«Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» (Δημήτρης Χατζής) της Στεφανίας Γουλιώτη / Σκηνοθεσία: Στεφανία Γουλιώτη.
Εκείνος, ο Αφηγητής, είναι ένας ταπεινός άνθρωπος, άσχετος με την τέχνη. Είναι όμως φιλότεχνος. Και η τέχνη που αγαπά, πάνω από όλα, είναι η γλυπτική. Του αρέσει να πηγαίνει σε ατελιέ γλυπτών
και να τους βλέπει να δημιουργούν. Έτσι γνωρίζει την Ιζαμπέλα Μόλναρ. Μία ουγγαρέζα γλύπτρια που γι αυτόν υπηρετεί τον ιδεώδη κανόνα της γλυπτικής: μία γλυπτική αφηρημένη αλλά γαλήνια. Ο άντρας λατρεύει τη γλύπτρια Μόλναρ αλλά και σιχαίνεται τη γυναίκα

της σε τάξη, τη γαληνεύει, όλα πάνω της και γύρω της μεταβάλλονται. Όμως… Όταν ο αφηγητής την επισκέπτεται στο ατελιέ της, ένα εξάμηνο μετά, μένει άναυδος. Τα αγάλματά της -τα πήλινα προπλάσματά τους- έχουν χάσει την ποιότητά τους, έχουν χάσει την ισορροπία τους, έχουν χάσει τη γαλήνη τους, έχουν ασχημύνει -η προσωπική ευτυχία της δούλεψε ενάντια στην τέχνη της. Είναι η πρώτη φορά που του ζητάει τη γνώμη του. Εκείνος δεν της απαντάει. Δεν τολμάει να της απαντήσει. Σιωπά. Και φεύγει. Η Ιζαμπέλα αρπάζει ένα σφυρί και κάνει όλα τα αγάλματα κομμάτια. Με το σφυρί θα σκοτώσει τον
άντρα της στο κρεβάτι του, ενώ κοιμάται. Ναι, τον σκότωσε! Δεν θα ξαναμιλήσει. Ούτε στην ανάκριση, ούτε στη δίκη. Την κλείνουν στη φυλακή και μετά στο φρενοκομείο. Εκεί της δίνουν μία γωνιά στην αυλή να ασχοληθεί 
με την τέχνη της. Κανείς δεν θα δει τα γλυπτά της. Μία μέρα η βροχή θα λιώσει τον πηλό τους, Θα μείνουν όγκοι ακατέργαστοι. Μέσα από τον λιωμένο πηλό
θα ξεπροβάλει ένας σταυρός -μαρτυρίου- με την Ιζαμπέλα κρεμασμένη πάνω του -κάτι σαν τύμβος, σαν τάφος. Η Ιζαμπέλα Μόλναρ, ένα μήνα μετά, θα πεθάνει. Και ο αλλοτινός θαυμαστής της θα μείνει να αναλογίζεται. Αυτό είναι το διήγημα του Μεγάλου Τεχνίτη του Λόγου Δημήτρη Χατζή (τυπώθηκε το 1976, ενταγμένο στη συλλογή του «Σπουδές»),

μπροστά στην κατάρρευση της τέχνης της, οι σφυριές της που συντρίβουν τα προπλάσματα σε μία σκηνή απόλυτης σιωπής της και ηχούν στα σπλάχνα μας, η γεμάτη συντρίμμια σκηνή, το φινάλε με το πρόπλασμα που ο πηλός του
λιώνει και αποκαλύπτει ένα σταυρό παραπέμποντας σε τύμβο δεν ξεχνιούνται. Ούτε το γυμνό, κουλουριασμένο κορμί της Ιζαμπέλας - Γουλιώτη. Το σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου που το αναδεικνύουν οι εξαίρετοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού, η κίνηση που δίδαξε η Αντωνία Οικονόμου, ο ηχητικός
σχεδιασμός και η ηχοληψία του Ηλία Φλάμμου, τα γλυπτά της Ισμήνης Τσοφλίδου -όλα- συντελούν αποφασιστικά στο ευτυχισμένο, καθηλωτικό αποτέλεσμα. Θα ξεχωρίσω τη μουσική που δονείται του σπουδαίου Γιώργου Πούλιου -δεν συνοδεύει, ερμηνεύει το κείμενο. Η συντριπτική ερμηνεία της Στεφανίας Γουλιώτη -ένα κεφάλαιο του θεάτρου μας-, αυτό το παγιδευμένο
στην τέχνη του αγρίμι που γρυλίζει, δεν επισκιάζει τον Φώτη Στρατηγό: στον καθόλου αβανταδόρικο ρόλο του Αφηγητή, που έχει ίσως και το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, η σκηνοθεσία τού έδωσε πατήματα να αποδείξει ότι είναι μεγάλο τάλαντο. Εκείνες οι δύο λέξεις -«τον σκότωσε»-, κάτι σαν σφυριά που για μένα καθορίζουν όλο το διήγημα, ακούστηκαν από το στόμα του όπως έπρεπε. Παράσταση που το Φεστιβάλ νομίζω ότι δεν πρέπει να την αφήσει να φύγει έτσι αλλά να την επαναλάβει το επόμενο καλοκαίρι (Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα).
(Η παράσταση δεν διαθέτει δικό της έντυπο πρόγραμμα).
«Πειραιώς 260» / Αίθουσα Η, Pop Productions/Κάλλη Μαυρογένη, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου / «Φθινόπωρο. Απόηχοι», 6 Οκτωβρίου 2026.










No comments:
Post a Comment