January 17, 2026

Μια συνάντηση που κατέληξε σε μια μεγάλη φιλία


Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 271



Πρόσφατα έγραφα για την «Εναλλακτική Σκηνή» της Λυρικής. Ότι δεν παύει να μας κάνει εκπλήξεις. Ευχάριστες βασικά εκπλήξεις. Η καινούργια λέγεται «Μπεν και Ίμο». Άχρωμος τίτλος, μπήκα από περιέργεια στη σελίδα της Λυρικής -τα δελτία Τύπου πέφτουν βροχή, δεν προλαβαίνω να τα καλοδιαβάσω -να δω περί τίνος πρόκειται. 
Και διαβάζω πως ο Μπεν του έργου είναι ο κορυφαίος άγγλος συνθέτης του 20ου αιώνα Μπέντζαμιν Μπρίτεν και η Ίμο, η Ίμοτζεν Χολστ, κόρη του επίσης άγγλου συνθέτη Γκούσταβ Χολστ, συνθέτρια και η ίδια. Και ότι πρόκειται για τη συνάντησή τους ενόψει της σύνθεσης από τον αγχωμένο, λόγω περιορισμένου χρόνου που έχει στη διάθεσή του, Μπρίτεν της όπερας «Γκλοριάνα,» με θέμα τη βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας, παραγγελίας για να παιχτεί το 1953, ενόψει των εορτασμών με αφορμή τη στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, με την προοπτική η Χολστ να δουλέψει ως βοηθός του. Συνάντηση που εξελίχτηκε, μέσα από συγκρούσεις δυο διαφορετικών χαρακτήρων, σε στενή φιλική σχέση ανάμεσα στον ιδιότροπο ομοφυλόφιλο συνθέτη που είχε μόνιμο σύντροφο τον κορυφαίο τενόρο Πίτερ Πίαρς και στην γεμάτη ενέργεια νέα γυναίκα. 
Όταν διάβασα και ότι το έργο -το πιο πρόσφατό του (2024)- υπογράφει ο ριζοσπαστικός αλλά και καλός Μαρκ Ρέιβενχιλ (του Shopping and Fucking»), ότι σκηνοθετεί ο καλλιεργημένος και σοβαρός Γιώργος Σκεύας και ότι πρωταγωνιστούν δυο εξαίρετοι ηθοποιοί που πολύ εκτιμώ, ο Άρης Μπαλής και, κυρίως, η Αγγελική Παπαθεμελή, ενώ συμμετέχει κι η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ, τότε αποφάσισα να πάω τρέχοντας. Και μάλιστα -μολονότι δεν αγαπώ τις πρεμιέρες- την πρώτη μέρα, την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου ελπίζοντας πως κι η παράσταση θα παρουσιάζει το ίδιο ενδιαφέρον με το θέμα του έργου. Στην «Εναλλακτική», λοιπόν, στην «Εναλλακτική»! 

January 16, 2026

Στο Φτερό / Αθάνατη υπεραιωνόβια πολυαγαπημένη ή Ο χορός που σκοτώνει ή Κινούμενο γλυπτό

 

«Ζιζέλ ή Τα βίλι» / Χορογραφία: Μαριούς Πετιπά κατά τους Ζαν Κοραλί και Ζουλ Περό. Λιμπρέτο (Χάινε, Ουγκό) Τεοφίλ Γκοτιέ - Ζουλ-Ανρί Βερνουά ντε Σεν-Ζορζ. Μουσική Αντόλφ Αντάμ με προσθήκες των Φρίντριχ Μπούγκμίλερ και Μπορίς Ασάφιεφ / Μουσική διεύθυνση: Χοσέ Σαλασάρ.
 



Σε ένα μεσαιωνικό χωριό της κοιλάδας του Ρίνου, η Ζιζέλ, ευγενική αλλά με εύθραυστη καρδιά χωριατοπούλα που λατρεύει το χορό αλλά δεν της επιτρέπεται να κουράζεται πολύ χορεύοντας, ερωτεύεται τον κόμη Άλμπρεχτ, μεταμφιεσμένο σε χωρικό και κρυμμένο πίσω από το ψευδώνυμο 

Λόις, ενώ απορρίπτει τον βαθιά ερωτευμένο μαζί της. συγχωριανό της δασοφύλακα Ιλαρίωνα, Ο Ιλαρίων που ζηλεύει τρελά ψάχνει την πραγματική ταυτότητα του Άλμπρεχτ και, όταν στο χωριό φτάνουν ο Δούκας του Κούρλαντ με την κόρη του κόμισα Μπατίλντα με την οποία ο Άλμπρεχτ είναι  

αρραβωνιασμένος, την αποκαλύπτει. Η Ζιζέλ, συντριμμένη από την προδοσία του Άλμπρεχτ που προφανώς έπαιζε μαζί της, τρελαίνεται και χορεύει μέχρι να πεθάνει. Στη δεύτερη πράξη η Ζιζέλ είναι πια με τα βίλι, φαντάσματα κοριτσιών που πέθαναν πριν από το γάμο τους και που, με βασίλισσά τους την Μίρτα, στοιχειώνουν το δάσος επιζητώντας, μέσα στη νύχτα, 
εκδίκηση από τους άντρες. Θύμα τους πέφτει ο πάντα ερωτευμένος Ιλαρίων που έρχεται μεσάνυχτα στον τάφο της Ζιζέλ φέρνοντας λουλούδια. Αλλά εκεί έρχεται και ο Άλμπρεχτ, με ένα μπουκέτο κρίνα, μετανιωμένος που έμμεσα προκάλεσε το θάνατο της Ζιζέλ και συνειδητοποιώντας ότι την αγαπάει. Τα εκδικητικά βίλι χορεύουν εξαντλητικά μαζί του θέλοντας να τον 
σκοτώσουν  αλλά η Ζιζέλ, που αντιλαμβάνεται ότι την αγαπά, τον συγχωρεί και τον υπερασπίζεται, αν και η Μίρτα είναι ανυποχώρητη. Όμως ο Άλμπρεχτ, με τη στήριξή της, αντέχει χορεύοντας μαζί της μέχρι την αυγή, όταν πια τα βίλι γίνονται ανίσχυρα. Και επιζεί ενώ η Ζιζέλ χάνεται στο δάσος με τα άλλα βίλι. Το μπαλέτο «Ζιζέλ ή Τα βίλι», απόγειο του ρομαντισμού, σε μουσική Αντόλφ Αντάμ, πάνω σε υπόθεση των -βασισμένων σε ένα δοκίμιο του Χάινριχ Χάινε και

σε ένα ποίημα του Βικτόρ Ουγκό- Τεοφίλ  Γκοτιέ και Ζουλ-Ανρί Βερνουά ντε Σεν-Ζορζ πρωτοπαρουσιάστηκε το 1841 με χορογραφίες των Γάλων Ζαν Κοραλί και -για την Α’ χορεύτρια- Ζουλ Περό. Αλλά έμεινε στην ιστορία του χορού χάρη στη 

χορογραφία του Μαριούς Πετιπά  (1884) ο οποίος, πάντως, άντλησε από την αρχική. Και αν η πρώτη πράξη είναι πολύ αφελής -παραμυθένια-, με αρκετή παντομίμα, η δεύτερη παραμένει ένα αξεπέραστο αριστούργημα -ένα «γλυπτό», όπου η «εμπλοκές» των 18 -στη συγκεκριμένη παράσταση- χορευτριών-βίλι δημιουργούν μία  
συναρπαστικής αισθητικής κινούμενη εικόνα  Η μουσική του Αντάμ -στην παρούσα παράσταση παίζεται με προσθήκες των Φρίντριχ Μπούγκμίλερ και Μπορίς Ασάφιεφ- δεν είναι μεγάλων αξιώσεων αλλά βρίθει ελκυστικών μελωδιών και είναι ιδιαίτερα «μπαλετική», εμπνέοντας γοητευτικές χορογραφικές λύσεις. Χιλιοειδωμένη η «Ζιζέλ», θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχει εξαντλήσει τα όριά της και όμως επανέρχεται διαρκώς -αθάνατη σαν τα βίλι! Ίσως οι χορογραφίες του Πετιπά «ευθύνονται». Το Μπαλέτο της ΕΛΣ μετακάλεσε τις Ισπανίδες Βερόνικα Βιγιάρ και Ελένα Ιγκλέσιας για  να αναβιώσουν και να προσαρμόσουν τη  
χορογραφία του Πετιπά. Και το αποτέλεσμα προέκυψε απολύτως επιτυχημένο. Τα σκηνικά της Διδώς Γκόγκου -έξοχα φωτισμένα από την Ελευθερία Ντεκώ που έδωσε ανάγλυφα την απόκοσμη 
ατμόσφαιρα της δεύτερης πράξης- και τα κοστούμια της -υπέροχοι οι χρωματικοί συνδυασμοί στην πρώτη πράξη- έχουν βοηθήσει αποφασιστικά. Ο νεαρός βενεζουελάνος αρχιμουσικός Χοσέ Σαλασάρ στο πόντιουμ οδήγησε την Ορχήστρα της ΕΛΣ χωρίς καθόλου ρουτινιέρικη διάθεση όπως συχνά συμβαίνει όταν οι 
ορχήστρες συνοδεύουν παραστάσεις μπαλέτου. Το κορ ντε μπαλέ, ενισχυμένο από σπουδαστές της Ανώτερης Επαγγελματικής Σχολής Χορού της ΕΛΣ, αποδίδει επαρκέστατα τις περίπλοκες χορογραφίες. Από τη διανομή, πολύ καλή η Όλγα Μάρκαρη (Μίρτα) και ακόμα καλύτερος ο Βαγγέλης Μπίκος -πρώτη φορά είδα να χορεύεται ο Ιλαρίων, ρόλος καρακτέρ, με τόση λεπτότητα- ενώ και οι άλλοι δευτερεύοντες ρόλοι ήταν 
σωστοί. Από τους δύο μετακλημένους πρωταγωνιστές, έξοχη Ζιζέλ η Λευκοροσίδα
Ξένια Οβσιάνικ και ικανοποιητικότατος Άλμπρεχτ ο Κουβανός Αλεχάντρο Βιρέγιες. Μία παράσταση που την ευχαριστήθηκα και που είμαι σίγουρος ότι θα κρατηθεί στο ρεπερτόριο του Μπαλέτου της Λυρικής Σκηνής. Το αξίζει (Φωτογραφίες: 1,7,11 Γιάννης Αντώνογλου, 2,3,4,5,6,8,9,10 Ανδρέας Σιμόπουλος). 

(Εξαιρετικό, καθώς εξαντλεί το θέμα «Ζιζέλ» από όλες τις πλευρές, το δίγλωσσο -ελληνικά και αγγλικά- έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -υπεύθυνη έκδοσης Σοφία Κομποτιάτη).

Εθνική Λυρική Σκηνή / Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», Μπαλέτο Εθνικής Λυρικής Σκηνής, 3 Ιανουαρίου 2026.

January 15, 2026

Από το μιούζικαλ στον Καραγκιόζη: η διαφορετικότητα της «Εναλλακτικής Σκηνής».

 

 Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 270


Η «Εναλλακτική Σκηνή» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δεν παύει να μας κάνει εκπλήξεις. Όλο και φιλοξενεί παραστάσεις ή συναυλίες εκτός του πεδίου της αμιγούς όπερας αλλά σχετικές, πολύ ή λίγο, με το είδος και, γενικότερα, με τη μουσική. Και πολύ καλά κάνει. Διότι η μουσική δεν είναι μία. Ανάμεσα στα είδη από τα οποία κορφολογεί είναι το μιούζικαλ, η οπερέτα, το μουσικό θέατρο... 
Μικρή σχετικά η σκηνή της την οδηγεί από το μιούζικαλ να επιλέγει «μικρές» ή «διαφορετικές» δημιουργίες, όπως, παλαιότερα, το «The Last Five Years» του Τζέισον Ρόμπερτ Μπράουν -ήταν μία υπέροχη παράσταση- ή το «Into the Woods» του Στίβεν Σόντχάιμ. Αυτή τη φορά ήταν το «Tick, Tick… Boom», ένα ημιαυτοβιογραφικό, μικρών διαστάσεων μιούζικαλ του Τζόναθαν Λάρσον που πέθανε στα 34 χρόνια του, πριν το δει ολοκληρωμένο από φίλους του (2001) στην Off Broadway σκηνή. Τα τρία βασικά πρόσωπά του, ο Τζον, ένας νεαρός συνθέτης που παλεύει να ολοκληρώσει ένα μιούζικαλ ενώ δουλεύει σερβιτόρος αλλά που παλεύει και ανάμεσα στην απογοήτευση και την αισιοδοξία, η χορεύτρια κοπέλα του, ο στενός παιδικός του φίλος που εγκατέλειψε τα όνειρά του για θέατρο και κατέληξε επιτυχημένος στο μάρκετινγκ αλλά είναι φορέας του AIDS -είμαστε στο 1990. Η Έμιλυ Λουίζου υπέγραφε τη φιλότιμη αλλά χωρίς εξάρσεις σκηνοθεσία αλλά τα τρία παιδιά που κρατούσαν τους ρόλους (Πάρις Παρασκευαϊδης, Δανάη Βασιλοπούλου, Αργύρης Λάμπρου) έδωσαν φτερά στην παράσταση. 


Άλλου παπά ευαγγέλιο ήταν η επόμενη παράσταση της «Εναλλακτικής»: Καραγκιόζης! Αλλά «Ο Καραγκιόζης Ριγολέττος». Ο ηθοποιός-σκηνοθέτης Δημήτρης Δημόπουλος και ο καραγκιοζοπαίκτης Αλέξανδρος Μελισσινός έγραψαν ένα ευφυές κείμενο που συνδέει τον Καραγκιόζη με τον Ριγολέττο του Βέρντι, καθώς η Βεζυροπούλα επιλέγει τον καμπούρη ήρωα του Θεάτρου Σκιών ως τον καταλληλότερο να ερμηνεύσει τον καμπούρη επώνυμο ρόλο στην παράσταση της όπερας η οποία θα δοθεί στο λυρικό θέατρο που ίδρυσε και στην οποία η ίδια θα ερμηνεύσει την Τζίλντα. Ο Αλέξανδρος Μελισσινός κινούσε τις φιγούρες πίσω από τον μπερντέ ενώ ο βαρύτονος Γιάννης Σελητσανιώτης, η σοπράνο Μαριλένα Στριφτόμπολα και ο τενόρος Μάνος Κοκκώνης τραγουδούσαν τις βασικές άριες του βερντιάνικου έργου, με τον Μάρκο Κώτσια να συνοδεύει στο πιάνο, σε μουσική προσαρμογή της Λίνας Ζάχαρη και ο Δημήτρης Δημόπουλος είχε αναλάβει, ως αφηγητής, τις αναγκαίες, διαφωτιστικές για την υπόθεση, πρόζες-γέφυρες. Μία παράσταση πολύτιμη για τα παιδιά. Που τους φέρνει σε μία πρώτη επαφή με την όπερα μέσα από την ευθυμία και το καλό γούστο (Φωτογραφίες: 1 Ανδρέας Σιμόπουλος, 2 Γιάννης Αντώνογλου). 

January 14, 2026

Στο Φτερό: Όπερα κοντσερτάντε με δυναμική


«Σαλώμη» του Ρίχαρντ Στράους, λιμπρέτο (γερμανική μετάφραση της Χέντβιχ Λάχμαν του έργου του Ουάιλντ) Ρίχαρντ Στράους. Συναυλιακή παρουσίαση. Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός. Σολίστ: Ελένα Στίχινα και Κατερίνα Οικονόμου, σοπράνο, Βόλφγκανγκ Άμπλινγκερ-Σπερχάκε,  Βασίλης Καβάγιας, Ανδρέας Καραούλης, Γιάννης  Φίλιας και Διονύσης Μελογιαννίδης, τενόροι, Δημήτρης Τηλιακός και Γιάννης Σελητσανιώτης, βαρύτονοι, Νεφέλη Κωτσέλη, μέτζο σοπράνο, Διονύσης Τσαντίνης, μπασοβαρύτονος, Αλέξανδρος Λούτας, μπάσος. 
 



Η Σαλώμη, κόρη -από τον πρώτο της σύζυγο Ηρώδη Β΄ Φίλιππο, πρίγκιπα της Ιουδαίας- της Ηρωδιάδας η οποία τον εγκατέλειψε για τον ετεροθαλή αδελφό του, τον Ηρώδη Αντύπα, Τετράρχη της Ιουδαίας, ποθεί -ένα πάθος εμμονικό, υστερικό- χωρίς ανταπόκριση, τον Ιωάννη τον Βαπτιστή -τον Πρόδρομο- που, επειδή εκτόξευε κεραυνούς κατά της μητέρας 
της για τη ζωή της και το γάμο με τον αδελφό του άντρα της, ο Ηρώδης Αντύπας τον έχει κλείσει σε ένα μπουντρούμι. Η Ηρωδιάδα αντιλαμβανόμενη πως ο άντρας της επιθυμεί τη νεαρή Σαλώμη, την ωθεί να χορέψει μπροστά του ένα αισθησιακό χορό πετώντας από πάνω της, ένα-ένα, επτά πέπλα και εκείνος της υπόσχεται να της δώσει ό,τι επιθυμεί. 
Με υποβολέα τη μητέρα της εκείνη του
 
ζητάει το κεφάλι του Ιωάννη. Ο Ηρώδης προσπαθεί να το αποφύγει γιατί φοβάται τις αντιδράσεις αλλά, τελικά, αναγκάζεται να τηρήσει την υπόσχεσή του. Φέρνουν το κεφάλι του Ιωάννη, «επί πίνακι» και η Σαλώμη, τρελή από πόθο, το φιλάει στα χείλη -νεκροφιλία! Ο Ηρώδης, τρομαγμένος από την τροπή που πήρε
το πράγμα, δίνει διαταγή να τη σκοτώσουν. Από το βιβλικό επεισόδιο, μεταξύ ιστορίας και μύθου, ο Ιρλανδός Όσκαρ Ουάιλντ εμπνεύστηκε, διανθίζοντάς το, την «Σαλώμη» ένα τολμηρό μεγάλο μονόπρακτο που έγραψε στα γαλικά (1893, πρώτο ανέβασμα στην Γαλία 1896) και το οποίο απαγορεύτηκε στην Αγγλία και σε άλλες χώρες για αρκετά χρόνια -ο αισθητισμός, το κίνημα στο τέλος του 19ου αιώνα στο οποίο κατατάσσεται η «Σαλώμη», αποσυνέδεε την τέχνη από την ηθική και αυτό δεν

συμβάδιζε με τη βικτοριανή σεμνοτυφία και τον πουριτανισμό της εποχής. Βασισμένος στη γερμανική μετάφραση του έργου από την Χέντβιχ Λάχμαν, ο Γερμανός Ρίχαρντ Στράους έγραψε το, πολύ κοντά στο έργο του Ουάιλντ, λιμπρέτο και συνέθεσε 
(1902-1905) την ομώνυμη μονόπρακτη όπερά του (πρεμιέρα 1905): μία αισθησιακή μουσική, δυναμική έως τον παροξυσμό, προχωρημένη για την εποχή της, με τολμηρές αρμονικές επιλογές, που διατηρεί την ορμή και τη νοσηρή φρεσκάδα της, δημιουργώντας την, απολύτως συμβατή με το περιεχόμενο του έργου, ατμόσφαιρα. Αυτή ανέδειξε με την κοντσερτάντε (συναυλιακή) παρουσίασή της η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός την οδήγησε σε μία δυναμική εκτέλεση χωρίς, πάντως, να ξεπεράσει το μέτρο και να χάσει τον έλεγχο. Η διανομή τον βοήθησε -και τη βοήθησε- σε ένα ικανοποιητικότατο αποτέλεσμα με επικεφαλής τη ροσίδα σοπράνο Ελένα Στίχινα. Χωρίς να υπερβεί τα όριά της έδωσε μία ισχυρή και μετρημένα 

δραματική Σαλώμη. Σε ανάλογο επίπεδο, πλάι της, ο Ηρώδης του αυστριακού τενόρου Βόλφγκανγκ Άμπλινγκερ-Σπερχάκε και ο Ιωάννης (Γιοκανάαν στο έργο) του βαρύτονου Δημήτρη Τηλιακού, όχι, όμως, και η Ηρωδιάς της σοπράνο Κατερίνας Οικονόμου που ακούστηκε με πολλές αδυναμίες. Ενώ οι 

τενόροι Βασίλης Καβάγιας (Ναραβόθ και 1ος Ιουδαίος), Ανδρέας Καραούλης (2ος Ιουδαίος), Γιάννης Φίλιας (3ος Ιουδαίος και 2ος Ναζωραίος) και 
Διονύσης Μελογιαννίδης (4ος Ιουδαίος), ο βαρύτονος  Γιάννης Σελητσανιώτης (1ος Ναζωραίος και 2ος Στρατιώτης), η μέτζο σοπράνο Νεφέλη Κωτσέλη (Ακόλουθος και 1ος Σκλάβος), ο μπασοβαρύτονος Διονύσης Τσαντίνης (5ος Ιουδαίος και Καππαδόκης) και ο μπάσος Αλέξανδρος Λούτας (1ος Στρατιώτης) συμπλήρωσαν επαρκέστατα τη διανομή. Μία επιτυχημένη συναυλία που θα πρέπει να πείσει την ΚΟΑ ότι μπορεί και στα δύσκολα (Φωτογραφίες: Μαργαρίτα Yoko Νικητάκη).

(Το τακτικό πρόγραμμα/αφίσα της ΚΟΑ -υπεύθυνη έκδοσης Αλίκη Φιδετζή-, χρησιμότατο).

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, 23 Δεκεμβρίου 2025.

December 19, 2025

Δεν πεθαίνω σα χώρα… ή Ένας έφηβος ετών 50

 
Το Τέταρτο Κουδούνι / Τέτοιες Μέρες, Τέτοια Λόγια… 269
 

Ήταν 26 Δεκεμβρίου 1975. Λάρισα. Αίθουσα του Δημοτικού Ωδείου. Ένα Θέατρο γεννιέται: το «Θεσσαλικό Θέατρο». Η Χούντα έχει πέσει πριν από ενάμιση χρόνο. Άνεμος αισιοδοξίας και δημιουργικότητας πνέει. Το θέατρο ανάσανε. Οι ιδέες περί αποκέντρωσης έχουν αρχίσει να κυριαρχούν. 
Η Λάρισα έχει ανθρώπους ταλαντούχους. Η ιδέα ήταν της Άννας Βαγενά, μαζί της ο Κώστας Τσιάνος κι ο σκηνογράφος ενδυματολόγος Γιώργος Ζιάκας. Λαρισαίοι κι οι τρεις. Παιδιά της δύσκολης δεκαετίας του ’40.  
Αυτοί ίδρυσαν και ξεκίνησαν το «Θεσσαλικό Θέατρο». Αποφάσισαν ν’ αρχίσουν με την «Αυλή των θαυμάτων», το σπαρακτικό έργο  του Ιάκωβου Καμπανέλλη -τι καλύτερη επιλογή; 
Κάλεσαν τον Διαγόρα Χρονόπουλο να τους σκηνοθετήσει, ο Γιώργος Ζιάκας έκανε τα σκηνικά
και τα κοστούμια, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης τη μουσική και στη διανομή ήταν η Νένα Μεντή, η Κατερίνα Καραβία, ο Γιώργος Ακριτίδης, ο Κώστας Τσιάνος, η Αλίκη Αλεξανδράκη, η Δήμητρα Σταμπουλίδου, η Μαρία Μίχα, ο Γιώργος Ζωγράφος, ο Μιχάλης Μπογιαρίδης, η Άννα Βαγενά, ο Νίκος Χαραλάμπους, ο Μάνος Μπαλλής, ο Σεραφείμ Ντίνας, 
ο Βαγγέλης Πετανίτης -μερικοί τους εξαίρετοι ηθοποιοί. Άλλοι Λαρισαίοι, άλλοι που δε δίστασαν, ξεσηκώθηκαν απ’ την Αθήνα για ν’ αντιμετωπίσουν συνθήκες αντίξοες -«Θεσσαλικό» σήμαινε και μεγάλες και δύσκολες περιοδείες. Κάποιοι έμειναν και για τη συνέχεια, κάποιοι δε συνέχισαν. 
Η πρεμιέρα τους δόθηκε τη Δεύτερη Μέρα των Χριστουγέννων του ’75. Φαντάζομαι τη συγκίνηση όλων. Των επί σκηνής, των πίσω απ’ τη σκηνή, των θεατών. Κανείς δεν περίμενε, πάντως, ότι το «Θεσσαλικό» τους θα έφτανε τα πενήντα του χρόνια. Κι όμως τα έφτασε. Με πολλές επιτυχίες - 
κορυφή του η ευριπίδεια «Ηλέκτρα» του Κώστα Τσιάνου, με την Λυδία Κονιόρδου ανεπανάληπτη στον επώνυμο ρόλο-, με 
αποτυχίες, με παραστάσεις που δεν ευδοκίμησαν, όπως συμβαίνει πάντα σε όλα τα Θέατρα. Κινήθηκε απ’ την επιθεώρηση έως και την αρχαία τραγωδία, από ελληνικό ρεπερτόριο έως ξένα κλασικά αλλά και σύγχρονα έργα. Που να ΑΦΟΡΟΥΝ το κοινό του -αυτός ήταν ο γνώμονας. Το 1983, όταν η Μελίνα Μερκούρη, ως υπουργός Πολιτισμού, δημιούργησε το θεσμό των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων, ονομάστηκε ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας χωρίς ποτέ να αποτάξει τον αρχικό του τίτλο -«Θεσσαλικό Θέατρο». 


Φέτος, με καλλιτεχνικό διευθυντή του τον Ορέστη Τάτση, γιορτάζει αυτά τα πενήντα του χρόνια -ένας έφηβος ακόμα. Με τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου που ανεβάζει μια νέα γυναίκα, η Ιόλη Ανδρεάδη -κι αν πέρασαν απ’ το «Θεσσαλικό» νέοι άνθρωποι!-, με Αλσέστ τον Γεράσιμο Γεννατά, στο θέατρο που το ’λεγαν «Θέατρο του Μύλου» αλλά τώρα πια λέγεται «Κώστας Τσιάνος». Δικαιότερη απόφαση για την ονοματοδοσία αυτή δεν υπήρξε: 22 ολόκληρα χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής του «Θεσσαλικού» που το οδήγησε σε θριάμβους και στο εξωτερικό, ο Κώστας Τσιάνος πολλά άκουσε, πολύ πάλεψε και πολύ σκατό έφαγε. Αλλά νίκησε.
Η παράσταση κάνει αύριο πρεμιέρα κι απ’ τις 8 Μαρτίου θα παιχτεί και στην Αθήνα στο νέο θέατρο (πρώην κινηματογράφο) «Φιλίπ».
Εμείς απ’ την επαρχία -περιφέρεια τη λέμε, πια, για λόγους πολιτικής ορθότητας αλλά εγώ δε θα τους τηρήσω...-,  

που αγαπούσαμε το θέατρο και που πάντα ονειρευόμασταν ένα δικό μας Θέατρο για να μην περιμένουμε μόνο τους περιοδεύοντες  θιάσους, νοιώθουμε περισσότερο τη σημασία του «Θεσσαλικού». Γι αυτό, πάντα, όταν μιλάω ή όταν γράφω για το «Θεσσαλικό», συγκινούμαι. Ας ευχαριστήσουμε την Λάρισα και τους ανθρώπους -απ’ τους παλιούς, κάποιοι δεν υπάρχουν πια και στη μνήμη τους είναι αφιερωμένο το κείμενο αυτό- που το στέριωσαν και το στήριξαν. Για ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ. Γιορτάζουμε μαζί τους.