June 15, 2026

Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο…



Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια... 284



Τόσο έντονο και τόσης διάρκειας χειροκρότημα δεν ξέρω αν έχω ξανακούσει. Ίσως, μόνο, όταν έπαιξαν οι «Τόχο» την γιαπωνέζικη «Μήδεια» του Νιναγκάουα με τον Μικιτζίρο Χίρα στο Ηρώδειο ή το «Θέατρο Τέχνης» τους «Όρνιθες» του Κουν στην Επίδαυρο. Τώρα ήταν για τον Γιώργο Λούκο, πρόεδρο και διευθυντή, για δέκα χρόνια, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου -τότε το λέγανε «Ελληνικό Φεστιβάλ». Στο τέλος της προβολής του ντοκιμαντέρ «Στα χρόνια του Λούκου. 2005-2015», στον Χώρο Δ του συγκροτήματος «Πειραιώς 260», το συγκρότημα που εκείνος διαμόρφωσε -η πρώτη μεγάλη καινοτομία του μόλις ανέλαβε- καθιστώντας το την καρδιά του Φεστιβάλ. 
Ένα χειροκρότημα που ξεκίνησε μόλις τελείωσε η προβολή και έπεσε στην οθόνη το όνομα του εξαίρετου σκηνοθέτη Ηλία Γιαννακάκη κι εντάθηκε, όταν ζήτησαν απ’ τον Γιώργο Λούκο να σηκωθεί απ’ τη θέση που καθόταν, πλάι στην αδελφή του Ελένη και στον ανιψιό του -το γιο της-  Αχιλλέα, στην πρώτη σειρά, και που δεν τελείωνε απ’ τους όρθιους θεατές της κατάμεστης αίθουσας -οι πάντες ήταν εκεί, παρά τις χειρονομίες του τιμώμενου να σταματήσουμε. Είδα ανθρώπους να κλαίνε, σημάδι μεγάλης συγκίνησης αλλά και κάθαρσης για το φινάλε αυτό στην συνωμοσία που εξυφάνθηκε εναντίον του από ομάδα συγκροτημένη για να τον διώξει από τη θέση του και που ΑΔΙΚΩΣ πήρε το ΟΚ απ' τα τότε κυβερνητικά πόστα, υποστηρίχτηκε από συμφέροντα (καλλιτεχνικοί πράκτορες που ο Λούκος τους είχε παραμερίσει προς όφελος του Φεστιβάλ κ.α.) κι ενορχηστρώθηκε από εφημερίδα αριστερής (το όνειδος!) ιδεολογίας, αυτής που «γκρέμισε τον Λουκισμό»…, μ’ αφορμή οικονομικό θέμα, μ’ αποτέλεσμα να τον οδηγήσουν σε παραίτηση για να καταλήξει, μετά από χρόνια ταλαιπωρίας και οδύνης, στη δικαστική του δικαίωση.

Το ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη μιλάει, μέσα απ’ τις φωνές ηθοποιών, σκηνοθετών, άλλων καλλιτεχνών, δημοσιογράφων του πολιτιστικού…, για τη δεκαετία του Λούκου, χωρίς να αγνοήσει τα π. Λ. (προ Λούκου, 1955-2005) χρόνια του Φεστιβάλ με μεγάλα ονόματα που πέρασαν απ’ το Ηρώδειο, την Επίδαυρο, τον Λυκαβηττό…), Φεστιβάλ, όμως, που βάλτωσε, σιγά σιγά. Μπολιασμένο μ’ επίκαιρα της εποχής αλλά και με πλούσιο έντυπο και φωτογραφικό υλικό και με πολλά κινηματογραφημένα ή βιντεοσκοπημένα απ' τις επί Λούκου παραστάσεις και με τον ίδιο τον Γιώργο Λούκο σε αποσπάσματα από συνεντεύξεις του, συνεντεύξεις Τύπου, τηλεοπτικά πορτρέτα του.... Δεν αγνοεί κάτι αήθη δημοσιεύματα των «εχθρικά διακείμενων» -κάπου το μάτι μου έπεσε σε μια «κριτική» με τη λέξη «λουκουμόσκονη» στον τίτλο της...-, όπως δεν αγνοεί και τη συνωμοσία για την εξόντωση του Γιώργου Λούκου, μ’ άφθονα δημοσιεύματα της συγκεκριμένης εφημερίδας αλλά και με ορισμένες εύγλωττες συνεντεύξεις που έβαλαν τα πράγματα ακριβώς στη θέση τους. Η υποδοχή απ’ το κοινό στο ντοκιμαντέρ και στον ίδιο τον Λούκο απέδειξε ότι ισχύει το παλαιό «η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο».

Ακολούθησε -χωρίς, όμως, την παρουσία του Γιώργου Λούκου, που αποχώρησε κουρασμένος- στον κήπο, στο κατάφωτο «Τροχόσπιτο» -μια ιδέα της Όλιας Λαζαρίδου που την είχε εναγκαλιστεί  ο Λούκος-, ένα πρόγραμμα βαριετέ -με τραγούδια κυρίως-, με τον τίτλο «Μια νύχτα χάρισμά σου», με τον Άγγελο Τριανταφύλλου να συνοδεύει στο πιάνο και τον Αργύρη Ξάφη να ’ναι ο γεμάτος κέφι κομπέρ, πρόγραμμα που η ίδια η Όλια Λαζαρίδου οργάνωσε. Η οποία και άνοιξε τη βραδιά -αποκαλύπτοντας, ίσως, ρίζες της στο λαϊκό θέατρο- με το υπέροχο «Αχ, Μαρί», απ’ την επιθεώρηση του 1926 «Μπομπονιέρα» του Γρηγόρη Κωνσταντινίδη, που το λάνσαρε η Ζαζά Μπριλλάντη. Για να περάσουν απ’ τη σκηνή, στη συνέχεια, απ’ τον Μιχαήλ Μαρμαρινό -που τραγούδησε!- έως την Λυδία Φωτοπούλου και την Άντζελα Μπρούσκου, απ’ την Μελίνα Τανάγρη έως τον Χρήστο Στέργιογλου, απ’ την Χριστίνα Μαξούρη έως την Μαριάννα Κάλμπαρη και πλήθος άλλων.
Η είδηση: το ντοκιμαντέρ με διορθώσεις, συμπληρώσεις και προσθήκες απ’ τη βραδιά «Μια νύχτα χάρισμά σου» θα ξαναπροβληθεί στο Φεστιβάλ τον Σεπτέμβριο (Φωτογραφίες: Thomas Daskalakis).

June 13, 2026

Μια νύχτα χάρισμά Του

 
 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 283




Απόψε η βραδιά είναι του Γιώργου Λούκου. Του πρόεδρου και διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου για μια δεκαετία κι αναμορφωτή του θεσμού. Που εξωπετάχτηκε με δόλο από μια ομάδα εχθρικά διακείμενη, για λόγους προσωπικούς ή προσωπικών συμφερόντων, με, δυστυχώς, πολιτική επικάλυψη από μια αριστερή κυβέρνηση. Μια τιμητική βραδιά την οποία του όφειλαν αλλά αδιαφόρησαν οι διάδοχοί του, κάποτε με μικροψυχία. Και που οργανώνει, μόλις ανέλαβε -και μπράβο του!- ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, ενταγμένη στο πρόγραμμα του φετινού Φεστιβάλ. 
Στις 19.30, στο Χώρο Δ του συγκροτήματος της Πειραιώς 260 - που ο Λούκος διαμόρφωσε ανατρέποντας πλήρως, θετικά, την έως τότε εικόνα του Φεστιβάλ-, θα προβληθεί το μεγάλης διάρκειας ντοκιμαντέρ «2005-2015. Στα χρόνια του Λούκου» που δημιούργησε ο Ηλίας Γιαννακάκης και στη συνέχεια, στις 22.00, στον Κήπο, στο Τροχόσπιτο, θα ακολουθήσει η παράσταση - βαριετέ;- «Μια νύχτα χάρισμά σου» που ’χει επιμεληθεί η Όλια Λαζαρίδου. 
Είμαι ήδη συγκινημένος. Θα ’μαι εκεί. Θα ’μαστε εκεί. Κι ο Γιώργος Λουκος θα ’ναι εκεί. Οι «άλλοι», αυτοί που δολοπλόκησαν εναντίον του, και συγγνώμη δε ζήτησαν, δε θα ’ναι εκεί. Δε θα μας λείψουν. Ας μείνουν με το δηλητήριό τους. Και σίγουρα όχι με τις τύψεις τους…

June 2, 2026

Στο Φτερό / Τα λασπωμένα ροζ αθλητικά

 

«Σταθμός Ω» του Γιώργου Χριστοδούλου. Σκηνοθεσία; Δημήτρης Τσικούρας (Τσικ).
 



Έφηβος που βαφόταν, φορούσε πολύχρωμα ρούχα και ροζ αθλητικά -που «προκαλούσε»-, ο Αντώνης, γιος καθηγητή στο σχολείο, με μάνα να έχει πεθάνει από καρκίνο, ήταν ο δακτυλοδεικτούμενος στο χωριό του. Κάπου στην Ελλάδα. Και όταν ζωγράφισε, στον παλιό σταθμό του τρένου, ένα τεράστιο γκράφιτι με μία πολύχρωμη Παναγία και τον νεκρό Χριστό στην αγκαλιά της -μία Πιετά-, όπου τα φωτοστέφανα ήταν στα χρώματα του ουράνιου τόξου, τα μαλλιά του Χριστού, ενός Χριστού χωρίς γένια, ανέμιζαν κάτω από το ακάνθινο στεφάνι και τα χείλια του ήταν βαμμένα κόκκινα, φούντωσε εναντίον του το μπούλινγκ -πόλεμος! Μόνον η Κατερίνα, η «ξορκιστή», ένα κορίτσι επίσης «διαφορετικό» λόγω της 
επιληψίας του -φίλη του- και ο Αλέξανδρος, με τον οποίο είχαν δημιουργήσει κρυφή σχέση, έμειναν κοντά του. Ώσπου τη μέρα της «Γιορτής» -του πανηγυριού του χωριού-, με τους Κουδουνάδες κρυμμένους πίσω από τις μάσκες τους, εκείνοι, με εξασφαλισμένη την ανωνυμία τους, του ρίχτηκαν, τον έδειραν, τον εξευτέλισαν -τραβούσαν και βίντεο- και τον ανάγκασαν να φύγει από το σπίτι του, παρά την υποστήριξη του πατέρα του, και από το χωριό και να εξαφανιστεί: ο Αντώνης «αγνοείται». Έρευνες, ανακρίσεις, ένα από 

τα παιδιά που του έκαναν μπούλινγκ, ο Βασίλης -ο Μπίλι-, ο γιος του φυλακόβιου του χωριού, συγκεντρώνει τις περισσότερες υποψίες ότι ακολούθησε τον Αντώνη και τον σκότωσε. Μολονότι, ο φίλος του Μπίλι, ο Νικόλας, ο γιος του Αστυνόμου που κάνει τις ανακρίσεις, προσπαθεί να τον καλύψει, ο Μπίλι παραπέμπεται σε δίκη. Η μαρτυρία ενός τσοπάνη, ότι τον  

είδε να κουβαλάει με ένα καρότσι εργασίας κάτι σκεπασμένο από το οποίο εξείχε ένα πόδι -προφανώς το πτώμα- και DNA του Αντώνη που βρήκαν στο καρότσι οδηγούν στην καταδίκη του σε ισόβια, αν και πτώμα δεν βρέθηκε. Ο πατέρας, όμως, του Αντώνη, επί εννιά χρόνια, μετά την απόφαση, ζει στην ανυπαρξία: δεν μπόρεσε να θρηνήσει το σώμα του παιδιού του και να το θάψει. Και πηγαίνει να βρει το δολοφόνο. Όταν εκείνος του αποκαλύπτει πού είναι το πτώμα -μέσα στη λάσπη, στον ποταμό  

που κυλάει πλάι στο χωριό- και του ζητάει συγγνώμη, το μίσος του πατέρα που ήθελε να τον σκοτώσει σβήνει και του λέει «ευχαριστώ». Ο Γιώργος Χριστοδούλου, ο συγγραφέας του έργου -το δεύτερό του, μετά τον πολύ καλό «Συνεργό» που παρουσιάστηκε τις σεζόν 2022/2023 και 2023/2024 στο θέατρο «Επί Κολωνώ- «Σταθμός Ω», σε 24 σκηνές (από Α έως Ω) παραπέμπει στη ραψωδία Ω της «Ιλιάδας», όπου ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα να του δώσει το σώμα του γιου του Έκτορα που ο Αχιλλέας σκότωσε, για να το θρηνήσει και να το θάψει. Αλλά μιλάει για την ομοφοβία, τη συνενοχή, τη συγχώρηση… Ο συγγραφέας -ο οποίος πιστεύω πως εμπνεύστηκε από τις υποθέσεις της εξαφάνισης, το 2006, στην Βέροια, του 11χρονου Άλεξ Μεσχισβίλι που το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ και της εξαφάνισης, το 2015, στα Γιάννινα,  του 20χρονου κρητικού φοιτητή Βαγγέλη Γιακουμάκη που βρέθηκε νεκρός, μαχαιρωμένος, χωρίς να αποκαλυφθεί ο φονιάς του, παιδιών που υφίσταντο άγριο μπούλινγκ- επιλέγει ένα ραψωδιακό τρόπο αφήγησης και, ενώ, βασικά, ακολουθεί τον ρεαλιστικό δρόμο, τον διανθίζει, μέσα από την παρουσία του 

δίδυμου Θάνατος - Ύπνος, με έναν λορκικό λυρισμό. Συγγενικό θεματικά με το πρώτο του έργο -μία γυναικοκτονία το θέμα του, τότε- έπεσε στα χέρια ενός νέου σκηνοθέτη, του Δημήτρη Τσικούρα (Τσικ) που, με σύμβουλο δραματουργίας την Αρίστη Τσέλου και δραματολόγο της παράστασης την Εύα Σαραγά, έκανε επεμβάσεις στο έργο, πιστεύω όχι βλαπτικές, του έδωσε σωστούς ρυθμούς και σε ορισμένες σκηνές το ανέδειξε, το υπερέβη και το εκτόξευσε προσφέροντας βαθιά συγκίνηση. Τα σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη -αυτό το πρώτο τελάρο με τα υπέροχα χρώματα και το γκράφιτι που αποκαλύπτεται στο τέλος, από κάτω του, φωτισμένα επάξια από την Χριστίνα Θανάσουλα, ενίσχυσαν την παράσταση, όπως και οι καίριες μουσικές του Γιώργου Στεφανακίδη. Από τα κοστούμια της Αλεξάνδρας Σταμάτη, υπέροχο και καθόλου κραυγαλέο, όπως υπήρχε κίνδυνος να βγει, του Αντώνη αλλά 
κάπως χοντροφτιαγμένα του δίδυμου Θάνατος - Ύπνος. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τσικούρας οδήγησε σωστά τους ηθοποιούς του που είχαν αναλάβει περισσότερους από ένα ρόλους (Ζωή Κουσάνα, Παναγιώτης Παντέρας -Αντώνης με μέτρο-, Αλεξάνδρα Χασάνι, ενώ ο ίδιος ήταν ο Μπίλι της παράστασης). Θα ξεχωρίσω, όμως, τον Στέφανο Πίττα: ο Πατέρας του ήταν συγκλονιστικός, χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματικός. Η εγκατάλειψη και η «ακινησία» του, όταν σιγουρεύεται για το θάνατο του γιου του, και η κίνησή του -κίνηση νευρόσπαστου που υποβοηθούν οι άλλοι ηθοποιοί- όπως και η σκηνή του με τον Μπίλι θα μου  
 
μείνουν. Όπως και η Πιετά που δημιουργείται ζωντανά μπροστά από την αποκάλυψη του γκράφιτι. Μία παράσταση που, πριν παιχτεί στην Αθήνα, πολύ σωστά. περιόδευσε. Και που, νομίζω, θα έπρεπε να βρει μία δεύτερη ευκαιρία για να τη δει περισσότερος κόσμος. έστω και εκτός Εθνικού το οποίο δεν την έχει προγραμματίσει στις επαναλήψεις της επόμενης σεζόν. Συγκινήθηκα πολύ (Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης). 

(Το προσεκτικά φτιαγμένο -υπεύθυνη Μαρία Καρανάνου- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης περιέχει το κείμενο του έργου χωρίς τις περικοπές της παράστασης).

Εθνικό Θέατρο / Κτίριο Τσίλερ-Πλαγία Σκηνή, «Η Γλώσσα της αποκέντρωσης», 29 Μαΐου 2026.

May 25, 2026

Στο Φτερό / Γκαζοτενεκέδες και «αλλιώτικα» κρουστά

 
«Ensemble KNM Berlin»: συναυλία «Crippled Symmetries. Μοτίβα στη Σύγχρονη Μουσική».
 


Όχι ότι δεν μας έχει συνηθίσει στις εκπλήξεις η «Εναλλακτική Σκηνή» της Λυρικής. Αυτή τη φορά ήταν το πολύ σημαντικό βερολινέζικο σύνολο «Ensemble KNM Berlin» («Kammerensemble Neue Musik Berlin» ήτοι «Σύνολο Δωματίου για Νέα Μουσική Βερολίνου»). Ήρθε με δύο έργα: ένα δίπτυχο πειραματικής μουσικής -προχωρημένη πρωτοπορία- με τον γενικό τίτλο «Crippled Symmetries (Ανάπηρες, σακατεμένες 
συμμετρίες). Μοτίβα στη Σύγχρονη Μουσική».  «...make beauty out of debris...» («...να φτιάχνεις ομορφιά από τα συντρίμμια...»), το πρώτο που παίχτηκε. Της Αργεντινής Άνα Μαρία Ροδρίγες και του Μεξικανού Χουάν - Φελίπε Βάτζερ που το συνυπογράφουν. Ένας φόρος τιμής στους cantoneros, τους παρίες της Αργεντινής, που στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2001-2002 ξαμολήθηκαν στους δρόμους και για να επιζήσουν μάζευαν από τα συσσωρευμένα σκουπίδια χαρτόνια και απορρίμματα από τα οποία, ανακυκλωμένα και μετασχηματισμένα, προσπαθούσαν να βγάλουν λίγα λεφτά. Μουσικά όργανα με την κλασική έννοια δεν υπήρχαν στη σκηνή. Λάπτοπ μόνο και αντικείμενα που μπορούσαν να παράγουν ήχους: καλαμάκια
καρφωμένα σε ένα χαρτόκουτο από σπαράγγια, που τα χτυπούσαν με λεπτές μπαγκέτες, καλαμάκια που τα φυσούσαν με το στόμα, ένας πλαστικός σωλήνας που επίσης φυσούσαν με το στόμα, ένας χοντρός σωλήνας από χαρτόνι που παρήγαγε ήχο, χαρτόκουτα, γκαζοτενεκέδες για ελαιόλαδο… Και ανάμεσα, τρεις επιδαπέδιες οθόνες που πάνω τους προβάλλονταν βίντεο με τους cantoneros επί το έργον αλλά, κατόπιν, και άλλου είδους, πιο χαρούμενα, πιο αισιόδοξα -εξ ου και ο τίτλος του έργου. Η ατμόσφαιρα  απόγνωσης αλλά και λύτρωσης που οι δύο

συνθέτες-μουσικοί ήθελαν να ζωντανέψουν αποδόθηκε με ένταση. Δεύτερο έργο του προγράμματος, το «… a drop on my fingers, two lips as a fuzz, a sun on our heads (is the pattern) («…μία σταγόνα στα δάχτυλά μου, δύο χείλη σαν χνούδι, ένας ήλιος στα κεφάλια μας 
(είναι το μοτίβο)») του δικού μας Ζήση Σέγκλια που είχαμε ιδιαίτερα εκτιμήσει τη δουλειά του στο «Όχι εγώ» του Σάμουελ Μπέκετ, το οποίο ανέβασε, επίσης στην Εναλλακτική, ο Σάββας Στρούμπος, τη σεζόν 2022/2023. Το κομμάτι -θα μπορούσαν και τα δύο της βραδιάς να καταταχτούν στο είδος της «Συγκεκριμένης Μουσικής (Musique Concrète), ίσως- έχει  
εξαιρετικό ενδιαφέρον: επτά μουσικοί επί σκηνής, με κορυφαίο τον Μίχαελ Βάλαχερ στα κρουστά. Είναι αυτός που πρωτοστατεί και αρχίζει το κομμάτι χτυπώντας ένα γκονγκ. Στη διάρκειά του, «οδηγεί» τη σύνθεση μεταβαίνοντας τελετουργικά από το ένα κρουστό στο άλλο: «ορθόδοξα» κρουστά, τρεις «σουπιέρες» -γυάλινη, ξύλινη, τσίγκινη- που, μέσα τους, ρίχνει μεταλλικά σφαιρίδια και τα ανακινεί, ένα μεγάλο τύμπανο… Παράλληλα, κάποιοι από τους έξι άλλους μουσικούς (βιολί, βιόλα,

βιολοντσέλο, κοντραμπάσο, μπάσο κλαρινέτο αλλά και κοντραμπάσο κλαρινέτο, όρθιοι, αραιά παραταγμένοι), προς το τέλος, αφήνουν τα όργανά τους και αναδεύουν χαρτόνια και χαρτιά ή αλυσίδες ή μπουκάλια, μέσα σε χαρτόκουτα -τα μπουκάλια και άλλα μικροαντικείμενα που βγάζουν ήχο, στο τέλος, τα πετούν γύρω τους. Το κομμάτι κλείνει με τον επί των κρουστών να υψώνει αργά το μεγάλο τύμπανο. 
 
Μία αίσθηση τελετουργική, λυρική, γοητευτική και ένα αποτέλεσμα που αφήνει την εντύπωση ότι ο συνθέτης έχει πολλά, εμπρός του, να προσφέρει. Είναι κρίμα που, για πρώτη φορά, είδα την αίθουσα της Εναλλακτικής τόσο «αραιοκατοικημένη»… Το κοινό μας δεν είναι συνηθισμένο σε αυτό το είδος μουσικής αλλά κάνει καλό να το «εκπαιδεύουμε» (Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος).

(Ως πρόγραμμα της παράστασης, μία καρτολίνα κατατοπιστική).

 

Εθνική Λυρική Σκηνή / Εναλλακτική Σκηνή, Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», «Ensemble KNM Berlin», 21 Μαΐου 2025. 

May 18, 2026

Διαμάντια ξεχασμένα

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 282 

Στο youtube: δυο «τόμοι» μ’ έξι «αναρτήσεις» ο καθένας, γύρω στις τρεις με τέσσερις ώρες η καθεμιά, συνολικά 21+21, περίπου, ώρες, με το γενικό τίτλο «Romantic Piano Concertos» (https://VA.lnk.to/Romanticvol1 και https://VA.lnk.to/Romanticvol2). Θησαυρός! Αυτά ακούω τελευταία. Μετά πάθους. Εμμονικά.
Πρόκειται για τη μεταφορά ενός σετ 40 cd που περιέχουν μια πληθώρα κοντσέρτων για πιάνο του 19ου αιώνα, γραμμένων από συνθέτες -πάνω από 60-  που για κάποιο λόγο έχουν παραμεληθεί απ’ την ιστορία, που μπορεί, για διάφορους λόγους, «να ’χασαν τη μάχη» ενάντια στα μεγάλα ονόματα, αλλά, παρ’ ολ’ αυτά, έγραψαν πολύ ελκυστικά, εντυπωσιακά και λαμπρά κοντσέρτα για πιάνο, το οποίο, σε πολλές περιπτώσεις, ήταν το «δικό τους» όργανο. Ή κοντσέρτων για πιάνο συνθετών γνωστών, τα οποία παραμελήθηκαν έναντι άλλων, πιο προβεβλημένων, δικών τους που παίζονται συχνά. 
Έχω ακούσει τις πέντε απ’ τις έξι «αναρτήσεις» του πρώτου «τόμου» κι ανάμεσά τους υπάρχουν διαμαντάκια ή και διαμάντια. Ενδεικτικά αναφέρω -πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω- το Δεύτερο του Καρλ Μαρία φον Βέμπερ ή το Τέταρτο του Αντόν Ρουμπινστάιν.
Κι απορώ: γιατί οι ορχήστρες -όλες ή έστω οι περισσότερες- τα ’χουν αγνοήσει; Και, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, γιατί η δική μας Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, που ’χει ανεβάσει τόσο το επίπεδό της, παραμένει στα ίδια και στα ίδια ρομαντικά κοντσέρτα για πιάνο -το Πρώτο του Τσαϊκόφσκι ή το Δεύτερο του Ραχμάνινοφ, που ’ναι δημοφιλή;  Γιατί ακριβώς είναι δημοφιλή; Έστω και σε κάποια ακόμη. Έχουμε ψιλοβαρεθεί. 
Θα μου πουν «αυτά που λες δεν τραβάνε το κοινό», «δεν είναι γνωστά τα ονόματα των συνθετών»... Μα απ’ τις αποστολές μιας κρατικής ορχήστρας -γι αυτό και επιχορηγείται- δεν είναι κι η εκπαιδευτική; Κι εννοώ να παιδεύσει το κοινό ανοίγοντάς του καινούργιες πόρτες. Και δε λέω αυτό να γίνεται σε κάθε συναυλία αλλά έστω σε μια κάθε σεζόν. Δεν θα ’ρθουνε μια φορά, δυο φορές, σιγά - σιγά, θα συνηθίσουν.