December 25, 2019

Στο Φτερό / Ακαδημαϊκή, αλλά συναρπαστικά ακαδημαϊκή ή Το κράτος του ζόφου


«Ντον Κάρλο» του Τζουζέπε Βέρντι, λιμπρέτο (Φρίντριχ Σίλερ, Σεζάρ Βισάρ ντε Σεν-Ρεάλ) Φρανσουά-Ζοζέφ Μερί-Καμίγ(ι) ντι Λοκλ (ιταλική μετάφραση Ασίλ ντε Λοζιέρ, Άντζελο Τσαναρντίνι) / Μουσική διεύθυνση: Φιλίπ Ογκέν. Σκηνοθεσία: Νίκολας Χάιτνερ (αναβίωση: Ντάνιελ Ντούνερ). 



Η ειρήνευση, που επήλθε στο τέλος του λεγόμενου «11ου Ιταλικού Πολέμου» του 1551-1559 μεταξύ Γαλίας και Ισπανίας -δηλαδή, για να είμαστε ακριβείς, μεταξύ των οίκων των Βαλουά της Γαλίας και των Χάπσμπουργκ της Ισπανίας- με τη συνθήκη του Κατό-

Καμπρεζί, επισφραγίζεται με έναν διπλωματικό γάμο: του βασιλιά Φίλιπου Β΄ της Ισπανίας -γιου του Κάρολου Ε΄, αυτοκράτορα της Αγίας Ρομαϊκής Αυτοκρατορίας και βασιλιά, με το όνομα Κάρολος Α΄, της Ισπανίας -ο Κάρολος Κουίντος-, ο οποίος, κατά τη διάρκεια 
του πολέμου, είχε παραιτηθεί από τον ισπανικό θρόνο υπέρ του γιου του και είχε αποσυρθεί σε μοναστήρι όπου και πέθανε μετά από δυόμισι χρόνια- με τη 14χρονη Ελισάβετ των Βαλουά, κόρη του βασιλιά Ερίκου Β΄ της Γαλίας. Είχαν προηγηθεί διαβουλεύσεις για γάμο της Ελισάβετ με τον συνομήλικό της ινφάντη Δον Κάρλος της Αυστρίας, πρίγκιπα
των         Αστουριών, διάδοχο του ισπανικού θρόνου, γιο του Φίλιπου αλλά, επειδή, όπως παραδίδεται ιστορικά, ήταν πολύ «εύθραυστος» ψυχολογικά -οι συνεχείς ενδογαμίες στους βασιλικούς Οίκους, και ειδικά στους Χάπσμπουργκ, είχαν τις συνέπειές τους...-, ο Φίλιππος, που πρόσφατα είχε μείνει και πάλι χήρος, μετά το θάνατο και της δεύτερης γυναίκας του -άλλος διπλωματικός γάμος...-, βασίλισσας 

Μαρίας Α΄ της Αγγλίας, την παντρεύτηκε ο ίδιος. Στην όπερα ο Δον Κάρλος -Nτον Κάρλος στην γαλική εκδοχή της, Ντον Κάρλο στις ιταλικές-, όμως, έχει ήδη συναντήσει την Ελισάβετ και έχουν ερωτευτεί -ένας ανέλπιδος έρωτας αφού η Ελισάβετ έχει γίνει πια μητριά του. Τον εκμυστηρεύεται μόνο στον επιστήθιο φίλο του 
Ροντρίγκο, μαρκίσιο του Πόζα, που αν και έμπιστος του Φίλιππου θα κρατήσει το μυστικό και θα προσπαθήσει να πείσει τον Ντον Κάρλο να ζητήσει από το βασιλιά πατέρα του να τον στείλει στην υπό ισπανική κατοχή Φλάνδρα -για να ξεχάσει τον έρωτά του αλλά και για να βοηθήσει το λαό που καταπιέζεται και υποφέρει. Ο Ντον Κάρλο συναντάει την Ελισάβετ με το σκοπό να της ζητήσει να μεσολαβήσει στον 

Φίλιππο για την αποστολή του στην Φλάνδρα αλλά ο έρωτάς του φουντώνει πάλι. Η ανυπόγραφη επιστολή που παίρνει και που του ζητάει να πάει στους κήπους της βασίλισσας τη νύχτα υποθέτει ότι προέρχεται από την Ελισάβετ. Μέσα στο σκοτάδι εξομολογείται στη γυναίκα 
που συναντάει τον έρωτά του αλλά αποκαλύπτεται ότι αυτή είναι η πριγκίπισσα του Έμπολι, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας, η οποία, ερωτευμένη μαζί του, του είχε στείλει την επιστολή και τώρα αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει και, ταπεινωμένη, βάζει στόχο να τον εκδικηθεί, παρά τις προσπάθειες του Ροντρίγκο να τη μεταπείσει. Στη διάρκεια μιας τελετής κατά την οποία θα ριχτούν ζωντανοί 

στην πυρά αιρετικοί, καταδικασμένοι από την Ιερά Εξέταση που βασιλεύει πάνω από τον βασιλιά -οι χρυσοί αλλά και ζοφεροί αιώνες τις Ισπανίας...-, ο Ντον Κάρλο εμφανίζεται με μία ομάδα αντιπροσώπων της Φλάνδρας που έρχονται να ικετεύσουν τον παρόντα Φίλιππο
για την ελευθερία της πατρίδας τους. Εκείνος είναι ανένδοτος. Και όταν ο Ντον Κάρλο του ζητάει ευθέως να τον ορίσει κυβερνήτη της Φλάνδρας και της Βραβάντης του το αρνείται, οπότε ο ινφάντης, 
οργισμένος, τραβάει εναντίον του το ξίφος του. Ο Ροντρίγκο τον αφοπλίζει και ο βασιλιάς, για να τον αμείψει, του απονέμει τον τίτλο του δούκα. Στο μεταξύ η Έμπολι εκδικείται: έχει κλέψει μία κασετίνα της Ελισάβετ όπου 

εκείνη κρύβει ένα μικρό πορτρέτο του Ντον Κάρλο και την έχει δώσει στον βασιλιά με τον οποίο διατηρεί ερωτική σχέση. Ο Φίλιππος, που, μετά το συμβάν και ενώ στην Φλάνδρα έχουν
ξεσπάσει ταραχές για τις οποίες θεωρεί τον Ντον Κάρλο υπεύθυνο, έχει ήδη συμβουλευτεί τον Μέγα Ιεροεξεταστή αν εγκρίνει τη θανάτωση του γιου του, όταν βλέπει και το πορτρέτο, κατηγορεί πια τη γυναίκα του για μοιχεία. Η Έμπολι, μετανιωμένη, αποκαλύπτει όλη την αλήθεια στη βασίλισσα που την τιμωρεί με εγκλεισμό σε μοναστήρι. Ένας 

πληρωμένος από τον Μέγα Ιεροεξεταστή δολοφόνος πυροβολεί τον Ροντρίγκο στη φυλακή, όπου έχει πάει να επισκεφθεί τον φυλακισμένο φίλο του Ντον Κάρλο και να τον ενημερώσει ότι, για να τον σώσει, ανέλαβε την ευθύνη για τις ταραχές στην Φλάνδρα, 
και τον σκοτώνει. Ξεσπούν ταραχές αλλά ο Μέγας Ιεροεξεταστής επιβάλλει την τάξη. Στην τελευταία του συνάντηση με την Ελισάβετ, στο μοναστήρι, πλάι στον τάφο του παππού του Κάρολου Κουίντου, ο ελεύθερος πια Ντον Κάρλο της ανακοινώνει ότι φεύγει στην Φλάνδρα αλλά εμφανίζονται ο βασιλιάς και ο Μέγας Ιεροεξεταστής που διατάζει να τον συλλάβουν και πάλι. Τότε, όμως, 
παρουσιάζεται ένας μυστηριώδης καλόγερος που τον οδηγεί σε μέρος ασφαλές. Eμβρόντητοι όλοι αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του τον νεκρό Κάρολο Κουίντο. Ο Τζουζέπε Βέρντι ετοίμασε τον πεντάπρακτο «Ντον Κάρλος» (1867) για την Όπερα του Παρισιού, σε γαλικό λιμπρέτο -αντλημένο από το έργο του Φρίντριχ Σίλερ «Ντον Κάρλος» (1787) που, με τη σειρά του, βασιζόταν στη νουβέλα (1672) του Γάλου Σεζάρ Βισάρ ντε Σεν-Ρεάλ «Ντομ Κάρλος»- των 

Φρανσουά-Ζοζέφ Μερί, που πέθανε πριν από το τέλος της προετοιμασίας, και Καμίγ(ι) ντι Λοκλ που το ολοκλήρωσε. Ένα λιμπρέτο με κάποια κενά και αφέλειες -η συνάντηση Ντον Κάρλο-

Έμπολι στους κήπους- αλλά, γενικά, ικανοποιητικό, το οποίο, ακολουθώντας τον Σίλερ, προβάλλει έναν Ντον Κάρλο ρομαντικό ήρωα, αθεράπευτα ερωτευμένο και επαναστάτη -πολύ μακριά από 

την ιστορική πραγματικότητα. Στη «μεγαλόπρεπη», κατά τα γαλικά οπερατικά κελεύσματα της εποχής, όπερα, που το λιμπρέτο της μεταφράστηκε στα ιταλικά και γνώρισε τρεις, τουλάχιστον, «ιταλικές», εκδοχές -τετράπρακτες ή πεντάπρακτες- εκ των οποίων 
η πεντάπρακτη τελευταία, «της Μόντενα» (1886), είναι αυτή που παρουσιάζεται από την Λυρική Σκηνή -για πρώτη φορά στην Ελλάδα-, ο συνθέτης υπακούει στους κανόνες του είδους αλλά, ταυτόχρονα, εξελίσσοντας την τέχνη του προς την κατεύθυνση του βαγκνερικού μουσικού δράματος, με λάιτ μοτίφ και με μουσική ροή που σπάνια πια διασπάται παρά τις εμβληματικές άριες και τα συγκλονιστικά 
ντουέτα, τρίο και κουαρτέτα του. Και, παράλληλα, θερμά υπερασπίζεται -όχι για πρώτη φορά- ένα θέμα που συνάδει με τη 

βαθιά δημοκρατική, επαναστατική φύση του. Το αποτέλεσμα: μία εξαιρετική, δυναμική όπερα όπου ο μελωδιστής Βέρντι τιθασεύει τις μελωδικές ρίζες του αλλά δεν τις ξεχνάει. Ο Βρετανός Νίκολας 

Χάιτνερ που υπογράφει τη σκηνοθεσία (2008) την οποία, πολύ προσεκτικά, φαίνεται να έχει αναβιώσει για την Λυρική Σκηνή ο Καναδός Ντάνιελ Ντούνερ, δεν έχει «πρωτοτυπήσει», δεν έχει «αυθαιρετήσει» ούτε, βέβαια, έχει κομίσει μία καινούργια άποψη για το έργο, όπως, για παράδειγμα, η Κέιτι Μίτσελ για την «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» του Ντονιτσέτι που είδαμε, πρόπερσι και πέρσι, στην Λυρική -μία ιδιοφυής παράσταση, μία παράσταση-σταθμός. Έχει οργανώσει, με επιδράσεις, νομίζω, από την παράσταση του Φράνκο Τζεφιρέλι, το 1992, στην «Σκάλα» του Μιλάνο, μία παράσταση ακαδημαϊκή αλλά με την καλύτερη σημασία της λέξης: έχει 

ακολουθήσει σεβαστικά τη μουσική του Βέρντι και το λιμπρέτο, έχει οργανώσει άψογα, μέσα σε μία ατμόφαιρα ζοφερή που απολύτως εκφράζει την εποχή, την κίνηση της χορωδίας και των κομπάρσων και τη χωροθεσία των πρωταγωνιστών χωρίς ούτε μία στιγμή να σε κάνει να χαμογελάς με τις «συμβατικές» λύσεις. Βέβαια, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς τον Ιρλανδό Μπομπ Κρόουλεϊ: τα όσο πρέπει αφαιρετικά, καλοζυγισμένα, ευέλικτα, λειτουργικά και υψηλής αισθητικής έξοχα σκηνικά του -ανεπανάληπτη η ολόχρυση πρόσοψη του καθεδρικού 

ναού του Βαγιαδολίδ συνδυασμένη με την εκπληκτική, συγκλονιστική γιγάντια εικόνα του Ιησού, στη δεύτερη σκηνή της τρίτης πράξης- και τα υπέροχα κοστούμια του εποχής -σε μαύρο και άσπρο, βασικά, που σπάζουν με κόκκινο, λίγο χρυσό και λίγο γκρίζο-, ενισχυμένα από τους συναρπαστικούς, μοναδικούς φωτισμούς του βρετανού μάστορα Μαρκ Χέντερσον, ενισχύουν τη γραμμή του έργου και της σκηνοθεσίας: μία ατμόσφαιρα σκοτεινή, μυστικιστική, επιβλητική, δέους, σχεδόν φοβιστική -δουλειά αξιομνημόνευτη. Για παράδειγμα, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, φωτιστής στήνουν τη φυλακή του Ντον Κάρλο, στη δεύτερη σκηνή της 
τέταρτης πράξης, μόνο με μία σειρά φρουρών γυρισμένων πλάτη, με πλάτη φωτισμένες τις αστραφτερές πανοπλίες τους -τι πιο υποβλητικό; Η κινησιολογία, που υπογράφει η Βρετανίδα Σκάρλετ Μακμίν, επίσης αποτελεσματική. Ο εξαίρετος γάλος αρχιμουσικός Φιλίπ Ογκέν, «Φιλοξενούμενος Καλλιτέχνης» για φέτος στην Λυρική, οδηγεί, από το πόντιουμ, την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την Χορωδία της που διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος και την υπό τον Εσθονό Γιάαν Οτς μπάντα σε ένα σημαντικό επίτευγμα ενταγμένο απόλυτα στο βερντιάνικο ύφος. Η παράσταση ευτυχεί και στη διανομή -είδα και τις δύο διανομές. Η ιταλίδα σοπράνο Μπάρμπαρα Φρίτολι, αν και κάπως ώριμη πια για το ρόλο της
Ελισάβετ και με ελαφρά μειωμένες τις δυνάμεις της, έχει την εμφάνιση, την υποκριτική δυνατότητα και την κατάλληλη φωνή για το ρόλο. Η Ρουμάνα Τσέλια Κοστέα, Ελισάβετ της δεύτερης διανομής, δεν έχει τη φινέτσα της Φρίτολι αλλά μπορεί να τον υποστηρίξει φωνητικά με μεγαλύτερο σθένος. Τα σλάβικα ζεστά ηχοχρώματα κομίζουν στη σκηνή ο εξαίρετος ρόσος μπάσος Αλεξάντερ Βινογκράντοφ, πολύ καλός ερμηνευτικά, παρά την κόντρα εμφάνισή του, και ιδιαίτερα επιβλητικός

φωνητικά Φίλιππος, η επίσης ροσίδα μέτζο Εκατερίνα Γκουμπάνοβα, αντάξια Έμπολι, η -ροσίδα κι αυτή- μέτζο Έλενα Ζίντκοβα, Έμπολι της δεύτερης διανομής -βρήκα πιο αποτελεσματική, πάντως, την Γκουμπάνοβα της πρώτης- 
και ο πολονός μπάσος Ράφαλ Σίβεκ, έξοχος Μέγας Ιεροεξεταστής. Ηθοποιός με ανεπτυγμένες υποκριτικές δυνατότητες ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος είναι και φωνητικά ένας άψογος Ροντρίγκο. Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, Ροντρίγκο της δεύτερης διανομής, δεν είναι ισοδύναμος υποκριτικά αλλά υπερτερεί συντριπτικά φωνητικά με το ζεστό, υπέροχο,
ανεπανάληπτο ηχόχρωμα της φωνής του. Τενόρος με μεγάλη φωνή ο Αργεντινός Μαρσέλο Πουέντε, σωστός ερμηνευτικά, αν και λίγο δύσκαμπτος στην κίνησή του, ξεχωρίζει στον επώνυμο ρόλο. Επαρκής φωνητικά αλλά μονοκόμματος ο Μοναχός του μπάσου Δημήτρη Κασιούμη. Προτίμησα τον μπάσο Πέτρο Μαγουλά που τον είχε αντικαταστήσει στη δεύτερη παράσταση  που είδα. Ικανοποιητική η υπόλοιπη διανομή -πρόλαβα να ξεχωρίσω τον Τεμπάλντο της μέτζο Μιράντας Μακρυνιώτη, που η φωνή της, όμως, στη δεύτερη παράσταση καλύφθηκε από την ορχήστρα κάποιες στιγμές και βρήκα πιο αδύναμο τον τενόρο Γιάννη Κάβουρα ως Λέρμα. Μία παράσταση που δεν κομίζει κάτι καινούργιο αλλά θα σας ικανοποιήσει απόλυτα, μπορεί και να σας συναρπάσει με την αισθητική της (Φωτογραφίες: οι υπογραμμένες Χάρης Ακριβιάδης, από τις ανυπόγραφες 15, 22, 29 Ανδρέας Σιμόπουλος, 18, 27 Γεράσιμος Δομένικος, 24 Βαλέρια Ισάεβα).


(Από τα πιο χορταστικά και πλήρη -δίγλωσσο, στα ελληνικά και αγγλικά-, το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης (υπεύθυνος έκδοσης Νίκος Α. Δοντάς), αν και έχουν ξεφύγει μερικά λαθάκια. Κρίνω, πάντως, πέραν πάσης λογικής το αφιερωματικό κομμάτι «Νίκος Ζαχαρίου (σ.σ. στη φωτογραφία), ο πρώτος Φίλιππος Β΄ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής» να μη συνοδεύεται με μία φωτογραφία του διεθνούς μπάσου μας).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Κύκλος «Ιταλικής Όπερας», συμπαραγωγή: Βασιλική Όπερα Λονδίνου-Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Ιόρκης-Εθνική Νορβιγική Όπερα (Όσλο), 21 Δεκεμβρίου 2019 και 2 Ιανουαρίου 2020.

December 9, 2019

Ωραίες μου ζαρτιέρες ή Η δυσκοιλιότητα του δημάρχου ή Κοιμήσου Περσεφόνη...


Το Τέταρτο Κουδούνι / 9 Δεκεμβρίου 2019
 
Όταν έγραψα ότι στο «Άλμα» η Άντζελα Μπρούσκου ανεβάζει την «Μαρία Στούαρτ» του Φρίντριχ Σίλερ, με Ελισάβετ την Κατερίνα Μαραγκού και, κατόπιν, διάβασα, πως Μαρία θα ’ναι η Παρθενόπη Μπουζούρη σκέφτηκα πως είναι λάθος διανομή -ότι
θα ’πρεπε οι δυο ηθοποιοί να αντιστραφούν στους ρόλους. Τώρα που ’δα την παράσταση -η οποία κατέβηκε χτες, πριν την ώρα της, γιατί δεν πήγε καλά-, κατάλαβα ότι, κάποτε, οι ικανότητες του ηθοποιού να ενσαρκώνει ένα ρόλο είναι πάνω από ηλικίες και φιζίκ και διάθεση.
Η Κατερίνα Μαραγκού απέδειξε ότι Μπορεί: ερμήνευσε μια εξαιρετική, δυναμική, πειστική Ελισάβετ, με το κύρος και την πείρα, βέβαια, που διαθέτει. Η Παρθενόπη Μπουζούρη, αν και ηθοποιός καλή, δε μ’ έπεισε -η Μαρία της ήταν σκληρή και μονόχορδη.
Όσο για την παράσταση, καθαυτή, της Άντζελας Μπρούσκου, πάνω στην άριστη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, διασκευασμένη απ’ τη σκηνοθέτρια για έξι μόνο ηθοποιούς, τη
βρήκα, χωρίς ν’ απογειώνεται, μετρημένη, με καλούς ρυθμούς, μ’ ένα λειτουργικό και καλαίσθητο σκηνικό του Σταύρου Λίτινα -ο οποίος δεν είχε, όμως, πετύχει, κατά τη γνώμη μου, στα κοστούμια που συνυπέγραφε με τη σκηνοθέτρια-, με κάποια περιττά ξελαρυγγιάσματα και μ’ έναν θίασο ικανό: Νίκος Καρδώνης -πρώτος τη τάξει-, Γιάννης Σιαμσιάρης, Γιώργος Φριντζήλας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης -ο πιο αδύναμος (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).  

                                                                  

Κοιμήσου Περσεφόνη... Στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς...
Έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι» που ’χε τον τίτλο «Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Πολιτιστική Πρωτεύουσα…», στις 21 Ιανουαρίου 2016 -σχεδόν τέσσερα χρόνια πριν:
«Βόλος, Δελφοί, Ελευσίνα, Ιωάννινα, Καλαμάτα, Κέρκυρα, Λάρισα, Λέσβος Μεσολόγγι, Πειραιάς, Ρόδος, Σαλαμίνα, Σάμος, Τρίπολη -κατ’ αλφαβητική σειρά: δεκατέσσερις (!) είναι, τελικά, οι πόλεις που υπέβαλαν φάκελο, διαγκωνιζόμενες στον αγώνα δρόμου/πρόκρισης για το χρίσμα της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας το 2021 -που ’ναι, τότε, η σειρά μας να το λάβουμε, μοιράζοντάς το, όπως έχει καθιερωθεί, με μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, την Ρουμανία εν προκειμένω.
Υψηλές φιλοδοξίες αντιλαμβάνομαι, μεγάλες προσδοκίες υποπίπτουν στην αντίληψή μου, κλίμα ανάτασης εισπράττω, μεγάλο μεράκι βλέπω, άνθρωποι αξιόλογοι διαβάζω να ’χουν αναλάβει επικεφαλής των επιτροπών διεκδίκησης… Και λιγάκι απορώ: είναι σίγουροι για τις συνέπειες; Η μέχρι τώρα σχετική ελληνική πείρα δεν τους τρομάζει; Δεν ήξεραν; Ε, δε ρώταγαν; Γνωρίζω πως η μνήμη έχει κοντά ποδάρια, ειδικά στην Ελλάδα, αλλά δεν έχουν ακούσει ΤΙ συνέβη στις προηγούμενες -ελληνικές- περιπτώσεις Πολιτιστικής Πρωτεύουσας; Στην Θεσσαλονίκη -ειδικά…- το 1997; Στην Πάτρα το 2006; Όταν παραιτούνταν κι άλλαζαν ώσπου να πεις κύμινο οι καλλιτεχνικοί διευθυντές; Όταν τα λαμόγια εφόρμησαν καθέτως και βούτηξαν στο μέλι πατόκορφα; Όταν βούιξε ο τόπος απ’ τα σκάνδαλα -που όλα, βεβαίως, κουκουλώθηκαν; Που έως και σχετική βιβλιογραφία υπάρχει;
Για να μη μιλήσω για την πρώτη Πολιτιστική Πρωτεύουσα, την Αθήνα, το 1985, που ’χει πάρει διαστάσεις γεγονότος ιστορικού αλλά όπου κι εκεί, με το ΠΑΣΟΚ στο peak του, εν πλήρει δόξη, πολλοί και πολλά έφαγαν απ’ τα πολλά που μοιράστηκαν σε ημέτερους. Αλλά, είτε επειδή είχαμε την πρωτιά και ντρεπόμασταν, είτε επειδή υπήρχαν στο πρόγραμμα καλλιτέχνες μεγάλου βεληνεκούς, όπως ο Πίτερ Μπρουκ, ο Πέτερ Στάιν, ο Αντουάν Βιτέζ, ο Ζαν Λουί Μπαρό κι η Μαντλέν Ρενό…, συγκροτήματα όπως η Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, ορχήστρες μεγάλες ή οργανώσεις όπως το Rock in Athens, που βούλωναν τα στόματά μας, είτε επειδή τα ονόματα της Μελίνας, που ’χε την πρωτοβουλία για το θεσμό, και του Ντασέν δεν άφηναν περιθώρια, πολλά δε βγήκαν στην επιφάνεια…
Δίνουν, δηλαδή, την ψυχή τους για ένα πουκάμισο αδειανό; Γιατί; Πιστεύουν ότι το 2021 όλα πια θα ’ναι καθαρά και ξάστερα και ρόδινα; Είθε. Κι ας μην το πιστεύω. Καθόλου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…».
And the winner (;;;) was Ελευσίναααα! Πήρε το χρίσμα. Αλλά δεν ξέρω αν πήρε και τη χάρη. Το τι έχει συμβεί, στο μεταξύ, στην Ελευσίνα-Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα (;;;) 2021 τα βγάζει συνέχεια το ρεπορτάζ στη φόρα ή καταγγέλλονται -έως κι η ίδια η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κάλεσε έκτακτες ενισχύσεις, τα κατάγγειλε. Και, όντως, καθόλου ρόδινα δεν είναι... Ήθελάν τα και παθάν τα. Καλά ξεμπλέγματα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή..., επαναλαμβάνω.
                                                                
                                             
 
Συγκλονιστικό αλλά δύσκολο κείμενο: «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής». Το αυτοτελές απόσπασμα απ’ τους «Αδελφούς Καραμάζοφ» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Πόσο μάλλον να γίνει θέατρο -το ’χει κάνει εξαιρετικά ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος παλιότερα.
Η Λυδία Κονιόρδου το αποτόλμησε στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», σε διασκευή και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή. Αλλά, ύστερα από έναν πολύ άμεσο πρόλογο για να συνδέσει το κοινό με το κείμενο, υποδύθηκε, κατεβάζοντας τη φωνή, τον Μέγα Ιεροξεταστή. Πιστεύω πως ήταν λάθος. Σπουδαία ηθοποιός, που χειρίζεται έξοχα -όσο λίγοι- το λόγο, νομίζω πως ήταν ικανή να μας πει, να μας μεταφέρει, απλώς το κείμενο αυτό και τα μηνύματά του, ως διαμεσολαβητής όχι παίζοντας ρόλο. Παίζοντάς τον τραβούσε την προσοχή στην ερμηνεία της -βλέπαμε κι ακούγαμε πώς μια γυναίκα παίζει τον Μέγα Ιεροεξεταστή- αποσπώντας την προσοχή απ’ τα νοήματα.

                                                             

«Εμένα το ‘Βόρεια Μακεδονία’ δεν μου βγαίνει εύκολα» εκμυστηρεύτηκε στον Σταύρο Τζήμα, σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», ο νέος, μ. Μπ. (μετά Μπουτάρη), δήμαρχος Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Ζέρβας. Ε, ας σφιχτεί λιγάκι. Εν ανάγκη υπάρχουν και υπακτικά.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...

                                                                 
 
Η προσωπική μου αίσθηση ήταν πως στον Γιάννο Περλέγκα δεν αρέσει το βασισμένο στον «Πυγμαλιώνα» του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, αστραφτερό μιούζικαλ/οπερέτα «Ωραία μου κυρία» των Φρέντερικ Λόου (μουσική) και Άλαν Τζέι Λέρνερ (κείμενο και στίχοι). Κι όμως. Ανέλαβε να το σκηνοθετήσει στην «Εναλλακτική Σκηνή» της Λυρικής Σκηνής -σ εκδοχή χωρίς ορχήστρα αλλά με τη συνοδεία δυο πιάνων. Γιατί άραγε; Ίσως για να το ανατρέψει; 
Αλλά πώς ανατρέπεις ένα κλασικό αμερικάνικο μιούζικαλ; Φορώντας μαύρες ζαρτιέρες στον γλωσσολόγο Καθηγητή Χίγκινς και κόκκινες ζαρτιέρες στον φίλο του Συνταγματάρχη Πίκερινγκ -«αχ αυτοί οι Άγγλοι, οι κουνιστοί...»; Ή με τα -μπανάλ πια, βαρέθηκα...- κατεβασμένα παντελόνια και τα μικρόφωνα με πόδι;
Ή περιφέροντας στην -ακατάλληλη για το συγκεκριμένο έργο- σκηνή της «Εναλλακτικής» δυο καλλίπυγες καμπαρετζούδες με μαύρες φιλέ κάλτσες κι αλογοκεφαλές, προφανώς εμπνευσμένες απ’ τη σκηνή των ιπποδρομιών του Άσκοτ που υπάρχει στο έργο; Ή κλείνοντας την Ελίζα και τις ερωτικές σκηνές σε κλουβί -«η καταπίεση της γυναίκας...», «η καταπίεση της κοινωνίας...»; Ή μεταφράζοντας ο ίδιος (με την Μαρία Κυριαζή) τις πρόζες και βάζοντας την Κυρία Έινσφορντ-Χιλ, έξω απ’ την Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, να λέει «στα πατώματα» ή τον Χίγκινς να χρησιμοποιεί τη λέξη «τσουλί» -οπότε ΠΏΣ να διαχωριστεί το 
σλανγκ της Ελίζας; Ή αναλαμβάνοντας ο ίδιος, που ’χεις, όπως γράφεις στο πρόγραμμα, στη διάθεσή σου μόνο δυο μήνες για δοκιμές, σ’ ένα είδος που δεν ξέρεις, και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Χίγκινς -με μακιγιάζ νεκροζώντανου- και μάλιστα ΜΗ έχοντας τα φωνητικά προσόντα; Ή επιλέγοντας μια καλλίφωνη αλλά εντελώς ερασιτεχνική υποκριτικά Ελίζα, όπως η Βάσια Ζαχαροπούλου; 
Ή μια διανομή αδύναμη για το είδος, πλην, ίσως, του Νικόλα Μαραζιώτη-Φρέντι; Ή αφήνοντας τον -ικανό υποκριτικά- Μιχάλη Τιτόπουλο ν’ αλωνίζει ξέφραγος κι ανεξέλεγκτος; Ή αγνοώντας κάθε αίσθηση του ρυθμού;
Αν τα επιχειρήσεις ολ’ αυτά, όμως, η ανατροπή που επιδιώκεις μπορεί να εξελιχθεί σε ανατροπή νταλίκας. Και να οδηγήσει σε σύγκρουση μετωπική. Με τραγικά αποτελέσματα. Και το θεατή/ακροατή σε τρεις ώρες δοκιμασίας, τρεις ώρες απόγνωσης -ένα εκτύπαε τάλλο χέρι από την απελπισιά. 
Θύμωσα. Πολύ (Φωτογραφίες:1, 3 Valeria Isaeva, 2, 4, 5 Ανδρέας Σιμόπουλος).

                                                              

Αποσύρθηκαν, όπως διάβασα, η Γεωργία Μαυραγάνη, που ’χε αναλάβει τη σκηνοθεσία, κι ο συγγραφέας Δηµοσθένης Παπαµάρκος, που ’χε αναλάβει τη δραµατουργική επεξεργασία του έργου, απ’ τους «Βατράχους» του Αριστοφάνη τους οποίους είχαν ήδη συμφωνήσει, με τον απελθόντα καλλιτεχνικό διευθυντή του ΚΘΒΕ Γιάννη Αναστασάκη, να κάνουν με το Κρατικό, το καλοκαίρι (και) για το Φεστιβάλ Επιδαύρου -είχα γράψει στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 9 Οκτωβρίου. Μετά την ατυχεστάτων χειρισμών αποπομπή του απ’ την υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού. Για 
να μη δεσμεύσουν τον καινούργιο καλλιτεχνικό διευθυντή Νίκο Κολοβό και να τον αφήσουν να κάνει τη δική του επιλογή. Κι η παράσταση ακυρώθηκε. 
Δεν ξέρω αν η απόφασή τους επείχε θέση διαμαρτυρίας για την απόλυση Αναστασάκη κι ένδειξης συμπαράστασης αλλά, αν δεν είναι αμετάκλητη κι επειδή θεωρώ ότι ήταν, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, μια ιδιαίτερα επιτυχημένη επιλογή, μετά τις εξαιρετικές «Ευμενίδες» που ’κανε φέτος η Γεωργία Μαυραγάνη με το Εθνικό στην Επίδαυρο, σκέφτηκα -ναι, μόνος μου...- ότι, αν ήμουν Νίκος Κολοβός, θα τους ζητούσα να το ξανασκεφτούν και να επανέλθουν. Εκτός κι αν ο κ. Κολοβός έχει κάτι πιο ενδιαφέρον να προτείνει.
                                                           
                                            
 
 
Μεγάλη παραγωγή, κόσμος πολύς επί σκηνής, σκηνικά εντυπωσιακά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, πολλά κοστούμια, ζωντανή ορχήστρα, χορευτές... -το έργο του Ευγένιου Τριβιζά «Φρικαντέλα: η μάγισσα που μισούσε τα κάλαντα», μετασχηματισμένο σε όπερα για παιδιά απ’ τον Άλκη Μπαλτά, είδα, με τις βαφτιστήρες μου, στο «Christmas Theater». Τους άρεσε.
Εγώ βρήκα το έργο, όπως πάντα στον Τριβιζά, με πανέξυπνες ιδέες κι ευφυή γλωσσικά παιχνίδια αλλά λίγο «βιαστικό», αποσπασματικό και με πολλές κουραστικές επαναλήψεις στο δεύτερο μέρος, χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση τη μουσική και προχειροστημένη, στο ανοικονόμητο γήπεδο που ναι το «Christmas Theater» -όπου όσοι δεν κάθονται κοντά βλέπουν τα επί σκηνής από δυο μεγάλες οθόνες- απ’ τον Φωκά Ευαγγελινό, άδετη, με κενά την παράσταση, μ απροετοίμαστα -δεν ήξεραν, ακόμα, καλά τα λόγια τους ή τα ξέχναγαν- τα παιδάκια της χορωδίας που ’χαν και μεγάλα μέρη πρόζας, ανέμπνευστες τις χορογραφίες και μ ατυχίες στη διανομή -ένας φωνητικά ζορισμένος, προβληματικός βαρύτονος...- που την έσωζε η μέτζο Ειρήνη Καράγιαννη-Φρικαντέλα, εξαιρετική ηθοποιός, έστω κι αν «άκουγα» την Σοφία Φιλιππίδου.
                                                                 
                                      
 
Είναι στη φύση μου να μην «είμαι κανενός». Ανέκαθεν. Αυτό τήρησα και στη δουλειά μου. Κι όταν δούλευα στα «Νέα» αλλά ακόμα περισσότερο αφ’ ότου άνοιξα το ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com.
Για παράδειγμα: ένθερμα υπερασπίστηκα τον Γιώργο Λούκο όταν ανέλαβε κι όσο κράτησε το Ελληνικό Φεστιβάλ, μ’ έβαλαν στόχο οι ατζέντηδες, όταν τους παραμέρισε, ως υποστηρικτή της απόφασής του -«θα τον εξοντώσω, έχω φίλο το διευθυντή της εφημερίδας», δήλωνε ένας τους δημοσίως-, αλλά όταν είδα τα σωστά της δουλειάς του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου που τον διαδέχτηκε δε δίστασα να τα επισημάνω ακούγοντας κακοήθειες. Υπερασπίστηκα τον Γιάννη Χουβαρδά και πριν το «Αμόρε», και στο «Αμόρε», και στο Εθνικό, εισπράττοντας μεροκάματο του τρόμου απ’ τον ορκισμένο εχθρό του, γοητεύτηκα από παραστάσεις του αλλά για παραστάσεις του που δε μου άρεσαν δε δίστασα να το γράψω. Εκτίμησα απέραντα τον Στάθη Λιβαθινό, τον υπερασπίστηκα, με τους ρουφιάνους και τους δολοπλόκους να με φέρνουν, εξαιτίας του, στο χείλος της απόλυσης, θαύμασα παραστάσεις του, αλλά, αν κάποιες δε μου άρεσαν, δε δίστασα να το γράψω. Και δεκάδες, εκατοντάδες ανάλογα παραδείγματα έχω -που εκτίμησα ανθρώπους αλλά, όταν πίστευα ότι κάνουν στραβή, έγραψα, ακόμα κι αν κάποιοι ήταν πιο κοντά μου, τη γνώμη μου, χωρίς ποτέ να πιστεύω ότι έχω το αλάθητο.
Δε διεκδίκησα «φιλίες» κι «ανταμοιβές» για την υποστήριξη, πικράθηκα αλλά, τελικά, τους έγραψα στα παλιά μου τα παπούτσια όσους μου ’κοψαν την καλημέρα, δεν έγλειψα κανένα για να γίνω αρεστός, δεν κολάκευσα κανένα, δεν προσπάθησα να πείσω κανέναν να με θεωρήσει «αιώνιο, ταμένο φίλο» και «υποστηρικτή μόνιμο, εις τον αιώνα τον άπαντα» και να με επαινεί στο facebook. 
Στο κόσμο του Θεάτρου, στον οποίο αφιερώθηκα δεκαετίες τώρα, έμαθα ότι προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται... Έμαθα ότι η αχαριστία είναι η προμετωπίδα του -το ’ξερα, εν μέρει το κατανοώ ως «ειδική ευαισθησία», γι αυτό απέφυγα να ταυτίσω τη ζωή μου με τους ανθρώπους του θεάτρου, για να μην απογοητευτώ «μετά», βρήκα, ευτυχώς, και σημαντικότερα στη ζωή. Κι αν υπάρχουν εξαιρέσεις -ναι, υπάρχουν- λίγες είναι. Και μηνύσεις έφαγα, και ειρωνείες διάβασα, και παράπονα και βρισιές άκουσα, και υβριστικές επιστολές, επώνυμες κι ανώνυμες έλαβα -ή έλαβαν οι διευθυντές μου...-, και κακοήθειες, και λιβέλους χυδαίους μου ’γραψαν καλλιτέχνες, και «καλλιτέχνες», και κριτικοί, και δημοσιογράφοι, και πισώπλατες μαχαιριές δέχτηκα, και απειλές, και… μπλοκαρίσματα στο facebook. Αλλά ποτέ δεν πείστηκα να γράψω κάτι που δεν πίστευα.  Και «κανενός δεν έγινα» -«μα κι εγώ νόμιζα ότι είσαι του τάδε...» απορούσε, κάποτε, κάποιος της διανόησης. 
Με το μότο λοιπόν «δεν είμαι κανενός» -όχι, δε θεωρώ τον εαυτό μου αναμάρτητο- η στήλη «Το Τέταρτο Κουδούνι» έκλεισε στις 25 Νοεμβρίου τα είκοσι χρόνια της αφότου εμφανίστηκε -στις 25 Νοεμβρίου 1999- στα «Νέα». Έως το 2012 -δεκατρία χρόνια- στην εφημερίδα, απ’ το 2011 έως το 2012 -για ένα χρόνο- παράλληλα κι εδώ, στο totetartokoudouni.blogspot.com, που του ’δωσε τ’ όνομά της, κι απ’ το 2012 μέχρι σήμερα -επτά χρόνια- ανεξάρτητη -κι απελευθερωμένη απ’ τις δουλείες και τα «απαγορεύεται» της εφημερίδας-, αποκλειστικά στο ιστολόγιο. Δεν μπορώ να ξέρω τις αντοχές της(μου) αλλά, προς το παρόν, συνεχίζει. 
Όλους που τη διαβάζετε και τη στηρίζετε μ’ οποιοδήποτε τρόπο ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

December 6, 2019

Στο Φτερό / Λίθοι τε και πλίνθοι και ξύλα και κέραμος ΕΥτάκτως ερριμμένα ή Έκαμεν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου


«Elenit» / Σκηνοθεσία: Ευριπίδης Λασκαρίδης 


Μία «γυναίκα». «Αλλιώτικη». Αλλόκοτη. Μία περσόνα. Με μύτη σουβλερή, με ξανθιά, αναμαλλιασμένη περούκα που φέρνει προς κόμμωση Μαρίας Αντουανέτας, βυζιά προβεβλημένα, με ένα ρούχο εκτός πραγματικότητας κι ένα βιβλιαράκι στο χέρι. Μία «γυναίκα» που μιλάει κορακίστικα, ακαταλαβίστικα -παραμορφωμένα μέσα από auto-tune. Όπου σκόρπια γίνονται αντιληπτές κάποιες λέξεις, 

κάποιες φράσεις -ελληνικές ή ξένες. Μία «γυναίκα» με αφ’ υψηλού ύφος. Και με στιλ -διαβάζει και σημειώνει και υπογράφει χαρτιά που της φέρνουν. Γύρω από το πλάσμα αυτό γεννιούνται άλλα πρόσωπα -που μιλούν με τον ίδιο τρόπο- και αντικείμενα, αλλόκοτα και παράταιρα: ένα... λαμέ τέρας, ως δεινόσαυρος από το «Jurassic Park», δύο πανομοιότυπα, φαλακρά ανθρωπάκια, λες βγαλμένα από ταινία φρίκης, νάνοι, «Στίβεν Χόκινγκ», αναμνήσεις από Βελάσκεθ, μνήμες Τζοκόντα, μνήμες Γκόγια, φευγαλέες εικόνες Ντέιβιντ Λιντς, ψεύτικα μέλη που αποσπώνται από ζωντανά σώματα και υπόλοιπα ζωντανών μελών που πασαλείβονται με αίμα, «κομμένα» κεφάλια.... Ένας φανταστικός κόσμος, ένας κόσμος που συναντάται με τον κόσμο του Αλεχάντρο Χοντορόφσκι, ένας κόσμος «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων». 

Μέσα σε ένα γοητευτικό, μαγευτικό σκηνικό του Λουκά Μπάκα -ελενίτ που δεν είναι ελενίτ αλλά κυματοειδείς λαμαρίνες συνταιριασμένες σε ένα μαλακό γλυπτό ή σε ρολά, μία ανεμογεννήτρια, ένας αυτόματος ψύκτης νερού, ένα πράσινο μπαλόνι, μία κόκκινη σημαία της επανάστασης, μια Νίκη της Σαμοθράκης... Οι εξαιρετικές, καίρια ριγμένες ηλεκτρονικές μουσικές και η ηχητική σύνθεση του Γιώργου Πούλιου, με ρέιβ άρωμα, οι δεξιοτεχνικοί φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και, κυρίως, τα οργιαστικής φαντασίας, υπέροχα κοστούμια του Άγγελου Μέντη -κομμάτια συλλεκτικά!- ενισχύουν τη σκηνοθετική γραμμή, το ξέφρενο σκηνοθετικό όραμα. Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης έχει δημιουργήσει, πλέον, εδώ, συνεχίζοντας την πορεία που ξεκίνησε με το «Relic» και συνέχισε με τους «Τιτάνες» του, με σύμβουλο δραματουργίας τον Αλέξανδρο Μιστριώτη και σύμβουλο κίνησης τον Νίκο Δραγώνα, ένα εντελώς προσωπικό ύφος όπου λίθοι και πλίνθοι και ξύλα και κέραμος, επί σκηνής ερριμμένα ατάκτως, δένονται, κατά μαγικό τρόπο, ευτάκτως, μεταξύ τους, με αόρατα 

νήματα σε ένα σουρεαλιστικό σύμπαν, όπου είναι περιττό να ψάξεις «τι σημαίνουν». Απλώς είναι ένας Άλλος Κόσμος. Απόλυτα γοητευτικός -για μένα τουλάχιστον. Με κεντρικό άξονα το χιούμορ: ο Ευριπίδης Λασκαρίδης έχει εντός του ένα κύτταρο κωμικό, σαρκαστικό και, κυρίως, αυτοσαρκαστικό, που εκφράζεται με τρόπο ιδιαίτερο αλλά και ιδιαίτερα απολαυστικό, μέσα από μία παράσταση που, εξ ανάγκης, κατατάσσεται στο χορό. Ενώ είναι και χορός αλλά είναι και θέατρο και περφόρμανς και δρώμενο και εικαστική εγκατάσταση -μία παράσταση ακατάτακτη. Και γι αυτό μοναδική. Που την υλοποιούν ιεραποστολικά οι εκτελεστές της -ηθοποιοί και χορευτές: Μιχάλης Βαλάσογλου, Αμαλία Κοσμά, Χαρά Κότσαλη, Μάνος Κότσαρης, Θάνος Λέκκας, Δημήτρης Ματσούκας, Ευθύμιος Μοσχόπουλος, Γιώργος Πούλιος, Φαίη Τζούμα, με επικεφαλής -σπαρταριστός!- τον ίδιο τον Ευριπίδη Λασκαρίδη στο ρόλο του αναμαλλιασμένου Αλλόκοτου Πλάσματος. Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης αντλεί από παντού -από την 

όπερα μέχρι το τσίρκο, από το μπουρλέσκ μέχρι την ποπ κουλτούρα και την κουλτούρα των κλαμπ αλλά δημιουργεί κάτι αποκλειστικά δικό του -ένα γκροτέσκο σκηνικό αποτέλεσμα από υλικά σκόρπια που, όμως, τα ελέγχει μέχρι κεραίας. Δεν ξέρω «τι θέλει να πει» αλλά, πίσω από τα κωμικά, γελοία, παράξενα πρόσωπά του, ένοιωσα ένα ρίγος θανάτου. Ο σουρεαλιστής Κύριος Ευριπίδης Λασκαρίδης μοιάζει εδώ να συναντά έναν άλλο σουρεαλιστή, παλαιότερό του, τον Κύριο Ανδρέα Εμπειρίκο, υλοποιώντας, άνευ ορίων, άνευ όρων, το «έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου», από το δικό του «Εις την Οδόν των Φιλελλήνων» (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Πλήρεστατο το -δωρεάν- δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης).

«Στέγη» Ιδρύματος Ωνάση / Κεντρική Σκηνή, 28 Νοεμβρίου 2019.