July 16, 2015

Στην Καλαμάτα, στην Καλαμάτα, στην Καλαμάτα!


Το Τέταρτο Κουδούνι / 16 Ιουλίου 2015

Κι όπου φύγει-φύγει στην Καλαμάτα αύριο! Το Φεστιβάλ -το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού, που μπαίνει στα 21- ακατάβλητο, πάντα φρέσκο, αγκαζέ με τη χαλκέντερη Κυρά του, την Κυρία Βίκυ Μαραγκοπούλου, και με τη γενναία ομάδα της -μια χούφτα είναι, μη νομίζετε…- παίρνει δρόμο αύριο. Θα πραγματοποιηθεί τελικά! Όπως ήταν προγραμματισμένο. Συρρικνωμένο, σε σχέση με τα χρόνια της Αφθονίας, αλλά πάντα πρωτοπόρο, πάντα ερευνητικό, πάντα με εκπλήξεις, κινδύνεψε -τη μια μέρα γίνεται, την άλλη δε γίνεται-, καθώς έπεσε στις μέρες της Μεγάλης Απειλής και της Μεγάλης Συνθηκολόγησης, τελικά, όμως, αντιστάθηκε και προχωράει. Και ζητάει να το στηρίξουμε.
Αφήνω στην Αθήνα το πένθος, αφήνω στην Αθήνα αυτή την αίσθηση ταπείνωσης που νοιώθω ως πολίτης, κάποιοι φίλοι πιστοί τσοντάρουν τη στέγη, κάτι από ’δω, κάτι από ’κει, κατεβαίνουμε για ένα διήμερο να μυρίσουμε λίγο Φεστιβάλ, να μυρίσουμε λίγο Καλαμάτα αγαπημένη, να μυρίσουμε λίγο θάλασσα -αχ, πού ’ναι οι μέρες εκείνες που τα τριήμερα της καθόδου ήταν δυο κι ας ήταν η δουλειά βρόχος γύρω απ’ το λαιμό μου και μ’ έπνιγε. 

Αλλά… Θα ζήσουμε θείε Βάνια, πρέπει να ζήσουμε, πού θα πάει… Στην Καλαμάτα, στην Καλαμάτα, στην Καλαμάτα, λοιπόν! Η Μόσχα πέφτει μακριά… (Πάλι στον Τσέχοφ ακούμπησα τις μέρες αυτές. Ταιριάζει παντού…).


Είχε ενδιαφέροντα στοιχεία η «Ηλέκτρα-Το τελευταίο αίμα», η εκδοχή πάνω στην τραγωδία του Σοφοκλή του Κωνσταντίνου Ντέλλα, που είδα στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου -δεν ήταν, νομίζω, καλή η ιδέα του Φεστιβάλ Αθηνών να φιλοξενηθούν, ντάλα καλοκαίρι, στο θέατρο αυτό παραστάσεις του, εκείνος ο εξώστης σε πνίγει. Κι η αισθητική της ήταν υψηλής ποιότητας. Είχε και προβλήματα όμως -αυτός ο «εγκλωβισμός» της παράστασης πάνω σ’ ένα μεγάλο, παλιό κρεβάτι με κάγκελα την έκανε κάπως δυσλειτουργική, οι προθέσεις του σκηνοθέτη έμοιαζαν να μην είναι ξεκαθαρισμένες, η διανομή είχε αδυναμίες...
Αλλά, όταν έχεις μια Ηλέκτρα σαν την Όλια Λαζαρίδου, ώριμη ηθοποιό, με κατακτημένα τα μέσα της, που δεν επαναπαύεται, όμως, στην κατάκτηση αυτή και τα ανανεώνει και τα φρεσκάρει τα μέσα της και τα ανατρέπει και κάνει τόσο σύγχρονο θέατρο, τα παραβλέπεις τα ελαττώματα.


Τελικά, μετά και το «Avanti Dario» του Σταμάτη Κραουνάκη που ’δα στο Ηρώδειο, συνεχίζω να επιμένω: έχω δει τους περισσότερους -πάρα, πάρα πολλές παραστάσεις…- Ντάριο Φο που ’χουν ανεβεί στην Ελλάδα - 41 ολόκληρα χρόνια, απ’ την αρχή-αρχή, το ’74, όταν ο Κάρολος Κουν έκανε τον πρώτο, το «Η Ισαβέλλα, τρεις καραβέλες κι ένας παραμυθάς», αλλά ο καλύτερος, κατά τη γνώμη μου, ήταν το «Mistero Buffo» που ανέβασε ο Θωμάς Μοσχόπουλος στο «Θησείον». 
Αυτός, ένας σκηνοθέτης σκεπτόμενος και καλλιεργημένος, ένας αστός, ένας διανοούμενος και με καθόλου λαϊκούς ηθοποιούς έσκαψε και βρήκε τις ρίζες του Μεγάλου αυτού Παλιάτσου και ισορρόπησε την τρέλα του, την αμεσότητά του, τα εύφορα σπλάχνα του, την «ασέβειά» του με τον βαθιά πολιτικό, τον αναρχικό εαυτό του χωρίς ούτε μια στιγμή η παράστασή του να γέρνει προς το δήθεν και το ψευτοσκεπτόμενο χωρίς ούτε μια στιγμή να γέρνει προς στη φτήνια και την μπαλαφάρα. Νομίζω πως το «Mistero Buffo» του Θωμά Μοσχόπουλου και της ομάδας του είναι πια το μέτρο σύγκρισης για κάθε ελληνική παράσταση Ντάριο Φο, προηγούμενη και επόμενη.




Πρωτοφανές! Πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, στο Φεστιβάλ Επιδαύρου ανεβαίνει αρχαίο δράμα χωρίς να υπάρχει ανάμεσα στους συντελεστές μεταφραστής. Στο πρόγραμμα, το οποίο τυπώθηκε απ’ τον παραγωγό για τους «Αχαρνής» που ανέβηκαν σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, όνομα μεταφραστή γιοκ. Αναγράφεται μόνο «δραματουργική επεξεργασία» -την οποία υπογράφει ο σκηνοθέτης. Μα για να γίνει «δραματουργική επεξεργασία» ενός κειμένου γραμμένου στ’ αρχαία ελληνικά δεν πρέπει προηγουμένως να υπάρχει μετάφραση που να την «επεξεργαστείς δραματουργικά»; Το ξέρω, το βλέπω, το διαπιστώνω πως, σιγά-σιγά, στο αρχαίο δράμα ο μεταφραστής καταργείται -στ’ άχρηστα!- και πως είναι, συνήθως, ο σκηνοθέτης που αναλαμβάνει κι αυτή τη δουλειά -και αμείβεται, βέβαια γι αυτή- , ξέρει-δεν ξέρει αρχαία ελληνικά… Αλλά να καταργείται κι εντελώς ο όρος «μετάφραση»… Εκτός κι αν πρόκειται για λάθος τυπογραφικό.

«Ερμηνείες στην Ερμιονίδα», ο τίτλος του φεστιβάλ θεάτρου -άλλο ένα!- με μονολόγους, που θα γίνει το καλοκαίρι στο Κρανίδι -για δεύτερη χρονιά αλλά φέτος του ’δωσαν δημοσιότητα. Αναρωτιόμουν: μα ποιος τον βρήκε, ποιος τον βρήκε ΑΥΤΟΝ τον τίτλο, τον τόσο φρέσκο, με την «παιχνιδιάρικη» παρήχηση... -θα μπορούσε να ’ναι και «Ερμηνείες Ερμητικές με Έρμα στην Ερμιονίδα», ε; Όταν διάβασα στο σχετικό δελτίο Τύπου ότι την «καλλιτεχνική εποπτεία» έχει ο «μεγάλος θεατρικός δάσκαλος» Κώστας Γεωργουσόπουλος, κατάλαβα.   


Ήταν καλό; Ήταν κακό; Αυτά τα ερωτήματα δεν πρέπει, δεν μπορούν να τίθενται σε παραστάσεις με άτομα ειδικών ικανοτήτων -με αναπηρίες δηλαδή. Όπως η παράσταση «Ο άνθρωπος ανεμιστήρας ή Πώς να ντύσετε έναν ελέφαντα» που παρουσίασε, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, στο Φεστιβάλ Αθηνών η ομάδα «Εν Δυνάμει» η οποία έχει ιδρυθεί στην Θεσσαλονίκη το 2008 απ’ την Ελένη Δημοπούλου και την Μαρία Ιωαννίδου. Μόνο που στην περίπτωση της παράστασης αυτής η απάντηση είναι… αυτεπάγγελτη, χωρίς να χρειαστεί να τεθεί το ερώτημα: ΗΤΑΝ καλό!

Καμιά τριανταριά άτομα -παιδιά, έφηβοι, νέοι, άτομα με ή και χωρίς αναπηρία- έκαναν μαζί θέατρο. Ίσως εκεί να ’ταν -να ’ναι- και το μυστικό της επιτυχίας τους -ένα απ’ τα μυστικά: η μείξη των ατόμων αυτών, όπου βλέπατε να ’χουν αναπτυχθεί σχέσεις στοργής ανάμεσά τους, συμπαράστασης, ν’ αντλεί ο ένας απ’ τον άλλον. Το άλλο μυστικό προφανώς ήταν η δουλειά που ’γινε: τόσα άτομα επί σκηνής και πόση πειθαρχία! Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το θέμα τους: το θέμα μιας παράστασης με άτομα με αναπηρίες κάθε μορφής να ’ναι ακριβώς η ζωή με αναπηρία. Απ’ το έμβρυο που παρουσιάζει πρόβλημα και τον πρώτο πανικό των γονιών μέχρι το δίλημμα «το κρατώ ή δεν το κρατώ;», απ’ την απόγνωση μέχρι τη συνειδητοποίηση, απ’ τα προβλήματα στην οικογένεια μέχρι τα προβλήματα στο σχολείο, απ’ την απόρριψη της κοινωνίας μέχρι την αποδοχή, απ’ την καθημερινότητα μέχρι την ερωτική και τη σεξουαλική ζωή αυτών των συνανθρώπων μας. Ένα θέμα που αναπτύχθηκε με θάρρος, με τόλμη κι έγινε έργο θεατρικό -μια καλά οργανωμένη σύνθεση-, μέσα από μαρτυρίες προσωπικές των παιδιών και κείμενα των Ξαβιέ Ντιρενζέ, Νικηφόρου Βρεττάκου, Τέλλου Φίλη και Τζ. Μ. Κούτσι. Κι έγινε παράσταση αφοπλιστικά ειλικρινής. Που απετάξατο τόσο την απώθηση όσο και τον οίκτο. Μια παράσταση καθαρή, άμεση, ευθύβολη. Που γι’ αυτό προκαλούσε μια καθόλου επιφανειακή και μελό αλλά μια βαθιά συγκίνηση. Και κινητοποιούσε την αυτογνωσία μας.



Είδα και την παράσταση-ντοκουμέντο για το Φεστιβάλ Αθηνών του Πρόδρομου Τσινικόρη «Στη μέση του δρόμου». Μου «κληρώθηκε» να βρεθώ στον Άγιο Γεώργιο Καρύκη όπου άκουσα από mp3 την ιστορία του Λάμπρου. Που γεννήθηκε στην Βραζιλία από μια εύπορη οικογένεια ελλήνων μεταναστών, έχασε τρεις φορές τη δουλειά του -στην Αργεντινή, στην Βραζιλία και στην Ελλάδα, όταν γύρισε, πέφτοντας σε αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις, με το ΔΝΤ να τον… ακολουθεί κατά πόδας. Και σήμερα, άστεγος πια, φιλοξενείται σε ξενώνα του Δήμου πουλώντας την «Σχεδία», το περιοδικό των αστέγων, και μη περιμένοντας, στα 53 του χρόνια, τίποτα άλλο, όπως μου είπε στην κουβέντα που κάναμε μετά, έξω απ’ την εκκλησία, σ’ ένα πεζούλι, παρά μόνο μια ευκαιρία -ίσως μια δουλειά σε φάρμα, δουλειά που ξέρει καλά, κάπου στην Βόρεια Ελλάδα.
Εδώ κι αν δε σηκώνει με τίποτα να πεις «ήταν καλό, ήταν κακό»… Ήταν απλώς συγκλονιστικό. Ειδικά όταν συνειδητοποίησα πόσο έωλο είναι να λες ή να σκέφτεσαι «αυτά δε συμβαίνουν παρά μόνο στους άλλους»…


Πολιτική και διπλωματία, τελικά, κατέληξα, τις «γκαστρωμένες» αυτές μέρες, πως είναι τρεις απλές κινήσεις: 1. Πασάρεις με τα παπαγαλάκια σου μια είδηση και ζυγίζεις την πιάτσα. 2. Διαψεύδεις την είδηση. 3. Μετά από λίγες μέρες η είδηση επιβεβαιώνεται.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 


«Το Τέταρτο Κουδούνι» της Πέμπτης σας αποχαιρετά σήμερα -θα κάνει διακοπές. Επιτόπιες… Το ιστολόγιο, όμως, totetartokoudouni.blogspot.com παραμένει σ’ ετοιμότητα και θα σας ενημερώνει για τα τεκταινόμενα. Ραντεβού στις 20 Αυγούστου, Πέμπτη πάντα.

July 14, 2015

Όπισθεν ολοταχώς ή Ο Αριστοφάνης με τα γκλίτερ



Το έργο. Αθήνα, έκτος χρόνος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο λοιμός -η μεγάλη επιδημία, τυφοειδής πυρετός μάλλον-, που πρωτοεμφανίστηκε τη δεύτερη χρονιά του πολέμου και επανήλθε, δριμύτερος, δύο φορές, έχει αποδεκατίσει τον πληθυσμό, οι Σπαρτιάτες έχουν ερημώσει την Αττική με τις επιδρομές τους, οι γεωργικές παραγωγές έχουν καταστραφεί, οι αγρότες για ασφάλεια έχουν καταφύγει και στριμωχτεί εντός των τειχών της Αθήνας, δεινές οι συνθήκες ζωής…
Ο Δικαιόπολης, πολίτης αθηναίος, αγρότης, αγανακτισμένος από τα δεινά αυτά και από τους πολιτικούς της εποχής του και τον καιροσκοπισμό τους αλλά και από την αδιαφορία και την ανευθυνότητα των συμπολιτών του, θέτει στην Εκκλησία του Δήμου θέμα σύναψης ειρήνης με την Σπάρτη. Πρέσβεις και μεσολαβητές αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση. Ο Δικαιόπολης, τότε, στέλνει στην Σπάρτη τον Αμφίθεο, που από την αρχή είχε δηλώσει πως μπορεί να βοηθήσει για την ειρήνη, να κλείσει ιδιωτική ειρηνευτική συνθήκη-για λογαριασμό του Δικαιόπολη και της οικογένειάς του. Όπερ και γίνεται.
Ο Χορός -Αχαρνείς, ήτοι Μενιδιάτες -του επιτίθεται -έτοιμοι είναι να του κόψουν το κεφάλι: οι Σπαρτιάτες έχουν ρημάξει τα αμπέλια τους, δεν θέλουν ειρήνη μαζί τους. Ο πολεμοχαρής στρατηγός Λάμαχος έρχεται να τους υποστηρίξει αλλά τα επιχειρήματα υπέρ της ειρήνης του Δικαιόπολη -που για να γίνει πιο πειστικός στους Αχαρνείς επισκέπτεται τον Ευριπίδη και δανείζεται τα κουρέλια του Τήλεφου, ενός ήρωα πρόσφατης τραγωδίας του, και τα φοράει ως κοστούμι θεατρικό- είναι πιο αποτελεσματικά. Ο Χορός πείθεται και μεταστρέφεται, ο Δικαιόπολης οριοθετεί ανεξάρτητη ειρηνική περιοχή γύρω από το σπίτι του και ανοίγει ιδιωτική αγορά όπου πολλοί, ευπρόσδεκτοι και ανεπιθύμητοι, προσέρχονται για να συναλλαχθούν μαζί του, που άλλους τους δέχεται και άλλους τους ξεφορτώνεται -ανάμεσα στους καλοδεχούμενους ένας Μεγαρίτης που του πουλάει τις δύο κόρες του ως… γουρουνίτσες -μια γκροτέσκα σκηνή, εντυπωσιακός πρώιμος προάγγελος του σουρεαλισμού.
Η κωμωδία κλείνει με ένα πανηγύρι για να γιορταστεί η ειρήνη -φαγοπότι και κρασί και ηδονές-, όπου ο Δικαιόπολης κερδίζει βραβείο οινοποσίας. Αντιστικτικά, στο πλαϊνό σπίτι, ο Λάμαχος ετοιμάζεται για τον πόλεμο και σύντομα γυρίζει πληγωμένος, βογκώντας, ενώ ο Δικαιόπολης και οι φίλοι του βογκούν από τις ηδονές της ειρήνης -μία εξαιρετική σκηνή, από τις καλύτερες αριστοφανικές.
Ο Αριστοφάνης με τους «Αχαρνής» του (425 π.Χ.), την παλαιότερη από τις σωζόμενες κωμωδίες του, γράφει, κοντά, όπως υπολογίζεται, στα είκοσί του, μόλις, χρόνια, αιχμηρός, επιθετικός, επηρμένος ίσως αλλά χωρίς να χαρίζει κάστανα, χωρίς να χαρίζεται στους σύγχρονούς του πολιτικούς και στη διαφθορά που κυριαρχεί, ένα ένθερμο κήρυγμα υπέρ της ειρήνης ενώ, παράλληλα, προχωράει στην αναμόρφωση της κωμωδίας της εποχής του τονίζοντας τα πολιτικά της στοιχεία.
Η παράσταση. Πρώτα αυτό που μου έκανε εντύπωση: στο πρόγραμμα της παράστασης δεν αναφέρεται μεταφραστής. Μόνο «δραματουργική επεξεργασία». Την υπογράφει -άρα φέρει και την ευθύνη του κειμένου- ο σκηνοθέτης της Γιάννης Κακλέας. Ο οποίος εφάρμοσε και στους «Αχαρνής» τη γραμμή που εδώ και χρόνια ακολουθεί στον Αριστοφάνη: να «σκοτεινιάζει» την εκάστοτε κωμωδία του που ανεβάζει μέσα σε μία γκόθικ αισθητική, σε συνεργασία με το σκηνογράφο του Μανώλη Παντελιδάκη. Αλλά ενώ πέρσι, με τους «Βατράχους» του, έδειχνε να έχει προχωρήσει, να έχει κατασταλάξει, να έχει κατακτήσει και επιβληθεί στη μανιέρα του και να έχει στερεώσει, να έχει καρφώσει την ιδέα που είχε για την παράσταση γερά πάνω στο έργο, εδώ, στους «Αχαρνής» -που ανοίγουν με το απόσπασμα για τον λοιμό από την «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» του Θουκυδίδη και κλείνουν με το ποίημα «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» του Τάσου Λειβαδίτη- μοιάζει, αν και με συνεργάτισσα την ίδια θεατρολόγο Εύα Σαραγά -η οποία εδώ υπογράφει τη θεατρολογική έρευνα-, να έχει πισωγυρίσει: να επαναλαμβάνεται χωρίς έμπνευση, άγονα και απλώς να στριμώχνει με το ζόρι εντυπωσιοθηρικές εικόνες πολέμου ανάμεσα στα επεισόδια και στα στάσιμα. Σκηνές βίας, εύκολες και ξώπετσες, αφελείς
και εφετζίδικες -πρόσφυγες, ειδικές δυνάμεις, αντιασφυξιογόνες προσωπίδες…-, προσπαθούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον, μία ατμόσφαιρα επιφανειακά απειλητική ενώ, ανάμεσα, αναγκαστικά πέφτουν τα συνήθη αστεία -οι «κουνιστές αδερφές» κλπ.- χωρίς η συνταγή, κατά τη γνώμη μου, να δένει επιτυχώς. Βρήκα, ακόμη, εντελώς αφελές ο Αμφίθεος, επειδή το πρώτο συνθετικό του ονόματός του είναι το «αμφί», να έχει ανατεθεί σε γυναίκα -φορέας της ειρήνης; Πρέπει, όμως, και να αναγνωρίσω πως το σύνολο το διέπει το μέτρο και ποτέ δεν ξεφεύγει σε φτήνιες και χυδαιότητες.
Ο Μανώλης Παντελιδάκης με τα κοντέινερ και τη «βιομηχανική ατμόσφαιρα» επίσης επαναλαμβάνεται στα σκηνικά του ενώ η ικανότατη Εύα Νάθενα δεν βρέθηκε, νομίζω, σε καλή στιγμή της. Δεν βρήκα ομοιογενή τη δουλειά της στα κοστούμια: μερικά, όπως των Πρέσβεων, εντυπωσιακά, άλλα ατυχή -όπως του Ευριπίδη- ενώ τα «άδεια» κεφάλια των Πρυτάνεων -χαρτόκουτες και πάνω τους ζωγραφισμένα, με μαύρο μαρκαδόρο, μάτια, φρύδια και γυαλιά- τα έχω δει απαράλλαχτα σε ιντερνετική γκαλερί.
Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη βοηθούν περισσότερο από αποτελεσματικά την παράσταση. Η κινησιολογία της Αγγελικής Τρομπούκη, ικανοποιητική, αν και η κλασικίζουσα χορογραφία του Αμφίθεου μου φάνηκε παράταιρη.
Ο Σταύρος Γασπαράτος είναι μουσικός ικανοτήτων. Δεν ξέρω αν ήταν πρωτοβουλία του ή επιθυμία και επιταγή του σκηνοθέτη να πνίξουν την παράσταση με μουσικές -όσο ενδιαφέρουσες και να είναι. Έχω πάντα την ακράδαντη πεποίθηση πως, και στον κινηματογράφο και, κυρίως, στο θέατρο, οι πολλές μουσικές που κατακλύζουν την ταινία ή την παράσταση και που μέσα τους «κολυμπάει» η εικόνα ή το κείμενο είναι πρόβλημα της σκηνοθεσίας η οποία προσπαθεί να καλύψει τις αδυναμίες της μπουκώνοντας το συναίσθημα του θεατή.

Οι ερμηνείες. Η παράσταση διαθέτει μία καλή διανομή αλλά πιστεύω πως κανείς από τους ηθοποιούς δεν ξεπερνάει τα όριά του. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, συμπαθέστατος, εκφραστικότατος, χαριτωμένος, με χιούμορ, μέτρο και καλό γούστο, δεν καταφεύγει, όπως ποτέ δεν το κάνει, σε μπαλαφάρες, δεν καταφέρνει όμως και να εκτινάξει τον Δικαιόπολη. Βρήκα πιο αποτελεσματικό, επίσης με χιούμορ αλλά και με μεγαλύτερο μέγεθος, ταιριαστό Λάμαχο, τον Φάνη Μουρατίδη.

Άνισο ηθοποιό θεωρώ τον Άρη Σερβετάλη. Ηθοποιός με μία ενδιαφέρουσα μπαστερκιτονική αγέλαστη, φάτσα, που παίζει, όμως, μόνος του, ερήμην των άλλων, μετά τις παραστάσεις του Δημήτρη Παπαϊωάννου στις οποίες έχει μετάσχει, εμμονικά έχει κάνει μανιέρα την ιδιαίτερη κίνηση στην οποία διαπρέπει. Αλλά δεν μπορεί να παίζει όλους τους ρόλους έτσι. Το χειμώνα ήταν ένας εξαίρετος Γκολιάντκιν στον αντλημένο από τον Ντοστογιέφσκι «Σωσία» αλλά ακριβώς γιατί η παράσταση, σχεδόν χοροθεατρική, ήταν κουρδισμένη πάνω στο στιλ του αυτό. Εδώ, ως Ευριπίδης, είναι σα να βγαίνει να κάνει το νούμερό του -κίνηση σχεδόν υστερική, κάτι σαν νευρόσπαστο του θεάτρου γκινιόλ- το οποίο καμία σχέση δεν έχει με την παράσταση -προς εντυπωσιασμόν μόνο του κοινού.
Βρήκα συμπαθητικό, στο πλαίσιο της μανιέρας του, τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη και με ικανότητες αλλά άπειρο ακόμα τον Λεωνίδα Καλφαγιάννη. Επιτυχημένο το… ειδικού βάρους ντουέτο Σωτήρη Πατσίκα-Θάνου Μπίρκου ως μεγαρίτισσες γουρουνίτσες. Ικανοποιητικοί, χωρίς εξάρσεις, οι υπόλοιποι -ξεχώρισα τον Στέλιο Ιακωβίδη, τον Βαγγέλη Χατζηνικολάου, τον Κωνσταντίνο Γαβαλά…
Η Αγγελική Τρομπούκη, με λευκό κοστούμι, πασπαλισμένη γκλίτερ και με βυζάκια έξω λοιπόν, καλή χορεύτρια, εξυπηρέτησε, ιδιαίτερα προβεβλημένη, αυτό που της ζητήθηκε: τον θηλυκό Αμφίθεο.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση ικανοποιητικά στημένη αλλά και μία από τα ίδια, που θέλει να το παίξει πιο σοβαρή από όσο είναι (Οι φωτογραφίες της Μαριλένας Σταφυλίδου).

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Φεστιβάλ Επιδαύρου, «Φιλοθέατον» Α.Ε, 11 Ιουλίου 2015.

July 13, 2015

Τα παιδία παίζει «Ρήσο» ή Χαμένοι στο Λύκειο


Το έργο. Τρωικός πόλεμος. Οργισμένος με τον αρχιστράτηγό του Αγαμέμνονα, ο Αχιλλέας, στον οποίο κυρίως οι Αργείοι βασίζονται για τις επιχειρήσεις τους, έχει αποσυρθεί στη σκηνή του και αρνείται να πολεμήσει. Οι Τρώες σηκώνουν κεφάλι και απωθούν τους Αργείους μέχρι τα καράβια τους και το στρατόπεδό τους. Ο Δίας επεμβαίνει υπέρ τους και ρίχνει τη νύχτα νωρίτερα για να σταματήσει την επέλαση των Τρώων. Φωτιές στο βυθισμένο στο σκοτάδι ελληνικό στρατόπεδο αναστατώνουν το στρατόπεδο των Τρώων. Μήπως οι Έλληνες ετοιμάζονται να φύγουν; Ζητείται κατάσκοπος.
Ο Έκτορας στέλνει τον Δόλωνα, σύμμαχο των Τρώων, που προσφέρεται εθελοντικά ζητώντας ως αντάλλαγμα, όταν οι Τρώες νικήσουν, τα περίφημα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα. Ο Οδυσσέας, όμως, και ο Διομήδης, τον συλλαμβάνουν και τον σκοτώνουν αφού μάθουν το σύνθημα για να τρυπώσουν στο τρωικό στρατόπεδο. Το κάνουν με σκοπό να εξολοθρεύσουν τον Έκτορα. Αλλά η Αθηνά τους καθοδηγεί να σκοτώσουν τον Ρήσο -τον γενναίο βασιλιά της Θράκης, που μόλις έχει φτάσει στο στρατόπεδο να βοηθήσει τους Τρώες και παρέμεινε για να επιτεθεί την επομένη στους Έλληνες παρά τα παράπονα του Έκτορα πως πολύ άργησε, στα οποία απολογήθηκε εξηγώντας πως η καθυστέρηση οφειλόταν στον πόλεμο που είχε με τους Σκύθες- και να κλέψουν τα ονομαστά άλογά του. Όπερ και γίνεται.
Ο Ηνίοχος του Ρήσου, μάρτυρας στο φονικό αλλά που δεν είδε τους φονιάδες, κατηγορεί τον Έκτορα για το φόνο. Η Μούσα, μητέρα του Ρήσου, θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους: μέσα στο θρήνο της φανερώνει την αλήθεια και ζητάει να μην θάψουν το γιο της και από την θεά Περσεφόνη να μην πάρει την ψυχή του αλλά να τον αφήσει αθάνατο, κρυμμένο έστω σε μία σπηλιά του Παγγαίου, προφήτη του Βάκχου. Ξημερώνει και οι Τρώες, χωρίς τον Ρήσο πια πρωτοπαλίκαρο, όπως σχεδίαζαν, ετοιμάζονται για την επίθεση κατά των Ελλήνων. Πιστεύουν πως θα είναι η τελική. Λαθεύουν…
Έντονα πια αμφισβητείται πως ο «Ρήσος», που αντλεί στοιχεία από την ραψωδία Κ της ομηρικής «Ιλιάδας», ανήκει στα έργα του Ευριπίδη, αμφισβήτηση που είχε ξεκινήσει ήδη από τους αρχαίους χρόνους και αργότερα υποχώρησε για να επανέλθει δριμύτερη. Τραγωδία κατ’ όνομα, που συγκεντρώνει, όμως, χαρακτηριστικά και της κωμωδίας και του σατυρικού δράματος, με αδυναμίες δραματουργικές, από άλλους θεωρείται έργο της νεανικής του περιόδου, από άλλους όψιμο, από άλλους αποδίδεται στο γιο του και από άλλους σε μιμητή του ενώ η χρονολόγησή του κυμαίνεται από το 450 π.Χ. μέχρι τους αλεξανδρινούς χρόνους. Σίγουρα αποτελεί ένα από τα ήσσονα δράματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Η παράσταση. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου επέλεξε πρώτα το χώρο για την παράστασή της -τα ερείπια του Λυκείου του Αριστοτέλη –και κατόπιν το έργο που θα σκηνοθετούσε εκεί. Άρα πρόκειται για μία καθαρά site-specific παράσταση -μία παράσταση που συνδέεται άμεσα με το χώρο της, που δημιουργείται με βάση το χώρο της. Το σχέδιό της ήταν να συνδέσει, επιπλέον, την παράστασή της με κείμενα του Αριστοτέλη και η ιδέα που είχε ήταν το έργο -το οποίο ξεκινάει με την αφύπνιση του κοιμισμένου Έκτορα από τον Χορό των τρώων στρατιωτών- να είναι ένα όνειρο του Έκτορα που ξυπνάει στο τέλος της παράστασης. Και το όνειρο αυτό να είναι ένα όνειρο με παιδιά που «παίζουν πόλεμο». Κάπως σαν «τα παιδία παίζει ‘Ρήσο’». Νομίζω πως για το λόγο αυτό επέλεξε τη μετάφραση του Κώστα Τοπούζη, που μοιάζει φτιαγμένη για εκπαιδευτικούς λόγους -για μαθητές. Μόνο που η μετάφραση αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, κάκιστη… Βέβαια την έχει επεξεργαστεί δραματουργικά: έχει κάνει μικρές προσθήκες και περικοπές -όπως το καθαρά τραγωδιακό επεισόδιο με την Μούσα η οποία θρηνεί το γιο της- που ενισχύουν την πρόθεσή της να ρίξει το βάρος στα κωμικά στοιχεία του έργου σκαρώνοντας μία παιχνιδιάρική παράσταση πιο κοντά στο σατυρικό δράμα.
Για τη σύνδεση με τον Αριστοτέλη αλλά και με το χώρο, με το εύρημα «όνειρο» και με το εύρημα της «παράστασης με παιδιά που παίζουν», η πολύ καλή επιλογή της είναι τρία κείμενά του: «Ο τόπος» από τα «Φυσικά», «Περί ενυπνίων» -το πιο ενδιαφέρον -από τα «Μικρά Φυσικά» και «Τα ήθη των νέων» από την «Ρητορική» του. Τα κείμενα αυτά ακούγονται στον «περιπατητικό» πρόλογο της παράστασης -οι θεατές «περιηγούνται» το χώρο με τέσσερις στάσεις πριν σταθεροποιηθούν- αλλά και στη διάρκειά της.
Από εκεί και πέρα η σκηνοθέτρια αγωνίστηκε τον αγώνα τον δύσκολο -και, τελικά, άγονο…- να τιθασεύσει και να γεμίσει το χώρο με δέκα μόνο ηθοποιούς στη διάθεσή της. Η παράσταση, που ξεκινάει με το φως της μέρας, αναπτύσσεται υποβλητικά σε σχέση με το χώρο και η χορογραφία που υπογράφει η Πατρίσια Απέργη έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο. Με τις δράσεις στον πρόλογο και με την κίνηση/χορογραφία -και χωρογραφία- στη διάρκειά της -υπέροχη η είσοδος του Χορού με «βήμα». Αλλά όλη αυτή η κίνηση -που, κάποια, στιγμή, αγγίζει τον κορεσμό-, δεν κρύβει την αγωνία της σκηνοθεσίας κάτι να γίνεται διαρκώς στο χώρο του Λυκείου, ανάμεσα στα ερείπια, για να μην κυριαρχήσει η πλήξη -κουκίδες ακίνητες στην αλάνα…
Εξαίρετη η δουλειά και της Βασιλικής Σύρμα στα κοστούμια: εικόνα παιδιών της αλάνας δεκαετιών του ’50 και του ’60, που τρεχοβολούν, που ιδροκοπούν, που κυλιούνται στα χώματα και σηκώνουν σκόνη, που πλακώνονται, που δέρνονται, κοντοπαντέλονα, τιράντες, ναυτική στολή, ξυρισμένα γουλί κρανία, φτώχεια, καπέλα από εφημερίδες, ξύλινα σπαθιά, μουτζουρωμένες φάτσες, γδαρμένα γόνατα, πρόχειροι επίδεσμοι… - «Ο πόλεμος των κουμπιών», «Τα ξύλινα σπαθιά»… Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Λευτέρης Βενιάδης με τις μουσικές του -κρουστά και ένα κόρνο- παιγμένες από τους σπουδαστές της τάξης κρουστών του Δημήτρη Δεσύλλα στο Ωδείο Αθηνών και τον κορνίστα Νίκο Ανυφαντή: υποβάλλουν . Όπως και ο Γιώργος Τέλλος που σαρώνει επιβλητικά το Λύκειο και τον τοίχο του παρακείμενου Ωδείου Αθηνών με τους φωτισμούς του.
Αλλά… Αλλά ο περήφανος χώρος με τα ερείπια στην καρδιά της Αθήνας αντιστάθηκε και εκδικήθηκε. Έχει καταπιεί την παράσταση. Δεν μπορούσα να δω και να καταλάβω τι συνέβαινε λόγω των μεγάλων αποστάσεων, δύσκολη η επαφή των ηθοποιών -ο Έκτορας και ο Ρήσος συνομιλούν από απόσταση είκοσι μέτρων μεταξύ τους-, ακυρωμένα τα σωματικά ηχεία τους, όλες οι φωνές να ακούγονται καθαρά (σχεδιασμός ήχου Κώστας Μιχόπουλος, ηχοληψία Αλέξανδρος Διάκος) αλλά ισοπεδωμένες, σαν μία, μέσα από ένα ηχείο που βρισκόταν μπροστά από τη δική μας φυσική «εξέδρα» θεατών… Αγωνιούσα να καταλάβω ποιος μιλούσε, από πού και από ποιον ερχόταν η φωνή -ένα σκορποχώρι και το κείμενο να χάνεται. 
Ο συνειρμός μου ήταν -σε άλλα μεγέθη βέβαια- η αποτυχία του Βασίλη Παπαβασιλείου στον «Αίαντα» με το ΚΘΒΕ, το 1996, όταν χρησιμοποίησε στην Επίδαυρο μικρόφωνα και άλλες τεχνητές ηχητικές πηγές και το θέατρο εκδικήθηκε καθώς τίποτα δεν δούλεψε σωστά.
Ερμηνείες. Μου είναι αδύνατον να πω τη γνώμη μου για ηθοποιούς που δεν έβλεπα, που οι περισσότεροι είναι νέοι και δεν ξέρω ποιος είναι ποιος, που δεν καταλάβαινα ποιανού είναι η φωνή την οποία ακούω και που, επιπλέον, στο πρόγραμμα δεν αναφέρεται τι ρόλους παίζει ο καθένας. Με δυσκολία αναγνώρισα τον Αργύρη Πανταζάρα-Έκτορα και Αθηνά -η φωνή του ηχεί καρατερίστικη-, τον Ορφέα Αυγουστίδη-Ρήσο -νομίζω ο επαρκέστερος- και τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο-Ηνίοχο.

Το συμπέρασμα. Μία παράσταση γοητευτική οπτικά, που σαν να αδιαφορεί, όμως, για το κείμενο. Πιστεύω πως, κατά βάθος, το έργο, αυτό καθαυτό, δεν άρεσε στην Κατερίνα Ευαγγελάτου, απλώς το βρήκε βολικό για τη συγκεκριμένη παράσταση που ήθελε να κάνει  (Οι φωτογραφίες που δεν υπογράφονται, της Χριστίνας Γεωργιάδου).

Λύκειον Αριστοτέλους, Φεστιβάλ Αθηνών, Εταιρεία Παραγωγής «Λυκόφως», 10 Ιουλίου 2015.

July 11, 2015

Ο Ντάριο Φο δεν ήταν αρκετός…


Η παράσταση. Φαίνεται εύκολο: πληθωρισμός, έξω καρδιά, λαϊκός κωμικός, ένας παλιάτσος, κείμενα αστεία, φαρσικά, αριστερίστικες θέσεις που μπορεί εύκολα να πιάσουν το κοινό… Είναι η επίφαση. Είναι πολύ δύσκολο, πιστεύω, τελικά, να καταπιαστείς με τον Ντάριο Φο. Ο Ντάριο Φο είναι ένας Παλιάτσος. Αλλά με το Π κεφαλαίο. Και το θέατρό του, θέατρο απολύτως άμεσο και απολύτως λαϊκό, δεν πρέπει να συγχέεται με το εύκολο θέατρο και το λαϊκίστικο θέατρο και με την προχειρότητα: είναι υπεράνω κατηγοριοποιήσεων, είναι το Μεγάλο Θέατρο του Κόσμου.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης γοητεύτηκε από τον Ντάριο Φο. Και μαζί με την Λίνα Νικολακοπούλου επέλεξαν μονολόγους του, σύντομα «μονόπρακτά» του και αποσπάσματα από μεγάλης διάρκειας έργα του, συνέθεσαν το «μουσικό σενάριο» της παράστασης και ετοίμασαν ένα μουσικοθεατρικό αφιέρωμα σ’ αυτόν με τον τίτλο «Avanti Dario». Που το δίδαξε ο Σταμάτης Κραουνάκης ενώ η Λίνα Νικολακοπούλου έγραψε και τους στίχους -όχι πάντα εμπνευσμένους, μπορεί πολύ καλύτερα. Η παράστασή τους, όμως, χρειαζόταν ένα σκηνοθέτη-εμψυχωτή. Δεν αρκούσε ο Ντάριο Φο. Και δεν αρκούσε ο ενθουσιασμός. Ούτε ο πληθωρισμός.
Τα θεατρικά του Ντάριο Φο έχουν, βέβαια, αυτοδυναμία αλλά τα κείμενα με τα οποία συνδέθηκαν για να στηθεί η παράσταση -θεωρητικά ή αυτοβιογραφικά του Ντάριο Φο- δεν είχαν, όπως παρουσιάστηκαν τουλάχιστον, θεατρικότητα και προκαλούσαν -συν η μεγάλη διάρκεια- κούραση, ειδικά στο πρώτο μέρος. Αλλά και η παράσταση καθαυτή έπασχε. Είχε απαραιτήτως την ανάγκη σκηνοθεσίας. Δεν ήταν σκηνοθετημένη, ήταν διεκπεραιωμένη. Και επιπλέον έδειχνε ετοιμασμένη χωρίς προσοχή στη λεπτομέρεια -πρόχειρα. Η «ιατρική» σκηνή, η σκηνή με τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο ή το απόσπασμα από τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού», για παράδειγμα, ατύχησαν… Βασικό πρόβλημα οι ρυθμοί. Ο καθένας είχε τους δικούς του και ο Σταμάτης Κραουνάκης, άξονας της παράστασης ως περσόνα του Ντάριο Φο, ήταν αυτός -καθώς μάλιστα φαινόταν να μην έχει κατακτήσει το κείμενό του- που, με τους δικούς του ρυθμούς και την ενέργειά του η οποία συχνά ξεφούσκωνε, επηρέαζε το σύνολο. Χρειαζόταν επειγόντως ένα τρίτο μάτι. Απορώ πως δεν το κατάλαβε.
Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα πήγαν καλύτερα. Τα σκετς «(Η) Χάρος και ο Τρελός» και «Ο εν Κανά γάμος» από το «Mistero Buffo» και ο μονόλογος «Η μαμά φρικιό» από το «Όλο σπίτι, κρεβάτι και εκκλησία» σώθηκαν, κυρίως, λόγω των πιο έμπειρων ηθοποιών. (Με την ευκαιρία να αναφέρω πως μου έκανε μεγάλη εντύπωση πως στις πάνω από δυόμισι ώρες του παραστασιακού ψαχνού δεν άκουσα, αν δεν κάνω λάθος, ούτε μία φορά το όνομα της Φράνκα Ράμε, όνομα άρρηκτα συνδεδεμένο με του Ντάριο Φο ως επί 60 σχεδόν χρόνια συζύγου και συνεργάτισσάς του, πόσω μάλλον όταν έχει συνυπογράψει μαζί του το μονόλογο «Η μαμά φρικιό» που περιλαμβανόταν στην παράσταση). 
Αν, όμως, μπάταρε το θεατρικό μέρος του αφιερώματος, το μουσικό έλαμψε. Το μουσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Σταμάτης Κραουνάκης (ο οποίος πρώτα και πάνω απ’ όλα μουσικός είναι και όχι σκηνοθέτης ή ηθοποιός) και η Λίνα Νικολακοπούλου θέλησαν να ανθίσουν, χωρίς να το καταφέρουν, κατά τη γνώμη μου, τα κείμενα του σπουδαίου Ιταλού (τραγούδια του ίδιου του Κραουνάκη, τραγούδια από παραστάσεις, ιταλικές και ελληνικές, με έργα του Ντάριο Φο, ιταλικά παραδοσιακά, πολιτικά, σε ενορχηστρώσεις του Άρη Βλάχου ο οποίος διηύθυνε και την -κάπως αδύναμη, όμως- ορχήστρα…) αναπτύχθηκε σωστά και ενδυνάμωσε το τελικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τις συμπαθητικές, ελεύθερες χορογραφίες του Ισίδωρου Σιδέρη. Δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο για το σκηνικό του Γιάννη Μουρίκη, τα κοστούμια -κυρίως…- της Μαρίας Καραπούλιου και τους φωτισμούς του Κώστα Μπλουγουρά. Καλύτερη, η δουλειά του Αλέξανδρου Λόγγου στις κατασκευές. 
Ομολογώ, πάντως, πως η παράσταση μπορεί να έπασχε και η αισθητική της να ήταν αμφισβητήσιμη αλλά ο Σταμάτης Κραουνάκης δεν ξέφυγε από το μέτρο, δεν έχασε τον έλεγχο και αρκέστηκε σε υπαινιγμούς για τα τρέχοντα πολιτικά μας πράγματα χωρίς να την μετατρέψει σε μονόμπαντο προπαγανδιστικό θέαμα, μολονότι τα κείμενα του Ντάριο Φο του πρόσφεραν όλες τις ευκαιρίες.
Οι ερμηνείες. Είχε, επίσης, επιλέξει ένα πολύ καλό σύνολο ηθοποιών. Και αν η Αλεξάνδρα Καρακατσάνη, ο Παναγιώτης Παναγόπουλος και ο Δημήτρης Μάριζας, ιδιαίτερα ταλαντούχοι, μπορεί να μην έδωσαν το μέγιστον, ίσως γιατί δεν βοηθήθηκαν, η Φωτεινή Μπαξεβάνη, ο νεαρός Χάρης Φλέουρας, απολαυστικός μεθυσμένος στον «Εν Κανά γάμο», και ο Δάνης Κατρανίδης, που, έστω και αν το τραγούδι του δεν ήταν σωστό, έλαμψε με τους εξαίρετους ρυθμούς του σε ένα είδος που ξέρει να κάνει άριστα, βρέθηκαν σε πολύ καλές στιγμές τους. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου έχει αναμφισβήτητα χιούμορ αλλά πιο εκλεπτυσμένο από αυτό που απαιτεί η φάρσα του Φο. Η Ελένη Ουζουνίδου, παρά την κάποια δυσκαμψία που έχει στην κίνησή της, ακολουθώντας τους κώδικες της επιθεώρησης -δεν ξέρω αν, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν άλλες ηθοποιοί της γενιάς της που θα μπορούσαν να κάνουν τόσο καλά το είδος το οποίο δυστυχώς έχει, σχεδόν, εκλείψει, εξεπλάγην!- έδωσε σπαρταριστά, με εκτυφλωτικούς ρυθμούς και μοναδική αμεσότητα, το μονόλογο της «Μαμάς φρικιό» καθηλώνοντας το κοινό.
Η βραδιά, βέβαια, θα μπορούσε να δικαιωθεί και μόνο από την παρουσία της Μάγιας Λυμπεροπούλου. Η οποία κόμισε στη σκηνή το σπάνιο κύρος της. Με το «Παραμύθι του χωριού Ρόκα ντι Καλντέ», ένα σύντομο πεζό κείμενο αποσπασμένο από την ομιλία του Ντάριο Φο στην τελετή απονομής του Νομπέλ Λογοτεχνίας που του δόθηκε το 1997, -δηλαδή με ένα τόσο δα κειμενάκι- η Κυρία Λυμπεροπούλου εκτίναξε το επίπεδο της παράστασης. Η μοναδική φωνή της-τσέλο που ήχησε και πάλι, η φιγούρα της, με το α λα γκαρσόν ντύσιμο και το τσιγάρο στο χέρι, που γοήτευσε, ο τρόπος που διάβασε -που βίωσε λέξη-λέξη- το λεπτά ειρωνικό και ουσιαστικά πολιτικό αυτό κείμενο άφησαν μία ανεξίτηλη και πάλι εντύπωση. Και επιβεβαίωσαν, μέσα από μία απλή ανάγνωση -τέχνη που κατέχει, πέραν της υποκριτικής, όσο λίγοι, καθώς, όταν διαβάζει, ξέρει πολύ καλά τι διαβάζει αλλά ξέρει και να το κατεβάζει στον ακροατή-, το μέγεθός της. Το μέγεθος της σημαντικότερης ηθοποιού -και όχι μόνο της γενιάς της -που διαθέτει το ελληνικό θέατρο. Η κορυφαία στιγμή της παράστασης!
Όσο για την ομάδα «Σπείρα Σπείρα» του Σταμάτη Κραουνάκη μπορεί να κινείται υποκριτικά στο πλαίσιο ενός ενθουσιώδους ερασιτεχνισμού -με μία κατακτημένη άνεση βέβαια- αλλά είναι φοβερά εξασκημένη μουσικά και τη συνθέτουν φωνάρες. Εδώ ξεχώρισα την Αργυρώ Καπαρού με την «μαύρων» αποχρώσεων εξαιρετική φωνή και, από τους νεότερους, την Αναστασία Έδεν που τραγούδησε έξοχα στα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή από την παράσταση «Η Ισαβέλλα, τρεις καραβέλες και ένας παραμυθάς» του «Θεάτρου Τέχνης» -το πρώτο έργο του Ντάριο Φο που παρουσιάστηκε στην Ελλάδα, φυσικά και από τον Κάρολο Κουν..., στο θέατρο «Βεάκη» που στέγαζε τότε την «Λαϊκή Σκηνή» του «Θεάτρου Τέχνης»-, τραγούδια τα οποία άφησαν εποχή, και τον εντυπωσιακότατο Κώστα Μπουγιώτη.

Το συμπέρασμα. Μία άνιση μουσικοθεατρική παράσταση, έξοχη μουσικά, προβληματική θεατρικά, που ζητούσε το σκηνοθέτη της. Πήγαινα με μεγάλο καλάθι φέροντας τις ανεξάλειπτες αναμνήσεις του «Χ σκηνής: Αυτά που κάψαν το σανίδι», της παράστασης για την επιθεώρηση που έκανε ο Σταμάτης Κραουνάκης το 2008 για το Φεστιβάλ Αθηνών, επίσης, και στο Ηρώδειο επίσης, Γνωρίζω πολύ καλά τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν πια οι παραγωγές. Αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να πω πως, χωρίς να γυρίσω με το καλάθι άδειο -χωρίς να απογοητευτώ, δηλαδή-, δεν το γέμισα δυστυχώς.

Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, Φεστιβάλ Αθηνών, 9 Ιουλίου 2015.

July 9, 2015

Είναι μαγκιά σου, σήκωσε ψηλά (στην Επίδαυρο) τη γροθιά σου


Το Τέταρτο Κουδούνι / 9 Ιουλίου 2015 

Βγήκε να χαιρετήσει το -ομολογουμένως πολύ θερμό- κοινό της πρεμιέρας -Παρασκευή, δυο μέρες πριν απ’ το δημοψήφισμα- στην Επίδαυρο, όταν τελείωσαν οι «Τρωάδες» του -Η τσιρίδα, σας έγραψα σχετικά στις 6 Ιουλίου, μη λέω κι άλλα... Σεμνός, όπως πάντα, ταπεινός, σχεδόν χριστιανικός, με λίγο γερμένο πλάι το κεφάλι και το βλέμμα μελαγχολικό. Κι αφού υποκλίθηκε -σεμνά, όπως πάντα, ταπεινά, σχεδόν χριστιανικά- ύψωσε και τίναξε αποφασιστικά, ορμητικά, ψηλά, προς το κοίλον το δεξί χέρι -ναι!- με σφιγμένη τη γροθιά.
Ναι. Ο σκηνοθέτης Σωτήρης Χατζάκης. Ο Σωτήρης Χατζάκης του «Θεάτρου (της κομμουνιστικής) Καισαριανής», ο Σωτήρης Χατζάκης, ο, επί κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, διορισθείς αναπληρωτής καλλιτεχνικός διευθυντής στο Εθνικό και, στη συνέχεια, καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚουΘουΒουΕ, ο Σωτήρης Χατζάκης της ένθερμης προεκλογικής φωτογραφίας του 2012 με τον Αντώνη Σαμαρά, ο Σωτήρης Χατζάκης, ο, επί κυβέρνησης του αυτού Σαμαρά, διορισθείς καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού, ο Σωτήρης Χατζάκης της «πολιτικής δίωξης» του 2015 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.
Τι κρίμα που δεν υπάρχει φωτογραφική μαρτυρία της υψωμένης γροθιάς… Τι κρίμα που σε κανένα απ’ τα ρεπορτάζ των συναδέλφων δεν την εντόπισα την υψωμένη γροθιά ως πληροφορία… Τι εννοούσε ο Σωτήρης Χατζάκης; Τι σήμαινε και προς ποιον απευθυνόταν η γροθιά; Ε, προς πάσαν κατεύθυνσιν υποθέτω. «Όπου δει» που λένε… «Είσαι lowbap και είναι μαγκιά σου/σήκωσε ψηλά τη γροθιά σου» που λέει κι ο B. D. Foxmoor.



Το Φεστιβάλ Αθηνών κινδυνεύει. Λόγω της οικονομικής κατάστασης. Το Φεστιβάλ Επιδαύρου κινδυνεύει. Το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας -που το περίμενα πώς και πώς- κινδυνεύει. Παραστάσεις ματαιώνονται. Η Λυρική αναβάλλει(;) την «Κάρμεν» που ετοίμαζε για το Ηρώδειο. Περιοδείες ματαιώνονται. Περιοδείες κουτσουρεύονται. Βροχή τα δελτία Τύπου-άγγελοι κακών νέων. Όλα στον αέρα. Όλοι περιμένουν(-με). Απόγνωση. Κάποιοι επιμένουν. Κάποιοι συνεχίζουν. Ελπίδα. Ελπίζουμε.



Ενδιαφέρον, πολύ ενδιαφέρον βρήκα το νέο θεατρικό έργο της Μαρίας Ευσταθιάδη «Textilen» (Εκδόσεις «Σαιξπηρικόν»): η Αγία (Ελληνική) Οικογένεια ξεφτάει, αποσυντίθεται, σαπίζει -«εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω»…- κι ο κόσμος της, ένα πλούσιο, μεγαλοαστικό σπίτι, γίνεται παρανάλωμα του πυρός στο τέλος. Η θεματική δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, ο Δημήτρης Δημητριάδης έχει χειριστεί ανάλογα θέματα με μεγαλύτερη τόλμη και οξύτητα αλλά στο «Textilen» της η Μαρία Ευσταθιάδη κερδίζει πόντους με το στιλ της -στα μπρεχτικά νάματα. Οι σκηνικές οδηγίες ενσωματωμένες στους αφηγηματικούς μονολόγους των προσώπων της -οι οποίοι υπερτερούν συντριπτικά-, αφήγηση με voice-over (φωνή εκτός), ιντερμέδια με παιδικά τραγουδάκια, κατά κάποιο τρόπο σχολιαστικά ή και αντιστικτικά βαλμένα -απόλυτη αποστασιοποίηση και βλέμμα ψυχρό, ανατομικό και γι αυτό, ίσως, πιο αποτελεσματικό.
Το έργο, στο πρόσωπο του Βίκτωρα Αρδίττη, μοιάζει να βρήκε τον ιδεώδη σκηνοθέτη: μια «λουστραρισμένη», «ψυχρή», «μεταλλική», αποστασιοποιημένη, δηλητηριώδης παράσταση -«Πειραιώς 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-, με κινησιολογική γεωμετρία -λίγο φλύαρος, ο βουβός πρόλογος-, με φοβερή ακρίβεια κι έλεγχο σχεδιασμένη κι εκτελεσμένη, που ανέδειξε το κείμενο -ουσιαστικά μοντέρνα κι όχι επιδεικτικά μοντερνίζουσα. Η τέλεια κίνηση που υπέγραφε η Ίρις Νικολάου, η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού με τα ψήγματα απ’ τα -τόσο επιδέξια!- πειραγμένα γνωστά μας τραγουδάκια -έξοχα αυτά τα γκρουπαρίσματα των ηθοποιών για την εκτέλεσή τους-, οι θαυμαστοί φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη κι η άψογη εκτέλεση του σκηνοθετικού πλάνου απ’ τους επτά επί σκηνής και τους δυο off ηθοποιούς σε υποδειγματικό συντονισμό έδιναν ένα αρμονικότατο αποτέλεσμα.
Θέλω, πάντως, να ξεχωρίσω τη μεταμόρφωση της Σοφίας Σεϊρλή από χύμα, λαϊκή -«σκάσε και πλάνταξε»- γριά Οικονόμο σε υπέροχη βισκοντική οπτασία της Νεκρής Γιαγιάς. Και θέλω να ξεχωρίσω, με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, τη δουλειά του Αντώνη Δαγκλίδη στα σκηνικά και στα κοστούμια.
Διακριτικός, «χαμηλού προφίλ» που λέμε, χωρίς ασφυκτική παρουσία στα θεατρικά πράγματα, ο συγκεκριμένος σκηνογράφος /ενδυματολόγος πάντα υπογραμμίζει και υποβάλλει -χωρίς να επιβάλει- με εξαιρετικά λεπτό τρόπο την παρουσία του πλημμυρίζοντας με φως, εξωτερικά ή και εσωτερικά, τις παραστάσεις που αναλαμβάνει -ένα φως που μπορεί να φωτίσει και τα ζοφερά σκοτάδια-, εξίσου αποτελεσματικός απ’ όταν κάνει Παπαθανασίου-Ρέππα μέχρι όταν κάνει Μαρία Ευσταθιάδη.
Υπέροχη η αισθητική του παρέμβαση και στο «Textilen». Το μαλακό, πράσινο -«σμαραγδί» μου διευκρίνισε καλλονή διπλανή μου- φόρεμα που είχε την τύχη να φοράει -αλλά, ομολογουμένως, ΞΕΡΕΙ και να το φοράει- η Θέμις Μπαζάκα, κομμάτι μουσείου (Φωτογραφίες: η πρώτη πάνω του Νίκου Βουρλιώτη, η δεύτερη της Εύης Φυλακτού).



Γλυκύτατος, συμπαθέστατος, με το μαγκιόρικο καπελάκι του, άμεσος, με χιούμορ, με ωραία, ζεστή φωνή κι ωραία τραγούδια -του ίδιου και του πατέρα του- στο πρόγραμμά του: ο Άνταμ Κόεν. Που άκουσα στο Ηρώδειο, φιλοξενούμενο του Φεστιβάλ Αθηνών -«We Go Home» είχε βαφτίσει τη συναυλία του. Μπορεί να τον έχει σημαδέψει ο χαρακτηρισμός «ο γιος του Λέναρντ Κόεν» αλλά ο, 42χρονος σήμερα, Άνταμ δεν έμεινε «ο γιος του Λέναρντ Κόεν». Δημιούργησε δική του προσωπικότητα και δική του καριέρα κι άνοιξε δικό του δρόμο. Κι αυτό το έδειξε στο Ηρώδειο. Με συμπαραστάτες τους δικούς του μουσικούς, τον Μάικλ Τσάβεζ -με τον οποίο έκαναν και τολμηρές σεξουαλικές πλάκες βάζοντας έως και τον Τζορτζ Μάικλ στο στόμα τους…- και την Τζάστιν Μπένετ, καθώς και την -πολύ καλή!- Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων που τον πλαισίωσε με μαέστρο τον Ανδρέα Τσελίκα.
Έχοντας κληρονομήσει απ’ τον πατέρα του και την αγάπη του για την Ελλάδα, με πολλή Ύδρα κι αυτός στο DNA του, μας την έδειξε την αγάπη του αυτή, εξάντλησε τα ελληνικά του -με «αρωγό» τον μαέστρο…-, μας συμπαραστάθηκε, παραμονές δημοψηφίσματος, στα προβλήματά μας σίγουρος ότι θα τα ξεπεράσουμε, πέταξε και μια-δυο αντιγερμανικές σπόντες και χειροκροτήθηκε -κι ας υπήρχαν προβλήματα στον ήχο, που δεν τον πτόησαν, πάντως, κι ας μην του ταίριαζε τόσο το Ηρώδειο αλλά κάποιος πιο συμμαζεμένος χώρος- με θέρμη. Και με ακόμη μεγαλύτερη θέρμη απ’ τους φίλους του της Ύδρας που ’χαν μαζευτεί κάπου στα ορεινά του Ηρώδειου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…





Θέλω πολύ να το δω απόψε αυτό το –Κραουνάκης/Νικολακοπούλου- «Avanti Dario» του Φεστιβάλ Αθηνών στο Ηρώδειο. Πρώτον, διότι ο πληθωρισμός του Ντάριο Φο έρχεται κουτί στον πληθωρισμό του Σταμάτη Κραουνάκη και της Σπείρας Σπείρας και, δεύτερον, διότι, συμμετέχουν - εξαιρετική η επιλογή- εννιά ηθοποιοί που εκτιμώ -μερικούς όσο τίποτα.