«Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι (μελοποίηση διαλόγων: Φραντς Λάχνερ), λιμπρέτο (Ευριπίδης, Κορνέιγ(ι)) Φρανσουά-Μπενουά Οφμάν (μετάφραση λιμπρέτου στα ιταλικά Κάρλο Τζανγκαρίνι) / Μουσική διεύθυνση: Ζακ Λακόμπ / Σκηνοθεσία: (Αλέξης Μινωτής) Παναγής Παγουλάτος / Καλλιτεχνική διεύθυνση: Γιώργος Κουμεντάκης.
Η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, μυημένη στη μαγεία από τη θεία της Κίρκη, έχει κάνει τα πάντα για χάρη του Ιάσονα ο οποίος είχε φτάσει επικεφαλής της Αργοναυτικής Εκστρατείας στην Κολχίδα για να αποκτήσει το Χρυσόμαλλο Δέρας που βρισκόταν εκεί και τον οποίο έχει ερωτευτεί: τον έχει βοηθήσει να το κλέψει, έχει σκοτώσει με άγριο τρόπο, τεμαχίζοντάς τον, τον αδελφό της Άψυρτο, που είχε φύγει μαζί της, για να καθυστερήσει τον πατέρα της που τους κυνήγησε, έχει εκδικηθεί, όταν έφτασαν στην Ιωλκό, πατρίδα
του Ιάσονα, τον θείο του, τον Πελία, που του είχε πάρει το θρόνο, βάζοντας, με δόλο, τις κόρες του να τον σκοτώσουν και, κατόπιν, μαζί έχουν καταφύγει στην Κόρινθο, όπου έχουν αποκτήσει δύο αγοράκια. Όμως, ο Ιάσων, είτε γιατί βαρέθηκε την Μήδεια, είτε για λόγους συμφέροντος, την εγκαταλείπει, στρέφεται στη νεαρή Γλαύκη, κόρη του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα, και ετοιμάζεται να την παντρευτεί -έως και το Χρυσόμαλλο Δέρας της δωρίζει. Η
Μήδεια τον παρακαλάει να γυρίσει κοντά της, τον ικετεύει, τον απειλεί, υποκρίνεται… Αλλά δεν τον πείθει. Και, τελικά, όταν ο Κρέων την εξορίζει, ζητάει από τον βασιλέα, πριν φύγει, διορία μιας μέρας για να δει τα παιδιά της, εκείνος με δισταγμό της τη δίνει και εκείνη αποφασίζει να εκδικηθεί τον Ιάσονα. Πολύ σκληρή εκδίκηση: στέλνει, δήθεν μετανιωμένη και
για να ευχαριστήσει τον Κρέοντα, με την ακόλουθό της Νέριδα, στην Γλαύκη, γαμήλιο δώρο, ένα φόρεμα και ένα στέμμα που, όταν εκείνη τα φοράει, καθώς είναι ποτισμένα με δηλητήριο, την κατακαίνε και, κατόπιν -το υπέρτατο...-,
ενώ την καταδιώκουν για το έγκλημά της, καταφεύγει με την ακόλουθό της, που προσπαθει εις μάτην να τη συνετίσεισε γειτονικό ιερό της Άρτεμης και, όταν βγαίνει, έχει σκοτώσει τα παιδιά της. Ο Ιάσων καταρρέει και η Μήδεια πυρπολεί το ναό και γίνεται παρανάλωμα με τα σκοτωμένα παιδιά. Ο εγκατεστημένος στο Παρίσι Ιταλός Λουίτζι Κερουμπίνι συνέθεσε τη δική του «Μήδεια», μεταξύ 1795 και 1797 (πρεμιέρα
1797), πάνω σε γαλικό λιμπρέτο του Μπενουά-Φρανσουά Οφμάν ο οποίος άντλησε από τις ομώνυμες τραγωδίες του Ευριπίδη, του Σενέκα και του Κορνέιγ(ι). Σε μία χρονική περίοδο μεταβατική από τον κλασικισμό στο ρομαντισμό, με επιδράσεις από τον Γκλουκ ενώ το έργο μοιάζει να έχει επιδράσει στον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν, η «Μήδεια» του Κερουμπίνι δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, ποιότητα ανάλογη με τον Γκλουκ αλλά έχει επιζήσει. Κυρίως, χάρη στο θηριώδη κεντρικό ρόλο. Για την παράσταση στην Φρανκφούρτη, το 1855, της όπερας (στην οποία ο
συνθέτης, ήδη από το 1809, είχε κάνει κάποιες περικοπές), ο γερμανός συνθέτης Φραντς Λάχνερ έγραψε μουσική για τα διαλογικά μέρη της -τις πρόζες δηλαδή- μετατρέποντάς τα σε ρετσιτατίβα (αδόμενα). Όταν η «Μήδεια» παρουσιάστηκε στην Σκάλα του Μιλάνου, το 1909, το λιμπρέτο, με τα ρετσιτατίβα του Λάχνερ, μεταφράστηκε στα ιταλικά από τον Φράνκο Τζανγκαρίνι. Τη συγκεκριμένη ιταλική εκδοχή χρησιμοποίησε, το 1961, και η Εθνική Λυρική Σκηνή όταν ανέβασε την «Μήδεια», στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, με σκηνικά
και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφίες Μαρίας Χορς, με την Μαρία Κάλλας στον επώνυμο ρόλο, παράσταση που άφησε εποχή. Την παράσταση αυτή, της ιταλικής εκδοχής, με θάρρος και τόλμη, επιχείρησε η Λυρική, στον ίδιο χώρο, να «ανασυστήσει» -και όχι να «αναβιώσει», όπως τονίζεται, καθώς από το 1961 σώζονται ελάχιστα: φωτογραφίες της παράστασης, των σκηνικών και των μακετών, τετράδια
σκηνοθεσίας του Μινωτή αλλά με σημειώσεις μόνο για την προετοιμασία της παράστασης και μόνο μερικών σκηνών και αρκετά από τα κοστούμια του Τσαρούχη. Ο Αλέξης Μινωτής ο οποίος υπέγραφε τότε τη σκηνοθεσία, εντελώς άπειρος στο χώρο της όπερας αλλά με πείρα στο αρχαίο δράμα, που είχε αποκτήσει στο Εθνικό Θέατρο, στη γραμμή του Φώτου Πολίτη και του Δημήτρη Ροντήρη,
αναζήτησε τα κοινά σημεία του έργου με την τραγωδία του Ευριπίδη, την οποία είχε, ήδη, σκηνοθετήσει στην Επίδαυρο, και ανέβασε μία «μουσική τραγωδία» όπως είχε πει καλώντας για τα σκηνικά και τα κοστούμια τον Γιάννη Τσαρούχη. Η πρόταση τού έγινε από την Κάλλας και το πρώτο ανέβασμα πραγματοποιήθηκε το 1958 στην Όπερα του Ντάλας και ακολούθησε, το 1959, η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου. Η παράσταση, δηλαδή, ήταν έτοιμη και προσαρμόστηκε στην Επίδαυρο, με την Μαρία Χορς να προστίθεται στους συντελεστές
για τις χορογραφίες. Τώρα την καλλιτεχνική διεύθυνση του εγχειρήματος ανέλαβε ο ίδιος ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης και την ανασύσταση της σκηνοθεσίας ο Παναγής Παγουλάτος. Με απόλυτο σεβασμό στην παράσταση του 1961 αλλά και χωρίς να εγκλωβιστεί στο θρύλο της, ο σκηνοθέτης οργάνωσε μία πολύ μεγάλη παραγωγή την οποία κίνησε άψογα -ίσως τα πήγαινε-έλα των στρατιωτών ήταν λίγο φλύαρα- και την έστησε με υψηλή αισθητική. Οι συνεργάτες του τον
βοήθησαν αποφασιστικά σε αυτό. Η Λίλη Πεζανού αναλαμβάνοντας τα σκηνικά, με τα τρία κτίσματα -ανάκτορο του Κρέοντα, ναός της Ήρας, ιερό της Άρτεμης που έρχεται σε πρώτο πλάνο στην τρίτη πράξη- ακολούθησε την κλασικιστική γεωμετρία του Τσαρούχη που είχε επιλέξει την ελληνιστική εποχή για τις δύο πρώτες πράξεις και ερχόταν πιο κοντά στον ρομαντισμό στην τρίτη. Η Τότα Πρίτσα έκανε εξαιρετική δουλειά στην αποκατάσταση των σωζόμενων κοστουμιών του Τσαρούχη δημιουργώντας και καινούργια που δεν τον μιμήθηκαν αλλά δέθηκαν, μέσω των υλικών τους αλλά, κυρίως, των υπέροχων, χρωμάτων τους, με το ύφος του. Απολύτως
σεβαστικές προς το ύφος της εποχής αλλά και τη δουλειά της Μαρίας Χορς, οι χορογραφίες που υπέγραφαν η Γιάννα Φιλιπποπούλου και η Κέλλη Ζαμπέλα -μου ανακάλεσαν μνήμες από παλιές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα ανέδειξαν υποδειγματικά τα σκηνικά και τα κοστούμια, με τους ηθοποιούς να μοιάζουν ότι φωτίζονται από
ράμπα. Ικανοποιητικό ήταν και το μουσικό μέρος της παράστασης. Ο Καναδός αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ στο πόντιουμ διηύθυνε με κύρος την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής που είχε, όμως, τις αδυναμίες της, ειδικά στην Εισαγωγή. Επίτευγμα η γεμάτη απόδοση της Χορωδίας της ΕΛΣ κάτω από την διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Η ιταλίδα σοπράνο Άννα Πιρότσι έχει μία σπουδαία φωνή που σε κάποιες περιοχές -το ξανάγραψα, όταν τραγούδησε τον ίδιο ρόλο το 2023, στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της Λυρικής, σε άλλη σκηνοθεσία- κουβαλάει μνήμες Κάλλας. Ίσως η σιλουέτα της, κυρίως, και η υποκριτική της δεν βοήθησαν να δώσει μία
συγκλονιστική ερμηνεία αλλά σίγουρα ήταν μία ερμηνεία πολύ καλή. Ακόμα καλύτερη η Νέρις της ροσίδας μέτζο Αλίσα Κολόσοβα: ευρύτατο φωνητικό μέγεθος, πλούσιο, ζεστό ηχόχρωμα και ερμηνευτικά άψογη. Ο γάλος τενόρος Ζαν Φρανσουά Μποράς ήταν ικανοποιητικός αλλά η φωνή του μου φάνηκε ασταθής. Στις γνώριμες δυνατότητές του, ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος έδωσε έναν Κρέοντα απολύτως έγκυρο. Η σοπράνο Δάφνη Κοντόρα, με θαυμάσια φωνητική ποιότητα και με σιλουέτα ιδανική για την Γλαύκη -ένας μίσχος-, δεν έχει το φωνητικό μέγεθος για να
τραγουδήσει το ρόλο σε ανοιχτό θέατρο -η φωνή της χανόταν. Περιμένω να την ακούσω σε κλειστό θέατρο. Από τους επαρκείς υπόλοιπους της διανομής (ο βαρύτονος Γιάννης Σταματάκης-Επικεφαλής της Φρουράς, η σοπράνο Αιμιλία Τσιμιδάκη-Πρώτη Υπηρέτρια) ξεχώρισα τη μέτζο Ειρήνη Αθανασίου-Δεύτερη Υπηρέτρια. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ένας ανοιχτός χώρος που δεν είναι φτιαγμένος για μουσική, με 10.000 θεατές/ακροατές, δεν βοηθούσε ούτε την ορχήστρα ούτε τις φωνές. Η παράσταση, πάντως, παρά τις κάποιες αδυναμίες της, ήταν ένα επίτευγμα: σχεδόν από το τίποτα ανασυστάθηκε, με εύφορο, γοητευτικό αποτέλεσμα, η παράσταση του 1961. Αν μας αφορά σήμερα; Αυτό είναι ένα ερώτημα. Αλλά μας θυμίζει την ιστορική
σημασία εκείνης και τιμά τους πρωτεργάτες της. Εξάλλου η γραμμή αυτή -η γαλική «Κάρμεν», «ανασύνθεση» της πρεμιέρας του έργου, το 1875, στο Παρίσι, που είδαμε το χειμώνα στην Λυρική ή η «Άννα Μπολένα» με τα κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη από την παράσταση του 1976 στην ΕΛΣ...- φανερώνουν μία τάση επιστροφής στο παρελθόν και κορεσμού από την αποδομητική τάση που έχει κατακλύσει και τις οπερατικές σκηνές. Να θυμίσω και την τιμητική αναβίωση, το 1978, στην Επίδαυρο, από το Εθνικό Θέατρο, της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή, στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Ροντήρη, με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από αυτή την -πρώτη, επίσημη σύγχρονη- παράσταση στην Επίδαυρο, το 1938. Με τη διαφορά, ότι την αναβίωση είχε επιμεληθεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης που ήταν εν ζωή, έστω και με άλλη διανομή (Φωτογραφλιες: Ανδρέας Σιμόπουλος: 1,3,5,6,7,8,9,11,12. Γιάννης Αντώνογλου: 2,4,10,13,14,15,16,17,18).
(Εξαίρετη η έκδοση/πρόγραμμα/βιβλίο για την παράσταση -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη-, με ενδιαφέροντα κείμενα. Βέβαια, το κείμενο «Αρχείο και reenactments» της Ελένης Βαροπούλου απευθύνεται σε θεατρολόγους. Πολύτιμη η μαρτυρία «Παρακαλώ, εδώ κάνουμε τέχνη» της Όλγας Μπουρλατσένκο - Τζαφέστα, μέλους της χορωδίας στην παράσταση του 1961. Επίσης, επιμένω, στα αποσπάσματα από κριτικές, ρεπορτάζ ή σχετικά άρθρα που αναφέρονται δεν αρκεί ο τίτλος του εντύπου, χρειάζονται, αν υπάρχουν, και τα ονόματα αυτών που τα υπογράφουν. Ελάχιστο δείγμα τιμής).
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Εθνική Λυρική Σκηνή, 20 Ιουνίου 2026.












No comments:
Post a Comment