετά την απόσχιση της Κροατίας και της Βοσνίας από την Γιουγκοσλαβία και την ανεξαρτητοποίησή τους, ξεκίνησε ο πόλεμος, εγκατέλειψε την οικογένειά του και συντάχτηκε με την «άλλη πλευρά», εναντίον της Κροατίας- για τους Κροάτες θεωρείται προδότης -πέρασε, μάλιστα, και ως εγκληματίας πολέμου, από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η οικογένειά του έχει ήδη πληρώσει: ξεσπιτώθηκε και τον μεγαλύτερο γιο τον έχουν σκοτώσει -πλήρωσε τα αμαρτήματα του πατέρα του. Και ξαφνικά ο Ζάρκο, που είχε πάνω από είκοσι χρόνια να δώσει σημείο ζωής και τον είχαν ξεγράψει, τηλεφωνεί στην Βέσνα. Δειλά. Ρωτάει τι κάνουν, ζητάει φωτογραφίες, ζητάει να δει τα παιδιά. Εκείνα ούτε που θέλουν να τον ακούσουν. Αλλά η Βέσνα, ψυχρή, απότομη στην αρχή, σιγά-σιγά μαλακώνει, γλυκαίνει -τον αγαπάει ακόμα, έχουν κοινές αναμνήσεις… Εκείνος ζει στο Βελιγράδι. Της ζητάει να ειδωθούν. Όταν, όμως, εκείνη το αποφασίζει, μία καινούργια ανατροπή την κάνει να ματαιώσει το ταξίδι: όλα ήταν, τελικά, ένα ψέμα. Μόνο που το ψέμα αυτό το γέννησε μία απέραντη μοναξιά...
Το φινάλε, ένα μακρινό πλάνο, με τη συντριμμένη Βέσνα στο μπαλκόνι της, μόνη -το νήμα που ονειρεύτηκε να ξαναδέσει είναι οριστικά κομμένο- και τον «Ζάρκο» στο διπλανό διαμέρισμα, μέσα από την μπαλκονόπορτα, επίσης μόνο του-, συγκλονιστικό. Ο πόλεμος αυτός έχει αφήσει πληγές ανεπούλωτες ακόμα.
Ο σκηνοθέτης χειρίζεται με λεπτότητα, με προσοχή στις λεπτομέρειες μία ταινία αποχρώσεων, εύγλωττη, συγκινητική και η Ξένια Μάρκοβιτς τον βοηθάει με την ερμηνεία της ως Βέσνα. Επιβλητικός ο Λαζάρ Ρίστοφσκι-«Ζάρκο».

Θα συνεχίσω, όμως. 

Αίθουσες «Ολύμπιον», «Παύλος Ζάννας», «Τώνια Μαρκετάκη», «Φρίντα Λιάππα», «Τζον Κασσαβέτης», «Σταύρος Τορνές», 57ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 7, 8, 9, 10, 11 Νοεμβρίου 2016.

November 6, 2016

Ένα φυσικό φαινόμενο




Υπάρχουν κόντρα τενόροι και κόντρα τενόροι. Έχουμε ακούσει και στην Ελλάδα μερικούς εξαιρετικούς -η Καμεράτα, πριν από δύο χρόνια, είχε οργανώσει συναυλία με τέσσερις διακεκριμένους κόντρα τενόρους. Αλλά ο Αργεντίνος Φράνκο Φαχιόλι -Φράνκο Φατζόλι, πια, διεθνώς- αποτελεί, από μόνος του, ξεχωριστή κατηγορία, όπως είπε μία ομότεχνή του που βρισκόταν στο ακροατήριο της συναυλίας της Καμεράτας-Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής -και πάλι- με την οποία ο Φατζόλι συνέπραξε: έκταση φωνής τρεις οκτάβες!
«Ανακαλύπτοντας τον Ροσίνι» ήταν ο τίτλος και το θέμα της συναυλίας με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Καμεράτας Γιώργο Πέτρου στο πόντιουμ. Ευφάνταστη, όπως πάντα, η ιδέα της καλύτερης ορχήστρας μας που εδώ έπαιξε σε όργανα εποχής: να μας γνωρίσει μία πλευρά του Ροσίνι εν πολλοίς άγνωστή μας. Με σολίστα τον σπουδαίο αυτό κόντρα τενόρο.
Η βραδιά άνοιξε με την πρώτη (1812, συντεθειμένη μεταξύ 1806 και 1809, όταν ο Ροσίνι ήταν ανάμεσα στα 14 και στα 17 χρόνια του) όπερά του «Δημήτριος και Πολύβιος»: Συμφωνία από την Καμεράτα και δύο άριες του Σιβενού, ρόλου γραμμένου για κοντράλτο, από τον Φράνκο Φατζόλι: εκπληκτικός! Αποσβολώθηκα! Δεν είναι οι τρεις οκτάβες στις οποίες εκτίθεται η φωνή του -που δεν ξέρεις αν είναι κοντράλτο, μέτζο ή σοπράνο: απίθανα χαμηλές νότες αλλά και υψηλότατες. Είναι η χρήση που τους κάνει -η τεχνική του: τρίλιες, μελίσματα, κολορατούρες, εξαίρετο φραζάρισμα -έστω και αν η προσπάθειά του γίνεται αντιληπτή από τις εκφράσεις του στόματος-, ανάσες… -απορείς πώς αυτή η φωνή βγαίνει από έναν τόσο μικρόσωμο άνδρα, χωρίς ευρύ θώρακα.
Ακολούθησε η Συμφωνία από την καντάτα «Ο Οδυσσέας στα Ηλύσια Πεδία» (1816) του Νικολάου Μάντζαρου. Τι γύρευε ο Μάντζαρος σε ένα αφιέρωμα στον Ροσίνι; Μα η σύνθεσή του -προφανώς επηρεασμένη από τον σύγχρονό του ιταλό Δάσκαλο- δεν μπορεί να είναι πιο Ροσίνι! Εύφυής, εξαιρετική επιλογή να ενταχθεί στο πρόγραμμα -Ροσίνι δεν είναι μόνο ο Ροσίνι αλλά και οι επίγονοι, οι μιμητές, οι επιδράσεις που άσκησε...
Η Καμεράτα υπό τον Γιώργο Πέτρου, ώριμη όσο ποτέ, δεμένη, με ομοιογενή ήχο που τον πέτυχε μέσα από εμφανώς πολλή δουλειά, με κατακτημένη τη χρήση των οργάνων εποχής τόσο, ώστε και εμείς, το ακροατήριο, να εισπράττουμε πια χωρίς παραξενίσματα τον «παλιακό» αυτό ήχο στον οποίο ήμασταν ασυνήθιστοι, θαυματούργησε.
Ο Φράνκο Φατζόλι επανήλθε με μία άρια του Μάλκομ -επίσης τραβεστί ρόλος για κοντράλτο- από την «Κυρά της λίμνης» (1819). Άλλη μία εντυπωσιακή στιγμή του.
Το δεύτερο μέρος άνοιξε με το έργο του Ροσίνι «Εισαγωγή, θέμα και παραλλαγές για κλαρινέτο», ένα τερπνό κομμάτι. Σολίστ ο -και κλαρινετίστας της ορχήστρας- Σπύρος Μουρίκης που πέρασε με άριστα. Και, κατόπιν, «Τανκρέντι» (1813) και μία άρια του επώνυμου ήρωα -ρόλος τραβεστί γραμμένος για κοντράλτο ή μέτζο- από τον Φράνκο Φατζόλι. Έστω και αν έδειχνε κάπως κουρασμένος, οι εντυπώσεις παρέμειναν αμείωτες. Το σόλο του εξάρχοντα βιολονίστα της Καμεράτας Σέρτζιου Ναστάσα, άψογο.
Η Εισαγωγή από την όπερα «Τορβάλντο και Ντορλίσκα» (1815) ήταν το επόμενο βήμα. Η συναυλία έκλεισε με μία άρια του -γραμμένου για κοντράλτο- Αρσάκη από την «Σεμίραμι» (1823) του Ροσίνι. Ο Φράνκο Φατζόλι τα έδωσε και πάλι όλα.


Στο τέλος, το κοινό, που κρατούσε την ανάσα του σε όλη τη διάρκεια των εμφανίσεών του, πήρε ως αμοιβή μία άρια (του Εδουάρδου) από άλλη μία άγνωστή μας όπερα -του Ροσίνι πάντα: «Εδουάρδος και Χριστίνα» (1819).
Το συμπέρασμα. Μία βραδιά που θα θυμάμαι -και όχι μόνον εγώ, φαντάζομαι και όλοι οι παρόντες: μία υψηλού επιπέδου ορχήστρα και ένας κόντρα τενόρος-φυσικό φαινόμενο. ΠΡΕΠΕΙ να τον ξανακούσουμε. Σύντομα! (Επίσημες φωτογραφίες δεν υπάρχουν, προφανώς για οικονομικούς λόγους... Οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται, ευγενική προσφορά του κ. Φώτη Καραγιαννόπουλου).

November 5, 2016

Tip: «Sweet Mambo»



Οι μακριές, λευκές, τούλινες κουρτίνες που κρέμονται επιβλητικά από την οροφή της σκηνής να καλύπτουν όλο το βάθος, εν είδει εσωτερικής αυλαίας. Πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν οι κουρτίνες αυτές -το σκηνικό του Πέτερ Παμπστ: να λύνονται και να πέφτουν με ορμή από πάνω, να τραβιούνται, να τις χαϊδεύει το αεράκι, να τις φουσκώνει, να τις παρασύρει, να τις μετακινεί, να θροΐζουν, πάνω τους να προβάλλεται το γερμανικό μελόδραμα του ’38 «Η μπλε ρενάρ» με την Ζάρα Λεάντερ… 
Και μπροστά τους, γύρω τους, μέσα τους, επτά γυναίκες, επτά χορεύτριες να θροΐζουν, να κινούνται ανάερα, αιθέρια σαν τις κουρτίνες, να ελίσσονται, να μας μιλούν -συχνά στα ελληνικά-, να μας λένε τα -πραγματικά τους- ονόματα -Ρεζζζζίνα-, να γίνονται, δραματικές, θυμωμένες, κωμικές -με κορυφαία την 61χρονη Σπανιόλα Ναθαρέθ Παναδέρο, με το φουντωτό μαλλί ή την ξανθιά περούκα, με φωνή α λα Σαπφώ Νοταρά, πολύ αστεία-, να γίνονται ερωτικές, να γίνονται όμορφες, τυλιγμένες στις υπέροχες μεταξωτές τουαλέτες της Μάριον Τσίτο που γλείφουν τα κορμιά τους, υποστηριγμένες από τρεις άντρες χορευτές, πάνω σε μουσικές από Ρενέ Ομπρί και Πόρτισχεντ μέχρι Ρίουιτσι Σακαμότο και Νίνα Σιμόν, από Μπράιαν Ίνο και Τομ Γουέιτς μέχρι Γκουστάβο Σανταολάγια. Και η χορογραφία -το «Sweet Mambo», η προτελευταία (2008) της αλησμόνητης Πίνα Μπάους- που παρουσιάζεται από το Χοροθέατρο του Βούπερταλ «Πίνα Μπάους» στην «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» να σε
κατακτά με την ποιητικότητά της. Μία χορογραφία φτιαγμένη ουσιαστικά για γυναίκες, που εμένα, συνειρμικά, ο Αλμοδόβαρ μου φάνηκε να είναι η πηγή έμπνευσής της: όταν η Πίνα συνάντησε τον Πέδρο -μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η δουλειά της σφραγίζει το «Μίλα της» του Αλμοδόβαρ. Χωρίς να αρνηθώ την κάποια επαναληπτικότητα της χορογραφίας, που, κάποιες στιγμές μπορεί και να κουράζει, ή την αποσπασματικότητά της, ανεπιφύλακτα ναι! Δείτε την! (Φωτογραφίες: η πρώτη gert-weigelt.de, η δεύτερη Karl-Heinz Krauskopf, η τρίτη Mihaela Bodlovic). .

November 4, 2016

Θεόδωρος Κουρεντζής του 2016, Θεόδωρος Κουρεντζής του 2007: θριαμβευτής!


Στον χτεσινό «Guardian» δημοσιεύτηκε ένα κομμάτι-ύμνος για τον δικό μας μαέστρο Θεόδωρο Κουρεντζή, το οποίο ήδη ανάρτησα στον τοίχο μου.

Επιτρέψτε μου τώρα -σαν συνειρμός ήρθε- να ανεβάσω και ένα δικό μου κομμάτι που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε πριν από εννιά και κάτι χρόνια, μετά την πρώτη «επίσημη» συναυλία του νεαρού μαέστρου στην πατρίδα του, στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών -του Γιώργου Λούκου βέβαια. Καμαρώνω για το κομμάτι αυτό -νομίζω ότι το στοίχημα το κέρδισα:

Ένας μαέστρος μεγάλου βεληνεκούς! Οι πληροφορίες από την Ρωσία συνέκλιναν: ο Θεόδωρος Κουρεντζής ανήκει στη ράτσα των μεγάλων αρχιμουσικών -ένα σταρ στη χώρα όπου σπούδασε και παρέμεινε κάνοντας καριέρα εντυπωσιακή. Αλλά στην εποχή της υπερπροβολής και της προώθησης -και στο χώρο της λεγόμενης «σοβαρής» μουσικής- ατόμων όχι πάντα αναλόγων ικανοτήτων και με «ημερομηνία λήξης» πρέπει κανείς να κρατάει μικρό καλάθι…
Επέστη όμως ο χρόνος να ψαύσουμε τον τύπον των ήλων: ο 35χρονος μαέστρος έφτασε στην Αθήνα από το Νοβοσιμπίρσκ για να κάνει τις δύο πρώτες στην πατρίδα του «επίσημες» συναυλίες με τη «δική» του ορχήστρα, την «Musica Aeterna», και τη «δική» του χορωδία, τους «New Siberian Singers». Και εγένετο φως. Ναι, οι φήμες και οι πληροφορίες δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Απλώς ωχριούσαν μπροστά στην πραγματικότητα: εγεννήθη ημίν Μαέστρος!
Στο Στάδιο ο Ντομίνγκο. Στην πλαϊνή αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής, Φορσάιθ από το Μπαλέτο της Λιόν. Στην Πειραιώς «Ιβάνοφ» από την «Φόλκσμπίνε». Και στον διπλανό χώρο, η Γουίλμπι. Όλα την ίδια ώρα. Και όμως! Είχε πολύ κόσμο στην Αίθουσα των Φίλων της Μουσικής. Ίσως γιατί είχε γίνει μια καλή προβολή της συναυλίας του Φεστιβάλ Αθηνών. Ίσως γιατί το όνομα του σπουδαίου μουσικού Γιούρι Μπασμέτ που συμμετείχε ως σολίστ στη βιόλα, γνωστού μας εδώ, «λειτούργησε». Ίσως γιατί «λειτούργησε» το ένστικτο του κόσμου. Η συναυλία, πάντως, που ακολούθησε δικαίωσε το ένστικτο αυτό.
Η βραδιά άνοιξε με ένα εξαιρετικό, άκρως εντυπωσιακό σύγχρονο κομμάτι: το 35λεπτο «Στυξ» για βιόλα, χορωδία και ορχήστρα του γεωργιανού Γκίγια Καντσέλι -γνωστού μας από τις συνεργασίες του με το σκηνοθέτη Ρόμπερτ Στούρουα στις ελληνικές παραστάσεις του. Και με την αίσθηση του απόλυτου ελέγχου του αρχιμουσικού -μεγάλη, πλατιά κίνηση, μουσικότατη, καθόλου «επιδειξίας» του πόντιουμ- πάνω στα δύο σώματα, το συμφωνικό και το χορωδιακό, που ο ίδιος δημιούργησε και που τα μέλη τους έχουν ένα πολύ χαμηλό μέσο όρο ηλικίας. Ένας πλούσιος, δικός τους ήχος, ήδη διαμορφωμένος -μέσα σε τρία χρόνια, όταν άλλες ορχήστρες κάνουν χρόνια να βρουν τον ήχο τους! Αποχρώσεις-ψιλοβελονιά, δυναμικές τρομερές, ιλιγγιώδεις μεταπτώσεις και στην ατμόσφαιρα ένας μαγνητισμός… Θρίαμβος στο τέλος, με τον Γιούρι Μπασμέτ να παίζει ένα ανκόρ.
Σκεφτόμουν στο διάλειμμα: «Ας μην προτρέχω, ένα σύγχρονο, άγνωστο έργο, εύκολα ξεγελάει ως προς τις δυνατότητες του μαέστρου. Και μετά ήρθε η Έκτη -η «Παθητική»- του Τσαϊκόφσκι. Η χιλιοπαιγμένη, η χιλιοακουσμένη, η φθαρμένη από τη χρήση -η «μπανάλ». Και ξαφνικά άκουσα ένα έργο που δεν είχα ξανακούσει: καινούργιο. Χωρίς καμία διάθεση ερμηνευτικών «νεωτερισμών». Αλλά ψαγμένο βαθιά. Από έναν άνθρωπο και μία ορχήστρα που ανακάλυψαν κρυμμένες πτυχές του. Στο τέταρτο μέρος, το αντάντε λαμεντόζο -θρηνητικό- τα φώτα χαμήλωσαν και έμειναν μόνο τα φώτα των αναλογίων. Και ακούσαμε ένα συγκλονιστικό θρήνο που έσβησε απίστευτα, σαν το κεράκι -ύστατο έργο και η τελευταία πράξη στη ζωή του Τσαϊκόφσκι.
Το χειροκρότημα άγγιζε τα όρια της αποθέωσης. «Μετά από την τελευταία Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι δεν μπορούμε να παίξουμε ανκόρ» μας είπε ο Θεόδωρος Κουρεντζής. «Αλλά επειδή είναι η πρώτη φορά που είμαστε στην Ελλάδα θα παίξουμε. Και το μόνο που βρήκαμε να ταιριάζει είναι το αντατζιέτο από την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ». Και το έπαιξαν. Με τρόπο αξέχαστο. Στο φινάλε, όρθιοι οι περισσότεροι, ξελαρυγγιαστήκαμε να φωνάζουμε «μπράβο». Τους άξιζε!
Στο κοινό, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, και ο πρώτος Δάσκαλος του νεαρού μαέστρου, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας Γιώργος Χατζηνίκος. Που θα πρέπει να ήταν πολύ περήφανος.
Έχουμε καλούς νέους μαέστρους. Ταλαντούχους και με δυνατότητες για καριέρα έξω από τα σύνορά μας. Αλλά ο Θεόδωρος Κουρεντζής νομίζω ότι είναι από τη στόφα των Μεγάλων. Και πιστεύω ακράδαντα -στοιχηματίζω- ότι πολύ σύντομα θα μιλούμε γι’ αυτόν και θα καμαρώνουμε όπως μιλούμε και καμαρώνουμε -κι ας θεωρηθεί ασέβεια-για έναν Δημήτρη Μητρόπουλο. Ήταν καιρός.

Δημοσιεύτηκε στα «Νέα στις 29 Ιουνίου 2007.

November 3, 2016

Αναψυκτήριον «Το Μαρίινσκι» ή Ρούσκα σαλάτα


Το Τέταρτο Κουδούνι / 3 Νοεμβρίου 2016 



Γιορτάσαμε τον Άγιο Δημήτριο, γιoρτάσαμε το Χάλογουίν, γιορτάσαμε και τους Αγίους Αναργύρους… Άντε, βοήθειά μας. Και του χρόνου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

Ναι, το ομολόγησα -στο περασμένο «Τέταρτο Κουδούνι». Ότι οι Ρώσοι μάς έστειλαν, για το «Έτος Ελλάδας-Ρωσίας 2016», το «Βαχτάνγκοφ» με τον «Οιδίποδα τύραννο» και την «Θεατρική Σεζόν Αγίας Πετρούπολης» κι εμείς, εις αντάλλαγμα, αντί του μάνα, χολήν: τον Σάκη Ρουβά. Να χορέψει syrtaki «Zorba the Greek».
Αλλά οι Ρώσοι μάς το φύλαξαν. «Γκαλά όπερας με τους κορυφαίους σολίστ του Mariinsky» ανάγγελλαν -πάντα στο πλαίσιο του «Έτους Ελλάδας-Ρωσίας 2016»-, λέω, κοίτα ανωτερότητα, απαντούν με τον τρόπο τους, αφ’ υψηλού, με «Μαρίινσκι». Αμ , δε…. Η εκδίκηση ειν ένα πιάτο που τρώγεται κρύο. Ρουβά εσείς; «Μαρίινσκι» εμείς. Αλλά τι «Μαρίινσκι»; Αναψυκτήριον «Το Μαρίινσκι».
Διότι αυτό που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής την Δευτέρα μ’ ό,τι έχω στο μυαλό μου για Όπερα και Μπαλέτο του Κρατικού Ακαδημαϊκού Θεάτρου «Μαρίινσκι» της Αγίας Πετρούπολης, ουδεμία σχέση. Μ’ ότι έχω, όμως, στο μυαλό μου για αναψυκτήριο, πολύ κοντά. Εν αρχή ένας ρώσος κύριος, πρόεδρος κάποιου Κέντρου, δεν ξέρω ποιας Δόξας (;), λέει -έτσι το ’πε, τουλάχιστον, η διερμηνέας που μετέφραζε με τον τρόπο που ήταν μεταφρασμένο στα ελληνικά το πρόγραμμα της «Σεζόν Αγίας Πετρούπολης»...-, ανέβηκε στη σκηνή και μίλησε για την ανέκαθεν, λέει, αδιατάρακτη ελληνορωσική φιλία και, μετά τον Καποδίστρια, θυμήθηκε -και επέμεινε- τη βασίλισσα Όλγα (Κονσταντίνοβνα), Μεγάλη Δούκισα της τσαρικής Ρωσίας που ’ρθε στην Ελλάδα, για να παντρευτεί τον Γεώργιο Α΄, απ’ την Πετρούπολη απ’ την οποία, λέει -κοίτα σύμπτωση!-, έρχεται κι ο ίδιος.
Ακολούθησε ένα τούτι φρούτι πρόγραμμα που ξεκίνησε με ολίγη από Γκλίνκα, Τσαϊκόφσκι και Ρίμσκι-Κόρσακοφ αλλά, ύστερα, το γύρισε στο ιταλικό ρεπερτόριο, το -πολύ -δημοφιλές -κάτι σαν από ρεπερτόριο της Λυρικής μας… -καταλήγοντας σε ταραντέλες και
καντσονέτες: μια έξοχη λυρική σοπράνο, όμορφη επιπλέον -η Όλγα Τριφόνοβα-, ένας στεντόρειος -«κοιτάξτε τι έκταση φωνής που χω και πόσο το λαλάω»- τενόρος-, ο Γιεβγκένι Ακίμοφ, μια μέτζο με ωραίο φωνητικό μέταλλο αλλά πολύ, μα πολύ μικρή φωνή -τόσο μικρή που στην «Ταραντέλα» του Ροσίνι τίποτα δεν ακούσαμε- κι η οποία στιγμή δεν κατάφερε να συντονιστεί με την ορχήστρα, πολύ, πάντως, μα πολύ μπριόζα, με μεγάλες, θριαμβικές χειρονομίες όλε-όλε -ο φίλος που πήγαμε μαζί έγραψε όταν είπε «αυτή παίζει σαν να ’χει φωνάρα»- κι ένας άλλος τενόρος, ο οποίος πόθεν προέκυψε αγνοώ. Με ανεξέλεγκτη φωνή, βγαίνοντας κάθε τόσο απ’ τον τόνο, τραγούδησε στο περίπου ενώ έφτασε και στο σημείο, στο «Una furtiva lagrima» του Νεμορίνο, απ’ το «Ελιξήριο του έρωτα» Ντονιτσέτι, να του φύγει και μια συλλαβή επιπλέον -νόμιζε, προφανώς, πως δεν είχε τελειώσει η άρια- που την έκοψε απότομα… (Μα πρόβα δεν είχαν κάνει;). Μια αίσθηση προχειρότητας κι απροετοίμαστου -στον Ακίμοφ, για το φινάλε που το ήθελαν με «Nessun dorma», έφεραν την πάρτα γιατί προφανώς δεν ήξερε τα λόγια! Δεν έχει, ίσως, το ρόλο στο ρεπερτόριό του, αλλά τα λόγια της άριας δεν τα ξέρει; Ποτέ δεν την έχει μελετήσει; Ε, δεν τα μάθαινε τουλάχιστον;
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, που συνόδευσε, ήρθη στο «ύψος» των περιστάσεων -ήτοι διεκπεραίωσε, με μεγάλη βαριεστημάρα κι επιπόλαιη άνεση, υπό την μπαγκέτα του σπουδαγμένου στην Ροσία, Αμερικανού Γκάβριελ Χάινε, το πρόγραμμα της βραδιάς, στριμωγμένη στο βάθος της σκηνής της Αίθουσας «Χρήστος Λαμπράκης». Γιατί στριμωγμένη; Διότι -το κερασάκι…- το «Γκαλά όπερας»-αχταρμάς ήταν διανθισμένο με ολίγη κι από κλασικό μπαλέτο: δυο σολίστ, με χορευτική παιδεία Μαρίινσκι σίγουρα, ζουπήχτηκαν, εν είδει επίδειξης συνοικιακής σχολής μπαλέτου, με φόντο την ορχήστρα -το τουτού της χορεύτριας σχεδόν να γαργαλάει τη μύτη του εξάρχοντα…- για να χορέψουν δυο αποσπάσματα με μάλλον λυπηρά αποτελέσματα…
Το ανκόρ βρήκε όλους τους σολίστ επί σκηνής να τραγουδούν το «Brindisi» απ’ την «Τραβιάτα» με το κοινό -που ’χε υψωμένα τα ματσούκια για σέλφις κι αναπεπταμένα κινητά και ταμπλέτες- να κρατάει το ίσο με παλαμάκια -μεγαλεία σας λέω. Άρα, να εικάσω πως η βραδιά κρίθηκε επιτυχέστατη; Mια γνωστή μου Κυρία, βέβαια, το όλον το αποκάλεσε «bon pour l Orient». Στο χωριό μου, πάντως, αυτά τα λένε άρπα-κόλλα…
Πάντα τις φοβόμουνα αυτές τις πολιτιστικές εκδηλώσεις «στα πλαίσιο» κάποιας διακρατικής «φιλίας» -προ καιρού κάτι ανάλογο είχαμε δει στο Μέγαρο «στο πλαίσιο της ελληνοκινεζικής φιλίας»… Οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Αλλά υπό τον τίτλο «Μαρίινσκι»; Έτσι ούτε η ελληνορωσική φιλία τιμήθηκε ούτε το Θέατρο «Μαρίινσκι»…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 



«Τον γνώρισα λίγο. Δεν πρόλαβα να πάρω όλα όσα ήθελα και δεν πρόλαβε να δώσει όλα όσα μπορούσε στο ελληνικό θέατρο που αριθμητικά ‘ευημερεί’ αλλά πένεται σε προσωπικότητες»: η Μάγια Λυμπεροπούλου εκτίναξε την παρουσίαση του βιβλίου της Κωνσταντίνας Ζηροπούλου «Γιώργος Σεβαστίκογλου. Αγωνιστής του θεάτρου και της ζωής». Με το έξοχο κείμενο που ’χε ετοιμάσει και που διάβασε για τον σπουδαίο θεατράνθρωπο με τον οποίο τη συνέδεσαν δυο σταθμοί στην ένδοξη πορεία της στο θέατρο: ήταν η Αγγέλα στο ομώνυμο έργο του που ανέβασε ο Κάρολος Κουν στο «Υπόγειο» το 1964/1965, με τον Σεβαστίκογλου πολιτικό πρόσφυγα, ακόμα, στην Σοβιετική Ένωση,

κι έχει κάνει Κατερίνα στο σεξπιρικό «Ημέρωμα της στρίγγλας» 
που ο Σεβαστίκογλου σκηνοθέτησε στο ΚΘΒΕ το 1978/’79 -δυο ιστορικές παραστάσεις για το ελληνικό θέατρο.
Και, κατόπιν, σηκώθηκε όρθια και είπε: αυτό το γράμμα νομίζω πως πρέπει να το διαβάσω όρθια. Και διάβασε το γράμμα που ο Γιώργος Σεβαστίκογλου έγραψε τον «Οχτώβρη» του 1958, ήδη εννιά χρόνια πρόσφυγας, στον Κουν και που περιλαμβάνεται στο βιβλίο. Και το οποίο τελειώνει: «Χαιρέτα μου όλους… κι αυτούς που με ξέχασαν -ίσως με θυμηθούν». Εκεί, η φωνή-τσέλο της Μάγιας Λυμπεροπούλου έσπασε απ’ τη συγκίνηση. Κι εμένα μια χορδή έσπασε μέσα μου… -πονάνε ακόμα αυτά, ε; (Η δεύτερη φωτογραφία, του Σωκράτη Ιορδανίδη).




Μοιάζει να ’ριξε ο Δημήτρης Λιγνάδης όλο το βάρος του στα δυο παιδιά -τους δυο έφηβους, τον Γιάννη Τσουμαράκη και την Δανάη Βασιλοπούλου, τον Ρομέο και την Ιουλιέτα του στη σεξπιρική τραγωδία που ανέβασε στο «Pantheon». Και σ’ αυτό πέτυχε. Και στην επιλογή και στη διδασκαλία: πετούν τα δυο παιδιά με τα σακίδια στις πλάτες, σκίζουν -ειδικά το αγόρι-, όλη η φρεσκάδα! Πολύ καλή κι η ιδέα του σκηνοθέτη να μπολιάσει το κείμενο με ποίηση ελληνική για τον έρωτα -Καβάφη, Ελύτη, Εμπειρίκο, Ουράνη, Μυρτιώτισσα, τα ξέρει καλά αυτά ο Δημήτρης Λιγνάδης.
Από ’κει και πέρα όμως; Όλα άνισα. Άνισα σκηνικά, άνισα κοστούμια, άνισες μουσικές, μερικά άχαρα ευρήματα, άχαρη κίνηση, στοιχειώδεις αδυναμίες ακόμα και στην mise en place, κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί, ακόμα κι οι πολλοί καλοί -όρα Στάθης Ψάλτης, Ελισάβετ Μουτάφη, Θάνος Τοκάκης…-, αφημένοι στην τύχη τους κι άδετοι μεταξύ τους. Κρίμα… 




Διαβάζω για -και βλέπω τις φωτογραφίες από- τα Κορφιάτικά Βραβεία -έφτασαν, αισίως, στην 35η απονομή τους και φέτος τιμήθηκαν, μεταξύ δεκάδων (ή εκατοντάδων;) άλλων, η Ζωή Λάσκαρη με το Τιμητικό Βραβείο «Νίκος Κούρκουλος» για «τη μεγάλη προσφορά της στο θέατρο» κι η Άννα Βίσση με το Ειδικό Βραβείο «Σοφία Βέμπο» που της το απένειμε, λέει, ο πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στρατηγός Μιχαήλ Κωσταράκος (έλα Παναγία μου!)- και βαριαναστενάζω…




Ποτέ δεν τρελάθηκα με τον Κένεθ Μπράνα -ικανότατος ηθοποιός είναι αλλά μια αλαζονεία κι ένα ναρκισσισμό εισπράττω κάθε φορά που τον βλέπω σε ταινίες. Αυτό εισέπραξα και βλέποντάς τον στη σκηνή πια, στο Μέγαρο, στη ζωντανή μετάδοση απ’ το Λονδίνο της παράστασης του θιάσου του με το έργο του Τζον Όσμπορν «The Entertainer» («Ο διασκεδαστής»; «Ο ψυχαγωγός;», «Ο θεατρίνος»;), όπου κρατούσε τον κύριο ρόλο.
Έργο του 1957, γραμμένο απ τον Όσμπορν αμέσως μετά τα «Οργισμένα νιάτα» του, για τον Λόρενς Ολιβιέ που το πρωτόπαιξε στη σκηνή αλλά έπαιξε το ρόλο και στο σινεμά, όταν ο «Entertainer» έγινε ταινία -βρε, απωθημένο κι αυτό του Μπράνα, να θέλει να γίνει «ο νέος Λόρενς Ολιβιέ» και να μην του βγαίνει…-, πολύ σφιχτοδεμένο δραματουργικά και με καλά γραμμένους χαρακτήρες, που ποτέ δεν έχει παιχτεί στην Ελλάδα, δικαίως μάλλον, καθώς δείχνει να μην μας πολυαφορά γιατί και πολύ εγγλέζικο είναι και πολύ δεμένο με την εποχή του -η Κρίση του Σουέζ, το ’56. Όσο για την παράσταση του Ρομπ Άσφορντ, πολύ τυπική -χωρίς εξάρσεις, «καλοφτιαγμένο βρετανικό θέατρο»…


«Το φιντανάκι», «Το μελτεμάκι», άντε η «Φλαντρώ, άντε κι ο «Σέντζας» που καθυστερημένα ανακαλύψαμε πόσο ενδιαφέρον θεατρικό είναι. Άλλα έργα του Παντελή Χορν στην ελληνική σκηνή μετά τον Πόλεμο -και το θάνατό του, το ’41- δεν έχουν εμφανιστεί.
Και ξαφνικά διαβάζω ότι στην «Αθηναϊκή Σκηνή» των Κάλβου-Καλαμπόκη ανεβαίνει στις 5 Νοέμβριου -μεθαύριο- η ηθογραφία του «Οι γειτόνισσες» που παρέμεινε χαμένη για, σχεδόν, 70 ολόκληρα χρόνια σε σκηνοθεσία Αλεξάνδρας Βουτζουράκη.
Το δράμα είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά το 1924 απ’ το θίασο της Κυβέλης, με την ίδια την Κυβέλη και τον Αιμίλιο Βεάκη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους κι είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία, τόσο εμπορική όσο και καλλιτεχνική. Έκτοτε, όμως, δεν ξαναπαίχτηκε -τουλάχιστον δεν είναι καταγραμμένες παραστάσεις του. Και το χειρόγραφο του έργου θεωρούνταν χαμένο για πολλές δεκαετίες ώσπου η ερευνήτρια θεατρολόγος, καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτέλειου Έφη Βαφειάδη το εντόπισε, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, και το δημοσίευσε, μαζί και με άλλα λανθάνοντα έργα του συγγραφέα, στους πέντε τόμους των θεατρικών του που εξέδωσε το Ίδρυμα «Γουλανδρή-Χορν».
Δεν ξέρω ακόμα πώς θα ’ναι η παράσταση αλλά το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον να δω στη σκηνή το άγνωστο αυτό έργο του Χορν.


«Το Τέταρτο Κουδούνι» θα λείψει για να επανέλθει στις 24 Νοεμβρίου, Πέμπτη πάντα.