«Κάρμεν» του Ζορζ Μπιζέ, λιμπρέτο (Μεριμέ) των Ανρί Μεγιάκ - Λουντοβίκ Αλεβί, μελοποίηση διαλόγων Ερνέστ Γκιρό / Μουσική διεύθυνση: Κωνσταντίνος Τερζάκης / Σκηνοθεσία: Ρομάν Ζιλμπέρ.
Αρνείται να αποδεχθεί τις κοινωνικές συμβάσεις. Η ανυπότακτη τσιγγάνα Καρμενθίτα -η Κάρμεν-, εργάτρια σε καπνεργοστάσιο της Σεβίλης του 1830. Και ξεσηκώνει πόθους. Πρώτα στο δεκανέα σε μονάδα δραγόνων Δον Χοσέ
που βρίσκεται σε φυλάκιο πλάι στο εργοστάσιο και που προσπαθεί να δείξει αδιάφορος. Όταν τη συλλαμβάνει, μετά από έναν καυγά με μία άλλη εργάτρια, εκείνη του ρίχνει τα δίχτυα της και τον πείθει, καθώς έχει ξετρελαθεί μαζί της, γεγονός που ο Χοσέ προσπαθεί να αποκρύψει από την αγνή
χωριατοπούλα Μικαέλα η οποία έρχεται από το χωριό του φέρνοντας χαιρετίσματα από τη μητέρα του, να την αφήσει να το σκάσει καλώντας τον στην ταβέρνα του Λίγιας Πάστια όπου χορεύει και τραγουδάει. Έτσι και γίνεται. Ο Χοσέ φυλακίζεται για το παράπτωμά του αλλά, όταν εκτίσει την ποινή του, πηγαίνει, όντως, στην ταβέρνα, άντρο των λαθρεμπόρων Ντανκάιρε και Ρεμεντάδο, όπου είναι με τις φίλες της Φρασκίτα και Μερθέδες. Εκεί, όμως, έρχονται, πιο πριν, ο διάσημος 
ταυρομάχος Εσκαμίγιο που η Κάρμεν τον προκαλεί και, κατόπιν, ο συνάδελφός του Χοσέ αλλά ανώτερός του, υπολοχαγός Θουνίγα που φλερτάρει με την Κάρμεν. Οι δύο άνδρες ξιφομαχούν. Αυτό αναγκάζει τον Χοσέ να λιποτακτήσει και να φύγει στα βουνά με την Κάρμεν, τις φίλες της και τους λαθρέμπορους.
Έχει βγει στην παρανομία. Η Κάρμεν, που της τελείωσε ο έρωτας προσπαθεί να τον ξεφορτωθεί, καθώς μάλιστα τα τραπουλόχαρτα της δείχνουν θάνατο και για τους δύο. Ο Εσκαμίγιο έρχεται και πάλι. Θα είναι ο «επόμενος». Η Μικαέλα, επίσης και πάλι, εμφανίζεται φέρνοντας το κακό μαντάτο ότι η μητέρα του Χοσέ είναι ετοιμοθάνατη. Εκείνος την ακολουθεί στο χωριό του απειλώντας την Κάρμεν, τρελά ερωτευμένος μαζί της. Στην τέταρτη και τελευταία πράξη η Κάρμεν είναι πια με τον 
Εσκαμίγιο και μαζί έρχονται στην αρένα της Σεβίλης. Αλλά, εκεί είναι και ο Χοσέ που, όταν ο Εσκαμίγιο μπαίνει μέσα για την ταυρομαχία όπου πρωταγωνιστεί, ικετεύει αλλά και απειλεί την Κάρμεν να επιστρέψει κοντά του. Εκείνη διατρανώνει την ελευθερία της να πράττει ό,τι και όπως επιθυμεί. Ο Εσκαμίγιο, μέσα στην
αρένα, σκοτώνει τον ταύρο κατω από τις επευφημίες του κοινού ενώ ο Χοσέ, απ’ έξω, μαχαιρώνει και σκοτώνει την Κάρμεν πριν παραδοθεί στις αρχές. Είναι το τέλος του απεγνωσμένου έρωτά του. Η όπερα (1857) «Κάρμεν» του Γάλου Ζορζ Μπιζέ, σε λιμπρέτο των Ανρί Μεγιάκ και Λουντοβίκ Αλεβί, που βασίστηκαν στην ομώνυμη νουβέλα (1845) του επίσης Γάλου Προσπέρ Μεριμέ, είχε πολλές αντιδράσεις για την -τότε- τολμηρότητά της, πριν και
μετά την πρεμιέρα της, αλλά, τελικά, έγινε διεθνής θεωρούμενη προάγγελος του βερισμού στην όπερα, και μία από τις πιο αγαπητές και πολυπαιγμένες στο οπερατικό ρεπερτόριο. Με τους διαλόγους της που ήταν σε πρόζα -εξ ου και το ανέβασμά της στην «Οπερά Κομίκ» του Παρισιού- να έχουν -ήδη από την πρεμιέρα της στην Βιένη, που δόθηκε την ίδια χρονιά (1875)- μελοποιηθεί σε ρετσιτατίβα (αδόμενους διαλόγους), με 
στίχους και πάλι του Λουντοβίκ Αλεβί, σε μουσική Ερνέστ Γκιρό. Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει μία παράσταση της «Κάρμεν» που επιχειρεί να ανασυνθέσει την πρώτη παρουσίαση του έργου στην «Οπερά Κομίκ» του Παρισιού στις 3 Μαρτίου 1875. Η βασική
δουλειά έγινε με βαθιά γνώση και επισταμένη μελέτη στα σωζόμενα σχέδια των σκηνικών και των κοστουμιών και στα εγχειρίδια σκηνοθεσίας της παράστασης του 1875 από το ιταλικό Παλατσέτο «Μπρου Τζάνε» - Κέντρο Γαλλικής Ρομαντικής Μουσικής. Τα -πολλά- κενά που, σίγουρα, υπήρχαν συμπληρώνονται από τη σκηνοθεσία του Ρομάν Ζιλμπέρ, τα σκηνικά του Αντουάν Φοντέν, τα φωτεινά, βυθισμένα στα χρώματα κοστούμια του Κριστιάν Λακρουά -όλα παραπέμπουν σε Γκόγια-, τους -εμπνευσμένους 
από τους φωτισμούς γκαζιού της εποχής- φωτισμούς του Ερβέ Γκαρί, σε αναβίωση Στεφάν ΛεΜπελ και τη χορογραφία του Βενσάν Σαγέ -όλοι οι συνεργάτες, Γάλοι-, τα οποία δημιουργούν ένα σκηνικό αποτέλεσμα συμβατικό, βέβαια, αλλά καλόγουστο και αποδοτικό, ίσως και γοητευτικό. 
Τη μουσική της παράστασης υπερασπίζεται με νεύρο και καλούς ρυθμούς -μόνον η εισαγωγή μου φάνηκε πολύ γρήγορη- η Ορχήστρα της ΕΛΣ με τον Κωνσταντίνο Τερζάκη στο πόντιουμ. η Χορωδία της ΕΛΣ με διευθυντή τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο -όχι τόσο συντονισμένη αυτή τη φορά, κυρίως το 
ανδρικό τμήμα της στην πρώτη πράξη- και η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ -εξαιρετική- με διευθύντρια την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου. Στους μικρότερους ρόλους -Γιάννης Σελητσανιώτης (βαρύτονος, Θουνίγα), Γεώργιος Ιατρού (βαρύτονος, Μοράλες), Χρύσα Μαλιαμάνη (σοπράνο, Φρασκίτα), Χρυσάνθη Σπιτάδη (μέτζο, Μερθέντες), Γιάννης Καλύβας (τενόρος, 
Ρεμεντάδο)- ξεχώρισα τον Χάρη Ανδριανό (βαρύτονος, Ντανκάιρε). Θαυμάσια, φωνητικά και υποκριτικά, Μικαέλα η σοπράνο Βασιλική Καραγιάννη, σε ένα ρόλο που της ταίριαζε κουτί. Πολύ καλός Εσκαμίγιο ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης, αν και η φωνή του μου ακούγεται κάπως «μπουκωμένη». Ο
αμερικανός τενόρος Τσαρλς Καστρονόβο έχει θαυμαστή φωνή, μεγάλης έκτασης και έντασης αλλά τραγούδησε τον Δον Χοσέ περισσότερο «ιταλικά» παρά «γαλικά». Έξοχη φωνητικά η Κάρμεν της γαλίδας μέτζο Γκαέλ Αρκέζ. Με φωνή ευέλικτη, θερμή, εκφραστική ήταν πειστική και υποκριτικά, ειδικά στις δύο πρώτες πράξεις (πρώτο μέρος). Μία ικανοποιητική παράσταση. Αλλά μέσα μου το ερώτημα παραμένει: συμβατικές, «μουσειακές» παραστάσεις ή μεταμοντέρνες που αλλάζουν τα φώτα στα έργα; Η «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» της Κέιτι Μίτσελ ή ο «Γιεβγκένι Ονιέγκιν» του Ντμίτρι Τσερνιακόφ δεν είναι η χρυσή τομή;
(Εξαιρετικά επιμελημένο το έντυπο πρόγραμμα-βιβλίο της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη. Με κείμενα που φωτίζουν την ιστορική σκηνοθεσία του 1875 και την όπερα -ξεχώρισα το «Οικογενειακή ψυχαγωγία ή ανηθικότητα;» του Νίκου Δοντά).
Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος, «Η Όπερα του Μέλλοντος από τη Μήτρα του Παρελθόντος», συμπαραγωγή «Μπρου Τζάνε» Γαλίας, Βασιλική Όπερα - Πύργος των Βερσαλιών Θεάματα, Όπερα Ορχήστρα της Νορμανδίας (Ρουέν), Παλατσέτο »Μπρου Τζάνε» - Κέντρο Γαλικής Ρομαντικής Μουσικής, 30 Απριλίου 2026.






No comments:
Post a Comment