February 13, 2022

Στο Φτερό / Η βρόμα μπαίνει από παντού στο σπίτι... ή Και όμως είχε όνομα

 
«Αξύριστα πηγούνια» του Γιάννη Τσίρου / Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης. 
 
Νύχτα, στην υπόγεια πτέρυγα ενός εφημερεύοντος νοσοκομείου. Τμήμα «Αποδοχών» -ήτοι χώρος φύλαξης των νεκρών οι οποίοι διακομίζονται, προθάλαμος του νεκροτομείου. Ρουτίνα. Αλλά σκληρή ρουτίνα. Υπεύθυνος, ο Σάββας που δίνει κάθε τόσο
λόγο, τηλεφωνικά, σε κάποια κυρία Κονταξή, την αφανή προϊσταμένη του. «Επιμελητής» των πτωμάτων, ο Κυριάκος που κάνει τη «βρόμικη δουλειά -τα γδύνει, τα καθαρίζει και δηλώνει τα ρούχα και τα υπάρχοντά τους στον Σάββα που τα 
καταγράφει-, κολλητός του Σάββα, ο οποίος και τον χαρτζιλικώνει και τον καλύπτει όταν, συνήθως, καθυστερεί να φτάσει στο νοσοκομείο ή πίνει, όπως απόψε που είναι και τα γενέθλιά του. Και διακομιστής των πτωμάτων, ο νεαρός Μαρινάκης. Στο μάρμαρο του πάγκου όπου ακουμπούν τα πτώματα, μία όμορφη, γυμνή νεαρή γυναίκα με λυμένα μαλλιά. Σοκ! Είναι η ίδια που είδαμε στην πρώτη, χωρίς λόγια, σκηνή να εκτελεί ένα «αισθησιακό» στριπτίζ. «Νεαρά γυνή, αγνώστων λοιπών στοιχείων»: έτσι έχει καταχωρηθεί στα κιτάπια του νεκροτομείου. Δεν είναι, όμως, έτσι. Με το σταγονόμετρο μαθαίνουμε ότι καθόλου «αγνώστων στοιχείων» δεν είναι και 
για τους τρεις τους. Ροσίδα, χωρίς άδεια παραμονής, «γκόμενα» -ζούσαν μαζί εδώ και τρία χρόνια- του Κυριάκου που τον αγαπούσε κι ας τη ζήλευε και ας την είχε υποχρεώσει να κάνει τρεις εκτρώσεις μέχρι που της έβγαλαν τη μήτρα, επαγγελματίας στρίπερ που πήγε να δουλέψει ως οικιακή βοηθός σε ένα σπίτι απ’ όπου, όμως, την έδιωξαν, γιατί ο Κυριάκος τους είχε δημιουργήσει επεισόδιο με την υποψία πως η κοπέλα είχε σχέση με το «αφεντικό» της, οπότε κατέληξε και πάλι στριπτιτζού. Ο Σάββας την είχε ξεμοναχιάσει και την είχε βιάσει, όταν κάλεσαν με τη γυναίκα του το ζευγάρι, στο εξοχικό τους, στην Σέριφο, το περασμένο καλοκαίρι, γεγονός που το κορίτσι είχε κρύψει από τον Κυριάκο και που την είχε οδηγήσει στην κατάθλιψη και στα χάπια. Ο Μαρινάκης της συμπαραστεκόταν, χωρίς κάτι να έχει συμβεί μεταξύ τους, και της μάθαινε ελληνικά. Το προηγούμενο βράδυ είχαν βγει όλοι μαζί σε μία ταβέρνα όπου ο ζηλότυπος Κυριάκος, που και πάλι
 
την υποψιαζόταν ότι είχε σχέση με τον Μαρινάκη, τη χαστούκισε. Εκείνη, που ήπιε ενώ της ήταν απαγορευμένο από το γιατρό λόγω χαπιών, έφυγε από την ταβέρνα με τον Μαρινάκη και κατέφυγε στο σπίτι του για να πάει από εκεί στο στριπτιτζάδικο την επόμενη -την αποψινή- βραδιά. Ο συνδυασμός χαπιών και ποτού της προκάλεσε ανακοπή στο τέλος του νούμερου. Το φινάλε, χωρίς τίποτα να γίνει παραέξω γνωστό για την ιστορία τους, απονέμει δικαιοσύνη: ο
Μαρινάκης προβιβάζεται σε οδηγό ασθενοφόρου, ο Κυριάκος απολύεται και ο Σάββας υποβιβάζεται -μένει χωρίς βοηθό και θα κάνει πια ο ίδιος τη «βρόμικη δουλειά». Α, ναι, και μία λεπτομέρεια... Το κορίτσι που πέθανε είχε όνομα: την έλεγαν Ιρίνα Γκριεγκόριεβνα. Κανείς, όμως, δεν θυμάται το όνομα του χωριού της στην Ροσία. Μόνο ότι το βύθισαν για να δημιουργηθεί μία τεχνητή λίμνη. Ο Γιάννης Τσίρος με το πρώτο
του έργο που παίχτηκε, τα «Αξύριστα πηγούνια» (1996, πρώτο ανέβασμα 2006), είχε από πολύ νωρίς χτυπήσει φλέβα πλούσια: την τύχη των προσφύγων και των μεταναστών -των «λαθρομεταναστών»- στην Ελλάδα μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Και τον τρόπο που τους δεχτήκαμε και τους φερθήκαμε... Η σημερινή, τρισχειρότερη πραγματικότητα, το κάνει απολύτως επίκαιρο. Το έργο του, χωρίς να κραυγάζει,
καταγγέλλει την εκμετάλλευσή τους αλλά και χαράζει ανάγλυφα τρεις χαρακτήρες με αποχρώσεις, αποφεύγοντας το άσπρο/μαύρο. Και, μέσα από τα λόγια τους -λόγος άμεσος,
λαϊκός, ταιριαστός στα πρόσωπα, με την εξαίρεση λίγων
αταίριαστων λόγιων εκφράσεων-, έναν τέταρτο -τη νεκρή Ιρίνα. Με αίσθηση της δραματικής οικονομίας -συμπυκνώνει χρονικά
το δράμα στον πραγματικό χρόνο της διάρκειάς του-, χωρίς πλατειασμούς και φλυαρίες. Και ο ρεαλισμός του στο τέλος απογειώνεται ποιητικά με συγκίνηση.
Ο Γιώργος Παλούμπης, ξεσκολισμένος στο ρεαλισμό πια, έχει βρει τον παλμό του κειμένου και με εξαιρετικούς ρυθμούς, μέσα στο πειστικό, ψυχρό σκηνικό και με τα σωστά κοστούμια της Νατάσσας
Παπαστεργίου και με τους εξίσου ψυχρούς και έξυπνα συμβολικούς φωτισμούς του Βασίλη Κλωτσοτήρα -η τάση του ρεύματος που πέφτει και οι σωλήνες του νέον που «παίζουν» ανησυχητικά-, οδηγεί με ασφάλεια τους ηθοποιούς του. Το έξοχο εύρημά του να φέρει διακριτικά στη σκηνή, στο ποιητικό φινάλε, βουβή, με ελάχιστη κίνηση, ανάμεσα στα πρόσωπα του δράματος, τη νεκρή Ιρίνα ενισχύει την ποιητικότητά του και προσθέτει ένα μεταφυσικό και συμβολικό ρίγος στην παράσταση. Η Μαρία Νεφέλη Δούκα-Ιρίνα εξυπηρετεί με αυταπάρνηση αυτό που της έχει ζητηθεί. Πολύ σωστός ο Στέλιος Δημόπουλος-Μαρινάκης. Ο Ηλίας Βαλάσης πρέπει να δουλέψει, πρέπει να
παλέψει με το λόγο και την άρθρωσή του -ένα μέρος του κειμένου του δεν ακούγεται. Αλλά, ως συντριμμένος, καταρρακωμένος Κυριάκος, είναι τόσο γεμάτος εσωτερικά με συγκίνηση και την εκφράζει τόσο καλά -πάλλεται- που του το συγχωρείς. Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος, εντελώς ταυτισμένος με το Σάββα, με εσωτερικούς ρυθμούς άψογους, συναντιέται με έναν από τους καλύτερους, αν όχι τον καλύτερο ρόλο του. 
 
Ένιωσα ευτυχής διαπιστώνοντας, μετά από 16 χρόνια, την αντοχή του έργου -στην καλύτερη παράδοση του Μάριου Ποντίκα το εισέπραξα-, σε μία παράσταση αντάξιά του (Φωτογραφίες: Θοδωρής Μάρκου).
  
(Δεν υπάρχει έντυπο πρόγραμμα, μόνον ένα φλάιερ με τα εντελώς απαραίτητα στοιχεία. Το έργο του Γιάννη Τσίρου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Κάπα Εκδοτική» (2021), με τη συνήθη επιμέλειά τους).
 
Θέατρο «Μικρό Χορν», «Αθηναϊκά Θέατρα» Α.Ε., 3 Φεβρουαρίου 2022.

No comments:

Post a Comment