January 15, 2015

Θα κάνουν ντου, βρε πονηρή στο Κρατικό Θέατρο Βο(υ)ρείου Ελλάδος


Το Τέταρτο Κουδούνι /15 Ιανουαρίου 2015

Όπα! Μετά την Big Day Πίντερ και πριν την Big Day Μπουλγκάκοφ, την προσεχή (συννεφιασμένη άραγε;) Κυριακή, ιδού κι η Big Day Τσιτσάνης στο ΚουΘουΒουΕεεεε... Μ’ αφορμή την παράσταση «Σερσέ λα φαμ. Οι γυναίκες στα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη» που ’χει ανεβάσει εκεί η Σοφία Σπυράτου, θα κάνουν ντου, βρε πονηρή. «Πυρήνας του αφιερώματος θα αποτελέσει» (διατηρώ τη σύνταξη του δελτίου Τύπου) ένα λαϊκό γλέντι», λέει, «της δεκαετίας του ’50». Και γενναιόδωρα μας υπόσχονται: «Ζωντανή μουσική, τραγούδι και χορός συνοδεία κρασιού θα πλημμυρίσουν το Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών». Και, βέβαια -καθότι στη συγκεκριμένη Big Day θα ρεύσουν και κρασά, όπως προανέφερα, και μάλιστα τσάμπα-, «με την υποστήριξη», λέει, «της Ένωσης Οινοποιητικών Συνεταιρισμών Σάμου». Κάτι σαν τη «Γιορτή του Κρασιού», που ’χαμε παλαιά.
Big days -μεγάλες μέρες δηλαδή- και στα δυο συμπλέοντα κρατικά μας Θέατρα -Χατζακιστάν και Κρατικό Θέατρο Βο(υ)ρείου Ελλάδος: όπου ο Βέλτσος κι ο Μαρμαρινός κι ο Πίντερ συνδυάζονται με Αλέξανδρο Ρήγα και Τσιτσάνη -επί πρώτου διδάξαντος Χατζάκη, στην Θεσσαλονίκη είχαν κι «Άγαμοι Θύται» και Ξαρχάκο- κι ο Ξενόπουλος υπό τύπον σίριαλ με Φασμπίντερ ως υλοποίηση μιας άνευ προηγουμένου σε ευρωπαϊκά κρατικά Θέατρα -απόψε (κι όχι μόνο απόψε...) κάνουν μπαμ...- φιλοσοφίας ρεπερτορίου -ελληνική ευρεσιτεχνία-, η οποία, λέει, αποβλέπει στην προσέλκυση όλων των κοινωνικών στρωμάτων.
Άλα! Άνοιξε κι άλλη μπουκάλα! (Όχι μωρέ, αυτό είναι Σουγιούλ). Άντε, και καλά κρασά. Στην υγειά μας, ρε παιδιά. (ΚΑΙ απ’ την ομώνυμη εκπομπή έχει, άλλωστε, περάσει το Χατζακιστάν. Δια πυρός και σιδήρου, που λένε...).


Τρέχω από θεάτρου εις θέατρον -οι παραστάσεις πολλαπλασιάζονται ως τρελές πια, έχω χάσει τον έλεγχο -αλλά πότε να προλάβω να γράψω για όλες; Ειδικά για όσες μου αρέσουν -και δεν είναι λίγες... Περνούν και φεύγουν κι έχω χάσει το τρένο.
Παράδειγμα: ο Γιάννης Μόσχος. Σκηνοθέτης που τον εκτιμώ ιδιαίτερα, με λαμπρό διδακτορικό για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, άνθρωπος καλλιεργημένος αλλά και «χαμηλού», που λέμε πια, «προφίλ» -διακριτικός, ευγενής. Δεν ήμουν εδώ εκείνες τις μέρες για να δω την παράσταση «Διασκεδαστικές ιστορίες περί θνητότητας» που ’κανε πάνω σε διηγήματα του Τσέχοφ το καλοκαίρι, στο Φεστιβάλ Αθηνών, για την οποία άκουσα τα καλύτερα και που μαθαίνω ότι θα πάει, ευτυχώς, και στο προσεχές Φεστιβάλ. Αλλά έχω δει τελευταία τρεις πολύ καλές παραστάσεις του -«Κουρέλι» του Ντένις Κέλι στο «Faust» πρόπερσι, «Τώρα που γυρίζει» του Μάμετ πέρσι, που ανέβασε, στο «Faust» επίσης, για τον Αλέκο Συσσοβίτη (εξαιρετική δουλειά, ένα αστραφτερό επίτευγμα ρυθμών, με δυο καλές ερμηνείες και τον Συσσοβίτη να σκίζει), «Με τα δόντια» του Θόρντον Γουάιλντερ φέτος στο «Υπόγειο» του «Θεάτρου Τέχνης». Ε, ήθελα κάθε φορά να κάνω μια εκτεταμένη παρουσίαση, ψάχνω το έργο, το διαβάζω και μετά έρχονται καπάκι άλλες παραστάσεις και δεν προλαβαίνω να γράψω καθόλου. Αφού ντρέπομαι πια...
Ας γράψω εδώ, λοιπόν, συνοπτικά, για το «Με τα δόντια». Ο Γιάννης Μόσχος πήρε ένα κείμενο του 1942, εντελώς ξεπερασμένο πια, κατά τη γνώμη μου, κι έγινε Κιτσοπούλου στη θέση της Κιτσοπούλου. Ανέβασε, δηλαδή, το έργο στο ύφος των παραστάσεων της Λένας Κιτσοπούλου. Αυτό θα μπορούσε να διαβαστεί αρχικά ως ψόγος -δεν έχει δική του σκηνοθετική γλώσσα; Μιμείται; Εγώ θα ’λεγα: «Γιατί όχι;». Και θα το ’λεγα επειδή η παράστασή του έχει το χιούμορ, την τρέλα των παραστάσεων της Κιτσοπούλου, το ανατρεπτικό τους αλλά όχι την έλλειψη μέτρου, το ανεξέλεγκτο, τη βωμολοχία για τη βωμολοχία, την εντυπωσιοθηρία, την αγωνία τους, ντε και καλά, να σοκάρουν. Έχει μια υγιή, ελεγχόμενη τρέλα που και με την προσπάθεια του συγγραφέα ν’ ανατρέψει τότε κατεστημένα του αμερικάνικου θεάτρου είναι συμβατή αλλά και αυτό το μουχλιασμένο πια κείμενο ζωντανεύει.
Ενώ παράλληλα δίνει τη ευκαιρία στους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν, να το γλεντήσουν, να αναδειχθούν. Ειδικά ο Θανάσης Δήμου, η Ιωάννα Μαυρέα, ο Άγγελος Μπούρας, με την αφοπλιστική αμεσότητά του και τη λάμψη του, τα δίνουν όλα. Όσο για την Ιωάννα Παππά (Σαβίνα), που ’χει τελευταία εκτιναχθεί στην πρώτη γραμμή των ηθοποιών της γενιάς της, δίνει ένα δείγμα μιας άλλης πλευράς του ταλάντου της, της κωμικής, αποδεικνύοντας πως διαθέτει γκάμα που δεν τη φανταζόμουνα: ειρωνική, σαρκαστική, α-πο-λαυ-στι-κή!
Τρέξτε να δείτε την παράσταση αυτή που τελειώνει την Κυριακή! Πιστεύω πως θα τη φχαριστηθείτε.



Άντε, καλέ που η «παράσταση» του Ζεράρ Ντεπαρντιέ -να διαβάζει τις «Εξομολογήσεις» του Αγίου Αυγουστίνου- στο Μέγαρο Μουσικής «αναβάλλεται για λόγους ανωτέρας βίας που σχετίζονται με την έκτακτη διεξαγωγή των εκλογών στην Ελλάδα αλλά πολύ περισσότερο με τα τραγικά γεγονότα στην Γαλλία», όπως γράφει η σχετική ανακοίνωση του γραφείου που τον μετακάλεσε. Τόση ευαισθησία πια; Ποιος να το πιστέψει δηλαδή... Ειδικά αν μάθει πόσα εισιτήρια είχαν προπωληθεί...
Και γιατί δεν προπωλήθηκαν; Διότι ήταν τουλάχιστον επιπόλαιο να σκεφτούν αυτοί που θα τον έφερναν πως θα στριμωχνόμασταν και μάλιστα όσοι είχαμε στριμωχτεί να τον δούμε/ακούσουμε στην Επίδαυρο, το 2001, αφηγητή στον «Οιδίποδα τύραννο του Στραβίνσκι, και -ΚΥΡΙΩΣ!- στο «Παλλάς», το 2007, στο «σκηνοθετημένο (σ.σ. σκηνοθετημένο;) θεατρικό αναλόγιο» της «Λυσιστράτης» με την Φανί Αρντάν κι είχαμε γεύση πικρή περί τίνος πρόκειται. Ούτε όσοι -πολλοί περισσότεροι- διαβάζουμε, χρόνια τώρα, στις εφημερίδες τις δηλώσεις του, τις επιδόσεις του και τα κατορθώματά του. Πόσω μάλλον πληρώνοντας εισιτήρια προς 120 (!), 90, 65, 45 κι οι φοιτητές 25 ευρώ -αυτό πια δεν ήταν επιπόλαιο, ήταν πρόκληση. Σεβασμός και θλίψη για έναν παρακμασμένο, αλκοολικό καλλιτέχνη που ’χει χάσει τον έλεγχο αλλά ποιος είναι τόσο βλαξ ν’ αγοράζει, και μάλιστα τόσο ακριβά, όνομα μόνο;
Χρειάζεται, πάντως, και μια διευκρίνηση: ό,τι γίνεται στο Μέγαρο δεν είναι «του Μεγάρου». Η συγκεκριμένη εκδήλωση επρόκειτο να γίνει στις 19 Ιανουαρίου στο Μέγαρο αλλά δεν ήταν στο πρόγραμμα του Μεγάρου. Την οργάνωνε -κι αυτό είχε καθορίσει τις τιμές των εισιτηρίων- το καλλιτεχνικό γραφείο της Νίκης Κερασίδου, που ’χε νοικιάσει το Μέγαρο. Τα ξέρω και τα βλέπω τα τρωτά αλλά ας μη γίνει το Μέγαρο, γιατί δεν είναι πια in, σάκος του μποξ...



Ψοφάει να εντυπωσιάζει. Και να σοκάρει. Παντί τρόπω. Μα παντί... -το σήμα κατατεθέν της έχει γίνει. Η Λένα Κιτσοπούλου. Στο καινούργιο της έργο που ανεβαίνει στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου ξεκινάει την προσπάθεια απ’ τον τίτλο: «Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας και τους βολικούς καναπέδες τους, σε κατάσταση αμόκ». Εντάξει, δεν ειν κι ο πρώτος μακροσκελής τίτλος στην ιστορία του θεάτρου -ψάξε Άρθουρ Κόπιτ...-, εντυπωσιαστήκαμε πάντως. Αλλά εκείνον τον δεύτερο τον τίτλο «Ή Η ανουσιότητα να ζεις», τι τον ήθελε; Αυτή η «ανουσιότητα» σε ποια γλώσσα είναι;


Η φανατίλα η τρελή κι η εμπάθεια κι η μισαλλοδοξία και το μίσος, σχετικά με τα πολιτικά μας πράγματα, ανεξέλεγκτα έχουν ξεχυθεί κι έχουν χτυπήσει κόκκινο ακόμα κι ανάμεσα στους πιο νουνεχείς φίλους μου. Με πιάνει μια θλίψη... Βαθειά. Ψυχραιμία, παιδιά!
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 


«Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ατύχημα που δεν πρέπει να συμβεί» δήλωσε ο πρωθυπουργός μας. «Ο Σαμαράς είναι ένα ατύχημα που δεν έπρεπε να συμβεί αλλά έχει συμβεί προ πολλού» θα παρέφραζα εγώ.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 2.



Εμένα πάλι γιατί το ΚΙΔΗΣΟ του Γιώργου Παπανδρέου μού θυμίζει το κάποτε ΚΟΔΗΣΟ του Γιάγκου Πεσμαζόγλου σε προφορά «Οδυσσεβάχ» της Ξένιας Καλογεροπούλου -εκεί που μιλάνε μόνο με το ι και λένε Ιδυσσιβίχ τον Οδυσσεβάχ; Αφού έως και ΚΙΔΗΣΙ μου ’ρχεται να το λέω.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 3.




Και μέσα σ’ όλα αυτά, η Κατερίνα Στανίση να νοιώθει έτοιμη ν’ αναλάβει το υπουργείο Πολιτισμού σε περίπτωση που η υπό την ηγεσία του Απόστολου Γκλέτσου «Τελεία», με την οποία κατεβαίνει στις εκλογές ως υποψήφια βουλευτίνα, σχηματίσει κυβέρνηση ή, τέλος πάντων, συμμετάσχει σε μια κάποια κυβέρνηση συνασπισμού. «Γιατί γνωρίζω», δηλώνει, «πολύ καλά αυτόν τον χώρο. Τον έχω σπουδάσει, τον ξέρω πλέον έπειτα από τόσα χρόνια στη νύχτα. Ξέρω πού πονάει η δουλειά. Να ανοιχτούν μαγαζιά, μουσικές σκηνές, να δουλέψουν οι άνθρωποι, γιατί μέσα από αυτά τα μαγαζιά ζουν πολλές οικογένειες, όχι μόνο οι τραγουδιστές».
Κάτι, σα να χω πάρει LSD.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 4.




Μωρέ, ωχριούν οι δικοί μας εύζωνοι-καρναβάλια. Μωρέ, τύφλα να ’χει ο Γκρούεφσκι μ’ εκείνες τις μακεδονικές φάλαγγες των παρελάσεών του α λα δικές μας χουντικές Εορτές Πολεμικής Αρετής. Ετούτος ο Ερντογάν το παράκανε. Εντελώς σούργελο η προεδρική φρουρά του -σα να κατεβαίνουν τη σκάλα στην οπερέτα...
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή... 5.

January 14, 2015

Μαριβό στα χρόνια της ντοπαμίνης


Το έργο. Η Κόνι και ο Τρίσταν είναι δύο από τους -με αμοιβή- εθελοντές οι οποίοι μετέχουν στη δοκιμή μιας νέας αντικαταθλιπτικής ουσίας που έχει σχεδιαστεί από τη φαρμακευτική εταιρεία Rauschen έτσι ώστε να αυξάνει στον οργανισμό τα επίπεδα της ντοπαμίνης από την οποία εξαρτάται η ερωτική μας διάθεση, καθώς τα αντικαταθλιπτικά, συνήθως, προξενούν συναισθηματική άμβλυνση: εικοσιπεντάρα φοιτήτρια ψυχολογίας και κοινωνικών επιστημών, δεσμευμένη με έναν χωρισμένο άντρα, εκείνη, που συμμετέχει για την εμπειρία, τριαντάρης, πλακατζής, τρελιάρης, αθυρόστομος, ερωτιάρης εκείνος, που συμμετέχει -το κάνει συχνά- για τα λεφτά. 
Η Λόρνα είναι η ψυχίατρος που εφαρμόζει τη δοκιμή και ελέγχει την πορεία της. Και ο Τόμπι, ο εκ μέρους της εταιρείας, εποπτεύων ψυχίατρος. Τεταμένη η σχέση των δύο γιατρών. Πριν από αρκετά χρόνια οι δυο τους είχαν δεσμό -τώρα ο ήδη χωρισμένος Τόμπι, που είχε αφήσει την Λόρνα, είναι αρραβωνιασμένος. Επιπλέον οι απόψεις τους στο θέμα των αντικαταθλιπτικών διίστανται: ο Τόμπι επιμένει πως η κατάθλιψη, που έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας, οφείλεται σε χημικές διεργασίες στον εγκέφαλο και πως τα χάπια τη θεραπεύουν και υποστηρίζει μάλιστα τις θέσεις του -θέσεις της εταιρείας του- με διαλέξεις. Η Λόρνα πιστεύει πως προέρχεται από εξωτερικές αιτίες και πως οι καταθλιπτικοί επηρεάζονται περισσότερο γιατί έχουν μία πιο ακριβή εικόνα του κόσμου. Γι αυτό, ενώ και η ίδια υποφέρει από «επεισόδια» κατάθλιψης, αρνείται να πάρει χάπια.
Στη διάρκεια της δοκιμής οι δύο νέοι-πειραματόζωα ερωτεύονται. Και «παρανομούν»: κάνουν έρωτα. Τα δεδομένα της δοκιμής ανατρέπονται. Είναι ο έρωτάς τους αποτέλεσμα της αύξησης της ντοπαμίνης ή είναι αυθόρμητος, «φυσικός»; Ιδού το ερώτημα. Μα στον ένα χορηγούν, χωρίς φυσικά να το γνωρίζει, placebo -χάπια χωρίς ουσίες, ψεύτικα. Έτσι, τουλάχιστον, πιστεύει η Λόρνα που του τα δίνει. Και μάλιστα το αποκαλύπτει στην Κόνι για να τη διαφυλάξει. Αλλά στην πραγματικότητα τα χάπια, που νομίζει πως είναι placebo, είναι κανονικά -με την προς διερεύνηση ουσία. Ο Τόμπι τής εξηγεί πως, παράλληλα, μετρούν και την τυχόν προκατάληψη του γιατρού -πείραμα πάνω στο πείραμα. Η Λόρνα θα γίνει έξαλλη μαζί του. 
Η ερωτευμένη Κόνι, που δεν έχει μάθει ότι τα χάπια του Τρίσταν είναι, τελικά, ίδια με τα δικά της και που νομίζει το αντίθετο, του περνάει, στόμα με στόμα, το δικό της χάπι. Μοιραία κίνηση: εκείνος, από την υπερβολική δόση, παθαίνει σοκ -ολική αμνησία. Παροδική λένε οι γιατροί. Η Κόνι θα του σταθεί με μεγάλη υπομονή. Θα διαλύσει το δεσμό της και θα τον πάρει σπίτι της -το μέλλον άδηλο. Η Λόρνα θα πέσει σε άλλη μία κρίση κατάθλιψης. Σοβαρή. Ο Τόμπι της συμπαραστέκεται. Εκείνη, στο τέλος, αποφασίζει να πάρει τα αντικαταθλιπτικά που της δίνει. 
Η νεαρή Βρετανίδα Λούσι Πρεμπλ στο «Effect-Τομογραφία του έρωτα» -δεν είναι ελκυστικός ο τίτλος που επιλέχτηκε για την ελληνική παράσταση- έχει γράψει (2012) ένα έργο που ευθέως με παρέπεμψε στον Μαριβό και στην «Φιλονικία» του -το πείραμα με τα βρέφη που αφήνονται να μεγαλώσουν στο δάσος, μακριά από τις κοινωνικές δομές, και πώς ανακαλύπτουν τα τερτίπια του έρωτα όταν ενηλικιώνονται. Τα δύο ζευγάρια του έργου της εμπλέκονται σε ένα μαριβοντάζ σύγχρονο -στα χρόνια της ντοπαμίνης. Και το όνομα του νεαρού ερωτευμένου ήρωά της Τρίσταν -Τριστάνος- προφανώς δεν είναι τυχαίο.
Η συγγραφέας, βέβαια, μπορεί να μιλάει για το θρίαμβο του έρωτα αλλά το πρίσμα της είναι διαφορετικό: πλέκει το θέμα της αυτό με ένα δεύτερο που καίει -και που τελικά κυριαρχεί: τα ψυχοφάρμακα και οι παρενέργειές τους. Τα θέματά της αυτά τα χειρίζεται με έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο: γερή αίσθηση της δραματικής οικονομίας, σφιχτοδεμένη πλοκή, τέσσερα πρόσωπα που χαρακτηρίζονται με επιτυχία, καλοζυγισμένη ισορροπία ανάμεσα στα δύο ζευγάρια -γιατροί και πειραματόζωα-, ευφάνταστες λύσεις, θεατρικότατοι, ελλειπτικοί διάλογοι, ατάκες που δεξιοτεχνικά και με απαράμιλλη ακρίβεια «διακόπτονται»... Σίγουρα το σύνολο το διακρίνει μία εγκεφαλικότητα -ιδιαίτερα στις συζητήσεις των δύο γιατρών- αλλά αυτή δεν το εμποδίζει να ζεσταθεί από χιούμορ και, προς το τέλος, από ανθρωπιά. Η Πρεμπλ καταφέρνει με ιατρικούς όρους να κάνει παλλόμενο θέατρο. 


Η παράσταση. Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, πάνω σε μία εξαιρετική, άμεση, θεατρικότατη μετάφραση που υπογράφει ο ίδιος -δύσκολη δουλειά με όλες αυτές τις συγκοπές στο διάλογο-, οργάνωσε μία καθηλωτική παράσταση. Με εξαίρετους ρυθμούς, με μεγάλη ακρίβεια, με μία διαρκή, απρόσκοπτη ροή. «Ψυχρή», εργαστηριακή, όπως αρμόζει στο «ιατρικό» της θέμα, αλλά και εκτιμώντας και αναδεικνύοντας το χιούμορ του κειμένου. 
Αποφασιστικός παράγοντας στο άψογο αποτέλεσμα, η λιτή αλλά τόσο, μα τόσο λειτουργική σκηνογραφία και, κυρίως, τα βίντεο του Στάθη Μήτσιου. Σπάνια έχω συναντήσει τόσο αποτελεσματική σκηνική χρήση του βίντεο: δουλειά τεχνικά άψογη, υψηλής αισθητικής, που εξυπηρετεί καίρια έργο και παράσταση. Η σαφήνεια και η ακρίβεια του «ιατρικού» μέρους σε κείμενο και παράσταση θα πρέπει πολλά να οφείλουν και στον επιστημονικό συμβουλο Μενέλαο Καραντζά. 

Οι ερμηνείες. Μία καλοσχεδιασμένη παράσταση δεν θα μπορούσε να σταθεί χωρίς τους ηθοποιούς της. Και ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης φαίνεται να έχει διδάξει τους δικούς του με μεγάλη προσοχή οδηγώντας το αποτέλεσμα σε ένα επίτευγμα. 
Η Άννα Μάσχα, μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της, και ο Αντώνης Καρυστινός έχουν βρει τις ανάσες και τους ρυθμούς του κειμένου και κάνουν ερμηνείες πάνω σε ρόλους με ψυχρό και καθόλου συγκινησιακό υπόστρωμα -διόλου εύκολη δουλειά. Λίγο-πολύ, όμως, αναμενόμενο από δύο καλούς και έμπειρους ηθοποιούς.
Η έκπληξη προέρχεται από το νεαρό ζευγάρι. Η Καλλιόπη Παναγιωτίδου και ο Μάνος Στεφανάκης, αν και με τόσο διαφορετική ιδιοσυγκρασία ηθοποιοί, όπως ακριβώς και οι ήρωες που ερμηνεύουν, δεν είναι απλώς ιδανική διανομή. Δένονται μεταξύ τους εκπληκτικά: μία επιτυχημένη χημική ένωση. Και εδώ φαίνεται περισσότερο η διδασκαλία του σκηνοθέτη που είχε να κάνει με ηθοποιούς άπειρους ή και πρωτάρηδες ίσως. 
Το συμπέρασμα. Ένα πολύ ενδιαφέρον έργο, που αγγίζει σημερινά προβλήματα και τολμάει να αγγίξει την καυτή πατάτα φάρμακα/φαρμακευτικές εταιρείες/γιατροί χωρίς να αγνοεί τη «χημεία» του έρωτα, σε μία εξαίρετη παράσταση ερμηνευμένη από ένα τέλειο κουαρτέτο. Μία έκπληξη -κάθε άλλο «τηρουμένων των αναλογιών»...- που παίρνει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις -γεγονότος- μέσα στό άνυδρο τοπίο -στην έρημο θα ήταν πιο σωστό...- των ΔΗΠΕΘΕ. Μην τη χάσετε αν ζείτε στην Πάτρα ή όταν έρθει στην Αθήνα.

(Οι φωτογραφίες του Βασίλη Σπύρου).

Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων», Πάτρα, από το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Πάτρας, 26 Δεκεμβρίου 2014.

January 10, 2015

Οι προλετάριοι δεν λένε «σ’ αγαπώ»... ή Το χαστούκι που δεν πόνεσε



Το έργο. Αντρέας Ζαβότσκι. Γνωστός με το ψευδώνυμο Λίλιομ. Δουλεύει σε ένα λούνα παρκ σε προάστιο της Βουδαπέστης -στα «αλογάκια» της Μαντάμ Μουσκάτ, κάτι σαν κράχτης, κάτι σαν μπράβος. Και παράλληλα της προσφέρει τις ερωτικές υπηρεσίες του. Γόης για τα «δουλάκια» που έρχονται στο λούνα παρκ στα ρεπό τους, ασκείται ανελλιπώς και στο καμάκι. Τσαμπουκάς, βίαιος, απρόβλεπτος, άσωτος, χαρτοπαίχτης, ευεπίφορος στην παραβατικότητα -το ψευδώνυμό του, άλλωστε, το Λίλιομ, «λουλούδι», «μάρκα», «μούρη», «μούτρο» σημαίνει στην ουγγαρέζική αργκό. Όταν θα κάνει καμάκι, όμως, στην Τζούλια, άλλο ένα «δουλάκι», εκείνη θα τον ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Άνευ όρων. Και εκείνος, χωρίς πολλά λόγια -«σ’ αγαπώ», «μ’ αγαπάς», δεν τα λένε αυτά οι προλετάριοι, δεν τους το επιτρέπει η τάξη τους-, θα την παντρευτεί εγκαταλείποντας το λούνα παρκ και την Μαντάμ Μουσκάτ.
Άνεργος, λίγο τεμπέλης, χωρίς να πολυψάχνει για δουλειά, άνεργη και η Τζούλια, φιλοξενούμενοι σε μία θεία της που τους βοηθάει οικονομικά, δεν θα ζουν και ζωή χαρισάμενη... -χαμοζωή θα την έλεγα. Πόσω μάλλον που ο Λίλιομ συχνά σηκώνει χέρι βαρύ και τη χτυπάει. Η θεία πιλατεύει την Τζούλια να τον αφήσει για έναν μαραγκό, χήρο, με δύο παιδιά, που τη θέλει, από την άλλη η Μαντάμ Μουσκάτ -που είχε γλυκαθεί...- προσεγγίζει και πάλι τον Λίλιομ και, ενώ τον είχε απολύσει, του τάζει επαναπρόσληψη με καλύτερα λεφτά και λαγούς με πετραχείλια εφόσον βέβαια εγκαταλείψει την Τζούλια. Μόνο που η Τζούλια τού ανακοινώνει πως είναι έγκυος.
Ο Λίλιομ κάτι παθαίνει με το νέο αυτό -την αγαπάει την Τζούλια του αλλά αυτός όχι μόνο δεν το λέει, όχι μόνο δεν το παραδέχεται αλλά το κρύβει και από τον εαυτό του ακόμα, το αντριλίκι που πουλάει του απαγορεύει και να το σκεφτεί. Ξαποστέλνει την Μουσκάτ και πείθεται από τον φίλο του Φικσούρ -ύποπτο παλιόμουτρο- να ληστέψουν, σε μία ερημική τοποθεσία, τον εβραίο ταμία ενός βυρσοδεψείου, που κουβαλάει μαζί του, κάθε Σάββατο, τη μισθοδοσία -πολλά λεφτά- του προσωπικού -ληστεία μετά φόνου αν εκείνος αντισταθεί, ο Φικσούρ έβαλε τον Λίλιομ να κουβαλάει μαζί του το κουζινομάχαιρο που έκλεψε από τη θεία. Και μετά να την κάνουν για την Αμερική όπου θα τρώνε με χρυσά κουτάλια. Ο Λίλιομ πείθεται. Αλλά το ερασιτεχνικό κόλπο καταλήγει σε φιάσκο -γκαντέμηδες οι ληστές: ο ταμίας δεν μασάει -έχει περίστροφο, τους αφοπλίζει και καλεί την αστυνομία να τους συλλάβει. Ο Λίλιομ προτιμάει να αυτοκτονήσει -χώνει το κουζινομάχαιρο στα σωθικά του. Ευκαιρία για την Τζούλια: απαλλάχτηκε -έτσι, τουλάχιστον, πιστεύουν οι γύρω της. Αλλά εκείνη θα μας εξομολογηθεί -μόνο σε μας, σε κανέναν άλλο...-, πάνω από το νεκρό του σώμα, πόσο αγαπούσε αυτό το «κτήνος». Και δεν θα δεχτεί την πρόταση του μαραγκού -που επανέρχεται- να γίνει τώρα γυναίκα του. Ούτε τη βοήθεια της Μαντάμ Μουσκάτ. Θα μεγαλώσει μόνη, εργαζόμενη, το παιδί που θα έρθει -και που θα είναι κορίτσι.
Στον Ουρανό πια, ο Λίλιομ θα δηλώσει στον «Ανακριτή» πως δεν μετανοιώνει για τίποτα από όσα έκανε και πως τίποτα δεν θα πράξει για να επανορθώσει, αν του δώσουν, όπως του προτείνουν, το δικαίωμα να γυρίσει στη γη για μία μέρα. Η ποινή του είναι δεκαέξι χρόνια στις φωτιές του Καθαρτήριου. Κατόπιν, του δίνουν και πάλι τη δυνατότητα της επιστροφής για να κάνει μία καλή πράξη. Μόνο τότε θα μπορέσει να αναπαυθεί εν ειρήνη.
Όταν γυρίσει στο σπίτι του με τη μορφή ζητιάνου, η κόρη του, η Λουίζα, είναι στα δεκαέξι. Μάνα και κόρη έχουν επιζήσει δουλεύοντας και με τη βοήθεια της Μαρί, της φίλης της Τζούλιας, και του άντρα της, του Βολφ, που έπιασε την καλή. Δεν θα τον αναγνωρίσουν. Αλλά θα του δώσουν ένα πιάτο φαΐ. Ο Λίλιομ θα εκμυστηρευτεί στην κοπελίτσα την αλήθεια για το ποιόν του πατέρα της -τον γνώριζε, λέει, ο «ζητιάνος»-, ποιόν που η Τζούλια τής το έκρυβε και το εξωράιζε. Και θα της κάνει δώρο ένα αστέρι που της έφερε -η «καλή του πράξη». Η Τζούλια δεν την αφήνει να το πάρει. Εκείνος, που ο χαρακτήρας του έχει παραμείνει ο ίδιος, εξοργίζεται, χάνει την ψυχραιμία του και χαστουκίζει τη μικρή πριν φύγει. Μόνο που η Λουίζα δεν θα πονέσει. Είναι δυνατόν; Είναι, της λέει η Τζούλια που έχει διαισθανθεί ποιος ήταν. Δεν μαθαίνουμε ποτέ αν το χαστούκι που δεν πόνεσε εξιλεώνει τον Λίλιομ και του χαρίζει την ανάπαυση. Θυμόμαστε, όμως -εγώ, τουλάχιστον, θυμήθηκα-, το «Μια υπέροχη ζωή», τη -μεταγενέστερη- ταινία του Φρανκ Κάπρα...
Ο Ούγγρος Φερέντς Μόλναρ με τον «Λίλιόμ» του έγραψε (1909) ένα λαϊκό μελόδραμα -σε έναν πρόλογο και επτά σκηνές-, συμβατό με την εποχή του, από το οποίο καθόλου δεν απουσιάζει το χιούμορ. Αλλά ξεκινώντας από το νατουραλισμό -ένα νατουραλισμό αρκετά τολμηρό για την εποχή του- με ποιητική δύναμη το απογειώνει σε ρομαντική φαντασία προξενώντας στο θεατή -και με το «ανοιχτό» φινάλε- λεπτή συγκίνηση ενώ παράλληλα καταγράφει μία κοινωνία ταπεινών και καταφρονεμένων, ένα προλεταριάτο εξαθλιωμένο, που φαίνεται πως σήμερα ξαναδημιουργείται, δίνοντας έτσι ώθηση στο έργο του να αντέχει περισσότερο από έναν αιώνα. Οι ήρωές του, εξάλλου, δεν είναι μονολιθικοί. Κανείς τους δεν είναι αποκλειστικά καλός ή αποκλειστικά κακός -όλοι έχουν τις αποχρώσεις τους, η κοινωνία τους διαμορφώνει.
Η παράσταση. Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος -ο οποίος υπογράφει και την απόδοση σε έξοχη αλλά και θεατρικότατη γλώσσα- ακούμπησε στο ύφος των δύο τελευταίων σκηνών, επιμελώς αποφεύγοντας τις νατουραλίστικες λύσεις και οδηγώντας την παράσταση σε μία ευεργετική αχλή φαντασίας. Τα «αλογάκια» του λούνα παρκ έγιναν μονόκεροι που τα κεφάλια/μάσκες τους κυκλοφορούν σε όλη την παράσταση στα κεφάλια ηθοποιών δίνοντας την αίσθηση του σεξπιρικού «όλος ο κόσμος είναι μία σκηνή» αλλά και μιας κοινωνίας απανθρωποποιημένης. Δεν έχει, επίσης, παραλείψει ο σκηνοθέτης να τονώσει -χωρίς ούτε μία στιγμή να χάσει το μέτρο- τα στοιχεία του χιούμορ και να τονίσει τους αντιρατσιστικούς υπαινιγμούς του κειμένου. Και, πάνω απ’ όλα, έδωσε στην παράσταση γοργούς ρυθμούς άψογους που υπογραμμίζουν την πυκνότητα του κειμένου -σπάνια έχω συναντήσει τόσο τέλειους ρυθμούς στο θέατρο. Και όλα αυτά μέσα από μία απλότητα που είναι το σήμα κατατεθέν του.
Η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου με τα ευφάνταστα σκηνικά και τα κοστούμια της, ο Κορνήλιος Σελαμσής με τις καίριες μουσικές του, η Σοφία Αλεξιάδου με τους εξαίρετους φωτισμούς της και η Χαρά Κότσαλη με την κίνηση που δίδαξε συντελούν θετικότατα στο αποτέλεσμα.

Οι ερμηνείες. Η διανομή διαθέτει εννέα καλούς έως και εξαίρετους ηθοποιούς. Που έχουν -οι περισσότεροι- κατακτήσει μία κοινή πια γλώσσα μεταξύ τους και με το σκηνοθέτη. Ο οποίος, επιπλέον, τους έχει οδηγήσει δεξιοτεχνικά. Από τους πιο μικρούς ρόλους -ο Ηλίας Μουλάς και, κυρίως, ο Λευτέρης Βασιλάκης- μέχρι τους πρωταγωνιστικούς, όλοι δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Ο Γιάννης Κλίνης, ο Σωκράτης Πατσίκας, εξαίρετος στο ρόλο του Φικσούρ που καθόλου δικός του δεν είναι, η νεαρή Κίττυ Παϊταζόγλου -η οποία με εξέπληξε όταν στο πρόσωπο της Λουίζας που παίζει ανακάλυψα πως είναι η ίδια ηθοποιός που, καπελωμένη με το κεφάλι του μονόκερου, έπαιξε και την Θεία Χολάντερ με απολαυστικό χιούμορ και χωρίς καμία στιγμή να γλιστρήσει στην επιθεώρηση, η Έμιλυ Κολιανδρή που στον δευτερεύοντα ρόλο της Μαρί κάνει μία -με μέτρο- σπαρταριστή επίδειξη των κωμικών δυνατοτήτων που διαθέτει είναι ο ένας καλύτερος από τον άλλο.
Η Φιλαρέτη Κομνηνού, σε ένα ρόλο που δεν είναι πρωταγωνιστικός αλλά έχει τσαγανό και της πάει, κάνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της με μοναδική ακρίβεια και με απόλυτο έλεγχο των μέσων της: μία σκληρή, αγοραία, σχεδόν χυδαία, απάνθρωπη, αδίστακτη Μαντάμ Μουσκάτ που στο τέλος μοιάζει να της ανοίγονται κάποιες ρωγμές ανθρωπιάς.
Η Άννα Καλαϊτζίδου δεν είναι η δεκαοκτάχρονη που ζητάει ο Μόλναρ αλλά είναι μία ηθοποιός με πολλές ικανότητες και με γκάμα. Κάνει μία στοχαστική, κουρασμένη από τις συνθήκες, από την κοινωνία στην οποία ζει, απεγνωσμένη -χωρίς, όμως, να το επιδεικνύει-, συγκινητική, ανθρώπινη Τζούλια που με άγγιξε βαθιά.
Ο Γιώργος Χρυσοστόμου, ηθοποιός με τάλαντο, πληθωρικός, με άφθονο χιούμορ, που άφησε πίσω του τις υπερβολές και έλεγξε τον πληθωρισμό του, ερμηνεύει αφοπλιστικά αυτόν τον αγαπησιάρικο παλιάνθρωπο, αυτό το μούτρο με το όνομα Λίλιομ. Και αν είχε χάσει κιλά θα ήταν ακόμα πιο πειστικά γοητευτικός.
Το συμπέρασμα. Μία ανάλαφρη, συγκινητική και ουσιαστική παράσταση. Σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα.

(Οι φωτογραφίες της Κικής Παπαδοπούλου).

Θέατρο «Πόρτα», 4 Ιανουαρίου 2015.

January 8, 2015

«Πόρτα» ανοιχτή κόντρα στους καιρούς


Το Τέταρτο Κουδούνι /8 Ιανουαρίου 2015

Καλή (τέλος πάντων, που λέει ο λόγος, έτσι όπως άρχισε...) χρονιά! Σ’ όλους σας.

Έξυπνη γυναίκα η Ξένια Καλογεροπούλου. Και τυχερή. Καθόλου δεν την έβαλε κάτω η ηλικία. Αποδέχτηκε το χρόνο, παρέμεινε και παραμένει πάντα με ενεργές τις δυνάμεις της, έκανε αυτό που της άρεσε να κάνει -και το ’κανε πολύ καλά-, επέλεξε συντρόφους και φίλους και συνεργάτες που της άξιζαν κι ενώ η φύση τής στέρησε ένα παιδί που διακαώς το επιθυμούσε και για το οποίο τόσο αγωνίστηκε, τόσο πάλεψε χωρίς να καταφέρει να το αποκτήσει, τελικά την αποζημίωσε. Με τον Θωμά Μοσχόπουλο -καλύτερο γιο δε θα μπορούσε να ’χει.
Βρέθηκε πλάι της -νεαρός σκηνοθέτης ακόμα-, εκείνη τον εμπιστεύτηκε, συνεργάστηκε καρποφόρα μαζί του, ακούμπησε πάνω του και του πέρασε την «Πόρτα» της. Σοφή σκέψη κι ακόμα σοφότερη απόφαση. Έξυπνος άνθρωπος, καλλιεργημένος, ευαίσθητος, συμπαθέστατος, με χιούμορ, έγκυρος αποδέκτης των μηνυμάτων της εποχής, δουλευταράς, μεθοδικός, ικανός καλλιτέχνης, με εξαίρετες παραστάσεις στο ενεργητικό του, με τη διοικητική/καλλιτεχνική πείρα του «Θεάτρου του Νότου» και του «Αμόρε» πίσω του, πλάι στον Γιάννη Χουβαρδά ως συνδιευθυντής πρώτα, μόνος του κατόπιν -ο Χουβαρδάς επίσης τον εμπιστεύτηκε, ο Θωμάς Μοσχόπουλος όντως είναι ο άνθρωπος που μπορείς να τον εμπιστεύεσαι-, αναλαμβάνοντας την καλλιτεχνική διεύθυνση της «Πόρτας» προχώρησε στη σύνθεση, για την πρώτη σεζόν, ενός πλούσιου προγράμματος-βεντάλιας -θέατρο για μεγάλους και μικρούς, χορός, μουσική...- πολύ ενδιαφέροντος, με σύνεση και σοβαρότητα καταρτισμένου. Το οποίο -ομολογώ πως φοβόμουνα τον πληθωρισμό- δείχνει να καρποφορεί. Αν το στοίχημα κερδηθεί θα ’ναι ελπιδοφόρο για το θέατρό μας που άγεται και φέρεται πια από... -άντε, ας μην εκφραστώ.
Είδα μέσα σε οκτώ μέρες τρεις απ’ τις πρώτες παραστάσεις της ανανεωμένης «Πόρτας» κι είδα το θέατρο γεμάτο. Κι επιπλέον είδα τρεις παραστάσεις με τις οποίες ευφράνθηκα. Και με τις τρεις -δεν είναι δα και συνηθισμένο αυτό: τον «Σλάντεκ» του Χόρβατ σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά και τον «Λίλιομ» του Μόλναρ σε σκηνοθεσία του ίδιου του Θωμά Μοσχόπουλου και, μαζί με τις βαφτιστήρες μου, «Το μυστήριο της πολιτείας Χάμελιν» -μια παράσταση για παιδιά με κείμενο και σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου, και πάλι, και μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή.
Θα σταθώ στην παράσταση αυτή -για τις άλλες δυο θα σας γράψω αναλυτικότερα- που με συγκίνησε περισσότερο κι από τις τρεις. Δεν είναι μόνο πως πρόκειται για μια εξαιρετική δουλειά -το ευφυές κείμενο που χειρίζεται με χιούμορ και μεγάλη προσοχή ένα άγριο για παιδιά θέμα, η «ανοιχτή», διαδραστική (αλλά όχι με σάχλες) σκηνοθεσία, οι μουσικές του Σελαμσή, το πανέμορφο, μινιμαλιστικό σκηνικό της Ευαγγελίας Θεριανού, η προσφορά των άλλων συνεργατών, οι επτά ταλαντούχοι ηθοποιοί ήτοι η Άννα Καλαϊτζίδου, η αξιομνημόνευτη για την πλαστικότητητά της Ευαγγελία Καρακατσάνη, η Χαρά Κότσαλη, ο Γιώργος Παπαγεωργίου που η απολαυστική αμεσότητα είναι το βασικό απ’ τα προσόντα του, ο Σωκράτης Πατσίκας, ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος κι η Άνα Κίφου.


Είναι η αίσθηση που είχα: μια «Πόρτα» γεμάτη και πάλι από παιδάκια τα οποία κλήθηκαν -στιγμή μοναδική- να σηκωθούν και ν’ ακολουθήσουν τον αυλητή, υποδυόμενα τα παιδάκια του Χάμελιν που χάθηκαν. Ξαφνικά, καθώς τα ’βλεπα έτσι, όλα μαζί, τα 42 χρόνια της Παιδικής Σκηνής του θιάσου Γιάννη Φέρτη-Ξένιας Καλογεροπούλου που μετεξελίχθηκε σε Παιδική Σκηνή του θιάσου Ξένιας Καλογεροπούλου και, κατόπιν, σε «Μικρή Πόρτα» και που τα ’χω παρακολουθήσει απ’ το ’72 βήμα-βήμα άρχισαν να τρέχουν σαν τρέιλερ στο μυαλό μου. Σκηνές, στιγμές αλησμόνητες, πρόσωπα, συγκινήσεις, χρώματα, μουσικές, φωνούλες παιδικές, φατσούλες, χεράκια ιδρωμένα, ματάκια διάπλατα ανοιγμένα...
Δεν ξεχνώ. ΠΟΤΕ. Επιπλέον, τώρα που είδα στην «Πόρτα» ν’ αναγεννάται μέσα απ’ τον Θωμά Μοσχόπουλο το θέατρο για παιδιά όπως το οραματίστηκε -να σέβεται τα παιδιά και τον εαυτό του- η Ξένια Καλογεροπούλου κι όχι όπως το κατάντησαν και το κάνουν οι περισσότεροι στους καιρούς μας..., συγκινήθηκα κιόλας. Πολύ. Και σκεφτόμουνα πως η Ξένια Καλογεροπούλου θα ’ναι ευτυχισμένη. Της αξίζει όμως.


Με την ευκαιρία, ν’ αποσπάσω απ’ την -πολύ καλή- συνέντευξη του Θωμά Μοσχόπουλου στην Έφη Μαρίνου, που δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» -με καίει το θέμα...: «Δεν έχουμε ιδέα πια τι επηρεάζει το κοινό. Υπάρχουν έντυπα που σου τηλεφωνούν εντελώς απροκάλυπτα λέγοντας: ‘Θέλω τόσα για να σε βάλω στον οδηγό θεάτρου’. Ενα νταβατζιλίκι που για να σταματήσει πρέπει να πάψουμε εμείς την παραδοχή ότι εκδιδόμαστε». Η δημοσιογραφική ξεφτίλα των καιρών μας...



Σε κώμα βρίσκονται τα ΔΗ(μοτικά)ΠΕ(ριφερειακά)ΘΕ(ατρα) εδώ και χρόνια.
Κάτι ψιχία τους πετάει το υπουργείο Πολιτισμού (;) κι όσα λειτουργούν ακόμα, λειτουργούν, αν δεν κατέληξαν τοπικοί ερασιτεχνικοί θίασοι, χάρη στις θυσίες και στους αγώνες κάποιων καλλιτεχνικών διευθυντών και χάρη σε κάποιους δημάρχους που τα στηρίζουν ακόμα οικονομικά.

Το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, ίσως, είναι το μόνο που μπορεί να ισχυριστεί πως δε φυτοζωεί αλλά πως λειτουργεί προσφέροντας ακόμα κάτι ουσιαστικό το οποίο μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί γεγονός ακόμα και για την κορεσμένη αθηναϊκή θεατρική πιάτσα. Χάρη στον Θοδωρή Αμπαζή που το διευθύνει και χάρη στον Δήμο Πατρέων.
Βρέθηκα τα Χριστούγεννα στην Πάτρα και είδα τις δυο παραστάσεις που παίζονται εκεί -στον «Απόλλωνα».
Το άπαιχτο στην Ελλάδα -μεγάλη τόλμη για ένα ΔΗΠΕΘΕ, ανέκαθεν αλλά και ειδικά στις μέρες μας, να προτείνει κάτι καινούργιο και να μην αναμασάει τα τετριμμένα,...- «Effect-Τομογραφία του έρωτα» της άγνωστής μας εδώ, πολύ ενδιαφέρουσας Βρετανίδας Λούσι Πρεμπλ σε μια εξαιρετική παράσταση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, στην οποία θα επανέλθω (και για την οποία θα σας συνιστούσα να σπεύσετε στην Πάτρα, αν δε μάθαινα πως τον Φεβρουάριο θα μεταφερθεί στην Αθήνα, οπότε από τώρα σας λέω να μην τη χάσετε).

Και την «Βασίλισσα του χιονιού» του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν -μια παράσταση για παιδιά. Αλλά όχι απλώς ως άλλο ένα θεατροποιημένο παραμύθι. Αλλά μετασχηματισμένο απ’ τον Θοδωρή Αμπαζή -ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία-, με μουσική του και σε λιμπρέτο της -καλής- ηθοποιού- Σοφιάννας Θεοφάνους, σε όπερα! Αυτή κι αν είναι τολμηρή απόφαση! Σε μια επαρχιακή πόλη, όπερα για παιδιά -έστω και πάνω σ’ ένα γνωστό παραμύθι; Κι όμως! Δε λειτούργησε απλώς. Φίσκα είναι το θέατρο. Με τον Θοδωρή Αμπαζή -δραστήριος κι έξυπνος άνθρωπος- να ’χει προλειάνει το έδαφος στέλνοντας εκ των προτέρων στα σχολεία το cd με τη μουσική του έργου, ώστε τα παιδάκια να ’ναι προετοιμασμένα και να μην τα ξενίσει το άκουσμα. Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει: μια καλόγουστη παράσταση με την αισθητική που χαρακτηρίζει τον Κένι ΜακΛέλαν, ο οποίος, με κάθε άλλο παρά μεγάλο προϋπολογισμό..., υπογράφει ευφάνταστα σκηνικά και κοστούμια, και με έξι ικανούς τραγουδιστές/ηθοποιούς να στηρίζουν με θέρμη την πρόταση. 


Είδα την «Προδοσία», το μετατσεχοφικό αυτό αριστούργημα του Πίντερ, την Πρωτοχρονιά στο ΚΘΒΕ. Στο λεγόμενο «Νέο Υπερώο» του ΚΘΒΕ, στην Θεσσαλονίκη, στο κτίριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Στην άθλια αυτή, κακήν-κακώς διαμορφωμένη σε θέατρο επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης Σωτήρη Χατζάκη, αίθουσα. Κρύο και των γονέων, όλοι με τα παλτά και τα μπουφάν μας, στριμωγμένοι -καλό αυτό, σε τελευταία ανάλυση, για να ζεσταθούμε κάπως...-, σε κάτι καρέκλες που χωρούν άτομα κάτω των 50 κιλών... Αυτό δε μ’ εμπόδισε να χαρώ τη δουλειά της Γλυκερίας Καλαϊτζή που υπέγραφε τη σκηνοθεσία. Και που έδειξε πολύ καλά πως ξέρει τι σημαίνει Πίντερ, τι σημαίνουν οι παύσεις κι οι σιωπές του.
Εκείνο που δεν ήξερα, όταν έβλεπα την παράσταση, ήταν πως ο Νίκος Γεωργάκης -συμπρωταγωνιστής στην παράσταση μαζί με τον Άγη Εμμανουήλ και την Ειρήνη Μουρελάτου- έπαιζε με σπασμένο, λίγο πριν, πόδι. Και πως η παράσταση που είδα επρόκειτο να ’ναι η τελευταία. Λόγω του ατυχήματος, το ΚΘΒΕ διέκοψε τις παραστάσεις του έργου -χωρίς να ενημερώσει αν θα επαναληφθούν, μια κι ελάχιστες είχαν δοθεί- κι από αύριο μεταφέρει στο «Νέο Υπερώο» το «Με δύναμη από την Κηφισιά» των Κεχαϊδη-Χαβιαρά που ’χε ανεβάσει ο Γιάννης Ρήγας και παιζόταν στο «Μικρό Θέατρο» της Μονής Λαζαριστών. Η απόφαση ελήφθη μέσα σε λίγες ώρες και θα μπορούσα -μολονότι δεν κατάλαβα γιατί είναι καλύτερο να μείνει κλειστό το «Μικρό Θέατρο» κι όχι το «Νέο Υπερώο»...- να τη χαρακτηρίσω άμεση, κεραυνοβόλα λύση στο πρόβλημα. Αν σπουδή ανάλογη αυτής που επέδειξαν οι αρμόδιοι να στείλουν δελτίο Τύπου για την αλλαγή και να κατεβάσουν αστραπιαία τις φωτογραφίες και τις αφίσες της παράστασης Πίντερ απ’ τις προθήκες του θεάτρου, έδειχναν και για να ενημερώσουν για την απόφαση τη σκηνοθέτρια και τους ηθοποιούς που το ’μαθαν από... τρίτους. Το βρήκα απρεπές και αντικαλλιτεχνικό. Τουλάχιστον.
Με σπασμένο, πάντως, πόδι είδα να παίζει -πατερίτσες ή την κουβαλούσαν- κι η Αναστασία Δαλιάκα στη δεύτερη παράσταση του ΚΘΒΕ, που παρακολούθησα: τον «Δον Κιχώτη» του Μπουλγκάκοφ, τον οποίο ανέβασε -με μεταδραματικά τερτίπια που φοβάμαι πως παραφόρτωσαν και καταπλάκωσαν το κείμενο- ο Γιάννης Λεοντάρης τον οποίο πολύ εκτιμώ. Τι έπαθαν στο ΚΘΒΕ; Τους είπαν το break a leg για καλή τύχη και το πήρανε τοις μετρητοίς;




Της (Βορείου) Κορέας πρόκειται να γίνει εδώ, αν, ο μη γένοιτο..., δηλώνει, ο -ακόμα...- πρωθυπουργός μας Αντώνης Σαμαράς εν μέσω πολλών άλλων υλακών του απεγνωσμένου προεκλογικού παραληρήματός του.
Μετανοείτε αμαρτωλοί, τα ύστερα του κόζμου! Κάτι σαν κυρία Λουκά...
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...



Το σημερινό «Τέταρτο Κουδούνι» είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Σπάθη. Του Επιστήμονα, του Δάσκαλου, του Ιδεολόγου, του Μεγάλου Σεμνού που ’φυγε απ’ τη ζωή στις 29 Δεκεμβρίου. Τον γνώριζα πολύ λίγο αλλά απ’ όσα γνώριζα -και γνώριζα αρκετά- ανήκε, μαζί με τη σύντροφο της ζωής του Χρύσα Προκοπάκη, στους λίγους ανθρώπους του θεατρικού χώρου που εκτιμούσα κι εκτιμώ. Όχι μόνο για την αξία τους. Αλλά και για τη Συνέπεια και το Ήθος τους.