March 13, 2019

Ποιος την έχει μεγαλύτερη… ή Ω, εκλογές! Πόσα εγκαίνια διαπράττονται εν ονόματί σας ή «Λίντα» η δυσπρόφερτη…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 13 Μαρτίου 2019 



Ε, λοιπόν, σίγουρα οι λέξεις έχουν χάσει πια τη σημασία τους. Το ρήμα «εγκαινιάζω», για παράδειγμα. Εγκαινιάστηκε, λέει, το Μέγαρο Χορού Καλαμάτας. Το οποίο είχε ΗΔΗ εγκαινιαστεί απ’ το καλοκαίρι του 2013 -προ πενταετίας κι επτά μηνών! -απ’ το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού (της Βίκυς Μαραγκοπούλου) για το οποίο και κτίστηκε, χωρίς την πρόνοια, όμως, τι θα το κάνουν τον υπόλοιπο χρόνο... (Ξανα)εγκαινιάστηκε, λοιπόν, το Μέγαρο Χορού. Όχι με παράσταση χορού. Αλλά με συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Σημαδιακά, πάντως -στις 2 Φεβρουαρίου. Ανήμερα της πολιούχου της Καλαμάτας Παναγίας της Υπαπαντής, βοήθειά μας. Τα εγκαίνια οργάνωσε ο δήμαρχος Καλαμάτας Παναγιώτης Νίκας, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου. «Πώς τους ήρθε;» ήταν η πρώτη μου αντίδραση. Η απάντηση μου ρθε σε κλάσματα δευτερολέπτου: εκλογές! Αυτοδιοικητικές -δημοτικές και περιφερειακές εκλογές- εν όψει! Τον Μάιο. Κι ο δήμαρχος κ. Νίκας κατεβαίνει ως υποψήφιος περιφερειάρχης αυτή τη φορά -για την Περιφέρεια Πελοποννήσου.
Ψάχνοντας, όμως, ανακαλύπτω πως νωρίτερα, τον Νοέμβριο, εγκαινίασε -με πρόγραμμα ποικιλιών- κι η Περιφέρεια Πελοποννήσου το Μέγαρο Χορού Καλαμάτας. Με το σύνθημα, όπως το ’θεσε η θεματική αντιπεριφερειάρχης Ντίνα Νικολάκου, «Ανοίγουμε τις πόρτες του Μεγάρου με δωρεάν είσοδο σε όλους τους πολίτες» -καρφί, ο Νίκας επρόκειτο να βάλει, όπως κι έβαλε, εισιτήριο για τα δικά του εγκαίνια. «Πώς τους ήρθε;» ήταν η πρώτη μου αντίδραση. Η απάντηση μου ρθε, και πάλι, σε κλάσματα δευτερολέπτου: εκλογές! Αυτοδιοικητικές -δημοτικές και περιφερειακές εκλογές- εν όψει! Τον Μάιο. Κι ο Πέτρος Τατούλης, νυν περιφερειάρχης Πελοποννήσου, κατεβαίνει κι αυτός, και πάλι, ως υποψήφιος περιφερειάρχης για την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Με αντίπαλο τον Νίκα. Κόντρα, δηλαδή, με μπάλα το Μέγαρο Χορού. 
Ω, εκλογές! Πόσα εγκαίνια διαπράττονται εν ονόματί σας... -για να παραφράσω τη μαντάμ Ρολάν της Γαλικής Επανάστασης, του 1793 και της γκιλοτίνας.  


«Πιστεύω στο μικρό και στο πειραματικό θέατρο. Μην ξεχνάς ότι εγώ δημιούργησα το ‘Ιλίσια-Βολανάκης’ κι έκανα μεγάλη σειρά παραστάσεων εκεί, απ’ όπου πέρασαν ο Μαρκουλάκης, ο Λιγνάδης, ο Ψαρράς, ο Άλκις Κούρκουλος. Αυτά ήταν επιλογές, παραγωγές και μεταφράσεις δικές μου» διάβασα να λέει η Μιμή Ντενίση, σε συνέντευξή της στον M. Hulot, για την «Lifo». Μάλλον τα μπέρδεψε. Το «Ιλίσια/Βολανάκης», αν δεν κάνω  
λάθος -που δεν κάνω-, ως «Ιλίσια Studio», η Νόνικα Γαληνέα -που ’χε, πριν απ’ την Μιμή Ντενίση, την επιχείριση του θεάτρου «Ιλίσια», κινηματογράφου, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τον οποίο διαμόρφωσε σε θέατρο μαζί με τον Αλέκο Αλεξανδράκη- ήταν που το δημιούργησε. Κι εκεί φιλοξένησε -για δέκα ολόκληρα χρόνια, απ’ το ’86 μέχρι το ’96-, πριν μετακομίσουν στο «Θησείον», τον Μιχαήλ Μαρμαρινό και την Αμαλία Μουτούση, με την ομάδα τους «Διπλούς Έρως», που μετέτρεψαν την έως τότε υπόγεια αποθήκη του θεάτρου «Ιλίσια, σε ζεστό θεατράκι. Και που, ναι, αυτοί, όντως, έκαναν πειραματικό θέατρο.
Η Μιμή Ντενίση, απλώς, του άλλαξε τ’ όνομα, ίσως και να το ανακαίνισε, όταν ανέλαβε το «Ιλίσια».


Με την ευκαιρία, μια κι αναφέρθηκα στο «Ιλίσια», για τον «Αρχιμάστορα Σόλνες», που θα παρουσιάσει εκεί τον επόμενο χειμώνα ο Γρηγόρης Βαλτινός, επωμιζόμενος τον επώνυμο ρόλο -σας έγραψα σχετικά στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 14 Ιανουαρίου-, έχω νεότερα: η Αθανασία Καραγιαννοπούλου, που, αν δεν κάνω λάθος, καταπιάνεται για πρώτη φορά με Ίψεν, ανέλαβε τη σκηνοθεσία, η Κατερίνα Λέχου θα επωμιστεί την Αλίνε Σόλνες κι ο -παλιό καλό
κρασί- Κώστας Καστανάς, τον Γιατρό Χέρνταλ. Η διανομή δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Προς το παρόν ο Γρηγόρης Βαλτινός, φέτος, δρέπει, μαζί με τον Γιάννη Σαρακατσάνη, δάφνες στο περί ου ο λόγος «Ιλίσια/Βολανάκης», στο «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι».





Ευτυχής συγκυρία. Κι οι τρεις βρέθηκαν φέτος στο «Ιλίσια», πάνω και κάτω: Γιώργος Μιχαλακόπουλος (φωτογραφία: Μαριλένα Αναστασιάδου) στο «Τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ, στο «Ιλίσια» -έληξαν πια οι παραστάσεις του, 

παιζόταν, ήδη, από πέρσι-, Γρηγόρης Βαλτινός (φωτογραφία: Αγγελική Κοκκοβέ) στο «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι», στο «Ιλίσια/Βολανάκης», Ναταλία Τσαλίκη (φωτογραφία: Αγγελική Κοκκοβέ) στο «Έξι 

μαθήματα χορού σε έξι εβδομάδες», στο «Ιλίσια». Τρεις σπουδαίες ερμηνείες, τρεις σπουδαίοι θεατρίνοι.



Ο Τάσος Πυργιέρης θα δρομολογήσει, ως σκηνοθέτης, φέτος, από αρχές Απριλίου, το «Θέατρο Εxpress», την κινούμενη Σκηνή που ’χει θεσμοθετήσει το Εθνικό, σε συνεργασία με τον Ο.Α.Σ.Α., φέρνοντας το θέατρο σε γειτονιές του λεκανοπεδίου της Αττικής. Φετινή παράσταση της μονάδας, οι «Iστορίες καθ’ οδόν», εμπνευσμένη απ’ τα εύθυμα διηγήματα του Βασίλη Αττικού, καρπό των δεκαετιών του 1950 και του 1960, που αποτυπώνουν με ιλαρό τρόπο την αφετηρία 
της αθηναϊκής κοινωνίας μετά την ίδρυση 
του ελληνικού κράτους, στην προσπάθεια της ανασύνταξης της Αθήνας ως πρωτεύουσας στα πρότυπα των μεγάλων 
ευρωπαϊκών πόλεων. Η παράσταση, τη δραματουργική επεξεργασία της οποίας υπογράφουν η Ειρήνη Mουντράκη κι ο Γιάννης Παναγόπουλος, εστιάζει σ’ άγνωστες ιστορίες των πρώτων θεάτρων εκείνης της εποχής αλλά και στη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και τα κοινωνικά στερεότυπα που τη διέπουν. Θα παίζουν οι Σταύρος Καραγιάννης, Ρένα Κυπριώτη, Γιάννης Παναγόπουλος, Τάσος Πυργιέρης.


«[...] Ο πρωταγωνιστικός ρόλος [...] δόθηκε με μεγάλη εκφραστική ποικιλία σε μετατοπιστικούς τονισμούς. Τα νήματα συνδέθηκαν με συλλογικές καταγωγικές φωνές, σε μια συμπυκνωμένη εκδοχή, απόηχο της αθωότητας και της αλήθειας του ασήμαντου -κοινωνικά- προσώπου [...]»: απόσπασμα κριτικής θεάτρου. Το google translate, όσο κι αν έκανα μετατοπιστικούς συνδυασμούς, δε με βοήθησε...





«Εκείνοι» έχουν Μεγαλέξαντρο στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων -13 μέτρα ύψος. Ε, να μην έχουμε κι εμείς; Τριάμισι 
μέτρα ύψος, διαβάζω, το έφιππο άγαλμα του στρατηλάτη, φιλοτεχνημένο απ’ το μακαρίτη γλύπτη Γιάννη Παππά, να ’χει πάρει την οριστική μορφή του το 1973 -καιροί Χούντας...- «βρίσκει», λέει, «τη θέση του στην πόλη», παρά τους στύλους του Ολυμπίου Διός, «μετά από 46 χρόνια». Άφεριμ! Ησύχασα.
Θα μου πείτε «εκείνοι» το ’χουν μεγαλύτερο (το άγαλμα). Ναι, αλλά εμείς, όμως, την έχουμε μεγαλύτερη (την ιστορία).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...



Οι «Παράξενες ιστορίες», η έξοχη μουσική παράσταση της -τάλαντο!- Violet Louise, η βασισμένη σε κείμενα -πεζά και ποιήματα- του Έντγκαρ Άλαν Πόου, με τη συγκλονιστική Αγλαΐα Παππά, βασικό στυλοβάτη της, αλλά και την ίδια την Violet Louise, που παίχτηκε «Πειραιώς 260», στο περσινό Φεστιβάλ Αθηνών, μπορεί να μην επαναλήφθηκε, μεν, λόγω ανωτέρας βίας, τον Οκτώβριο, όπως, ήταν προγραμματισμένο, στο «Σύγχρονο Θέατρο» αλλά, τώρα, πήρε το δρόμο του εξωτερικού -προς Ιταλία. Μόλις παρουσιάστηκε -9 και 10 Μαρτίου- στο «Teatro Delle Passioni» της Μόντενα ενώ επανέρχεται στην Ιταλία, στις 4 και 5 Ιουνίου, στο Φεστιβάλ «Delle Colline Torinesi» του Τορίνο. Εύχομαι τα καλύτερα, επιμένω όμως: η παράσταση αυτή πρέπει να ξαναπαιχτεί εδώ. Δεν ήταν αρκετές οι τρεις βραδιές στο Φεστιβάλ.


«Αρνείται», διάβασα, «να προχωρήσει σε αντικατάσταση των οδικών πινακίδων μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας, Απόστολος Τζιτζικώστας», γνωστόν τοις πάσι brilliant πνεύμα, κληρονομικώ δικαίω στην πολιτική. Όπως δήλωσε, «η Περιφέρεια δε θα εφαρμόσει τις αλλαγές που προβλέπει η συμφωνία Αθήνας-Σκοπίων», σημειώνοντας ότι «οι πινακίδες στους δρόμους δικής του ευθύνης θα γράφουν ‘Σκόπια’». 
Καλέεε, οι πινακίδες στους δρόμους δε γράφουν ονόματα κρατών, ονόματα πόλεων γράφουν. Δεν το ’χατε προσέξει; 
Παρ’ τον Τζιτζικώστα στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου... 
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...



Αυτό πια δεν το ’χω χωνέψει ακόμα: τη συνεργασία της «Καθημερινής» με τον Μάκης Δελαπόρτας. Να μοιράζει η έγκριτη, όπως λέμε, «Καθημερινή» τόμους -«Μεγάλοι (σ.σ. αχ, αυτό το επίθετο μας κυνηγάει αμείλικτο...) Έλληνες Ηθοποιοί», λέει, μεταξύ των οποίων κι η Άννα Φόνσου- με πορτρέτα ηθοποιών δημοφιλών, του κινηματογράφου, βασικά, συγγραμμένα απ’ τον -έγκριτο (;)- Μάκη Δελαπόρτα. «Εκδοτική προσφορά» σου λέει. Και να φανταστείτε πως πριν από μερικά χρόνια η «Καθημερινή» μοίραζε σι ντι με τ’ αριστουργήματα του Χατζιδάκι. Εκπτώσεις...


Ο εν λόγω Μάκης Δελαπόρτας ειν’ ο ίδιος που μας είχε απειλήσει, ένα χρόνο πριν, με μουσική παράσταση σε «κεντρικό αθηναϊκό θέατρο», υπό τον τίτλο «Η Κυρία Επιθεώρηση» που θ’ ανέβαινε τον (περασμένο) Οκτώβριο. «Ένα μουσικοχορευτικό υπερθέαμα», λέει, «με αυθεντικά κείμενα των σπουδαιότερων επιθεωρησιογράφων που άφησαν εποχή στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου, αφιερωμένο στα 100 χρόνια επιθεώρησης». Η οποία έχει κλείσει τα 100 απ’ το 1981 -«Ζήτω η Ελλάς», η ανεπίσημα πρώτη, το 1881-, άντε το 1994 -«Λίγο απ’ όλα», η επίσημα πρώτη, το 1894. Τώρα τα μπέρδεψε; Στην αριθμητική -στην αφαίρεση- δεν είναι καλός; Χρόνια ήθελε να της κρύψει της επιθεώρησης; Ή, σου λέει, ποιος θα το πάρει πρέφα; Πάντως, το «μουσικοχορευτικό υπερθέαμα» δεν υλοποιήθηκε, τελικά. Το γλυτώσαμε. Φτηνά.


 
Δεν κατάλαβα, τελικά, αν η «Αλκυονίς» που κηρύχθηκε μνημείο απ’ το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, θα συνεχίσει να λειτουργεί ως κινηματογράφος. Αν ναι, περιμένω να ξεσηκωθεί, τώρα, απ’ τους κινηματογραφιστές και, κυρίως, τους καθ’ ύλην αρμόδιους δημοσιογράφους και κριτικούς κινηματογράφου -τόση βούβα, μέχρι τώρα, εδώ και χρόνια, καταντάει ύποπτη...- μια εξίσου θερμή κίνηση υποστήριξης των κινηματογραφικών αριστουργημάτων που προβάλλει -εναντίον των οποίων προβάλλει θα ’ταν το σωστό...- ο συγκεκριμένος κινηματογράφος -όπως και το «Στούντιο» κι ο καλοκαιρινός «Ζέφυρος», συμφερόντων του ίδιου κινηματογραφικού επιχειρηματία-, σε σχέση με τις συνθήκες προβολής τους. Εκτός κι αν κανένας τους, τα τελευταία χρόνια, δεν έχει πατήσει να δει ταινία στους κινηματογράφους αυτούς. Εγώ, πάντως, ΕΧΩ ΠΑΤΗΣΕΙ. Κι ΕΧΩ ΔΕΙ... Καλή η νοσταλγία και τα συγκινητικά κείμενα -έχω γράψει κι εγώ κάτι τέτοια συγκινητικά, όταν επρόκειτο να ξανανοίξει η «Αλκυονίς» ως κινηματογράφος, πού να ’ξερα...- αλλά φιλτέρα η αλήθεια.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...


 

Μ’ αφορμή την επανάληψη της -συγκλονιστικής- «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» (φωτογραφία: Δημήτρης Σακαλάκης) στην Λυρική αναρωτιέμαι γιατί δεν τον πολυαγαπάει τον Γκαετάνο Ντονιτσέτι το μόνο κρατικό λυρικό μας Θέατρο. Από κτήσεώς της, το 1939 -βρε, το 2019/2020 κλείνει τα 80 της χρόνια! Θα τα γιορτάσει φαντάζομαι-, εκτός απ’ την «Λουτσία» του -αν δεν κάνω λάθος-, μόνον «Άννα Μπολένα», «Μαρία Στουάρντα», «Ευνοούμενη» («La favorita»), «Ελιξήριο του έρωτα», «Ντον Πασκουάλε» «Ρίτα», «Οι συνήθειες και οι απρέπειες του θεάτρου» και το μονόπρακτο «Το κουδουνάκι» («Il 
campanello») του ιταλού συνθέτη έχει ανεβάσει -κάπου μια όπερά του ανά δεκαετία. Κι έχει γράψει καμιά πενηνταριά ο άμοιρος ο Ιταλός.
(Εντάξει  υπάρχει, βέβαια, και μια του Ντονιτσέτι, που, μάλλον, δε θα τολμούσαν να την ανεβάσουν ΠΟΤΕ στην Ελλάδα -με τον πρωτότυπο τίτλο της, τουλάχιστον: «Λίντα του Σαμουνί» («Linda di Chamounix») -καταλαβαίνετε… Σε κάποια ανεβάσματά της, από ιταλικούς θιάσους, στην Αθήνα, τη δεκαετία του 1850, που εντόπισα, ο τίτλος της αποδίδεται ως «Λίνδα». Σκέτο).



«Ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ, τον υποστήριξα και στην κωλοτούμπα. Ήμουν σπίτι μου, δεν ήξερα ότι είναι υπέρ της παγκοσμιοποίησης ή ότι έχει αυτές τις θέσεις στο Μακεδονικό». Το ’πε, σε συνέντευξή της, η ακατάσχετη νεομακεδονομάχος Αφροδίτη Μάνου, που πηρ απότομα τη στροφή κι ανατράπηκε. Ένα πράμα σαν τον μακαριστό Χριστόδουλο. Κι εκείνος σπίτι του ήταν, μας έλεγε, και σπούδαζε κι ούτε που ’χε πάρει είδηση περί χούντας.
Όλος ο κόσμος, μια (μουσική) σκηνή...


Ο βασιλιάς είναι γυμνός! Ο βασιλιάς είναι γυμνός! Πώς καταντούνε κάποιοι της κριτικής του θεάτρου μας που, άλλοτε, έλυναν κι έδεναν και κατηύθυναν και ποδηγετούσαν… Από δευτεράντζα σε τριτάντζα να περιφέρονται κι, επιπλέον, να τους αρέσουν αυτά που βλέπουν. Εκεί, εκεί, στην Βήτα Εθνική. Μην πω στην Γάμμα… Μήπως, όμως, εκεί, αποξαρχής, ανήκαν;



«Είναι αντιαισθητική κατ’ αρχήν η ‘Στέγη’ ως κτίριο. Βρίσκω αντιαισθητικούς τους ανθρώπους που κινούν το πρόγραμμά της και δε μασάω και καθόλου» είχε πει σε συνέντευξή του στο popaganda.gr, στις 11 Μαρτίου 2014, ο Σταμάτης Κραουνάκης. Ελάτε, όμως, που τον πήρε το μάτι μου στο «αντιαισθητικό κτίριο της ‘Στέγης’», στην επιλεγμένη απ’ τους «αντιαισθητικούς ανθρώπους που κινούν το πρόγραμμά της» παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου, με το Χοροθέατρο «Πίνα Μπάους» του Βούπερταλ, «Since She». Θα σφιξε προφανώς την καρδιά του, θα σφιξε τα χείλια του, θα πήρε ανάσα βαθιά και θα πήγε.

March 10, 2019

Στο Φτερό / Βόιτσεκ, κλόουν του Θεού ή Είναι προλετάριος, άρα δεν είναι ενάρετος


«Βόιτσεκ» του Γκέοργκ Μπίχνερ / Δραματουργία-Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου. 


Πρώτο μισό του 19ου αιώνα κι ο Φρίντριχ Γιόχαν Φραντς Βόιτσεκ, μόνιμος -το θεωρώ πιο σωστό απ’ το «μισθωτός» της μετάφρασης- στρατιώτης, σε μονάδα στρατοπεδευμένη σε μια μικρή επαρχιακή γερμανική πόλη, προλετάριος που, για να τα βγάλει πέρα, κάνει και τον κουρέα του Λοχαγού του ή το πειραματόζωο για έναν 

στρατιωτικό Γιατρό, ζει με την Μαρία με την οποία έχει ένα παιδί χωρίς γάμο -άρα δεν είναι «ενάρετος» με τα μέτρα της εποχής, επειδή είναι προλετάριος. Άνθρωπος απ’ τη φύση του καλός αλλά αλλόκοτος, με μοχλό τ απάνθρωπα ιατρικά πειράματα, που προοιωνίζονται τα ιατρικά πειράματα πάνω σε κρατούμενους, έναν 

αιώνα μετά, στο Άουσβιτς, απ’ τον Μένγκελε και το επιτελείο του -τρώει επί τρεις μήνες μόνο μπιζέλια κατ’ επιταγή του Γιατρού-, γλιστράει στην τρέλα: βλέπει παράξενα, τρομακτικά οράματα, έχει αρρυθμίες, ρίγη, ιλίγγους, πυρετούς, φέρεται παράξενα, τρέχει συνέχεια... Η Μαρία, κουρασμένη με τον Βόιτσεκ αλλά και χωρίς έρμα, γλυκοκοιτάζει έναν όμορφο Αρχιτυμπανιστή και ξαπλώνει μαζί του. Ο Λοχαγός, με υπονοούμενα, το σφυρίζει στον Βόιτσεκ. Τυφλωμένος απ’ τη ζήλια ως Οθέλος -αλλά με... αντίκρυσμα- ο Βόιτσεκ, επιπλέον, ταπεινώνεται απ’ τον Αρχιτυμπανιστή που τον 
δέρνει δημόσια. Αγοράζει ένα μαχαίρι, χαρίζει κάτι μικροπράγματα που ’χει στο φίλο του στο στρατό, τον Αντρές, παίρνει την Μαρία για μια βόλτα, πλάι σε μια λίμνη τη σφάζει και, μετά, αυτοκτονεί 
-πέφτει στη λίμνη και πνίγεται. Ο «Βόιτσεκ» του Γερμανού -πολίτη του τότε Μεγάλου Δουκάτου της Έσης- Γκέοργκ Μπίχνερ, έργο με το οποίο ο νεαρός συγγραφέας καταπιάστηκε το 1836 αλλά ο πρόωρος
θάνατός του, το 1837, στα 23 του μόλις χρόνια, δεν του επέτρεψε να το ολοκληρώσει, καταλείποντας σκόρπιες σκηνές σε τέσσερις διαφορετικές γραφές, χωρίς να ’χει γράψει ένα σαφές τέλος, έμελλε να γίνει ένα απ’ τα πιο επιδραστικά έργα στην ιστορία του γερμανικού και, γενικότερα, του ευρωπαϊκού θεάτρου. Βασισμένο 
στην πραγματική ιστορία του περουκέρη Γιόχαν Κρίστιαν Βόιτσεκ που, αργότερα, έγινε μόνιμος στρατιώτης και που σκότωσε, για λόγους ζηλοτυπίας, στην Λιψία, το 1821, την ερωμένη του χήρα Κριστιάνε Βόοστ, για να εκτελεστεί, μετά από τρία χρόνια, το 1824, δημόσια, με αποκεφαλισμό, αφού μεσολάβησε μια μακρά, πολύκροτη δίκη κατά την οποία το δικαστήριο δε δέχτηκε τη 
διαπιστωμένη από γιατρούς παράνοιά του ως ελαφρυντικό και, τελικά, τον καταδίκασε, ανολοκλήρωτο, χωρίς ο συγγραφέας να ’χει καν προλάβει να βάλει σε σειρά τις σκηνές του, αναδομημένο απ’ τον Καρλ Έμιλ Φράντσος που το δημοσίευσε για πρώτη φορά τριάντα οκτώ χρόνια μετά το θάνατο του Μπίχνερ, το 1875, πρωτοπαιγμένο μόλις το 1913, δομημένο διαφορετικά κάθε φορά 
που ανεβαίνει, έχει εξελιχθεί, παρά τα κενά, τις ατέλειες και την αποσπασματικότητά του -ίσως, όμως, κι εξαιτίας αυτών...-, παρά τις κάποιες αφέλειες κι απλοϊκότητές του, σ’ ένα απολύτως μοντέρνο έργο. Και με το παράφορο, τολμηρό ύφος του και τις ποιητικές εκρήξεις του να οδηγούν στην άποψη ότι μπορεί να θεωρηθεί, αν και γραμμένο ενώ ο ρομαντισμός κορυφωνόταν, ως προάγγελος του εξπρεσιονισμού. Η σκηνοθέτρια Κατερίνα
Ευαγγελάτου, χωρίς να ενδιαφερθεί για την πολιτική πλευρά του έργου -ο Μπίχνερ ήταν επαναστάτης, διωκόμενος μάλιστα- αλλά αναζητώντας τις αβύσσους της ανθρώπινης ψυχής, βασισμένη στη στρωτή μετάφραση που ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος έκανε για τη δική του παράσταση, το 1990, σε δική της, όμως, προσεκτική δραματουργία, έχει αποφύγει το ρεαλισμό και τους ψυχολογισμούς. Θέλησε το έργο του Μπίχνερ να ξετυλίγεται απόλυτα στιλιζαρισμένο, σαν τσίρκο της ανθρώπινης ύπαρξης, με τους 
πρωταγωνιστές του, παλιάτσους που σα να τους κινεί, αδύναμους να πάρουν πρωτοβουλίες μια αόρατη δύναμη -σχεδόν σαν μαριονέτες. Το -στατικό- σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, η κίνηση που δίδαξε η Πατρίσια Απέργη κι η χορογραφία της, τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, οι πολύ ενδιαφέρουσες μουσικές του Γιώργου Πούλιου, οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ, υπηρετούν, με συνέπεια και καλό γούστο, τη σκηνοθετική άποψη και συνθέτουν μια παράσταση υψηλής αισθητικής. Όμως... Όμως όλο αυτό το αλλόκοτο θέαμα, άριστα οργανωμένο αλλά, παγωμένο κι εγκεφαλικό, αποφεύγοντας να εκφράσει το οποιοδήποτε
συναίσθημα, εμένα προσωπικά, μ’ απομάκρυνε απ’ το κείμενο και μ’ άφησε αδιάφορο -σαν εργαστηριακό πείραμα. Επιπλέον, βρήκα στείρο ότι η σκηνοθέτρια ακολούθησε ακριβώς τη γραμμή της στην «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» του Σέξπιρ που ’χει ανεβάσει -έξοχα- στο «Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου», έξυπνα παραλλάσσοντάς την -αναστρέφοντάς την μάλλον: διαρκές, non stop μουσικό χαλί, παράσταση-χορογραφία -εδώ όχι τόσο 
επιτυχημένη και μάλλον περιττή, τσιρκολάνικη γραμμή με τ’ ανάλογα μακιγιάζ και κοστούμια, σκηνικό παρόμοιας αντίληψης, ρυθμοί ανεστραμμένοι -εκεί πάρα πολύ γοργοί, εδώ πάρα πολύ αργοί, υπνωτιστικοί... Αλλά «Η κωμωδία των παρεξηγήσεων» είναι καταγωγική της κομέντια ντελ άρτε -απόηχός της- και το στιλιζάρισμα της πηγαίνει -αν δεν το απαιτεί κιόλας. Ο «Βόιτσεκ» ειν ένα έργο εσωτερικού βρασμού και διαρκών εκρήξεων, το στιλιζάρισμα το σφίγγει, το καταπιέζει, το στραγγαλίζει και το σκηνικό αποτέλεσμα καταλήγει επίπεδο. Οι ηθοποιοί -Χάρης Χαραλάμπους, Λευτέρης Πολυχρόνης, Γιώργος Ζυγούρης, Μιχάλης Μιχαλακίδης, Στέλιος Θεοδώρου-Γκλιναβός, Μάνος Πετράκης- έχουν οδηγηθεί αναγκαστικά να υπηρετήσουν αυτό το απόλυτο στιλιζάρισμα που 

εμποδίζει τις προσωπικότητές τους ν’ ανθίσουν. Το ίδιο κι ο Γιώργος Γάλλος, αν και συνεπέστατος Βόιτσεκ -ένας κλόουν του Θεού, για να παραφράσω τον τίτλο της παράστασης (1971)
«Νιζίνσκι, κλόουν του Θεού» του Μορίς Μπεζάρ. Διαφεύγουν, κατά τη γνώμη μου, αρνητικά η καλή Έλενα Μαυρίδου που μοιάζει  αμήχανη και σα να μην έχει πειστεί, και θετικά ο Σωτήρης Τσακομίδης που καταφέρνει το στιλιζάρισμα που ακολουθεί να μην τον εξαφανίζει. Μια παράσταση φτιαγμένη με γνώση και μόχθο, καλαίσθητη αλλά όχι, πιστεύω, αποτελεσματική (Φωτογραφίες: Μιχάλης Κλουκίνας).

(Το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -φιλολογική επιμέλεια Παναγιώτης Μιχαλόπουλος-, καλόγουστο κι ενημερωτικό. Συνοδεύει βιβλίο που περιλαμβάνει το πλήρες κείμενο της παράστασης, με τον εξαιρετικά καλαίσθητο τύπο του εξωφύλλου με το «σκαμμένο» αρχικό -εδώ W, αρχικό του «Woyzeck» πάνω σε μαύρο φόντο- που χει καθιερώσει η «Κάπα Εκδοτική»). 

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά / Σκηνή «Δημήτρης Ροντήρης», Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και «Λυκόφως», 3 Μαρτίου 2019.