July 20, 2016

Tip: «Η σφαγή των Παρισίων»


Επιτέλους! Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν σαράντα μέρες από την έναρξη των Φεστιβάλ Αθηνών τε και Επιδαύρου για να δω μία παράσταση που να με ενθουσιάσει -και είδα τις περισσότερες. Η ομάδα «Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων» έκανε, τελικά, μεγάλα πράγματα. 
Καταρχήν πρωτοπαρουσίασε στην Ελλάδα -στην ευφυώς, ειδικά διευθετημένη Αίθουσα Δ της «Πειραιώς 260»- την τραγωδία του Κρίστοφερ Μάρλοου «Η σφαγή των Παρισίων» -επίκεντρο η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, όταν με υποκίνηση της βασιλομήτορος Αικατερίνης των Μεδίκων ο Κάρολος Θ΄ της Γαλλίας διέταξε τη σφαγή των προτεσταντών Ουγενότων, στην οποία ενεργό ρόλο έπαιξε ο δούκας ντε Γκιζ Ερίκος-, στη σπουδαία μετάφραση του Σεραφείμ Βελέντζα που «λάνθανε» τυπωμένη εδώ και χρόνια από τις Εκδόσεις «Άγρα».
Και ο Χρήστος Θεοδωρίδης, που υπέγραψε τη σκηνοθεσία και την -πολύ τολμηρή αλλά άκρως ενδιαφέρουσα- μουσική επιμέλεια, συνυπογράφοντας με την Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου και τη δραματουργική επεξεργασία, συνέθεσε, με δέκα ικανούς ηθοποιούς και 42 «κομπάρσους», μία ουσιαστικά μοντέρνα αλλά όχι μοντερνίζουσα παράσταση. Μία παράσταση στιλιζαρισμένη, με πολλά ευρήματα αλλά χωρίς σκηνοθετισμούς, μία παράσταση τολμηρή αλλά όχι προβοκατόρικη,
μία παράσταση με χιούμορ αλλά χωρίς τη διάθεση να παρωδήσει, μία παράσταση εκρηκτική αλλά με ελεγχόμενες εκρήξεις. Μία παράσταση ιδιαίτερα καλαίσθητη, που εμπνεύστηκε από την εποχή στην οποία διαδραματίζεται το έργο (1572-1589) -αποτελεσματικά συνέπραξαν η Τίνα Τζόκα (σκηνικά και κοστούμια) και ο Τάσος Παλαιορούτας (φωτισμοί)-, μία παράσταση εξαιρετικά ζυγισμένη, με εύστοχη κλιμάκωση που καταλήγει σε μία απόλυτα δικαιολογημένη παραφορά -την παραφορά της εξουσίας. 




Ο Ντένης Μακρής την υλοποιεί, την παραφορά αυτή, με τρόπο συ-γκλο-νι-στι-κό. Η παράσταση -που, ναι, έχει και αδυναμίες- πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί τρόπος να επαναληφθεί. Για να τη δείτε όσοι δεν την είδατε.
Η σκηνή της σφαγής με τους ματωμένους «κομπάρσους» να προσέρχονται τρέχοντας, να στέκονται ακινητοποιημένοι και, κατόπιν, ο ένας μετά τον άλλο να σωριάζονται πάνω στα σκαλοπάτια της εξέδρας-κλίμακας, σκηνή για ανθολογία (Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου).

July 18, 2016

Άγνωστο κωμειδύλλιο σε παγκόσμια πρώτη στην Κύπρο


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Το κωμειδύλλιο του Επαμεινώνδα Π. Ευθυμιάδη «Ο φαρμακοποιός και ο χωριάτης», το πρώτο θεατρικό έργο που γράφτηκε -1891- στην Κύπρο από κύπριο συγγραφέα -και μάλιστα Λεμεσιανό- και στο οποίο γίνεται εκτενής χρήση της κυπριακής διαλέκτου, θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στις 6 Οκτωβρίου απ’ την «Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού» (ΕΘΑΛ) -της οποίας καλλιτεχνικός διευθυντής είναι ο Μηνάς Τίγκιλης-
στο θέατρο «Ριάλτο» της Λεμεσού σε σκηνοθεσία Άδωνι Φλωρίδη.
Στο κωμειδύλλιο, που διαδραματίζεται στην Λεμεσό, το 1891, η Δαφνούλα, σύζυγος του Μανώλη, αρρωσταίνει και ζητά απ τον άντρα της να της πάρει φάρμακα. Ο Μανώλης, φτωχός αγρότης, δανείζεται χρήματα και πηγαίνει στη πόλη για να τα αγοράσει. Πέφτει θύμα της απληστίας του φαρμακοποιού Χάφτα ο οποίος, χρησιμοποιώντας γλωσσικά τεχνάσματα, τον πείθει πως το φάρμακο που του δίνει κοστίζει πολλαπλάσια απαυτά που ο ίδιος του ζητά. Ο Μανώλης, αφελής και αγνός, νιώθει υποχρεωμένος απ’ την καλοσύνη του Χάφτα. Όταν όμως ενημερωθεί για την απάτη, θα επιστρέψει στο φαρμακείο απαιτώντας να πάρει πίσω τα χρήματα του.
Το έργο, που δεν είχε ποτέ τυπωθεί, ανακάλυψε -ανακάλυψη σημαδιακή για την ιστορία του κυπριακού και, ευρύτερα, του ελληνικού θεάτρου-, το 2006, ο φιλόλογος Ανδρέας Λενακάκης σε παλαιοβιβλιοπωλείο του Ηρακλείου της Κρήτης σε μορφή χειρόγραφη: κιτρινισμένα φύλλα τετραδίου δεμένα με σπάγκο.  Ο Ανδρέας Λενακάκης που δεν κατάφερε να βρει στοιχεία για τον Ευθυμιάδη κατέφυγε στον επίσης φιλόλογο και μελετητή του κυπριακού θεάτρου Γιάννη Κατσούρη και ζήτησε τα φώτα του. Ο Κατσούρης, μετά από ενδελεχή έρευνα ενός χρόνου, εντόπισε τη δημοσίευση μερικών αποσπασμάτων του κωμειδυλλίου σε δυο φύλλα της εφημερίδας «Ραγιάς» του 1898, που εξέδιδε ο Γεώργιος Σταυρίδης στην Κερύνεια, κι αναζήτησε πληροφορίες για το συγγραφέα. Οι ελάχιστες που βρήκε δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Άνευ» το 2010, λίγους μήνες μετά το θάνατο του φιλόλογου. Την επιμέλεια της πρώτης έκδοσης του «Ο φαρμακοποιός και ο χωριάτης», που έγινε το 2011 απ’ τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, ανέλαβε ίδιος ο Ανδρέας Λενακάκης.
Στην παγκόσμια πρώτη του έργου τη μουσική σύνθεση και τα τραγούδια θα υπογράφει ο Νίκος Βήχας, τις χορογραφίες η Χλόη Μελίδου, τα σκηνικά και τα κοστούμια ο Εδουάρδος Γεωργίου και το σχεδιασμό των φωτισμών ο Βασίλης Πετεινάρης ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μανώλη θα επωμιστεί ο Κώστας Βήχας.

July 16, 2016

Άπαιχτος Καμπανέλλης στο «Καρέζη»


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Κι όμως! Υπάρχουν άπαιχτα έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη! Δυο πρώιμα μονόπρακτά του -«Σιλωάμ» και «Ο κρυφός ήλιος»- που δεν είχαν δει το φως της σκηνής, θ’ ανεβούν την προσεχή χειμερινή σεζόν, με τον ενιαίο τίτλο «Σιλωάμ», στο θέατρο «Τζένη Καρέζη».
Η σκηνοθεσία θα ’ναι του Γιώργου Γιανναράκου.
Απ’ τα πρώτα θεατρικά έργα του συγγραφέα, γραμμένα το 1951 και το 1952, αντίστοιχα -το πρώτο του έργο που παίχτηκε, ο «Χορός πάνω στα στάχυα», είχε παρουσιαστεί απ’ το θίασο του Αδαμάντιου Λεμού, σε σκηνοθεσία του θιασάρχη, στο θεατράκι «Διονύσια» της Καλλιθέας, το 1950-, με νωπές μνήμες, παραστάσεις και βιώματα απ’ τον εγκλεισμό του στο χιτλερικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μάουτχάουζεν, μέχρι πριν από μερικά χρόνια λάνθαναν. Κι ο μεν «Κρυφός ήλιος» είχε χαθεί για πολλά χρόνια και ανακαλύφθηκε στην αποθήκη του σπιτιού του συγγραφέα απ’ τον καθηγητή Γιώργο Πεφάνη για να δημοσιευτεί απ’ το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2005. Τα δε χειρόγραφα του «Σιλωάμ», που αποτελεί την πρώτη γραφή του μονόπρακτου του Καμπανέλλη «Η οδός», βρέθηκαν πρόσφατα απ’ την κόρη του, σκηνογράφο/ενδυματολόγο Κατερίνα Καμπανέλλη.
Ο κορυφαίος έλληνας μεταπολεμικός θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης (1921-2011) συνελήφθη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1943, σε ηλικία είκοσι δυο ετών, και παρέμεινε κρατούμενος στο στρατόπεδο Μάουτχάουζεν της Αυστρίας. Επέζησε κι επέστρεψε στην Αθήνα το 1945. «Μετά απ’ την έγκλειστη ζωή του στην κοινότητα των χιλιάδων μελλοθανάτων, όπως αναφέρεται, μετά απ’ το βίωμα της έσχατης ανθρώπινης αποκτήνωσης αλλά και τις πράξεις αλληλεγγύης, γενναιότητας και σοφίας των κρατουμένων, που είδε, ο συγγραφέας δε θα μπορούσε παρά να δώσει φωνή σε υπάρξεις και χαρακτήρες με τους οποίους είχε μοιραστεί μια ακραία πραγματικότητα».
Στον «Κρυφό Ήλιο», έργο με λεπτομερή περιγραφή του χώρου δράσης -ένα κελί στο στρατόπεδο του Μάουτχάουζεν-, της κατάστασης και των προσώπων, οι ανατριχιαστικές περιγραφές εναλλάσσονται με ψυχολογικά παιχνίδια μεταξύ των κρατουμένων (ο Γιαπωνέζος, ο Κλέφτης, ο Γιατρός, ο Φαγιάς, ο Καλόγερος, ο Επιθεωρητής) που ψάχνουν ανάμεσά τους τον Προδότη. «Με την αναζήτηση του Προδότη ως βασικό μοχλό της δράσης», όπως σημειώνεται, «ο Καμπανέλλης περιγράφει τα πρόσωπά του με αδυναμίες και αρετές, σκοτεινές και φωτεινές στιγμές μέσα σ’ ένα περιβάλλον ασφυκτικού εγκλεισμού και μεγάλων διλημμάτων και με κεντρικό ερώτημα όχι το ‘ποιος’, αλλά τα αίτια, το περιεχόμενο και την ηθική βάση των πράξεων του ανθρώπου, όταν αυτός βρίσκεται σε ακραίες καταστάσεις φόβου και απελπισίας. Σκιαγραφεί το πρόσωπο του ύπουλου αλλά και τρομαγμένου ανθρώπου για να ‘σκάψει’ ακόμα βαθύτερα στην ίδια την ουσία της ύπαρξης, της ανθρώπινης κρίσης και, εν τέλει, ν αναδείξει την αξία του διλήμματος στην περιπέτεια της συγκρότησης συνείδησης».
Στο «Σιλωάμ» (σημαίνει απεσταλμένος) τέσσερις σκιώδεις τραγικές υπάρξεις, ανώνυμες (ο Πρώτος, ο Δεύτερος, ο Τρίτος, ο Τέταρτος) -δηλαδή κανείς και όλοι- ζουν στην συντέλεια του κόσμου σ’ ένα κελί όπου κανείς δεν μπαίνει -ούτε οι δεσμοφύλακες. Εκεί, στα έσχατα όρια της απελπισίας, καταφεύγει ένας κρατούμενος (ο Νοσοκόμος) για να κερδίσει λίγη ακόμη ζωή. Η απεγνωσμένη αναζήτηση της ελευθερίας συνοδεύεται από ένα ξέσπασμα για τον απόντα Θεό και μια έκρηξη εκδίκησης για την δολοφονική μηχανή.
Τα δυο μονόπρακτα θα παρουσιάζονται απ’ τον ερχόμενο Οκτώβριο, κάθε Δευτέρα και Τρίτη, με σκηνικά και κοστούμια Λαλούλας Χρυσικοπούλου, μουσική Κώστα Μαντζώρου, φωτισμούς Αργύρη Θέου και επιμέλεια κίνησης Δήμου Αμπράζη. 
Τους ρόλους επωμίζονται οι Γιώργος Γιαννούτσος, Δημήτρης Κανέλλος, Ερρίκος Λίτσης, Ευθύμιος Ξυπολυτάς, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Κώστας Φαλελάκης. Η παραγωγή είναι των GoodHeart Productions (Η τρίτη φωτογραφία, της Ερμινέ Αλεξάνδρας Τζαρουγκιάν).

July 14, 2016

Απ’ την Κάκια Μένδρη στα σκισμένα καλσόν


Το Τέταρτο Κουδούνι / 14 Ιουλίου 2016 



Δε με γοήτευσε, δε με συνεπήρε η -σε συνεπτυγμένη εκδοχή και σε διασκευή- «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά. Έκανε ο σκηνοθέτης μια ενδιαφέρουσα, ίσως, ανάγνωση της τριλογίας του Αισχύλου αλλά αυτή η ανάγνωση -μετατόπιση, λέει, του έργου στις δεκαετίες του ’40 και του ’50, τέλος του Δεύτερου Πολέμου, Εμφύλιος…- δεν είχε συνέπεια, κατά τη γνώμη μου. Η μεγαλοαστή Κλυταιμνήστρα του «Αγαμέμνονα», σαν από μπουλβάρ του παλαιού θεάτρου «Μουσούρη», που φοράει μπροστέλα για να διαπράξει τους φόνους μήπως και λερώσει το κοκτέιλ φόρεμά της, και το έπιπλο πικάπ -μα τα έπιπλα πικάπ της δεκαετίας του ’60 δεν είναι; 
Στη δεκαετία του ’40 γραμμόφωνα δεν είχαν ακόμα;- πώς να δεθούν με το ξεσκισμένο μαύρο καλσόν και τα ελάχιστα ρουχαλάκια της σέξι Κασσάνδρας; Κι η Κλυταιμνήστρα των «Χοηφόρων» με τη μαύρη ρόμπα και με το μαύρο λουστρίνι σκαρπίνι, στρωτό, χωρίς τακούνι και με κορδόνι, α λα παλαιάς κοπής κρητικιά χήρα, κι οι πλάκες -έτσι τις λέγανε τότε- με την Βέμπο και την Κάκια Μένδρη πώς να δεθούν με την απαστράπτουσα στο χρυσό, παγιετέ, εφαρμοστό φόρεμά της Πυθία-γκρούπι του Απόλλωνα και τις αντρούτσες -σαν από καρναβάλι- Ερινύες/Ευμενίδες με τα μουστάκια και τα μούσια και τις μακριές γκρίζες περούκες των «Ευμενίδων»; Μαζί και με πολλά άλλα... Μόνο αν επρόκειτο για παρωδία θα μπορούσαν να δεθούν. Κι ο Γιάννης Χουβαρδάς παρωδία δε νομίζω ότι ήθελε να κάνει. Ίσως να βγάλει λίγο τη γλώσσα στον Αισχύλο. Φοβάμαι πως την παράβγαλε. Και στον Ευριπίδη μπορείς να τη βγάλεις, στον Αισχύλο δύσκολο. Σε εκδικείται.

Αλλά όχι και να τον στείλουμε να κάνει άλλη δουλειά! Αυτό που διάβασα μου θύμισε κάτι κριτικούς οι οποίοι έγραφαν, κάποτε, «ο αποπατών δημοσία δαπάνη». Εμείς δε θέλουμε να κομίσουμε ένα διαφορετικό ήθος; Και ν αποφύγουμε τις δαιμονοποιήσεις; Μέτρον άριστον. 

Το σκηνικό αποτέλεσμα, άλλωστε, σε αρκετούς άρεσε. Ίσως κατάλαβαν αυτά που δεν κατάλαβα εγώ… Ίσως η αισθητική αλλάζει και δεν έχω προλάβει το τρένο. 
Προσωπικά, στην παράσταση ομολογώ πως δε βαρέθηκα. Και κράτησα μερικές σκηνές της που τις βρήκα καλές. Αλλά έχω βαρεθεί γενικώς την εκ των έξω κι όχι εκ των έσω, ντε και καλά, μεταμοντερνοποίηση. Ειδικά στο αρχαίο δράμα.
Πάντως, δεν μπορώ να μη σταθώ σε δυο απ’ τους, γενικά, καλούς ηθοποιούς της παράστασης και τις ερμηνείες τους: στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη/Κλυταιμνήστρα που, πάντα, εκτελεί άψογα ό,τι της ζητηθεί και άψογα εκτελεί αυτό που της έχει ζητηθεί κι εδώ. Και την Στεφανία Γουλιώτη που αναμφισβήτητα είναι μια απ’ τις κορυφαίες μονάδες του θεάτρου μας -ειδικά στην αρχαία τραγωδία. Η Ηλέκτρα της κι η Αθηνά της -ένα γυμνό, κοφτερό σπαθί- ανεβάζουν το επίπεδο της παράστασης (Οι φωτογραφίες, εκτός απ την υπογραμμένη, του Μιχάλη Κλουκίνα). 



Ναι, άξιζε τον κόπο. Και δεν το μετάνιωσα. Να κουβαληθώ στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών για να δω το βίντεο με την «Μήδεια» του Γιουκίο Νιναγκάουα 
που πρόβαλε -και μπράβο του!- το Φεστιβάλ Αθηνών στη μνήμη του σκηνοθέτη που πέθανε πρόσφατα. Τριάντα δυο χρόνια μετά τη μέρα που την είχα δει στο Ηρώδειο, όπου κι έχει μαγνητοσκοπηθεί απ’ την, τότε, ΕΡΤ, και δεν άλλαξα τη γνώμη μου: ήταν μια εξαιρετική παράσταση, που έσφυζε από ενέργεια, μ’ έναν καταπληκτικό Χορό, με υπέροχα κοστούμια και μ’ έναν ηθοποιό, τον Μικιζίρο Χίρα, σπουδαίο στον επώνυμο ρόλο. Έναν απ’ αυτούς τους Μεγάλους που, και μια φορά μόνο να τους δεις να παίζουν έτσι, δεν τους ξεχνάς. ΠΟΤΕ.
Να επισημάνω και την καίρια εισήγηση του επίκουρου καθηγητή Γιώργου Σαμπατακάκη πριν απ’ την προβολή: ξεκάθαρη, συμπυκνωμένη, καθόλου βαρετή -αντίθετα πολύ ενδιαφέρουσα-, που έβαλε τα πράγματα στη θέση τους: η «Μήδεια» του Νιναγκάουα ελάχιστη -έως καμιά- σχέση είχε με την αρχαία ιαπωνική θεατρική παράδοση του «Νο», του «Καμπούκι» και του «Μπουνράκου». Αντίθετα, προς τη Δύση φλερτάριζε, στο πλαίσιο μιας τάσης εκδυτικισμού που ακολουθούσε κι ακολουθεί μια μερίδα του ιαπωνικού θεάτρου. Άσχετο αν ήταν μια παράσταση αξιομνημόνευτη.




Καθώς κατηφόριζα στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης» για τη διαδραστική οπτικοακουστική εγκατάσταση», όπως τη χαρακτήριζε ο δημιουργός της, με τον τίτλο «Συναισθησία. Solomon’ s Case», έσπαζα το κεφάλι μου: τι μου θύμιζε η λέξη «συναισθησία»; Τι μου θύμιζε; Στο προγραμματάκι της παράστασης διάβασα ότι είναι μια σπάνια νευρολογική διαταραχή όπου είναι δυνατό ν’ ακούς τις οσμές ή να βλέπεις και να μυρίζεις τους ήχους. Μεγάλα ονόματα των τεχνών και των επιστημών ήταν συναισθητικοί -ο Καντίνσκι, ο Σκριάμπιν, ο Μεσιάν, ο Ντιουκ Έλινγκτον, ο Τέσλα…
Απ’ τις πιο σπάνιες περιπτώσεις συναισθητικών, ο ρώσος δημοσιογράφος Σoλομόν Σερεσέβσκι, ενεργός τη δεκαετία του ’20. Για την περίπτωσή του έγραψε ο ρώσος νευροψυχολόγος Αλεξάντερ Λούρια ένα βιβλίο -«Η μνήμη ενός συναισθητικού. Ένα μικρό βιβλίο για μια απέραντη μνήμη». Και ξαφνικά θυμήθηκα: το βιβλίο αυτό ήταν που ’χε κάνει το 1998 παράσταση, με τον τίτλο «Είμαι ένα φαινόμενο», ο Πίτερ Μπρουκ.
Ο μastroKristo,-κατά κόσμον Χρήστος Παραπαγκίδης- που υπέγραφε στην «Συναισθησία» έρευνα, σύλληψη, παραγωγή, ξύλινες κατασκευές και μουσικές -δηλαδή τα πάντα, μια χειροποίητη δουλειά-, με πολύχρονη παρουσία ως μουσικός και τεχνικός σε σημαντικές παραγωγές της ελληνικής δισκογραφίας, έκανε εδώ τα πρώτα του βήματα ως δημιουργός αντλώντας απ’ το θέμα αυτό και προσπαθώντας να μας μεταφέρει στη θέση ενός συναισθητικού. Με την κινητοποίηση όλων των αισθήσεών μας: σε μικρές οθόνες να βλέπουμε ελκυστικές εικόνες και πληροφορίες για το φαινόμενο της συναισθησίας, ν’ ακούμε τις πολύ ενδιαφέρουσες μουσικές του και, σε ξύλινες κατασκευές του, βαζάκια με υπέροχα αρώματα για να τα μυρίσουμε και ποτηράκια με χρωματισμένα υγρά -κάτι σαν λικέρ χωρίς αλκοόλ- για να τα γευτούμε.
Μια εμπειρία αλλιώτικη αλλά και πολύ ενδιαφέρουσα που αξίζει να την προσέξουν οι αρμόδιοι. 




Τώρα, μεταξύ μας, αυτή η δράση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, με τον τίτλο «Θάλασσα στην άκρη, η Ελλάδα-Climbing the Sea» και σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή, που, όπως διαβάζω, εγκαινιάζει τη συνεργασία του Δημοτικού Πειραιά με τον ΟΛΠ -Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς-, θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα στην προβλήτα του λιμανιού όπου «θα καταπλεύσει το μεγαλύτερο κρουαζιερόπλοιο»
και περιλαμβάνει ολίγη από αρχαίες τραγωδίες, ολίγη από «Ερωτόκριτο», «Ερωφίλη» και «Γκόλφω», ολίγη από Παλαμά, Σεφέρη και Ελύτη, ολίγη από παραδοσιακά τραγούδια, ολίγη από Γκλουκ -«Che faro senza Euridice»- και ολίγη από «Ζορμπά» του Μίκη, ως ένα, λέει, «καλωσόρισμα στους ξένους τουρίστες με όχημα τον ελληνικό πολιτισμό», εμένα γιατί μου θυμίζει υποδοχή τουριστών στην Χαγουάι -ελληνιστί Χαβάη;


Άνοιξη ήταν; Φθινόπωρο ήταν; Δεν το θυμάμαι καλά. Σίγουρα, πάντως, θυμάμαι ότι ήταν 1982 -ο Γιάννης Παλαμιώτης που ’παιζε στην παράσταση μου το επιβεβαίωσε, δούλευα για το «Διαβάζω», ακόμα. Όταν η Ρούλα Πατεράκη, στα ντουζένια της, τότε, με την «Επιθεώρηση Δραματικής Τέχνης» που ’χε ιδρύσει το 1978 στην Θεσσαλονίκη και που η φήμη της είχε ήδη φτάσει εδώ -για το εναρκτήριό της, το «Travesties» του Στόπαρντ, πολλές φορές μας μιλούσε ο φίλος μου ο Μίλτος που το ’χε δει- κατέβασε, για πρώτη φορά στην Αθήνα, παράστασή της -στο εργοστάσιο «Δρυάς» της οικογένειας Μελετοπούλου, που, επίσης, για πρώτη φορά άνοιγε τις πόρτες του σε μια θεατρική παράσταση και που, στη συνέχεια, επρόκειτο να εξελιχθεί στο «Εργοστάσιο» για το θέατρο, το χορό… και κατόπιν σε κλαμπ: το «ΠολυΜπέκετ», όπως την είχε τιτλοφορήσει -πάντα κάπως «αλλιώτικα», όλα της Ρούλας Πατεράκη… Έπαιζαν, ανάμεσα σ’ άλλους, εκτός του Γιάννη Παλαμιώτη, ο Άκης Σακελλαρίου -σε πρώτη νομίζω εμφάνιση-, η Εύρη Σωφρονιάδου, ο Κοσμάς Φοντούκης, η Καίτη -τότε, Κατερίνα σήμερα- Πολυχρονοπούλου -μαθητές της όλοι.
Σπουδαία παράσταση. Ήταν δράσεις χωρίς σχεδόν λόγια με χαλί τον σύντομο μονόλογο του Σάμουελ Μπέκετ «Εκείνη τη φορά». Το κείμενο διάβαζε -το ΕΡΜΗΝΕΥΕ θα ’ταν το πιο σωστό- ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Που μας έφυγε προχτές. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγα να διαβάζει. Και πέρα απ’ τη συγκλονιστική φωνή του -που ο καρκίνος, στο τέλος, δεν της χαρίστηκε… - ήταν ο ΤΡΟΠΟΣ που διάβαζε -είχε μεγάλο χάρισμα και σ’ αυτό. Μια ιδανική ανάγνωση! Ένας ιδανικός Μπέκετ! Τότε έγραψα -για τον Μπέκετ της Πατεράκη και του Μαρωνίτη- και το πρώτο κείμενό μου που δημοσιεύτηκε. Ένα μικρό κειμενάκι στην «Λέξη» του Θανάση Νιάρχου και του Αντώνη Φωστιέρη -ένα κείμενο που δεν μπορώ να το βρω.
Ήξερα -είχα ακούσει- για το Δάσκαλο Μαρωνίτη, μετά τον διάβασα, διάβασα μελέτες του, διάβασα μεταφράσεις του, άκουσα την «Οδύσσεια» και την «Ιλιάδα» του, τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του, τον «Αίαντά» του, τώρα θ’ ακούσω την «Αντιγόνη» του, τον είδα να φλερτάρει με το θέατρο, συχνά τον συναντούσα στο Μέγαρο Μουσικής, στο δημοσιογραφικό θεωρείο, να ’ρχεται με την Ανθή του ν’ ακούσει μουσική -την αγαπούσε πολύ…
Δεν είμαι ο αρμόδιος να κάνω αποτίμηση. Εγώ θυμάμαι, μόνο, ακόμα, και κρατώ τη φωνή του στον Μπέκετ. Κρατώ και μια κουβέντα από συνέντευξή του -«φασισμός είναι να σε ρωτούν δημοσίως για την ιδιωτική σου ζωή και να σε ανακρίνουν ιδιωτικά για τις δημόσιες πράξεις σου». Και δεν ξεχνώ τη στάση του στην περίοδο της χούντας. Όταν ο Δημήτρης Μαρωνίτης -ο Μίμης για τους ανθρώπους του- ύψωσε το ανάστημά του -ένας Άντρας με το άλφα κεφαλαίο- κι αντιμετώπισε τη δικτατορία. Πληρώνοντας τη στάση του αυτή με μια απόλυση απ’ το Αριστοτέλειο όπου δίδασκε και με μια πολύμηνη φυλάκιση που τον οδήγησε στο χείλος του θανάτου. Και το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να του αφιερώσω το σημερινό «Τέταρτο Κουδούνι».

July 7, 2016

Αφήστε τα μίση και πιάστε την «Αντιγόνη»


Το Τέταρτο Κουδούνι / 7 Ιουλίου 2016 


Περιμένω πώς και πώς την «Αντιγόνη» του Στάθη Λιβαθινού στην Επίδαυρο. Η πρώτη εικόνα -διανομή, συνεργάτες κλπ- είναι πολύ καλή, δεν μπορώ, βέβαια, να προβλέψω το αποτέλεσμα που εύχομαι να ’ναι το καλύτερο αλλά αυτή η ιδέα της συμπαραγωγής, της, για πρώτη φορά, ουσιαστικής, πρακτικής συνεργασίας Εθνικού Θεάτρου, Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου -των τριών ελληνόφωνων δημόσιων Θεάτρων- είναι ό,τι καλύτερο έχω δει να συμβαίνει στο χώρο τα τελευταία χρόνια. Ίσως να ’ναι και «μία κάποια λύσις» στις δύσκολες μέρες της Κρίσης. 
Πάντως, σίγουρα, είναι ένα -μεγάλο- βήμα μπροστά από κάποιες παλαιότερες εποχές αντιπαλότητας -τουλάχιστον μεταξύ Εθνικού και ΚΘΒΕ. Και θυμάμαι συγκεκριμένα μέρες -όχι του ’36…- του ’76, όταν για το Φεστιβάλ Επιδαύρου είχαν αναγγείλει «Μήδεια» του Ευριπίδη και το Εθνικό -επί παντοκρατορίας Αλέξη Μινωτή, καλλιτεχνικού διευθυντή τότε- σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, με Ελένη Χατζηαργύρη και Νίκο Τζόγια, και το ΚΘΒΕ -καλλιτεχνικός διευθυντής του, τότε, ο Μίνως Βολανάκης- σε σκηνοθεσία του ίδιου, με Μελίνα Μερκούρη, Δημήτρη Παπαμιχαήλ.
Με χαμένο απ’ το προηγούμενο καλοκαίρι -του ’75- για το Εθνικό το επί είκοσι συναπτά έτη μονοπώλιο της Επιδαύρου, καθώς… επετράπη η είσοδος του ΚΘΒΕ και του «Θεάτρου Τέχνης» στο Φεστιβάλ, ο Μινωτής έχει σκυλιάσει. Και ισχυρίζεται -η εκδίκηση είναι, ως γνωστόν, ένα πιάτο που τρώγεται κρύο...-, επιμένει, βάζει βέτο ότι δεν είναι δυνατό να παιχτούν δυο «Μήδειες» στο Φεστιβάλ. Και τα καταφέρνει παρά την έντονη πολεμική: αποκλείει το ΚΘΒΕ -που θα ’ταν η μόλις δεύτερη συμμετοχή του- απ’ την Επίδαυρο! Και απ’ το Ηρώδειο! Χωρίς να λείπουν απ’ τη διαμάχη -σύγκρουση θα ’ταν το σωστότερο- κι οι πολιτικές διαστάσεις, με τον Μινωτή παρά τω Καραμανλή και τη πανισχύρω, τότε, «Νέα Δημοκρατία» που ’ναι κυβέρνηση και την Μελίνα παρά τω ορμητικά ανερχομένω, τότε, Ανδρέα Παπανδρέου και τω ΠΑΣΟΚ που ’ναι στην αντιπολίτευση.
Το ΚΘΒΕ θα παρουσιάσει την παράστασή του (που αποδείχτηκε ότι ήταν κι η καλύτερη…) στην έδρα του -την Θεσσαλονίκη-, στους Φιλίππους και, πεισματικά, θα τη φέρει και στην Αθήνα, για να την παίξει στον Λυκαβηττό, εκτός του -τότε- καμένου θεάτρου-, στο χώρο του πάρκινγκ -ήταν το καλύτερο που ’χε να του δώσει η κυβέρνηση της «Νέας Δημοκρατίας»…-, σε σκηνή που έστησε ειδικά για την παράσταση, η οποία και θριαμβεύει. 
«Περασμένα, ξεχασμένα» θα μου πείτε και «όλοι έχουν πεθάνει πια, που τα θυμήθηκες;». Ε, μου τα θύμισε η συνεργασία των δυο Θεάτρων συν η επέτειος των 40 χρόνων από εκείνη τη σύγκρουση… γιγάντων. Καιρός ήταν ν’ αφήσουν τα μίση. Και να πιάσουν την «Αντιγόνη» -κι ας μη ριμάρει η λέξη…


Βρε, πώς τα κατάφεραν; Ο Γιώργος Κιμούλης έκανε τον «Πλούτο» του, τη μικρότερη -1209 στίχοι-, αμέσως μετά απ’ τις ελαχίστων στίχων συντομότερες «Εκκλησιάζουσες», κωμωδία του Αριστοφάνη, που είδαμε την Παρασκευή στην Επίδαυρο, να κρατάει δυο ώρες και δέκα λεπτά, 



ο Γιάννης Χουβαρδάς έχει κάνει, μας λένε, τη δική του «Ορέστεια», τη μακρότατη -και μόνη σωζόμενη ολόκληρη- τριλογία του Αισχύλου -1673+1076+1047=3796 στίχοι-, που θα δούμε αύριο, στο ίδιο μέρος το γνωστό, δυο ώρες και τέταρτο. Θαύμα! Θαύμα! Και, ω, της αντίφασης, μέσα σε δυο διαδοχικά Παρασκευοσάββατα του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου (Φωτογραφία: Έφη Γούση). 



Ειλικρινά απόρησα με τα τόσα παιδάκια που ’χαν κουβαλήσει οι γονείς τους -την περασμένη Παρασκευή, τουλάχιστον, που είδα την παράσταση- στην Επίδαυρο για τον ανωτέρω «Πλούτο». Δεκάδες! Ίσως τα ’φεραν να δουν δημοφιλείς κωμικούς που τους ξέρουν απ’ την τηλεόραση. Το τι άκουσαν, όμως, αυτά τα παιδάκια σχετικά με τη γενετήσια πράξη και τα γεννητικά όργανα, ειδικά στο επεισόδιο Γριάς-Νεανία, και μάλιστα εις την ανά τας ρύμας και τας αγυιάς καθομιλουμένη, μέσω μετάφρασης Κ. Χ. Μύρη και διασκευής Γιώργου Κιμούλη, δε λέγεται… Ολόκληρο μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης! Φαντάζομαι σε πόσες ερωτήσεις θα ’χαν ν’ απαντήσουν οι γονείς μετά την παράσταση, στην επιστροφή, και τις προσεχείς μέρες… Κι ως πότε θ’ ακούνε να τους τα ξεφουρνίζουν αυτά τα εντυπωσιακά «αλλιώτικα» τα παιδάκια τους… (Φωτογραφία: Γιάννης Κανελλόπουλος).  


«Δεν έχεις δει τα βιντεάκια απ’ τα ορνιθοτροφεία που ανεβάζει η Άννα;» θα μου πείτε. «Δεν τρως κοτόπουλο;». Ναι, θα σας απαντήσω. Ούτε συμμερίζομαι κάποιες ζωοφιλικές υστερίες -όπως αυτή με το σκύλο που απλώς εμφάνιζαν επί σκηνής στον «Φάουστ» του Μιχαήλ Μαρμαρινού στην «Στέγη» και κάποιοι ζωόφιλοι ξεσηκώθηκαν. Αλλά επί σκηνής να βασανίζουν ζώα μπροστά στα μάτια μου ως δείγμα πρωτοποριακής δράσης, ε, έξαλλο με κάνει. Ακριβώς έξαλλο μ’ έκανε να βλέπω στην «Πειραιώς 260» τους τέσσερις ηθοποιούς του «4», κατά διδασκαλία του Αργεντινού Ροδρίγο Γκαρσία, να φέρνουν στη σκηνή τέσσερα κοκοράκια με τα πόδια τους σφηνωμένα μέσα σε αθλητικά παπουτσάκια και να τ’ αφήνουν ακινητοποιημένα -που δεν κατάλαβα πώς και δε φτεροκοπούσαν... Ποτισμένα με ουσίες τα ’χαν;-, η σκηνή να σείεται από ήχους απόκοσμους, απ’ τα ηχεία να βροντάει ηλεκτρική κιθάρα και πάνω απ’ τα κεφάλια τους απειλητικά να ίπταται ένα drone... Και μετά να τα βουτάνε, το ένα να το κρατάνε κρεμασμένο ανάποδα, τ’ άλλα να τα χώνουν μέσα στα ρούχα τους…
«Είναι σκηνοθέτης-προβοκάτορας», σου λέει… «Ε, άντε στο διάολο» θα ’λεγα εγώ. Άσε που το θέαμά του ήταν εξόχως βαρετό και με κανένα τρόπο δε βρήκα ότι τα κοκοράκια έδεναν με κάτι άλλο απ’ τα επί σκηνής «δρώμενα». Αν δε θύμωνα, θα ’χα πεθάνει από πλήξη… 



Προσφέρθηκαν, μετά από πρόσκληση του σκηνοθέτη Βασίλη Κυρίτση, τότε -πρώτου- καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής να κάνουν, τω καιρώ εκείνω, τέλος δεκαετίας του ’80, τη μελέτη για το Θερινό Δημοτικό Θέατρο της Κομοτηνής. Οι διακεκριμένοι αρχιτέκτονες Σουζάνα και Δημήτρης Αντωνακάκης. Την έκαναν. Δωρεάν. Κι έστειλαν τα σχέδια -δεκαετία του ’90 πλέον, ο Βασίλης Κυρίτσης είχε πάψει να ’ναι διευθυντής. Το θέατρο κτίστηκε κι εγκαινιάστηκε. Ερήμην τους. Ας πάει και το παλιάμπελο… Συνηθίζονται αυτά εν Ελλάδι.
Φέτος, καμιά εικοσαριά, εικοσπενταριά χρόνια μετά, το ζεύγος Αντωνακάκη βρέθηκε στην Κομοτηνή και το είδε το θέατρο. Που έχει υποστεί αρκετές φθορές. Σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποκατάστασή του, όπως και για βελτιώσεις στον περιβάλλοντα χώρο. Κάθισαν, λοιπόν, κι έγραψαν μια ευγενική επιστολή στο δήμαρχο Γιώργο Πετρίδη. Με e-mail. Απάντηση δεν πήραν. Είπαν μήπως και χάθηκε το mail κι έστειλαν την επιστολή και με το ταχυδρομείο. Απάντηση και πάλι δεν πήραν.
Όταν την έστειλαν και στον Βασίλη Κυρίτση κι εκείνος τη διαβίβασε στις δυο κυριότερες εφημερίδες της Κομοτηνής, τον «Χρόνο» και τον «Παρατηρητή» κι αυτές τη δημοσίευσαν, τότε μόνο τον έτσουξε τον κ. δήμαρχο. Και βγήκε με λόγια επαινετικά για τους σεβαστούς αρχιτέκτονες, και «λυπάμαι που δεν τους συνάντησα», και «θα τους καλέσω», και διάφορες υποσχέσεις για το θέμα. Μήπως θα ’ταν πιο ευγενικό να τους απαντήσει; Όταν έπρεπε;

Δεν υποτιμώ την τηλεοπτική εκπομπή «Στην υγειά μας, ρε παιδιά» του Σπύρου Παπαδόπουλου στον «Alpha». Δεν υποτιμώ αυτό που κάνει -«Στην υγειά μας, ρε παιδιά» είναι άλλωστε ο τίτλος της-, ούτε το επίπεδο που κινείται μουσικά υποτιμώ -πολλές καλές έως κι εξαιρετικές φωνές παρελαύνουν από ’κει. Μου ’ναι αδύνατον, όμως, να κατανοήσω πώς η εκπομπή αυτή μπορεί να αποτελέσει το όχημα για να προβληθεί το έργο ενός κρατικού Θεάτρου. Όπως το ΚΘΒΕ. Το ’χα δει να συμβαίνει επί Σωτήρη Χατζάκη, το ’δα στο youtube -γιατί τηλεόραση δε βλέπω πια, πολύ σπάνια- να συμβαίνει κι επί Γιάννη Αναστασάκη: οι επικεφαλής του Θεάτρου κι οι καλλιτέχνες που σκηνοθετούν ή παίζουν στις τρέχουσες ή στις μέλλουσες παραστάσεις του και φίλοι να παρατάσσονται στα τραπέζια τού «Στην υγειά μας, ρε παιδιά», μετά χορών και ασμάτων.
Και μου ’ναι αδύνατο να κατανοήσω πώς δένονται οι «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου κι η «Μάνα κουράγιο» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που παρουσιάζει και θα παρουσιάσει, αντίστοιχα, το Κρατικό, με το «Χτύπα τα πόδια, γύφτισσα, τσιγγάνα τουρκογύφτισσα» και με τις ζεϊμπεκιές του Γιάννη Στάνκογλου και του Ταξιάρχη Χάνου. Ίσως είμαι ξεπερασμένων αντιλήψεων.