February 10, 2016

Κελαηδούν…


Το έργο. Ο διάσημος γάλλος μαέστρος Πιερ Μοράνζ, μέσα από το ημερολόγιο του άλλοτε καθηγητή του Κλεμάν Ματιέ, αποτυχημένου μουσικού, διορισμένου το 1949, λίγο μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ως παιδονόμου στο ορφανοτροφείο -κάπου κοντά στην Λιον- για προβληματικά παιδιά «Ο Βυθός το Έλους» -απόλυτα ταιριαστό στην περίπτωση όνομα… -, όπου ο Μοράνζ μεγάλωσε, 
ημερολόγιο που έφτασε στα χέρια του μέσω του συμμαθητή του Πεπινό, αναπολεί τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Που ο φωτισμένος Δάσκαλος Κλεμάν Ματιέ τα φώτισε, όπως και των άλλων παιδιών του ορφανοτροφείου, με την ανθρώπινη συμπεριφορά του και μέσα από τη μουσική δημιουργώντας εκεί, στο ζοφερό ίδρυμα, από τα ατίθασα αυτά πλάσματα, μία εξαιρετική χορωδία, παρά τις αντιρρήσεις του σκληρού, απάνθρωπου, μισητού διευθυντή Ρασέν.
Ο οποίος, μετά την επιτυχία της χορωδίας καρπώθηκε τους επαίνους ως δημιουργός της! Ενώ ο Ματιέ, ύστερα από μία σοβαρή πυρκαγιά στο ορφανοτροφείο, αν και, ουσιαστικά, αυτός έσωσε τα παιδιά καθώς τα είχε πάρει, την ώρα του μαθήματος, σε εκδρομή στο δάσος, απολύθηκε ως «ενεργήσας παράτυπα».
Η απαγόρευση στα παιδιά να τον συναντήσουν και να τον αποχαιρετήσουν δεν θα περάσει, όμως. Αγνοώντας την, βρίσκουν τον τρόπο: ενώ ο δάσκαλός τους φεύγει κλείνονται σε μία αίθουσα τραγουδώντας και πετώντας του σαΐτες με μηνύματα. Είναι η ηθική δικαίωσή του. Άλλωστε, το πέρασμά του από τον «Βυθό του Έλους» έχει αλλάξει τα πάντα. Οι άλλοι δάσκαλοι συνασπίζονται κατά του Ρασέν, τον καταγγέλλουν και αυτός απολύεται.
Ο Ματιέ θα πάρει μαζί του ένα από τα παιδιά, τον μικρούλη Πεπινό, και θα τον μεγαλώσει σαν παιδί του ενώ με ενέργειές του και ο Πιερ Μοράνζ, το πιο ανυπότακτο από τα παιδιά, στο οποίο, όμως, έχει διαγνώσει ένα μείζον μουσικό τάλαντο, θα εισαχθεί στο Ωδείο της Λιον για να εξελιχθεί σε σπουδαίο αρχιμουσικό.
Βασισμένος στο σενάριο της ομώνυμης (σύμφωνα με την ελληνική μετάφραση) ταινίας (2004) του Γάλου Φρανσουά Μπαρατιέ, που το σενάριό της ο σκηνοθέτης συνυπέγραφε με τον Φιλίπ Λοπές-Κουρβέλ, προσαρμογής της παλαιότερης (1945) γαλλικής ταινίας «Το κλουβί με τα αηδόνια» του Ζαν Ντρεβίλ, σε σενάριο των Ζορζ Σαπερό, Ρενέ Βελέρ και Νοέλ-Νοέλ, ο Ευάγγελος Κατσιναβάκης το συνέπτυξε δημιουργώντας το κείμενο για «Τα παιδιά της χορωδίας».
Η παράσταση. Το κείμενο αυτό έγινε παράσταση μουσικοθεατρική σε καλλιτεχνική διεύθυνση Φωκά Ευαγγελινού και με την ιδιαίτερα ελκυστική πρωτότυπη μουσική του Μπρουνό Κουλέ για την ταινία. Μία παράσταση με τον Όμιλο Χορωδίας Αρσακείων Σχολείων Ψυχικού και τη θεατρική ομάδα τους. Μία παράσταση, βασικά, μαθητική. Την οποία πήγαινα να δω με συγκατάβαση. Και είδα μία παράσταση άρτια. Θεατρικά και μουσικά. Καλά οργανωμένη, καλά παιγμένη, γεμάτη ενέργεια. Με στιγμές αξιομνημόνευτες -όπως η μετωπική εμφάνιση του Ματιέ, ψηλά, πίσω από την χορωδία, να διευθύνει, σαν αντανάκλαση σε καθρέφτη, του επί σκηνής μαέστρου. Μία παράσταση που με συγκίνησε.
Γιατί η χορωδία των παιδιών -που τραγουδάει σε άψογα γαλικά!-, διδαγμένη από την Κωνσταντίνα Γύφτουλα-Πολύδωρα, τον Ευάγγελο Κατσιναβάκη και την Μαρικίτα Μιχαλοπούλου, αλλά και τα σόλι -αηδόνια!- είναι εξαιρετικά.
Γιατί εξαιρετική είναι και η Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων που δάσκαλός της είναι ο Παύλος Σεργίου και η οποία συνόδευσε κάτω από τη διεύθυνση του νεαρού Πέτρου Στυλιανού.
Γιατί η συμμετοχή, στο μέρος του αφηγητή-Πιερ Μοράνζ, του έξοχου Δημήτρη Λιγνάδη -πέρα από την υπέροχη φωνή του, η παρουσία του στο ρόλο αυτό μου δημιούργησε συνειρμούς με τον (και) εκπαιδευτικό πατέρα του Τάσο Λιγνάδη…-, του Δημήτρη Δεγαΐτη ως Ρασέν και, κυρίως, του Νίκου Καρδώνη στο ρόλο του Ματιέ -λιτός, με χιούμορ, ουσιαστικός, συγκινητικός- ενισχύει αποφασιστικά τα παιδιά.
Εξυπηρετικότατα τα κοστούμια και τα σκηνικά της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου και η video installation του Λουκά Ζιάρα ενώ η δουλειά του ικανότατου Γιάννη Παναγόπουλου είναι εμφανές ότι ξεπερνάει τα στενά όρια της υποκριτικής διδασκαλίας η οποία του χρεώνεται στο πρόγραμμα.
Το συμπέρασμα. Μία αξιέπαινη δουλειά που με τίποτα δεν μπορεί να ενταχθεί κάτω από την ετικέτα των μαθητικών παραστάσεων.

«Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» Ιδρύματος Ωνάση, Όμιλος Χορωδίας Αρσακείων Σχολείων Ψυχικού-Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα Νέων, 9 Φεβρουαρίου 2016.

February 8, 2016

Μυστήριος Mr Love ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης μαζί με την Τζένη Διαγούπη στο «Μικρό Γκλόρια»


Το Τέταρτο Κουδούνι - Είδηση

Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης κι η Τζένη Διαγούπη θα πρωταγωνιστήσουν στην πολύ ενδιαφέρουσα, δηκτική, μαύρη αισθηματική κωμωδία -θα μπορούσε κι «ερωτικό θρίλερ» να χαρακτηριστεί- για δυο πρόσωπα της Βρετανίδας Κάρολάιν Λιτς «Ο μυστήριος Mr Love» (1997) που ανεβαίνει μέσα Μαρτίου στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια», σε μετάφραση και σκηνοθεσία Γιώργου Βάλαρη και παραγωγή του Τάσου Παπανδρέου.
Στο έργο, που έχει χαρακτηριστεί ως «ανατροπή του εδουαρδιανού μελοδράματος», ο Τζορτζ Λαβ - ο Mr Love του τίτλου-, ένας γοητευτικός προικοθήρας απατεώνας, που σαγηνεύει γυναίκες με, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος, «κουσούρι», απελπισμένες αλλά ευκατάστατες, τις παντρεύεται και, μετά απ’ την ονειρεμένη, για ’κείνες, πρώτη νύχτα του γάμου, το σκάει μ’ όλα τα χρήματά τους, συναντάει την Αδελαΐδα Πίντσιν, μια ευτραφή, ρομαντική, ταπεινή έως ασήμαντη καπελού, με οικονομίες, όμως, στην άκρη και μ’ ένα σημαντικής αξίας κόσμημα πάνω της. Είναι το επόμενο θύμα του: ξαφνικός έρωτας, εκείνη πέφτει στην αγκαλιά του, τον παντρεύεται και το σκάει μαζί του απ’ το σπίτι και τη δουλειά της. Σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο όπου περνούν την πρώτη νύχτα, θα παιχτεί η τελευταία(;) πράξη της σχέσης τους. Αλλά μερικές φορές συμβαίνουν κι ανατροπές… Θα πείσει η Αδελαΐδα τον Τζορτζ να μείνει κοντά της και ν’ αλλάξει ζωή; Ή μήπως το σκοτεινό παρελθόν είναι πιο δυνατό;
Το έργο της Κάρολάιν Λιτς πρωτοανέβηκε στην Ελλάδα, με τον τίτλο «Ο μυστηριώδης Mr Love», σε σκηνοθεσία Έλλης Παπακωνσταντίνου, με τον Άλκι Κούρκουλο και την Ελένη Καστάνη, τη σεζόν 2004/2005, στο θέατρο «Ιλίσια/Βολανάκης», όπου και επαναλήφθηκε την επόμενη 2005/2006: μια πολύ καλή παράσταση και δυο εξαιρετικές ερμηνείες -απ’ τις καλύτερές τους- των δυο ηθοποιών.
Τη σεζόν 2010/11 το ανέβασε, με τον ίδιο τίτλο, η Λίλλυ Μελεμέ, με τον Νίκο Ψαρρά και την Νικολέτα Βλαβιανού, στην Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Κολοσσαίον». Η παράσταση, την επόμενη σεζόν 2011/12, μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στο θέατρο «Γκλόρια». 
Και στα δυο προηγούμενα ανεβάσματα η μετάφραση ήταν, επίσης, του Γιώργου Βάλαρη, ο οποίος στο πρώτο τη συνυπέγραφε με την Μιμή Ντενίση.

February 6, 2016

Το κράτος του ζόφου: παιδοφιλία ή έρωτας;



Το έργο. Η Ούνα ήταν εκείνη την εποχή στα δώδεκα. Ο Ρέι είχε σαρανταρίσει. Γείτονες σε μία μικρή βρετανική πόλη. Ο πατέρας της τον κάλεσε σε ένα μπάρμπεκιου πάρτι που έκαναν στον κηπάκο τους. Τότε άρχισε: ένα «αταίριαστο» φλερτ ανάμεσα στους δύο τους. Ποιος το ξεκίνησε; Εκείνη λέει, ο Ρέι. Η Ούνα κατηγορεί εκείνον. Η αλήθεια είναι πως τον ερωτεύτηκε -έρωτας…, μία έμμονη ιδέα, τέλος πάντων, ενός κοριτσιού δωδεκάχρονου. Και άρχισε να τον κυνηγάει. Ο Ρέι, αν και έχει σχέση με μία κοπέλα, δεν θα αντισταθεί στο ανήλικο. Κι ας είναι ένας ώριμος ενήλικος. Η μικρή τού γίνεται, επίσης, έμμονη ιδέα. Σμίγουν και συναντιούνται στα κρυφά.
Και μία μέρα, τρεις μήνες μετά, το σκάνε. Σε μία γειτονική πόλη-λιμάνι, το Τίνμουθ -ως ευρύτερος τόπος του έργου, από τη μόνη αυτή αναφορά, προσδιορίζεται η βρετανική κομητεία του Ντέβον-, με σκοπό να φύγουν με το πλοίο στο εξωτερικό. Θα μείνουν σε ξενώνα, η σχέση ολοκληρώνεται, ο Ρέι πηγαίνει να πάρει τσιγάρα αλλά δεν θα γυρίσει. Η Ούνα σε απόγνωση παίρνει τους δρόμους. Τη βρίσκουν, ειδοποιούν την αστυνομία, όλα θα βγουν στο φως: μία ακόμη υπόθεση παιδοφιλίας.
Ο Ρέι συλλαμβάνεται. Θα δικαστεί και θα καταδικαστεί -έξι χρόνια φυλακή. Όταν αποφυλακιστεί, κατεστραμμένος πια, τελειωμένος στον τόπο του, θα αλλάξει πόλη, θα αλλάξει όνομα -τώρα είναι ο «Πίτερ Τρεβέλιαν»-, θα βρει καινούργια δουλειά, θα δημιουργήσει καινούργια σχέση με μία άλλη γυναίκα -ίσως έχουν παντρευτεί, δεν το μαθαίνουμε-, θα αλλάξει ζωή. Η Ούνα, που θα συνεχίσει να ζει στην ίδια πόλη, στο ίδιο σπίτι, θα εισπράξει όλη την κοινωνική απαξίωση -δακτυλοδεικτούμενη…-, θα περάσει από ψυχολόγους και ψυχίατρους, θα έχει ερωτικές σχέσεις, θα κάνει δεσμό αλλά η ζωή της θα έχει πληγωθεί και στιγματιστεί για πάντα.
Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια, όταν το έργο αρχίζει. Επιθετικά. Με την μονολεκτική ατάκα της Ούνα: «Σοκ». Που σε αρπάζει από τα μούτρα. Ξαφνικά ο 56άρης πια «Πίτερ» δέχεται στη δουλειά του -σε μία επιχείρηση οδοντιατρικών και φαρμακευτικών προϊόντων δουλεύει-, λίγο πριν σχολάσει, την επίσκεψη μιας 27χρονης κοπέλας. Ναι, σοκ: είναι εκείνη -έστω και αν στην αρχή δεν την αναγνωρίζει καν. Τυχαία έμαθε πού ζει ο «Πίτερ». Γιατί ήρθε; Για να εκδικηθεί; Για να τον ξεσκεπάσει; Για να του πει -κι εκείνος να καταλάβει- τι έζησε αυτά τα δεκαπέντε χρόνια; Για να μάθει πώς έζησε εκείνος; Ή, μήπως, η αγάπη, ο έρωτας, ο πόθος που είχε νοιώσει το κορίτσι εκείνο, όταν η γυναίκα ξύπνησε μέσα του, δεν έχει σβήσει;

Ο Ρέι/Πίτερ, στη βρόμικη αίθουσα εστίασης του προσωπικού, προσπαθεί να την αποφύγει, αμύνεται, μετά προσπαθεί να της εξηγήσει, μετά προσπαθεί να απολογηθεί, μετά προσπαθεί να την πείσει ότι δεν είναι ένας αρρωστημένος παιδόφιλος όπως οι άλλοι -πως μετά από την Ούνα ποτέ δεν πόθησε άλλο κορίτσι της ηλικίας της… Λέει αλήθεια; Η αλήθεια είναι πως όλα αυτά τα χρόνια τη σκεφτόταν. Ερωτικά. Φαντασιωνόταν σεξ μαζί της και αυνανιζόταν. Πλησιάζονται και πάλι, αγγίζονται, αγκαλιάζονται, προχωρούν αλλά εκείνος, παρά την επιθυμία της, σταματάει. Δεν μπορεί.
Μία έφηβη τους διακόπτει. Είναι η κόρη της γυναίκας με την οποία ο «Πίτερ» ζει -μία δωδεκάχρονη… Ήρθαν με τη μάνα της να τον αναζητήσουν γιατί άργησε. Η οικειότητα που του δείχνει ξυπνάει μνήμες οδυνηρές στην Ούνα: μήπως ο «Πίτερ» ψεύδεται; Μήπως η παιδοφιλία ήταν και (συνεχίζει να) είναι το πάθος του; Εκείνος, αφού διώχνει το κορίτσι, της το αρνείται. Κατηγορηματικά. Και φεύγει -«πρέπει να φύγει», μάνα και κόρη της τον περιμένουν. Για άλλη μια φορά αφήνει την Ούνα μόνη της. Ένα φινάλε ανοιχτό…
Ο Σκοτσέζος Ντέιβιντ Χάροουερ στο έργο του «Blackbird-Μαυροπούλι» (2005) χειρίζεται το εξαιρετικά ενδιαφέρον -και εξαιρετικά επικίνδυνο, όμως-, θέμα του με μεγάλη διακριτικότητα, χωρίς φόβο και πάθος -«ψυχρά». Σαφώς και η θέση του είναι εναντίον της παιδοφιλίας αλλά κανένα από τα δύο εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν είναι «αθώο». Και τα δύο φέρουν τις ευθύνες τους, αδιάφορα αν η Ούνα, τότε, ήταν ανήλικη -ένα παιδάκι. Ο Χάροουερ ζυγίζει καλά τα πράγματα και ισορροπεί επιδέξια στην κόψη. Εισάγοντας σε περίοπτη θέση, πάνω από το πάθος, και τον παράγοντα έρωτας, ώστε να δημιουργηθούν δύο αντιθετικοί πόλοι. Αλλά και με διαρκείς ανατροπές και με το φινάλε που μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους -μέσα από τα λόγια του Ρέι/Πίτερ και μέσα από το βλέμμα της Ούνα. Παράλληλα, με τον τρόπο που χαρακτηρίζει τα πρόσωπά του, με το διάλογό του, με τις κομμένες φράσεις του που μένουν ανολοκλήρωτες, εκκρεμείς, που καβαλούν η μία την άλλη αποθεώνοντας τη φυσικότητα και το ρεαλισμό, με τις παλινδρομήσεις που λειτουργούν συνειρμικά, με το δίχτυ της αμηχανίας που απλώνει στην αρχή φτάνοντας σταδιακά στις εκρήξεις, με την πόρτα του αυτή, που ανοιγοκλείνει απειλητικά, με την άριστη αίσθηση σκηνικής οικονομίας που διαθέτει, με τη σχολαστική προσοχή του στις λεπτομέρειες, έχει συνθέσει ένα εξαίρετο έργο. Πυκνό, καθηλωτικό, όπου το παρελθόν, οι μνήμες αρχίζουν σιγά-σιγά να διαγράφονται, σαν να εμφανίζονται φωτογραφίες. Λίγο κουνημένες αλλά εύγλωττες. Ειδικά μέσα από τον συγκλονιστικό μονόλογο της Ούνα για την καθοριστική βραδιά των δυο τους στον ξενώνα.

Η παράσταση. Ο Γρηγόρης Καραντινάκης, που έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία, πολύ καλά κατάλαβε πως αυτό το λεπτεπίλεπτο, προσεκτικό, πολυσήμαντο κείμενο -στην άρτια, άμεση μετάφραση του Λευτέρη Γιοβανίδη, η οποία «μιλιέται» καλά- το πρώτο που απαιτεί είναι προσοχή -έμφαση- στη λεπτομέρεια: διάλογος -κυρίως-, εκφράσεις, σημαίνοντα και σημαινόμενα, υπαινιγμοί, το κείμενο «από κάτω»… Και αυτό έκανε. Η παράστασή του, που ξετυλίγεται, με άψογους ρυθμούς και ιδανικές παύσεις, στο σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη, λιτό, λειτουργικό, καλόγουστο -τα πράσινα πλαστικά μπουκαλάκια νερό, τα πράσινα ποτηράκια, τα πράσινα πιρουνάκια πάνω στο λευκό…-, υπηρετεί με μεγάλο σεβασμό αλλά όχι δουλικά το κείμενο -εμπνέεται δημιουργικά από αυτό- δίνοντας εξαιρετικά αποτελέσματα -αναπνέει με απόλυτη φυσικότητα. Και σε καθηλώνει: δημιουργεί σασπένς όχι για το τι θα συμβεί στο μέλλον αλλά για το τι πραγματικά συνέβη στο παρελθόν στις ψυχές των δύο αυτών ανθρώπων.
Περισσότερο από αποφασιστικός ο ρόλος των φωτισμών του Σάκη Μπιρμπίλη, με τους σωλήνες νέον που τρεμοσβήνουν σ’ αυτό το κράτος του ζόφου-υποβάλλουν ατμόσφαιρα και επιτείνουν το σασπένς. Η Γιούλα Ζωιοπούλου έντυσε όπως έπρεπε τους ηθοποιούς και η Ζωή Κολλάτου, διδάσκοντας την κίνηση, συνέβαλε ουσιαστικά στο αποτέλεσμα.
Οι ερμηνείες. Ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας της παράστασης οφείλεται στη διδασκαλία των ρόλων. Ο Γρηγόρης Καραντινάκης, μετά και το «Παγκάκι» του Γκέλμαν όπου είχε επίσης εξαιρετικά υποκριτικά αποτελέσματα στη διανομή του, αποδεικνύεται Δάσκαλος ηθοποιών. Και ο μεν Αλέξανδρος Μυλωνάς έχει την πείρα που θα τον βοηθούσε να γίνει πιο εύκολα πειστικός -όπως και γίνεται. Η έκπληξη, όμως, είναι η Βιργινία Ταμπαροπούλου. Ηθοποιός με, οπωσδήποτε, εμφανή προσόντα αλλά χωρίς μεγάλη πείρα, εδώ, με τη βοήθεια της σκηνοθετικής διδασκαλίας, ψιλοκεντάει το ρόλο της Ούνα, που ουσιαστικά είναι ο άξονας του έργου. Η φιγούρα της, η γλώσσα του σώματος, τα εύγλωττα δάχτυλα με τα οποία αγγίζει σα χαμένη τα χείλια της η τα χώνει στο στόμα της σαν για να ροκανίσει τα νύχια της, ο τρόπος που χειρίζεται τον «εκκρεμή» λόγο, οι μεταπτώσεις της αλλά, πάνω απ’ όλα, η μέθοδος που υλοποιεί αυτό το κράμα, μίσους, ψυχολογικών πλεγμάτων, έρωτα και πάθους κτίζοντας το χαρακτήρα ενός ανεπανόρθωτα πληγωμένου παιδιού συνθέτουν μία ερμηνεία αξιομνημόνευτη. Η μικρή Άννα-Μαρία Κόρνια ήθελε κι άλλη δουλειά.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση εξαιρετική: έργο, σκηνοθεσία, συντελεστές, ερμηνείες σε αγαστή συνεργασία επιτάσσουν την προσέλευσή σας. Θα με θυμηθείτε.
(Φωτογραφίες Δημήτρης Κοιλαλούς).

Θέατρο «Σημείο»/Lab, 2 Φεβρουαρίου 2016.

February 4, 2016

Με φουφούλα σε σάπιο μήλο;!…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 4 Φεβρουαρίου 2016


Κουράστηκα. Κουράστηκα πολύ. Με την ιστορία αυτή που δε λέει να τελειώσει. Του Εθνικού και της παράστασης της Πηγής Δημητρακοπούλου «Η ισορροπία του Nash» στην οποία χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα απ’ το βιβλίο του φυλακισμένου Σάββα Ξηρού. Κουράστηκα απ’ αυτά που διάβαζα επί μέρες και συνεχίζω να διαβάζω, τα γραμμένα από ανθρώπους που έβγαζαν θέσφατα για μια παράσταση την οποία, κατά το 99% τους, δεν είχαν δει. Ο καθένας -ελάχιστοι οι ψύχραιμοι κι οι σοβαροί- να γράφει, επίσημα ή ανεπίσημα, ό,τι κατέβαζε η κούτρα του, να κρίνει την Πηγή Δημητρακοπούλου που δε γνωρίζει, να κάνει προτάσεις που, βασικά, κυμαίνονταν απ’ τη βλακεία και τη χυδαιότητα -«ναρκισσευόμενο γαϊδούρι» χαρακτήρισε, χωρίς ντροπή, κάποιος «διανοούμενος» τη σκηνοθέτρια!- μέχρι τη φτήνια και το φανατισμό και την υποβόσκουσα φασίζουσα νοοτροπία. Βαρέθηκα τον κιτρινισμό που ξεχύθηκε -φυσικά…- αδέσποτος, κατευθυνόμενος -φυσικά…- από παντελώς άσχετους με το θέατρο. Βαρέθηκα και κάτι εμβριθείς αναλύσεις.
Βαρέθηκα τις παλινωδίες του Εθνικού -«υποστηρίζω την παράσταση», «κατεβάζω την παράσταση» -τι γκάφα!-, «μεταθέτω τις ώρες των άλλων παραστάσεών μου για να παραστούν οι ηθοποιοί τους στην εναντίον μου συγκέντρωση» (!!!), «ξαναδίνω την άδεια για μια τελευταία παράσταση του έργου που κατέβασα»... Βαρέθηκα τις παιδαριώδεις δικαιολογίες για το κατέβασμα. Βαρέθηκα το βομβαρδισμό ανακοινώσεων. Βαρέθηκα, όμως, και τις άμετρες κορόνες κάποιων απ’ αυτούς που βγήκαν στο δρόμο. Βαρέθηκα αυτή την ξινίλα και την αρχομανία του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού που του ’ρθε λουκουμάκι το θέμα στην… ένοπλη πάλη του -εκεί να δείτε «ένοπλη πάλη»…- κατά του… Προαιώνιου Εχθρού του, του καλλιτεχνικού διευθυντή Στάθη Λιβαθινού -μα μπορεί, κύριοι, να προχωρήσει ΕΤΣΙ το Θέατρο; Κι ο υπουργός Πολιτισμού να ’χει επωμιστεί το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Με κάποιους, ταμπουρωμένους πίσω του.
Ναι, εντάξει το καταλάβαμε, το Δ.Σ. του Εθνικού ΔΕ θέλει το διευθυντή. Και θέλει να τον διώξει. Όχι; Μα αν κάνει κάτι τέτοιο, εφόσον νομίζει ότι ο Λιβαθινός δεν κάνει για τη θέση, μ’ όλες αυτές τις μεθοδεύσεις τις οποίες μετέρχεται, μ’ αυτή την εξουσιομανή νοοτροπία του αποδεικνύει πως δεν κάνει ΚΑΙ αυτό για τα καθήκοντα που ανέλαβε. Οπότε, να φύγει κι αυτό! Ε;
Και πίσω απ’ τη γωνία ποιος; Ο Σωτήηηρης Χατζάκης -ο τέως. Στενός φίλος του Γκιουλέκα, με τ’ όνομα, μου είπαν, Υπεύθυνου του Τομέα Πολιτισμού (λέει…) στην «Νέα Δημοκρατία» του Κυριάκου Μητσοτάκη. Νάτος πετιέται από ξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει -ε, ε, έρχεται…- και ιδού η -χρυσή- ευκαιρία του για συνεντεύξεις με σπόντες κατά Λιβαθινού: «Το Εθνικό Θέατρο, ως δημόσιο πολιτισμικό και πολιτιστικό ίδρυμα, είναι ένα πρότυπο παιδείας, πολιτισμού και θεσμικής επάρκειας και οι θεσμοί δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να απολογούνται στον εκάστοτε δολοφόνο...» διαβάζω να λέει σε συνέντευξη του στο «Πρώτο Θέμα». Δεν καταλαβαίνω, βέβαια, τι ακριβώς εννοεί ο ποιητής αλλά κάτι μου λέει πως για καλό δεν είναι… (Φωτoγραφία Karol Jarek). 




Συνεπής παράσταση. Απόλυτα συνεπής. Σαν «γκροτέσκο καρτούν» δήλωσε ο Γιάννης Χουβαρδάς ότι βλέπει τον «Ριχάρδο Γ΄» του Σέξπιρ, σαν γκροτέσκο καρτούν τον ανέβασε -στην καινούργια, πολύ καλή μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου, σ επιδέξια δραματουργική επεξεργασία που συνυπογράφει ο ίδιος μαζί με την Έρι Κύργια και μ όλους τους συντελεστές να υπακούουν στη γραμμή αυτή, τη μεταδραματική. Και παράσταση καλοστημένη. Με τους ηθοποιούς -Δημήτρης Λιγνάδης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Θέμις Μπαζάκα, Σοφία Σεϊρλή, Άλκηστις Πουλοπούλου, Περικλής Μουστάκης, Γιάννης Τσορτέκης, Ιερώνυμος Καλετσάνος, η διαμόνια μικρή Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη…, όλοι τους σχεδόν- να χουν πειστεί και να δίνουν το καλύτερό τους παρωδώντας τους ήρωες.
Αλλά ομολογώ πως «Ριχάρδος Γ΄» ως «γκροτέσκο καρτούν» δεν ήταν κάτι που ονειρευόμουνα από παιδί. Κι ας είχε ιδέες έξυπνες η παράσταση -για παράδειγμα, το απολαυστικό «pas de quatre» Ελισάβετ, Ντόρσετ, Ρίβερς και Γκρέι. Όπως ποτέ δεν ονειρεύτηκα τον Ριχάρδο να εμφανίζεται ως Μάρτι Φέλντμαν/Ίγκορ στο «Φρανκενστάιν Τζούνιορ». Ούτε τον Ράτκλιφ/Άγγελο Παπαδημητρίου, με περούκα μαλλί πράσο και με καρναβαλική φουφούλα, βελούδινη, χρώματος σάπιο μήλο. Έχω κι εγώ τα όριά μου στο μεταδραματικό κιτς… Και τις αντοχές μου. Που μειώνονται. Διότι μαμά, γερνάω… (Φωτογραφίες Πάτροκλος Σκαφίδας).



Έχω βαρεθεί τις «κλασικές», συμβατικές, άγονες παραστάσεις στην όπερα. Αλλ αυτή η «Τουραντότ» του Πουτσίνι σε σκηνοθεσία του μακαρίτη Φράνκο Τζεφιρέλι, που μεταδόθηκε ζωντανά απ’ την «Μετροπόλιταν Όπερα» της Νέας Υόρκης και που είδα στο Μέγαρο, αν και ηλικίας τριάντα (!) χρόνων -του 1986 και διατηρείται στο ρεπερτόριο-, ήταν εκθαμβωτική. Μ’ άφησε άφωνο: ο παλιός, «κλασικός» αλλά καλός Φράνκο Τζεφιρέλι που χει κινήσει θαυμαστά, μέσα στα εντυπωσιακά σκηνικά του, πλήθη ντυμένα με κοστούμια θεσπέσια, υπεράνω πάσης περιγραφής. Μπούγιο και χλιδή! Αλλά με την καλή έννοια -όλα άψογα οργανωμένα, καλόγουστα. Απ’ την Προ Κρίσης εποχή -τώρα, αυτά μας (και τους) έχουν τελειώσει… Αποσβολώθηκα.
Κι ας ήταν η Τουραντότ της παράστασης, η σουηδέζα σοπράνο Νίνα Στέμε -εκ-πλη-κτι-κή, πάντως, φωνάρα-, τέτοιας κοψιάς που θα ’ταν προτιμότερο να σου κόψουν κατευθείαν το κεφάλι παρά να προσπαθήσεις να λύσεις τα αινίγματά της και να διεκδικήσεις να την παντρευτείς ως «θεσπέσια ομορφιά»… 


Η «Στέγη» δεν ξαποσταίνει…

Πολύ ενδιαφέρουσα, ποιητικότατη βρήκα τη βουβή «Μισαλλοδοξία» που ανέβασε η Ιώ Βουλγαράκη υλοποιώντας σκηνικά την τέταρτη ιστορία της ομώνυμης -βουβής, βέβαια- ταινίας (1916) του Ντέιβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ, παρά τις κάποιες κοιλίτσες που ’κανε. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της ιδιαίτερα ταλαντούχας Άννα Φιόντοροβα, η τέλεια δεμένη ζωντανή μουσική του Θοδωρή Αμπαζή, η κίνηση που δίδαξε πάνω της η Σταυρούλα Σιάμου, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου έπαιξαν ρόλο αποφασιστικό. Μαζί με τους εκτελεστές: τους δέκα ηθοποιούς -όλους!- και τους τέσσερις μουσικούς. Να ξεχωρίσω τον τρόπο που πατούσε το σανίδι και διέσχιζε τη σκηνή η Ναταλία Τσαλίκη: έμεινε στη μνήμη μου.

Για «Το ‘άλλο’ σπίτι» της ομάδας «Εν Δυνάμει», την οποία έχουν ιδρύσει στην Θεσσαλονίκη η Ελένη Δημοπούλου κι η Μαρία Ιωαννίδου και που την αποτελούν νέοι με ή χωρίς αναπηρία, μια παράσταση -στην «Στέγη» πάντα- σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου, ό,τι και να πεις θα ταν φτώχεια. Η ζεστασιά, η στοργή που δένουν μεταξύ τους τα παιδιά αυτά και που γίνεται απόλυτα αντιληπτή απ’ το θεατή τους, η χαρά της δημιουργίας που ακτινοβολεί απ’ τη σκηνή αλλά κι η αρτιότητα του αποτελέσματος που για να προκύψει θα χρειάστηκαν ατελείωτες ώρες σε αποστομώνουν. Άντε, ένα «μπράβο» να μπορέσεις να ψελλίσεις.


Έχω μια μεγάλη απορία: είδα την προπερασμένη Κυριακή στο Μέγαρο Μουσικής «Το ημέρωμα της στρίγγλας», ζωντανή μετάδοση, απ’ το -υπέροχα αναπαλαιωμένο- «Μπολσόι» της Μόσχας, της χορογραφίας του Γάλου Ζαν-Κριστόφ Μαγιό πάνω στη σεξπιρική κωμωδία κι αναρωτιόμουνα ποιος είχε τη φαεινή ιδέα να θεωρήσει ότι η Αίθουσα «Banquet» είναι κατάλληλη για τις ζωντανές μεταδόσεις των παραστάσεων του «Μπολσόι»: μια οθόνη μισό μέτρο απ’ το πάτωμα, βλέπεις μόνο αν καθίσεις στην πρώτη σειρά κι απ’ τις άλλες σειρές δε βλέπεις τα πόδια των χορευτών -που αυτά είναι με τα οποία βασικά χορεύουν…- εκτός κι αν είσαι από 1 90 και πάνω... Έβλεπα θεατές να σούρνουν τις καρέκλες τους -διότι η αίθουσα καρέκλες πρόσθετες διαθέτει… - πλάι, μπας και κάτι δουν, θεατές να τεντώνονται απεγνωσμένα, τους από πίσω τους να βρίζουν και να βλαστημούν, πιάστηκα απ’ το τέντωμα και στο διάλειμμα τρεις κυρίες ήρθαν να μου πουν «γράψτε κάτι». Γράφω, λοιπόν, αλλά να δω ποιος θα μ’ ακούσει…
Η χορογραφία -μια αφηγηματική χορογραφία σε κλασική βάση- πολύ καλή, πάντως, το παστίς μουσικών του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, χαλί για να πατήσει ο χορογράφος, απόλυτα ταιριαστό, έξοχα επιλεγμένο αλλά και εκτελεσμένο απ’ την Ορχήστρα του «Μπολσόι» υπό τον Ίγκορ Ντρόνοφ, υψηλής αισθητικής τα σκηνικά του Ερνέστ Πινιόν-Ερνέστ, το μπαλέτο να πετάει, οι σολίστες κατ ευθείαν γραμμή στη μεγάλη παράδοση του κορυφαίου Θεάτρου και η Γιεκατερίνα Κρισάνοβα/Κατερίνα, μια σπουδαία χορεύτρια που μου θύμισε Σιλβί Γκιλέμ -τι είσοδος θυελλώδης!

February 2, 2016

Ζούμπιν Μέετα: σκόνταψε στο πόντιουμ, κάλπασε στη διεύθυνση


Μία ορχήστρα συγκροτημένη, καλοδεμένη, καλοδουλεμένη, με ήχο λαμπρό, με χάλκινα εξαιρετικά, που δεν φοβούνται τις κορυφώσεις. Ένας αρχιμουσικός δεμένος εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μαζί της, που την ξέρει από την καλή και την ανάποδη. Ένα πολύ ενδιαφέρον πρόγραμμα γαλλικής μουσικής -Ραβέλ και Σεν-Σανς- όχι συνηθισμένο. Όλα ήρθαν και έδεσαν αρμονικά. Το αποτέλεσμα εξαιρετικό. Ο Ζούμπιν Μέετα -στα ογδόντα του πια- μπορεί να σκόνταψε στο σκαλοπάτι του πόντιουμ άμα τη εισόδω του αλλά στη συνέχεια κάλπασε διευθύνοντας την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ από μνήμης και στα τρία έργα που είχε περιλάβει στο πρόγραμμα.
Η βραδιά άνοιξε με κρεσέντο: το υπέροχο «Βαλς» (πρώτη εκτέλεση 1920) του Μορίς Ραβέλ, μία σταδιακά κορυφούμενη μέχρι τον παροξυσμό συμφωνική περιδίνηση στο ρυθμό των ¾ που αποδομεί τους κλασικούς Στράους, πατέρα και υιούς, ταυτόχρονα αποθεώνοντάς τους, μία μουσική γραμμένη για να χορεύεται αλλά που τέλεια ακούγεται και σαν ανεξάρτητο «χορογραφικό» ποίημα το οποίο λίγο απέχει από τα συμφωνικά ποιήματα. Η εκτέλεση δόξασε το έργο.
Το «Βαλς» ακολούθησε -το πρώτο μέρος της συναυλίας στον Ραβέλ, και δη του χορού, ήταν αφιερωμένο- η Σουίτα του για ορχήστρα αρ. 2 (1913) από το μπαλέτο (1912) «Δάφνις και Χλόη». Η ορχήστρα, σε πλήρη ανάπτυξη, οδηγήθηκε και εδώ σε μία λαμπρή εκτέλεση -ίσως η καλύτερη στιγμή της βραδιάς- αποδίδοντας άψογα τόσο τις λεπτές αποχρώσεις όσο και τις κορυφώσεις.
Στο δεύτερο μέρος ο Μέετα άφησε πίσω τον εμπρεσιονισμό και (μας) ταξίδεψε στον ύστερο ρομαντισμό του Καμίγ Σεν-Σανς. Μέσα από την πολύπτυχη, αριστουργηματική Συμφωνία του αρ. 3 σε ντο ελάσσονα, έργο 78 (πρώτη εκτέλεση 1886), τη Συμφωνία «του Εκκλησιαστικού Οργάνου». Η Φιλαρμονική του Ισραήλ αγκάλιασε με αγάπη το έξοχο έργο, έπαιξε με χάρη αλλά και δύναμη και πάθος με τις παραλλαγές και μεταμορφώσεις του κύριου θέματος και ο μαέστρος έδεσε υπέροχα μαζί της τον ήχο του οργάνου του Μεγάρου, που τόσο σπάνια ηχεί, δίκαια προκαλώντας στο τέλος τον ενθουσιασμό του κοινού, στο οποίο πάντως ο αυστηρός Ζούμπιν Μέετα δεν χάρισε ούτε ένα ανκόρ.

Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών/Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», 31 Ιανουαρίου 2016.