March 30, 2017

Tip: «Το κρύο της Τραπεζούντας»


Ο Μεχμέτ. Ένας απεγνωσμένος στα βουνά του Πόντου. Μέσα στην ερημιά. Σήμερα. Σε ένα άθλιο καλύβι, με τη γυναίκα, τη μάνα του και τους δύο γιους του -ένας έφηβος και ένα αυτιστικό παιδάκι-, τα ζώα τους -ένας ταύρος, μία αγελάδα που γεννάει ένα μοσχαράκι, μία κατσίκα, ένας γάιδαρος, λίγες κότες, ο σκύλος τους…-, ένας λύκος που τριγυρνάει, βουνά απόκρημνα, ξερόβραχοι αλλά και δάση και από πάνω ένας ουρανός πάντα σκοτεινός, σύννεφα που κατεβαίνουν μέχρι τις κορυφές, ομίχλες, βροχή, λασπουριά, χιόνια… Φτώχια, μιζέρια, αθλιότητα, χαμοζωή… Και μία φύση πανέμορφη που οι άνθρωποι, όμως, δεν μπορούν να της αντισταθούν -σαν να τους καταπίνει, σαν να γίνονται κουκίδες 
μέσα στα αχανές. Δεν δουλεύει ο Μεχμέτ, όπως οι άλλοι χωριάτες, στο γειτονικό ορυχείο. Είναι «αλλιώτικος». Ψάχνει κάτι περισσότερο: να βρει φλέβες χρυσού. Σε πλαγιές απόκρημνες, στα βράχια, σε σπηλιές, σε γκρεμούς… Και όταν δεν τα καταφέρνει, αποφασίζει, παρά τις εκρήξεις απόγνωσης της γυναίκας του που όλα αυτά ουτοπίες τα βλέπει, τον ταύρο τους -που η γυναίκα του θέλει να τον πουλήσουν για να ξεχρεώσουν καθώς είναι μέχρι το λαιμό στα χρέη- να τον γυμνάσει και να τον κατεβάσει σε τοπικούς αγώνες με άλλους ταύρους, όπου ο νικητής έχει έπαθλο ένα ποσό
σεβαστό. Η προσπάθειά του δεν θα τελεσφορήσει και, καπάκι, θα ’ρθει η τελική καταστροφή: ο ταύρος λύνεται στο στάβλο του, το σκάει και χάνεται. Ο Τούρκος Μουσταφά Καρά, οδηγώντας έξοχα ερασιτέχνες -ο Χαϊντάρ Σισμάν ταυτίζεται με τον Μεχμέτ κατά εκπληκτικό τρόπο, το βλέμμα του μιλάει ενώ η Γιαγιά είναι η μητέρα του σκηνοθέτη- 
με «Το κρύο της Τραπεζούντας» (2015) -που το είδα στον «Μικρόκοσμο»- συνθέτει ένα αργόσυρτο, συγκλονιστικό κινηματογραφικό ποίημα. Μεγάλης ομορφιάς -συναρπαστική η φωτογραφία των Τζεβαχίρ Σαχίν και Κιουρσάτ Ουρεσίν- και βαθιάς συγκίνησης. 

Τα 20 τελευταία από τα 130 λεπτά της ταινίας με παρέπεμψαν στον «Κλέφτη ποδηλάτων» του ντε Σίκα -το κλεμμένο ποδήλατο εδώ είναι ο χαμένος ταύρος. Δεν λείπουν ούτε οι αναφορές στους Έλληνες του Πόντου και στο ποντιακό έθιμο των Μωμό(γ)ερων που εδώ περνούν ως τέρατα μέσα από ένα παραμύθι που η Γιαγιά αφηγείται στα εγγόνια της, ούτε τα ερείπια ενός μοναστηριού «που έκτισαν Έλληνες αλλά οι Τούρκοι το έκαψαν στον πόλεμο». Το κλάμα μου ήταν καθαρτήριο. ΔΕΙΤΕ την ταινία αυτή! Οπωσδήποτε.

March 28, 2017

Ίψεν for ever: ο Γιάννης Μόσχος και «Ο Ερρίκος Ίψεν στην ελληνική σκηνή»


Χτες, απόγευμα Δευτέρας 27 Μαρτίου, Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου, έγινε στο «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου η ζεστή παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Μόσχου «Ο Ερρίκος Ίψεν στην ελληνική σκηνή. Από τους Βρυκόλακες του 1894 στις αναζητήσεις της εποχής μας». Που κυκλοφόρησε σε μια προσεγμένη έκδοση η οποία εγκαινιάζει τη δραστηριότητα των Εκδόσεων «Αμολγός» (αρχαιοελληνική λέξη, ομηρικής προέλευσης). Αποσπάσματα διάβασαν ο Δημήτρης Καταλειφός κι η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και μίλησαν ο εκδότης Βάιος Ντάφος κι ο θεατρολόγος, συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος. Το βιβλίο παρουσιάσαμε ο θεατρολόγος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και σκηνοθέτης Νικηφόρος Παπανδρέου, ο σκηνοθέτης Λάκης Παπαστάθης κι ο υπογράφων που μου καναν την τιμή να μαι ανάμεσά τους.
Αναρτώ το κείμενο που χα ετοιμάσει: 

Λίγο σαν το ψάρι έξω απ’ τα νερά του νοιώθω εδώ πάνω -επί σκηνής. Πάντα κάθομαι απ’ την άλλη πλευρά -της πλατείας. Σκηνοθέτες, καθηγητής θεατρολογίας και δη ιψενιστής, πρωταγωνιστές… Γιατί ήρθα λοιπόν -να πω τι; Κι αν ο Ίψεν είναι κάπου στον εξώστη;
Τέλος πάντων. Είναι πολύ απλό. Ήρθα γιατί εκτιμώ τον Γιάννη τον Μόσχο. Δεν είμαι καν φίλος του κολλητός, ούτε ένα καφέ δεν έχουμε πιει μαζί -μόνο μια συνέντευξη για τα «Νέα» έχουμε κάνει, όλη κι όλη. Το 2005. Έτσι η εκτίμηση είναι πιο «άδολη».
Έχουμε και Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου σήμερα, ευτυχής η συγκυρία βέβαια, αλλά, επειδή εγώ έχω κάθε μέρα Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, δεν της δίνω της σημερινής και μεγάλη σημασία…

Τον Γιάννη Μόσχο τον γνώρισα, όπως τους περισσότερους από εσάς του θεάτρου, μέσω του θεάτρου. Απ’ την πρώτη φορά, μάλιστα, που το όνομά του μπήκε μετά τη λέξη σκηνοθεσία. Ήταν η σεζόν 2002/2003 -συνήθως με σεζόν μετράω, εγώ, το χρόνο… Στον Εξώστη του «Αμόρε». Στις «Δοκιμές» που οργάνωνε το «Θέατρο του Νότου» του Γιάννη Χουβαρδά για να προωθήσει νέους συγγραφείς, νέους μεταφραστές, νέους σκηνοθέτες, νέους σκηνογράφους/ενδυματολόγους, νέους συνθέτες, νέους διευθυντές φωτισμών, νέους ηθοποιούς… Που τόσοι απ’ αυτούς και τόσο εξελίχθηκαν, ώστε τώρα πια να μπορούμε να μιλάμε για «το φυτώριο του ‘Αμόρε’», όπως μιλούσαμε κάποτε για το «φυτώριο του ‘Θεάτρου Τέχνης’». Κι ας μην είχε το «Θέατρο του Νότου» δραματική σχολή.
Ήταν, λοιπόν, σεζόν 2002/2003, όταν ανέβηκε η πρώτη αυτή παράστασή του: «Οι μέρες πριν έρθεις» του Ανδρέα Φλουράκη, το έργο. Κάτι διαισθάνθηκα, φαίνεται: είχα γράψει, μετά, στο «Marie Claire» με το οποίο συνεργαζόμουν, τότε, παράλληλα με τα «Νέα»: «Ο πρωτάρης Γιάννης Μόσχος […] έδωσε σημάδια ότι ‘ξέρει’ και ότι είναι ικανός για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια».
Ε, λοιπόν στα 15 χρόνια που ’χουν μεσολαβήσει, ο -τότε «πρωτάρης»- Γιάννης Μόσχος απέδειξε ότι, όντως, «ξέρει». Κι ότι ήταν, όντως, «ικανός για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια». Με βασικούς σταθμούς και ορμητήριά του το «Αμόρε», την «Πόρτα» της Ξένιας Καλογεροπούλου, την 
Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» του -παρακείμενου- Νικηφόρου Παπανδρέου και της πατρίδας του, της Θεσσαλονίκης -διότι ο περί ου ο λόγος έχει άλλο ένα συν στο βιογραφικό του, είναι γεννημένος στην Σαλονίκη…-, ο Γιάννης Μόσχος, καθόλου φουριόζος, καθόλου αγχωμένος, με μέτρο και με σύνεση, χαλαρά, χωρίς ίντριγκες και διαγκωνισμούς, εισήλθε στο Φεστιβάλ Αθηνών, εισήλθε στο «Θέατρο Τέχνης», εισήλθε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά…, φέτος ανοίχτηκε και σε πιο main stream, που λέμε, ύδατα συνεργαζόμενος με τα «Αθηναϊκά Θέατρα», στο «Εμπορικόν», κι όχι μόνο δεν πνίγηκε αλλά με το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Άρθουρ Μίλερ έκανε, με τον Καταλειφό και την Σακελλαροπούλου και τους υπόλοιπους, μια απ’ τις καλύτερες και, ταμειακά, πιο επιτυχημένες παραστάσεις της σεζόν… Κι ας προβλέψω πάλι -είμαι σίγουρος- ότι «είναι ικανός για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια».
Τον παρακολουθούσα και τον παρακολουθώ -με την καλή έννοια. Έχω δει όλες τις δουλειές του, μ εξαίρεση, ίσως, κάποιες ελάχιστες εκτός Αθήνας. Από Άκη Δήμου και Αντώνη και Κωνσταντίνο Κούφαλη μέχρι Μάμετ, από Αναγνωστάκη μέχρι Μάικ Κένι και μέχρι Λούκας Μπέρφους, από Κοκτό και Ντένις Κέλι μέχρι Φρανκ ΜακΓκίνες, από Θόρντον Γουάιλντερ μέχρι την υπέροχη σύνθεσή του από διηγήματα του Τσέχοφ και μέχρι Πίντερ. Οι παραστάσεις του, όποιον δρόμο κι αν αποφασίσει ν’ ακολουθήσει, έχουν πίσω τους, κατά τη γνώμη μου πάντα, μια γνώση και μια αίσθηση του ρυθμού και μια ικανότητα να «μιλάει» τόσο με το συγγραφέα όσο και με τους ηθοποιούς. Με αποτελέσματα, σχεδόν πάντα, αν και σε τόσο διαφορετικού ύφους έργα, πολύ καλά έως και θαυμαστά. Κι έχει χιούμορ! Εξαιρετικής ποιότητας! Όταν, για παράδειγμα, είδα ΠΏΣ είχε ανεβάσει το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Άκη Δήμου στην Πειραματική, ε, του ’βγαλα το καπέλο. Ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος ξέρει να μετράει πολύ, μα πολύ καλά τις δόσεις. Ίσως, γιατί, πριν σπουδάσει στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτέλειου, είχε, όπως αποδεικνύεται, τελικά, την εξυπνάδα να σπουδάσει -κι έχει πάρει και το πτυχίο- φαρμακοποιός.


Βέβαια, εδώ, ήρθα να μιλήσω όχι για το σκηνοθέτη Γιάννη Μόσχο ούτε για το φαρμακοποιό Μόσχο αλλά για το διδάκτορα θεατρολόγο και συγγραφέα Γιάννη Μόσχο και για το πρώτο βιβλίο του, σύμπτυξη της διατριβής του, που, με τον τίτλο «Ο Ερρίκος Ίψεν (κι όχι Ίμπσεν, ευτυχώς…) στην ελληνική σκηνή. Από τους ‘Βρυκόλακες’ του 1894 στις αναζητήσεις της εποχής μας» και με ιδιαίτερη φροντίδα, κυκλοφόρησαν οι Εκδόσεις «Αμολγός» -παρθενική τους έκδοση που εύχομαι να ’ναι και καλορίζικη.
Την πρώτη μου εμπειρία με τον Ίψεν, ως θεατής, την είχα τη σεζόν 1971/1972 στο θέατρο «Βεργή». Στο υπόγειο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, νυν City Link, κάτω απ’ το «Παλλάς» ήταν, κατόπιν διχοτομήθηκε σαν την Κύπρο, το εναπομείναν κομμάτι του μετονομάστηκε σε «Βασίλης Αυλωνίτης» και, στη μετάπλαση του κτιριακού συγκροτήματος, εξαφανίστηκε. Η Έλσα Βεργή παρουσίαζε «Τα (σ.σ. «επικά», να τα πούμε;) παλληκάρια στο Χέλγκελαντ», σε σκηνοθεσία του Κλέαρχου Καραγιώργη. Για πρώτη -και τελευταία μέχρι σήμερα- φορά στην Ελλάδα. Η εμπειρία ήταν -λυπάμαι…- τραυματική -κάπως το προσδιορίζει, μέσω των ευρημάτων του για την παράσταση, κι ο Γιάννης Μόσχος στο βιβλίο του. Έκτοτε, συντασσόμουν με τους «ξεπερασμένος πια ο Ίψεν», μια τάση που, όπως επισημαίνει ο μελετητής, είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα ήδη απ’ το 1926 (!), είκοσι μόλις χρόνια μετά το θάνατό του συγγραφέα. Από τότε! Τάση που υποχωρούσε κατά καιρούς, ύστερα επανερχόταν, μετά υποχωρούσε πάλι, ξαναεπανερχόταν και ούτω καθεξής μέχρι σήμερα.
Ώσπου τη σεζόν 1975/1976 είδα τον «Γιάννη Γαβριήλ (τι μετάφραση τίτλου κι αυτή, αυτός ο «Γιάννης»…) Μπόρκμαν» του Μινωτή στο Εθνικό. Ακαδημαϊκή παράσταση αλλά… ογκόλιθος. Μου επέβαλε ν’ αναθεωρήσω τις απόψεις μου. Πήρα τα βιβλία του στα χέρια μου, τον διάβασα τον Ίψεν και κατάλαβα ότι είναι, πρώτον, σπουδαίος ποιητής και, δεύτερον, ο πιο καλός αρχιμάστορας Σόλνες του θεάτρου: που ήξερε να στήνει τα πιο γερά οικοδομήματα αλλά και που δε φοβόταν ούτε τα ύψη, όπως ο Σόλνες του, ούτε τα βάθη… -βουτηχτής στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής. Κι έκτοτε προσχώρησα στους «ΜένουμεΊψεν» -πώς λέμε «ΜένουμΕυρώπη»; Με την ακράδαντη πια πεποίθηση πως στα χέρια του σκηνοθέτη είναι να δεις τον Ίψεν «ξεπερασμένο» ή όχι.
Από κάποια, κατά καιρούς, τηλεφωνήματα του Γιάννη, για ορισμένες, περί παραστάσεων του Ίψεν, πληροφορίες έμαθα ότι ετοιμάζει τη διατριβή αυτή. Όταν ευοδώθηκε, μου χάρισε ένα αντίτυπο: δυο πολυγραφημένοι ογκώδεις τόμοι, όπου, συχνά, βουτούσα και μάθαινα ή ξαναθυμόμουνα. «Δε θα γίνει βιβλίο;» ρωτούσα. «Δύσκολο, πού να βρεθεί εκδότης ν’ αναλάβει…».
Ε, να, λοιπόν, που εκδότης βρέθηκε κι ανέλαβε και τώρα έχουμε στα χέρια μας το βιβλίο αυτό με το μαγκιόρικα κομψό εξώφυλλο του Σάκη Στριτσίδη και σ’ επιστημονική επιμέλεια Βάνιας Παπανικολάου, αφιερωμένο στον μέντορα του Γιάννη Μόσχου, τον σεβαστό μας Νικηφόρο Παπανδρέου. Βιβλίο που είναι, παρά τις χιλιάδες υποσημειώσεις του, ένα ταξίδι στην ελληνική «Χώρα Ίψεν» -για να κλείσω το μάτι και στον Καμπανέλλη. Απ’ το 1894 και τους «Βρυκόλακες», και την εισήγηση του Γρηγορίου Ξενοπούλου, και τον Όσβαλντ του Ευτύχιου Βονασέρα μέχρι το 2000: βεντέτες και ηθοποιοί, σκηνοθέτες και σκηνογράφοι, 
η ιστορική εναρκτήρια «Αγριόπαπια» του «Θεάτρου Τέχνης» του Κάρολου Κουν, αυτά που ’χω δει κι αυτά που δεν είδα, οι κριτικοί και οι διαπλοκές, οι καίριες γνώμες κι αυτές που ακυρώθηκαν -όλα- εδώ μέσα είναι. Και το ταξίδι αυτό είναι, ομολογώ, συναρπαστικό.
Επιπλέον, πάντως, μέσω των υποσημειώσεων, θυμήθηκα και μια απ’ τις πιο ωραίες αλλά ταυτόχρονα κι από τις χειρότερές μου στιγμές στα «Νέα». Όταν, το 1992, 50 ακριβώς χρόνια μετά την εναρκτήρια «Αγριόπαπια» του Κουν και του «Θεάτρου Τέχνης», σκέφτηκα να βρω όλους τους επιζώντες της παράστασης και να κάνω ένα θέμα επετειακό: να προσπαθήσω να την ανασυστήσω στο δημοσιογραφικό χαρτί. Η εφημερίδα συμφώνησε για ένα τρισέλιδο. Μίλησα με το σκηνογράφο/ενδυματολόγο Γιάννη Στεφανέλλη, τους ηθοποιούς της παράστασης Γιάννη Αλεξάκη, Νίκο Βασταρδή, Βασίλη Διαμαντόπουλο, Λυκούργο Καλλέργη, Καίτη Λαμπροπούλου, Μάριο Πλωρίτη -έπαιζε, τότε, ένα μικρό ρολάκι-, Σμάρω Στεφανίδου και Γιάννη Φύριο, την Ελένη Χατζηαργύρη, που δεν έπαιζε αλλά ήταν μαθήτρια, ακόμα, τότε, το ’42, της δραματικής σχολής του «Θεάτρου Τέχνης», και δυο θεατές της παράστασης εκείνης -τον κατοπινό κριτικό θεάτρου στα «Νέα» Αλκιβιάδη Μαργαρίτη και τον κατοπινό σκηνοθέτη Αλέξη Σολωμό. Κανείς τους δεν υπάρχει πια.
Απομαγνητοφωνούσα επί ώρες, σκοτώθηκα να γράφω επί μέρες, τους φωτογράφησα όλους στο θέατρο «Μουσούρη», που το ’42 λεγόταν «Αλίκης», πάνω στην ίδια με τότε σκηνή όπου δόθηκε η πρεμιέρα, ετοίμασα, με δέος και συγκίνηση, το τρισέλιδο για το -τότε- ένθετο «Τέχνες και Θεάματα» της Παρασκευής 2 Οκτωβρίου -η πρεμιέρα της «Αγριόπαπιας» είχε δοθεί στις 7 Οκτωβρίου του μαύρου 1942-, το τρισέλιδο τυπώθηκε και, δυο-τρεις μέρες πριν την έκδοση, στο δοκίμιο πάνω, ο τότε διευθυντής των «Νέων» Καραπαναγιώτης, που, όπως μου εξήγησαν, «δε συμπαθούσε το ‘Θέατρο Τέχνης’ και τον Λαζάνη» - που τότε το διηύθυνε-, ενώ αρχικά είχε συμφωνήσει, απαίτησε, απαξιωτικά -προφανώς καθ’ υπόδειξιν κάποιου συμβούλου του επί των θεατρικών, που, επίσης, προφανώς, δε συμπαθούσε το «Θέατρο Τέχνης» και τον Λαζάνη...-, οι τρεις σελίδες να γίνουν δυο. Και, βέβαια, οι τρεις σελίδες πετσοκόφτηκαν κι έγιναν δυο… Αυτά όμως συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες.
Και για να επανέλθω: Ξεφυλλίζοντας τη διατριβή και επανερχόμενος σ’ αυτή, ξανά και ξανά, και διαβάζοντας, τώρα, το βιβλίο κατέληξα για το θεατρολόγο Γιάννη Μόσχο, όπως, κάποτε, και για το σκηνοθέτη Μόσχο, ότι «ξέρει». Κι ότι είναι «ικανός για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια».
Όπως έχω καταλήξει, στα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν, κι ότι ο Γιάννης Μόσχος δεν άλλαξε: έχει παραμείνει το «καλό παιδί», ο καλός συνεργάτης που δεν έχω ακούσει ποτέ, από κανέναν κακό λόγο γι αυτόν και -για να χρησιμοποιήσω μια πολύ φθαρμένη και σχεδόν ακυρωμένη λέξη- έχει παραμείνει σεμνός, σχεδόν ντροπαλός. Υποπτεύομαι, μάλιστα, πως τώρα που τ’ ακούει αυτά ντρέπεται.
Αυτά και τω Θεώ του θεάτρου δόξα!

March 23, 2017

Διεθνές ντεμπούτο στην όπερα: ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί «Αΐντα» στην Όπερα «Λα Μονέ» των Βριξελών


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Εντυπωσιακό ντεμπούτο στη σκηνοθεσία όπερας κάνει, εκτός Ελλάδος, ο Στάθης Λιβαθινός, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού μας Θεάτρου,: ανεβάζει την «Αΐντα» του Τζουζέπε Βέρντι στο ιστορικό θέατρο «Λα Μονέ» των Βριξελών -στην Βασιλική Όπερα «Ντε Λα Μονέ», κατά την επίσημη ονομασία της.
Η «Αΐντα» του Στάθη Λιβαθινού θα κάνει πρεμιέρα στη βελγική κρατική Όπερα -απ’ τους κορυφαίους ευρωπαϊκούς οπερατικούς οργανισμούς- στις 16 Μαΐου και θα παιχτεί μέχρι τις 4 Ιουνίου. Η όπερα, που θα παρουσιαστεί, φυσικά, στα ιταλικά -με γαλλικούς κι ολανδικούς υπέρτιτλους- θα μεταδοθεί, επίσης, ζωντανά απ’ το τηλεοπτικό κανάλι Arte/Concert στις 28 Μαΐου.
Τη μουσική διεύθυνση θα ’χουν, εναλλάξ, ο γάλος, αρμενικής καταγωγής Αλέν Αλτινογκλού (φωτογραφία) κι ο επίσης γάλος Σαμουέλ Ζαν. Τον επώνυμο ρόλο θα ερμηνεύσουν -η διανομή είναι, βέβαια, διπλή για όλους τους ρόλους- η αφροαμερικανίδα σοπράνο  Αντίνα Άαρον κι η ιταλίδα Μόνικα Τζανετίν και τον Ρανταμές ο ιταλός τενόρος Αντρέ Καρέ κι ο κορεάτης Άλφρεντ Κιμ. Άμνερις θα ’ναι η γαλίδα μέτζο Νορά Γκουμπίς κι η Ουζμπέκα Ξένια Ντουντνίκοβα κι Αμονάσρο ο έλληνας βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός που κάνει διεθνή καριέρα κι ο ιταλός Τζοβάνι Μεόνι. Μεταξύ των συντελεστών, άλλος ένας δικός μας: ο Αλέκος Αναστασίου στη διεύθυνση φωτισμών.
Ας σημειωθεί πως ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός έχει ήδη συνεργαστεί με την Όπερα «Λα Μονέ»: τραγούδησε το 2011/2012 
Κόμη ντι Λούνα στον «Τροβατόρε» του Τζουζέπε Βέρντι, το 2013/2014 τον επώνυμο ρόλο στον «Ριγκολέτο», του Βέρντι επίσης, και μάλιστα εναλλάξ μ’ άλλον έναν Έλληνα, το βαρύτονο Δημήτρη Πλατανιά, και το 2014/2015 το ρόλο του Μαλατέστα στη μονόπρακτη όπερα του Σεργκέι Ραχμάνινοφ «Φραντσέσκα ντα Ρίμινι» που παίχτηκε ενταγμένη στο τρίπτυχο «Ραχμάνινοφ Τρόικα» μαζί με τις άλλες δυο μονόπρακτες όπερες του συνθέτη «Αλέκο» κι «Ο φιλάργυρος ιππότης».
Υπογραμμίζω πως το προηγούμενο ανέβασμα της «Αΐντα» στο «Λα Μονέ», που χρονολογείται απ’ τη σεζόν 2001/2002, το

υπέγραφε σκηνοθετικά ο Ρόμπερτ Γουίλσον ενώ η μουσική διεύθυνση ήταν του Αντόνιο Παπάνο. Η παράσταση του Γουίλσον επαναλήφθηκε τη σεζόν 2003/2004 στο Λονδίνο, στην Βασιλική Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, ως συμπαραγωγή με το «Λα Μονέ», το 2004/2005 και πάλι στις Βριξέλες και το 2005/2006 σε περιοδεία στο Μπάντεν Μπάντεν.
Πολλοί σίγουρα είναι οι Έλληνες που έχουν συνεργαστεί, εκτός απ’ τους προαναφερόμενους, με το Θέατρο «Λα Μονέ» στην πολύχρονη ιστορία του -ως θεσμός υφίσταται απ το 1700, ως το σημερινό θέατρο απ το 1856. Δεν έχω τη δυνατότητα να τους εντοπίσω όλους. Να επισημάνω, πάντως, την έντονη παρουσία  του Μάνου Χατζιδάκι στη βελγική Όπερα: τη σεζόν 1964/1965 -μ’ επανάληψη την επόμενη- ο Μορίς Μπεζάρ, καλλιτεχνικός διευθυντής τότε του «Μπαλέτου του 20ου Αιώνα» που έδρα του είχε το «Λα Μονέ», χορογράφησε την εκδοχή της εμβληματικής μουσικής του για τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη -τους οποίους ο Κάρολος Κουν είχε ανεβάσει με το «Θέατρο Τέχνης» σε μια ιστορική για το ελληνικό θέατρο παράσταση- ως όπερα-μπαλέτο που ο Μάνος Χατζιδάκις και διηύθυνε, όπως και τη

σεζόν 1972/1973 διηύθυνε εκεί την «Τραβιάτα» του Βέρντι, σε σκηνοθεσία Μορίς Μπεζάρ, επίσης, και με τη σοπράνο Βάσω Παπαντωνίου -η οποία είχε ήδη τραγουδήσει εκεί Μιμή στην «Μποέμ» του Πουτσίνι ενώ, αργότερα, τραγούδησε και Μαργαρίτα στον «Φάουστ» του Γκουνό- στο ρόλο της Βιολέτα. Ο Μάνος Χατζιδάκις, τις σεζόν 1973/1974 και 1980/1981, συνόδευσε, ακόμη, στο πιάνο το βαρύτονο Σπύρο Σακκά που έδωσε στο «Λα Μονέ» ρεσιτάλ με τραγούδια Χατζιδάκι.
Ο Στάθης Λιβαθινός θα βρίσκεται στις Βριξέλες στις 30 Μαρτίου, οπότε κι αρχίζουν οι δοκιμές της «Αΐντα».
Πιο πρόσφατη σκηνοθεσία του ήταν η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή που ανέβασε, το περσινό καλοκαίρι, στην Επίδαυρο, με το Εθνικό Θέατρο στο οποίο εκφράζει την επιθυμία να μη σκηνοθετήσει σύντομα προτιμώντας να δίνει ευκαιρίες σε συνεργάτες του.

March 22, 2017

Δημοσθένης Παπαδόπουλος σκηνοθετεί «Μητέρες και γιοι» του Τέρενς ΜακΝάλι για την Κατερίνα Μαραγκού


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση  

Το πιο πρόσφατο (2013) έργο του διακεκριμένου αμερικανού συγγραφέα Τέρενς ΜακΝάλι «Μητέρες και γιοι»
(«Mothers and sons») -ένα έργο εξαιρετικά συγκινητικό, σύμφωνα μ όλες στις πληροφορίες-  θα παρουσιάσει
η Κατερίνα Μαραγκού που επανέρχεται, μετά από ένα χρόνο απουσίας, στη σκηνή του θεάτρου «Άλμα» το οποίο έχουν δημιουργήσει μαζί με τον Βίλη Ανδρέου. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε -χτες κλείστηκε η συμφωνία- ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος ενώ τη μετάφραση ολοκληρώνει ο Αντώνης Γαλέος.
Στο «Μητέρες και γιοι» η Κάθριν Τζέραρντ -που ο γιος της Αντρέ πέθανε 20 χρόνια πριν, από AIDS- επισκέπτεται το σύντροφό του, τον Καλ Πόρτερ, που έχει πια παντρευτεί μ’ έναν άλλο άντρα, τον Γουίλ Όγκντεν κι έχουν μάλιστα υιοθετήσει ένα αγοράκι, τον Μπαντ, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης, μια και πολλά τους χώριζαν κάποτε. Συμφιλίωσης η οποία επέστη ο χρόνος να πραγματοποιηθεί.
Το έργο είναι συνέχεια της τηλεταινίας του 1990 «Η μητέρα του Αντρέ» που έγραψε ο πολυγραφότατος ΜακΝάλι -και σκηνοθέτησε η Ντέμπορα Ράινις- κι η οποία διαδραματίζεται στο Μανχάταν, κατά τη διάρκεια του μνημόσυνου του Αντρέ που έχει ενταφιαστεί πριν από μερικές βδομάδες στο Ντάλας. Η Κάθριν δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το θάνατό του ούτε να μοιραστεί τη θλίψη της με το σύντροφο του Αντρέ, τον Καλ. Κι η οργή της στρέφεται όχι μόνον εναντίον του αλλά τόσο εναντίον και της μητέρας της, που ήταν λιγότερο επικριτική για τη ζωή του εγγονού της, όσο κι εναντίον του ίδιου, του νεκρού πια, Αντρέ.
Το σενάριο του ΜακΝάλι για την «Μητέρα του Αντρέ» με τη σειρά του δεν ήταν παρά η ανάπτυξη της οκτάλεπτης ομότιτλης σκηνής την οποία είχε γράψει για το συλλογικό σπονδυλωτό θέαμα «Αστική στάχτη» που παίχτηκε το 1988 στην Νέα Ιόρκη.
Το «Μητέρες και γιοι» έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στη μικρή πόλη Νιου Χόουπ της Πενσιλβάνια τον Ιούνιο του 2013. Τον Φεβρουάριο του 2014 η παράσταση μεταφέρθηκε στην Νέα Ιόρκη -στο Μπρόντγουέι. Το έργο έκτοτε ανέβηκε και σ άλλες αμερικανικές Πολιτείες αλλά και στην Αργεντινή και στην Αυστραλία.
Αρκετά έργα του 79χρονου σήμερα, ελληνολάτρη και φίλου της Μελίνας Μερκούρη, Τέρενς ΜακΝάλι έχουν ανεβεί στην ελληνική σκηνή. Με πρώτο, τη σεζόν 1992/1993, το «Sweet Eros» που ανέβασε ο Πέρης Μιχαηλίδης σε μετάφραση Χριστίνας Μπάμπου-Παγκουρέλη, στον «Φούρνο», με τον Φίλιππο Σοφιανό και την Μισέλ Βάλει. Στο τέλος της σεζόν 2011/2012 ανέβηκε το έργο του «Corpus Christi» σε σκηνοθεσία Λαέρτη Βασιλείου και σε απόδοση Βάσιας Παναγοπούλου και δική του, στο «Χυτήριο». Το ανέβασμά του συνοδεύτηκε από καταδίκες εκ μέρους της επίσημης Εκκλησίας και διαμαρτυρίες που, όταν η παράσταση επαναλήφθηκε στην αρχή της επόμενης σεζόν 2012/2013, οξύνθηκαν και εξελίχθηκαν σε θλιβερά επεισόδια στα οποία αναμείχθηκαν μέλη παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και οπαδοί της «Χρυσής Αυγής», με αποτέλεσμα η παράσταση να κατεβεί άναυλα… Το πιο πρόσφατο ανέβασμα ΜακΝάλι στην Ελλάδα ήταν το έργο του «Φράνκι και Τζόνι» που παρουσιάστηκε στο τέλος της περασμένης σεζόν 2015/2016 σε σκηνοθεσία Τάσου Αλατζά και μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ στο θέατρο «Αθηνά».
Η Κατερίνα Μαραγκού έχει να εμφανιστεί στη σκηνή από πέρσι -σεζόν 2015/2016-, όταν παρουσίασε στο «Άλμα», σε σκηνοθεσία Αναστασίας Ρεβή, το έργο του Τένεσι Γουίλιαμς «Γλυκό πουλί της νιότης» ερμηνεύοντας -εξαιρετικά- την Αλεξάντρα ντελ Λάγκο.
Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος, που πρόσφατα επέστρεψε απ’ την Γερμανία όπου έζησε κι εργάστηκε ως ηθοποιός τα τελευταία χρόνια, υπέγραψε φέτος δυο σκηνοθεσίες: το «Πάρτι γενεθλίων» του Χάρολντ Πίντερ για τον Άκι Βλουτή και την Μίνα Αδαμάκη, μεταξύ άλλων, στο θέατρο «Από Μηχανής» και, για την Θάλεια Ματίκα και τον Ιάσονα Παπαματθαίου, το βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Χένρι Τζέιμς έργο του Τζέφρι Χάτσερ «Το στρίψιμο της βίδας» που παίζεται ακόμα στο «Άνεσις».
Η επιλογή των υπόλοιπων συντελεστών κι η ολοκλήρωση της διανομής για την παράσταση του «Μητέρες και γιοι» βρίσκονται σ’ εξέλιξη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα κοστούμια θα υπογράφει η Λουκία.
Το έργο, θα παρουσιάζεται τα Δευτερότριτα. Η παράσταση που θα καλύψει τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας στο «Άλμα» θα ’ναι παραγωγή των «Θεατρικών Σκηνών» που, με διευθύνοντα σύμβουλο του Πάνο Κατσαρίδη, έχουν αναλάβει την εκμετάλλευση του θεάτρου.

March 20, 2017

Μιχαλακόπουλος… προσπερνά Κουρεντζή


Δεν πέρασαν οκτώ μέρες (12 Μαρτίου) που σας έγραφα πως η ανάρτησή μου με τον τίτλο «Θεόδωρος Κουρεντζής: Ο μαέστρος από τον Βύρωνα που εκτοξεύτηκε στην Ευρώπη» (7 Μαρτίου 2017), «έγινε από σήμερα η ανάρτηση με τις περισσότερες επισκέψεις (15.750 μέχρι στιγμής) στο ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com από… κτήσεώς του». Κι ενώ ήδη έχει φτάσει τις 16.482, με έκπληξη και χαρά διαπιστώνω η νέα ανάρτηση «Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος επιστρέφει με Άρθουρ Μίλερ, μαζί με Σκιαδαρέση, Λουιζίδου, Σαπουντζή, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μιχαλακοπούλου» (17 Μαρτίου 2017) όχι μόνο να την ξεπερνάει αλλά και να φτάνει (πάντα μέχρι στιγμής) τις 24.882 επισκέψεις!
Σας ευχαριστώ θερμά για το ενδιαφέρον.

March 17, 2017

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος επιστρέφει με Άρθουρ Μίλερ, μαζί με Σκιαδαρέση, Λουιζίδου, Σαπουντζή, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μιχαλακοπούλου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, μετά από δυο χρόνια απουσίας, επιστρέφει στη σκηνή για να ερμηνεύσει τον Γκρέγκορι Σόλομον -όχι ο πρωταγωνιστικός αλλά ιδιαίτερα αβανταδόρικος ρόλος- στο «Τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ, που θ’ ανεβάσει η Ιωάννα Μιχαλακοπούλου τον προσεχή Οκτώβριο στο θέατρο «Ιλίσια». Μαζί του, ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης ως Βίκτορ Φραντς, η Ρένια Λουιζίδου ως Έστερ Φραντς κι ο Χρήστος Σαπουντζής ως Γουόλτερ Φραντς.

Μετά την Μεγάλη Ύφεση, ο Βίκτορ Φραντς εγκατέλειψε το κολέγιο για να στηρίξει οικονομικά τον πατέρα του. Ύστερα από τριάντα χρόνια, λοχίας της αστυνομίας πια, κοντά στα 50 του και κοντά στη σύνταξη, γυρίζει, μαζί με τη γυναίκα του Έστερ, στο πατρικό του -οι γονείς του έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια- το οποίο κατεδαφίζεται, για να πουλήσουν τα έπιπλα που είναι συγκεντρωμένα στη σοφίτα. Εκεί θα συναντηθεί με τον αδελφό του Βίκτορ, επιτυχημένο γιατρό, με τον οποίο έχουν χρόνια να μιλήσουν, και με τον Γκρέγκορι Σόλομον, έναν πανούργο ροσοεβρέο παλαιοπώλη που παζαρεύει τα έπιπλα.
Αυτή είναι μια σύνοψη της πλοκής στο «Τίμημα» που έκανε πρεμιέρα στην Νέα Ιόρκη -στο Μπρόντγουέι- το 1968, σε σκηνοθεσία του Ούλου Γκρόζμπαρντ- και που στην Ελλάδα παρουσιάστηκε, για πρώτη φορά, 24 χρόνια μετά -μόλις τη σεζόν 1992/1993, μ επανάληψη τον επόμενο χειμώνα 1993/1994-, από και στο «Θέατρο Εξαρχείων». Η σκηνοθεσία -μια αξιομνημόνευτη παράσταση- ήταν του Τάκη Βουτέρη που και πρωταγωνιστούσε μαζί με την Αννίτα Δεκαβάλλα, τον Γιάννη Κρανά και τον Μπάμπη Γιωτόπουλο ο οποίος διέπρεψε ως Γκρέγκορι Σόλομον.
Έκτοτε το έργο ανέβηκε μόνο μια φορά ακόμη: τη σεζόν 2013/2014, απ’ το ΚΘΒΕ, στο «Νέο Υπερώο» του θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, για να επαναληφθεί την επόμενη -2014/2015- στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη». Η σκηνοθεσία ήταν της Άσπας Καλλιάνη και στη διανομή, Σταύρος Ζαλμάς, Στέλλα Καζάζη, Αλέξανδρος Μούκανος και Χρήστος Σιμαρδάνης στο ρόλο του Γκρέγκορι Σόλομον.
Τον Άρθουρ Μίλερ στην Ελλάδα πρωτοπαρουσίασε -βέβαια…- ο Κάρολος Κουν με το έργο του «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» που ανέβασε τη σεζόν 1947/1948, με το «Θέατρο Τέχνης», στο τότε θέατρο «Αλίκης» -νυν «Μουσούρη». 
Κατά σύμπτωση, το έργο αυτό είναι και το πιο πρόσφατο του Άρθουρ Μίλερ που ανέβηκε στην ελληνική σκηνή: τη φετινή χειμερινή σεζόν -και παίζεται ακόμη- στο θέατρο «Εμπορικόν», σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου, με τον Δημήτρη Καταλειφό και την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, μεταξύ άλλων -μια εξαιρετική παράσταση.
Είναι ο τρίτος ρόλος σ’ έργο του Άρθουρ Μίλερ που θα παίξει ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος στην 58χρονη καριέρα του -πρωτοεμφανίστηκε το 1959, πρωτοετής σπουδαστής της δραματικής σχολής του «Θεάτρου Τέχνης», στους πρώτους, επεισοδιακούς αριστοφανικούς «Όρνιθες» του Κάρολου Κουν, στο Ηρώδειο: προηγήθηκαν το χειμώνα 1985/1986 ο Αλφιέρι/Αφηγητής στο «Ψηλά από τη γέφυρα» που παρουσίασε ο Νίκος Κούρκουλος στο θέατρό του «Κάππα», σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, και τη σεζόν 2002/2003, στο θέατρο 
«Βασιλάκου, με το θίασο «Διαδρομή», ο Γουίλι Λόμαν στον «Θάνατο του εμποράκου» όπου τη σκηνοθεσία υπέγραφε η κόρη του Ιωάννα Μιχαλακοπούλου.
Η οποία, έκτοτε, υπέγραψε δυο ακόμα σκηνοθεσίες με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο: τον «Χορό του θανάτου» του Όγκουστ Στρίντμπεργκ και τη «Φθινοπωρινή ιστορία» του Αλεξέι Αρμπούζοφ, και τα δυο στο θέατρο «Άλμα» της Κατερίνας Μαραγκού, με συμπρωταγωνίστρια την ίδια.
Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος είχε να παίξει στο θέατρο απ’ τη σεζόν 2014/2015, όταν ερμήνευσε τον σερ Τόμας Μορ στο έργο του Ρόμπερτ Μπολτ «Ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές» που ανέβασε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο Εθνικό Θέατρο. Στο Εθνικό και με τον ίδιο σκηνοθέτη επρόκειτο, την αμέσως επόμενη σεζόν 2015/2016, να επωμιστεί τον επώνυμο ρόλο στον «Γαλιλαίο» του Μπρεχτ αλλά το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και τον αντικατέστησε ο Χρήστος Στέργιογλου.
Οι συζητήσεις για τους άλλους συντελεστές στο «Τίμημα» δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα.

March 14, 2017

Tip: «Aurora»


Μία «σπασμένη» πλαγγόνα. Πανέμορφη. Η καλλονή και εξαίρετη ηθοποιός Ηλέκτρα Νικολούζου. Κάτασπρο -μάσκα- πρόσωπο. Ντυμένη (Ianis Chamalidy) με ένα κατακόκκινο, υπέροχο φόρεμα. Ριγμένη σε έναν ου τόπο. Μία πλαγγόνα που σιγά-σιγά έρχεται στο φως και «συναρμολογείται». Και μέσα στην ακινησία ή την αργή, ράθυμη χορογραφημένη (κινησιολογική επιμέλεια Ευαγγελία Ράντου) κίνησή της, στον σκηνικό χώρο που έχει σχεδιάσει η Έφη Μπίρμπα για τον «Ριχάρδο Β΄», τη μόνιμη παράσταση του θεάτρου
«Ροές» όπου και το θέαμα αυτό φιλοξενείται, ερμηνεύει ένα μονόλογο. Χωρίς να λέει ούτε μία κουβέντα επί σκηνής -voice-over. Μία σύνθεση κειμένων -πεζά και ποίηση. Από Λουκρήτιο και Άγιο Αυγουστίνο και Κόλεριτζ μέχρι Αρτό και Σεν-Τζον Περς και Πεσόα ή και του ίδιου του Βλαδίμηρου Νικολούζου, του σκηνοθέτη της παράστασης. Κάτι το μυστηριακό, το μεταφυσικό, το εξωπραγματικό, το τελετουργικό… -κάτι από «Ιεροτελεστία της άνοιξης». Θα βρεθεί ανάμεσα σε μία λόχμη από ξερόχορτα, ένα μπουκέτο από αυτά στα χέρια της, ένα διαρκές, απολύτως υποβλητικό μουσικό υπόστρωμα -ένα μουσικό/ηχητικό τοπίο (cadet sOn-ampulist/Βαγγελίνο Κουρεντζής) κοσμογονικό-, η ραθυμία γίνεται σπαραγμός, το σώμα της αναδεύει, πάλλεται, σπαράσσεται, το στήθος της γυμνώνεται, η λευκή μάσκα του προσώπου αλείφεται με αίματα, για να οδεύσει, συντετριμμένη από τον αγώνα και την αγωνία της ζωής, προς το αμφίβολο φως μιας λύτρωσης, μιας αυγής -μιας aurora…


Και ο Σάκης Μπιρμπίλης (σχεδιασμός φωτισμών), για άλλη μια φορά, να παραδίδεται, να βυθίζεται στην έμπνευση με τρόπο συγκλονιστικό, να αναδεικνύεται σε συνδημιουργό -αυτά τα πορτατίφ γραφείου, τι έξοχο εύρημα! Η παράσταση μου άφησε μία αίσθηση όμοια μ’ αυτή που είχα στις πρώτες συναντήσεις μου με τις δουλειές της «Ομάδας Εδάφους» και του Δημήτρη Παπαϊωάννου: συναρπαστική. Την ποιότητα της υποκριτικής της Ηλέκτρας Νικολούζου τη γνώριζα. Αν υπολογίσω, όμως, πως είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Βλαδίμηρου Νικολούζου -αδέλφια είναι- θα μιλούσα για αποκάλυψη: 45 καθηλωτικά λεπτά. Θα σας συνιστούσα να δείτε την παράσταση αυτή απόψε. Είναι η τελευταία της -προγραμματισμένη- βραδιά. Ελπίζω, βέβαια -είμαι σίγουρος, δηλαδή- ότι δεν θα είναι και η ύστατη.

March 12, 2017

Κουρεντζής, Μπεμπεδέλη και… «Στοά» über alles



Επειδή μου αρέσουν και επειδή το facebook τα δίνει, και ολίγα στατιστικά στοιχεία. Θέλω, με χαρά και καμάρι, να σας ενημερώσω πως η ανάρτησή μου με τον τίτλο «Θεόδωρος Κουρεντζής: Ο μαέστρος από τον Βύρωνα που εκτοξεύτηκε στην Ευρώπη» (7 Μαρτίου 2017), «αναδημοσίευση» απ’ το περιοδικό του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Πρώτο πλάνο» κειμένου μου για τον σπουδαίο μαέστρο, έγινε από σήμερα η ανάρτηση με τις περισσότερες επισκέψεις (15.750 μέχρι στιγμής) στο ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com από… κτήσεώς του.


Δεύτερη στη σειρά (15.687 επισκέψεις), η ανάρτηση με τον τίτλο «Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη μετά από δέκα χρόνια και πάλι στην Αθήνα ως Φιλιώ Χαϊδεμένου» (3 Ιουλίου 2016), είδηση για την παράσταση «Φιλιώ Χαϊδεμένου» που επρόκειτο να ανεβεί στο «Βεάκη» με πρωταγωνίστρια την κορυφαία ηθοποιό και τρίτη (14.883 επισκέψεις), η ανάρτηση «Μικρή ιστορία βραδιάς Παρασκευής ή Πώς να γίνεστε ανεπιθύμητος» (21 Φεβρουαρίου 2016), μελαγχολικό άμα τε κωμικό χρονικό πώς μου απαγόρευσαν την είσοδο στο θέατρο «Στοά» του Θανάση Παπαγεωργίου δια στόματος της ηθοποιού Εύας Καμινάρη.
Τελικά, τίποτα δεν είναι τυχαίο…

Πίντερ με Καταλειφό, Όλια Λαζαρίδου, Μιχαλοπούλου, Πουρσανίδη σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Με ερμηνευτές τον Δημήτρη Καταλειφό, την Όλια Λαζαρίδου, την Λουκία Μιχαλοπούλου, τον Νίκο Πουρσανίδη και τον ίδιο -εξαιρετικός θίασος-, ο Μάνος Καρατζογιάννης θ’ ανεβάσει τα μονόπρακτα του, εκ των κορυφαίων θεατρικών συγγραφέων του 20ου αιώνα, Χάρολντ Πίντερ «Αλάσκα», «Νύχτα», «Οικογενειακές φωνές» κι «Ένα για το δρόμο», μετά το Πάσχα, γύρω στα μέσα Μαΐου, στο θέατρο «Βασιλάκου», σ’ ενιαία παράσταση με τον τίτλο «Φωνές». Πρόκειται για δική του σύνθεση με άξονα τον σύγχρονο άνθρωπο -που τον αντιμετωπίζει «από την ύπαρξη και τον έρωτα έως την οικογένεια και την εξουσία».

Τη μετάφραση των τεσσάρων μονοπράκτων έχει αναλάβει, ειδικά για την παράσταση, ο Δήμος Κουβίδης. Τα σκηνικά θα υπογράφει ο Γιάννης Αρβανίτης, τα κουστούμια η Βασιλική Σύρμα, τη μουσική ο Αλέξανδρος Γκόνης και τους φωτισμούς η Κατερίνα Μαραγκουδάκη. Η παραγωγή θα ’ναι της «Λυκόφως» του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου.
Η «Νύχτα» (1969) πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα τη σεζόν 1983/1984, σε σκηνοθεσία -η παρθενική του, αν δεν κάνω λάθος- Μιχαήλ Μαρμαρινού, μαζί με τον «Εραστή», επίσης του Χάρολντ Πίντερ, απ’ την ομάδα «Διπλούς Έρως» που είχε, τότε, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός συνιδρύσει -ήταν η πρώτη εμφάνισή της-, στο «Αμόρε» το οποίο, τότε, στέγαζε, ως βασικό σχήμα του, τον «Θίασο της Αθήνας».
Τα μονόπρακτα «Οικογενειακές φωνές» (1980) και «Αλάσκα» (1982) -με τον τίτλο «Μια κάποια Αλάσκα»- πρωτοπαρουσίασε, σε σκηνοθεσία του, ο Αντώνης Αντύπας με το «Φάσμα» του, στο «Απλό Θέατρo», μαζί μ’ άλλο ένα -«Σταθμός Βικτώρια»- και με τον γενικό τίτλο «Άλλοι Τόποι», το1987/1988.
Τέλος, το «Ένα για το δρόμο» (1984) πρωτανέβασε η Νίκη Τριανταφυλλίδη, με τον τίτλο «Ένα τελευταίο και φύγαμε» και μαζί με τον «Εραστή», στο θέατρο «Νίκης Τριανταφυλλίδη» -νυν «Προσκήνιο»- τη σεζόν 1996/1997.


Ο διαρκώς εξελισσόμενος Μάνος Καρατζογιάννης, απόφοιτος της δραματικής σχολής (2003) του «Νέου Ελληνικού Θεάτρου» του Γιώργου Αρμένη, που συνεχίζει την πορεία του τόσο ως ηθοποιός -στο σανίδι απ’ το 2000- όσο και ως σκηνοθέτης, είχε τριπλή, μέχρι τώρα, παρουσία στο θέατρο τη φετινή σεζόν: επανέλαβε στο «Tempus Verum-Εν Αθήναις» την παράστασή του «Για την Ελένη» -την οποία είχε σκηνοθετήσει, σε κείμενό του, πέρσι, στην «Πειραματική Σκηνή» του Εθνικού Θεάτρου- αλλά και στο «Bios» -μόλις ανέβηκε- το έργο «Diktat» του Ενζό Κορμάν -που ’χε ανεβάσει, πέρσι επίσης, στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Σύγχρονου Θεάτρου «Γαλλικό Θέατρο À la Grecque», στο οποίο, μάλιστα, κρατάει τον ένα απ’ τους δυο ρόλους, ενώ έπαιξε και στο «Χέρι του Γιάνος» του Ντάνιελ Ντιμέκο, που συν-σκηνοθέτησαν -και παιζόταν μέχρι πρόσφατα- στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» η Ιουλία Σιάμου κι η Ζωρζίνα Τζουμάκα. Με τον Πίντερ είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεται.
Ο Δημήτρης Καταλειφός έχει παίξει δυο φορές Πίντερ: στον «Επιστάτη» (στο «Απλό Θέατρο», σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα,
τη σεζόν 2011/2012) και στην «Κολεξιόν» (στο «Εμπορικόν», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, το 2013/2014).
Ένας είναι ο Πίντερ στο ενεργητικό της Όλιας Λαζαρίδου -σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή: «Ωραία χρόνια» (όπως ο σκηνοθέτης-μεταφραστής απέδωσε το «Παλιοί καιροί»), το 2004/2005, στο «Χορν».
Η «Κολεξιόν» -στο «Εμπορικόν», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, το 2013/2014- είναι το έργο του νομπελίστα (2005, Νομπέλ Λογοτεχνίας) συγγραφέα στο οποίο έχει παίξει κι η Λουκία Μιχαλοπούλου.

Όσο για τον Νίκο Πουρσανίδη, θα ’ναι η πρώτη φορά που θα παίξει σε έργο του Χάρολντ Πίντερ.

March 7, 2017

Θεόδωρος Κουρεντζής: Ο μαέστρος από τον Βύρωνα που εκτοξεύτηκε στην Ευρώπη



Απόψε διευθύνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την MusicAeterna του σε έργα Άλμπαν Μπεργκ και Γκούσταφ Μάλερ. Χτες βράδυ έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης η ταινία «Κουρεντζής. Κλασικός κι αντάρτης» του Κρίστιαν Μπέργκερ​. Σήμερα το μεσημέρι στις 13.00 κάνει, στην αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης», τη δεύτερη προβολή της. Με τη διπλή αυτή αφορμή, αναρτώ, με κάποιες μικρές επεμβάσεις, ένα πορτρέτο του Θεόδωρου Κουρεντζή, του σπουδαίου διεθνή έλληνα αρχιμουσικού, κείμενο  που έγραψα  για το «Πρώτο Πλάνο», το περιοδικό του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και που δημοσιεύεται στο τεύχος του 293/Φεβρουάριος 2017.

Ανέτειλε στον Βύρωνα. Το άστρο του, όμως, στην Ρωσία πρωτοέλαμψε. Ζει στην Περμ ο Θεόδωρος Κουρεντζής, διευθυντής στην εκεί Όπερα, αλλά ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη διευθύνοντας. Είναι πια ένας διάσημος μαέστρος. Που δεν ξεχνά, πάντως, τις ρίζες του. Στο 19ο ΦΝΘ, ​το ντοκιμαντέρ «Κουρεντζής. Κλασικός κι αντάρτης» του Κρίστιαν Μπέργκερ​ σκιαγραφεί το πορτραίτο ενός αντάρτη μαέστρου με αφορμή την πρόσφατη ηχογράφηση της όπερας του Μότσαρτ «Ντον Τζοβάνι». 
«Έζησα εδώ, στην Ελλάδα, τα πρώτα 25 χρόνια μου. Αλλά, στα όνειρά μου, ακόμα εδώ ζω. Και όταν μιλώ διάφορες γλώσσες, στα ελληνικά είναι που σκέφτομαι»: Θεόδωρος Κουρεντζής. Έλληνας αρχιμουσικός. Μεγάλου εκτοπίσματος. Το διεθνές όνομά του: Teodor Kurrentzis. Με δύο r. Σε συναυλίες και στη διεύθυνση όπερας σε όλη την Ρωσία -που τον βραβεύει και τον δοξάζει-, στην Γαλλία- στην Όπερα της Βαστίλης, μεταξύ άλλων-, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Αυστρία -στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, μεταξύ άλλων-, στο Ενωμένο Βασίλειο, Ελβετία, Γερμανία, Βέλγιο… -σε όλη την Ευρώπη, σε μεγάλα θέατρα, σε μεγάλες Όπερες, σε μεγάλα φεστιβάλ. Όπου θριαμβεύει. Και σε δίσκους -σε αποκλειστικότητα, τα τελευταία χρόνια, με την Sony Classical, όπου μόλις ολοκλήρωσε ένα σχέδιο με τις τρεις όπερες που ο Μότσαρτ έχει συνθέσει σε λιμπρέτo του Λορέντσο ντα Πόντε: «Γάμος του Φίγκαρο», «Έτσι κάνουν όλες», «Ντον Τζοβάνι». Καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Όπερας και Μπαλέτου του Περμ -στην Ρωσία, κοντά στα Ουράλια. Ιδρυτής -το 2004- και καλλιτεχνικός διευθυντής του συμφωνικού συνόλου και της χορωδίας δωματίου MusicAeterna.
Γεννήθηκε στον Βύρωνα: 24 Φεβρουαρίου 1972. Μόλις έκλεισε τα 45. Από 4 χρόνων παιδάκι στη μουσική -η μητέρα του, δασκάλα του πιάνου, από το πρωί μέχρι το βράδυ μουσική άκουγε στο σπίτι τους, κοντά της πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου. Στα επτά του θα αρχίσει βιολί. Στα 12, στο Εθνικό Ωδείο, για θεωρητικά και για να συνεχίσει το βιολί. Τα καλοκαίρια στο Ηρώδειο να ακούει με μανία τις ορχήστρες -το Μέγαρο δεν είχε ακόμα ανοίξει. Η διεύθυνση ορχήστρας γίνεται το όνειρό του. «Οι παρτιτούρες είναι δελτία πτήσεων» λέει. Στα 15 θα αρχίσει μαθήματα σύνθεσης με τον Τζώρτζη Χατζηνίκο που θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στην πορεία του.
Το 1994 έχει αποφασίσει οριστικά: φεύγει στην Αγία Πετρούπολη. Θα σπουδάσει διεύθυνση ορχήστρας. Στο Κρατικό Ωδείο, πλάι στον θρυλικό -υπέργηρο πια, τότε, είναι στα 90- θρυλικό Δάσκαλο της μαεστρικής Ιλία Μούσιν. Που από τα χέρια του έχουν περάσει γενιές και γενιές αρχιμουσικών -από τον Οδυσσέα Δημητριάδη, τον Ρουντόλφ Μπαρσάι και τον Γιούρι Τεμιρκάνοφ μέχρι τον Σεμιόν Μπιτσκόφ, τον Βαλέρι Γκέργκιεφ και τον Τουγκάν Σοχίεφ. Θα μαθητεύσει κοντά του μέχρι το θάνατo του Μούσιν, το 1999 -ο Δάσκαλος εκτιμάει πολύ το μαθητή του. Τον προορίζουν για μεγάλα. Βοηθός άλλου ενός Μεγάλου, του Γιούρι Τεμιρκάνοφ, στην Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης, θα είναι ο νεότερος μαέστρος που θα τη διευθύνει.
Αλλά, με τους ανταγωνισμούς που υποβόσκουν κάτι θα στραβώσει. «Έγινα επίκεντρο πολλών επιθέσεων» ομολογεί. Θα φύγει στην Μόσχα και το 2004 θα πάρει μία παράτολμη απόφαση: αναλαμβάνει τη θέση του Μουσικού Διευθυντή της Κρατικής Όπερας και της Ορχήστρας του -μακριά από το κέντρο- Νοβοσιμπίρσκ, στην Σιβηρία -ένα τεράστιο συγκρότημα με θέατρο 3500 θέσεων. Με στόχο την αναμόρφωσή της. Εκεί δημιουργεί την MusicAeterna, ορχηστρικό σύνολο με όργανα εποχής, και χορωδία -η οποία αρχικά φέρει το όνομα «New Siberian Singers».
Μοντέρνο ρεπερτόριο, ρηξικέλευθοι σκηνοθέτες -ανάμεσά τους, ο σπουδαίος Ντμίτρι Τσερνιάκοφ με τον οποίο θα συνεργαστούν αρκετές φορές-, θα έχει και εκεί αντιδράσεις -επιστολές, διαμαρτυρίες… Δεν είναι σίγουρα και «το καλό παιδί» ο Θεόδωρος Κουρεντζής. Ο χαρακτηρισμός «τρομερό παιδί της κλασικής μουσικής» θα του κολλήσει. Μάλλον του αρέσει όμως. Ψηλός, με έναν ψηλό λαιμό, σαν πουλί, ασυμβίβαστος, αντισυμβατικός, νεανικός, ντύνεται πολύ εξεζητημένα, συγκρούεται συχνά, ατελείωτες ώρες δοκιμών, ζητάει από τους μουσικούς του να παίζουν στις συναυλίες όρθιοι, τους βάζει να διαβάζουν όλοι μαζί ποίηση, στα κοντσέρτα του δημιουργεί φωτιστικά και άλλα πιο τολμηρά εφέ, στο πόντιουμ διευθύνει με ένταση, δίνει μία εικόνα νάρκισσου, συνθέτει παράλληλα αλλά χωρίς να παίζει τα έργα του… Μόνο συνηθισμένο δεν θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει.
Θα μείνει στο Νοβοσιμπίρσκ μέχρι το 2010. Το 2011 μετακινείται στην Περμ αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση της εκεί Όπερας. Δημιουργεί, στην Μόσχα, το απολύτως πρωτοποριακών τάσεων και αφιερωμένο σε όλες τις τέχνες φεστιβάλ «Τεριτόριγια» και, κατόπιν, στο Περμ το Φεστιβάλ «Ντιάγκιλεφ». Η καριέρα του, μαζί ή και χωρίς την MusicAeterna, γίνεται διεθνής. Τα βραβεία συσσωρεύονται, πλήθος οι Χρυσές Μάσκες -τα ονομαστά εθνικά ρωσικά κρατικά μουσικά βραβεία-, δημιουργεί στούντιο ηχογράφησης υψηλών προδιαγραφών στην Όπερα της Περμ -το ντοκιμαντέρ «Currentzis. The Classical Rebel» του Κρίστιαν Μπέργκερ, που θα προβληθεί στο Φεστιβάλ, με αφορμή την ηχογράφηση του «Ντον Τζοβάνι» εκεί έχει γυριστεί-, ο ξένος Τύπος τον χαρακτηρίζει «μεγαλοφυΐα», «σούπερ σταρ»…

Πάντως, καθόλου δεν την έχει ξεχάσει την Ελλάδα. Και όχι μόνο στις συνεντεύξεις του. Έλληνες καλλιτέχνες -σημαντικοί καλλιτέχνες- είναι πάντα κοντά του. Σε παραστάσεις και σε ηχογραφήσεις του. Έχει συνεργαστεί -και συνεργάζεται-, από το χώρο της όπερας, με τον Δημήτρη Τηλιακό, την Μυρτώ Παπαθανασίου, την Μαίρη-Έλεν Νέζη, την Φανή Αντωνέλου… Με τους σκηνοθέτες Θεόδωρο Τερζόπουλο (και το επιτελείο του -Γιάννη Κουνέλλη στη σκηνική εγκατάσταση, Λουκία στα κοστούμια και τους ηθοποιούς Τάσο Δήμα και Σοφία Χιλλ) στον σύγχρονο «Νοσφεράτου» του Ντμίτρι Κουρλιάνσκι, όπερα που το λιμπρέτο της έγραψε άλλος ένας Έλληνας, ο ποιητής, καθηγητής του Πανεπιστημίου «Λομονόσοφ» της Μόσχας και μορφωτικός σύμβουλος της πρεσβείας μας στην Μόσχα Δημήτρης Γιαλαμάς, και Κατερίνα Ευαγγελάτου στα «Παραμύθια του Χόφμαν» του Όφενμπαχ, όπερες που ανέβασε στο Περμ -την πρώτη και στην Μόσχα, στο «Μπαλσόι», στη συνέχεια. Με την ηθοποιό Μαρία Ναυπλιώτου στην ταινία «Ντάου» του Ιλία Χρζανόφσκι, όπου ο ίδιος πρωταγωνιστούσε -ναι, έγινε και ηθοποιός!- ερμηνεύοντας τον ρώσo νομπελίστα (1962) της Φυσικής Λεβ Λαντάου. Και δεν είναι, προφανώς, οι μόνοι…
Στην Ελλάδα, επίσημα, με την MusicAeterna του, πρωτοεμφανίστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών του 2007 -επί Γιώργου Λούκου, βέβαια. Μία συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής, μια Πειραιώς 260. Χτυπήθηκε σκληρά από το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής. Πιστεύω εντελώς άδικα. Έκτοτε έχει έρθει πολλές φορές και τις μέρες αυτές επανέρχεται με την MusicAeterna για μία συναυλία, στο Μέγαρο Μουσικής και πάλι.
Μετά την πρώτη-πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα είχα γράψει, μεταξύ άλλων, στα «Νέα» (29 Ιουνίου 2007): «Ο Θεόδωρος Κουρεντζής νομίζω ότι είναι από τη στόφα των Μεγάλων. Και πιστεύω ακράδαντα -στοιχηματίζω- ότι πολύ σύντομα θα μιλούμε γι’ αυτόν και θα καμαρώνουμε, όπως μιλούμε και καμαρώνουμε -κι ας θεωρηθεί ασέβεια-για έναν Δημήτρη Μητρόπουλο». Χαίρομαι που δικαιώνομαι.

March 2, 2017

80s: όταν το θέατρο είχε εκλείψει…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 2 Μαρτίου 2017
(ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΑΡΙΘΜΟ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΝ)



Δεν ξέρω αν βιάζομαι να ενθουσιαστώ, αλλά κατάθεση, στη χτεσινή πρώτη συνέντευξη Τύπου της Λυδίας Κονιόρδου, μιας τόσο σφαιρικής και τεκμηριωμένης και με γνώση μελέτης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του πολιτισμού μας δεν έχω ματαδεί από υπουργό Πολιτισμού. Εύχομαι οι ελπίδες μου να μη διαψευστούν.  



Ναι, επισκέφτηκα την έκθεση «GR80S/Η Ελλάδα του Ογδόντα στην Τεχνόπολη» στο Γκάζι. Εξαιρετική δουλειά, καλά ψαγμένη, και τι δε θυμήθηκα, και τι δεν ένοιωσα -καθοριστική για μένα ήταν η δεκαετία αυτή: γέλιο, συγκίνηση, δέος, ντροπή, απέχθεια… -όλα μαζί. Αλλά, μέσα σ’ όλα αυτά, εμβρόντητος ανακάλυψα πως μουσική, κινηματογράφος, αρχιτεκτονική, εικαστικά, βιβλίο, ναι, τη δεκαετία του ’80 έδωσαν -και δίνουν στην έκθεση- το «παρών». Αλλά θέατρο, χορός, όπερα, αυτή τη δεκαετία, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν -είχαν εκλείψει. Κατά τους επιμελητές, τουλάχιστον. Εκτός από δυο φωτογραφίες μακετών νέων θεάτρων -το «Οδού Κυκλάδων» κι ακόμα ένα που δεν συγκράτησα-, το θέατρο, ο χορός, η όπερα απόντα. Από έκθεση και κατάλογο.
Απόν! Το θέατρο! Απόν τη δεκαετία που ιδρύθηκε από ομάδα εκλεκτών η «Σκηνή» η οποία μετεξελίχθηκε στην «νέα Σκηνή» του Λευτέρη Βογιατζή -ο μεγαλύτερος σταθμός στο ελληνικό θέατρο μετά την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου και του «Θεάτρου Τέχνης»-, τη δεκαετία που δημιουργήθηκε το «Εμπρός» από Τάσο Μπαντή, Δημήτρη Καταλειφό, Ράνια Οικονομίδου και Γιώργο Κέντρο, τη δεκαετία που ο Βασίλης Παπαβασιλείου ίδρυσε την «Εποχή» του, τη δεκαετία που η Άννα Κοκκίνου δημιούργησε την «Σφενδόνη» της, τη δεκαετία που η Μπέττυ Αρβανίτη κι ο Βασίλης Πουλαντζάς έστησαν στην «Οδό Κεφαλληνίας» την «Πράξη» τους, τη δεκαετία που ο Τάκης Βουτέρης κι η Αννίτα Δεκαβάλλα άνοιξαν το «Θέατρο Εξαρχείων» και που, όλοι τους, έδωσαν παραστάσεις οι οποίες σημάδεψαν το ελληνικό θέατρο, τη δεκαετία που η Ελλάδα έχασε τον Κάρολο Κουν, τη δεκαετία που χάθηκε ο Αλέξης Μινωτής, τη δεκαετία του «Ορέστη» του Γιώργου Σεβαστίκογλου, τη δεκαετία του σκανδάλου με την «Άλκηστι» του Γιάννη Χουβαρδά στην Επίδαυρο, τη δεκαετία της άλωσης της Επιδαύρου απ’ την Αλίκη Βουγιουκλάκη με την «Λυσιστράτη» της, τη δεκαετία της συγκλονιστικής αναβίωσης των «Ορνίθων» του Κουν, του Τσαρούχη, του Χατζιδάκι και της Νικολούδη απ’ το «Θέατρο Τέχνης», τη δεκαετία του άλλου σκανδάλου στην Επίδαυρο, με τον «Οιδίποδα τύραννο» του Ρόμπερτ Στούρουα, με Τζένη Καρέζη και Κώστα Καζάκο, τη δεκαετία της «Ηλέκτρας» του «Θεσσαλικού», του Κώστα Τσιάνου και του θριάμβου της Λυδίας Κονιόρδου, τη δεκαετία της «Ορέστειας» του Ευαγγελάτου, τη δεκαετία του κεραυνού που εξαπέλυσε -δυο καλοκαίρια!- ο Μικιζίρο Χίρα ενσαρκώνοντας την Μήδεια στην γιαπωνέζικη «Μήδεια» του Γιουκίο Νιναγκάουα...
Απών ο χορός! Τη δεκαετία της ίδρυσης της ιστορικής «Ομάδας Εδάφους», που έθεσε νέες προδιαγραφές για το χορό στην Ελλάδα, απ’ τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, ο οποίος μας έχει δοξάσει διεθνώς, και την Αγγελική Στελλάτου (φωτογραφία: Παναγιώτης Μανούσης).
Απούσα η όπερα! Τη δεκαετία της «Κάρμεν» της Αγνής Μπάλτσα και του Χοσέ Καρέρας στο Ηρώδειο.
Και… και… και… -πρόχειρα άνοιξαν οι κρουνοί και με κατέκλυσαν ολ’ αυτά, σίγουρα πολλούς και πολλά έχω ξεχάσει. Καλά, ΤΙΠΟΤΑ απ’ όλα αυτά δεν έπεσε στην αντίληψη των επιμελητών; Απορώ.
Ασυγχώρητη αμέλεια! Για να μην πω «ντροπή!». Εκτός πια κι αν, μέσα στη σωρεία του παρουσιαζόμενου υλικού, μου διέφυγαν κάποιες αναφορές. Αν ναι, ευχαρίστως να τις φιλοξενήσω.
Και κάτι προσωπικό: στο περιοδικό «Διαβάζω» που, ναι, τη δεκαετία του ’70 ιδρύθηκε, αλλά τη δεκαετία του ’80 ήταν που άνθισε, για να επιζήσει 37 χρόνια, μια ελάχιστη αναφορά, ένα εξώφυλλο δεν του άξιζε; Τόσο εύκολα ξεχάστηκε; Κρίμα. Γιατί ανάμεσα στους επιμελητές υπήρχαν και συνεργάτες του.



Να ’χεις «καρμική σχέση» με το έργο που διάλεξες -όπως δηλώνει ο Αλέξανδρος Ρήγας για τον «Πυγμαλίωνα-Ωραία μου κυρία» του Μπέρναρντ Σο, που ’χει ανεβάσει στο «Pantheon»- και να κάνεις τόσα λάθη διανομής -με ηθοποιούς που, μερικούς, πολύ εκτιμώ και μερικούς ακατάλληλους, γενικώς, κατά τη γνώμη μου- ασύμβατο το βρίσκω. Ναι, ομολογώ, είναι μεγάλη παραγωγή, ναι, ομολογώ, το κείμενο δεν έχει εκχυδαϊστεί στη μετάφρασή του απ’ τον ίδιο το σκηνοθέτη, ναι, ομολογώ, υπάρχουν καλές στιγμές αλλά… έως εκεί. Νομίζω πως μόνον η Μπέτυ Λιβανού ως Μπίατρις Χίγκινς έχει κάποια επαφή μ’ αυτό που λέγεται αγγλικό θέατρο και με Μπέρναρντ Σο. 



Πάντα στην πρωτοπορία! Η «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» -του Ιδρύματος Ωνάση. Ούτε λίγο καιρό ξαποσταίνει! Χυδαϊστί, δε βάζει κώλο κάτω. Εξωστρέφεια και σύνδεση με σημαντικούς πολιτιστικούς φορείς του εξωτερικού ήταν και είναι ένας απ’ τους βασικούς στόχους της -στόχος καίριος. Και τον υλοποιεί με σύστημα.

Διάφορες παραγωγές της -το υπέροχο «Still Life» του Δημήτρη Παπαϊωάννου (φωτογραφία: Μίλτος Αθανασίου), το «6 a.m. How to Disappear Completely» των Blitz, οι γλυκύτατες καθαρίστριες της «Καθαρής πόλης» των Ανέστη Αζά και Πρόδρομου Τσινικόρη- συνεχίζουν το ταξίδι τους ανά τον κόσμο, στην Ιαπωνία, στην Γιοκοχάμα, στη διοργάνωση/πλατφόρμα TPAM, συνάντηση καλλιτεχνικών πολιτιστικών οργανισμών απ’ όλο τον κόσμο, έστειλε την Λένα Κιτσοπούλου, την Αργυρώ Χιώτη των «Vasistas» και τον Γιόζεφ Φρούτσεκ των «RootlessRoot», οι «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου, τον Δεκέμβριο, ήταν στη λίστα με τα «Best of 2016» του διεθνούς αμερικανικού περιοδικού για τη σύγχρονη τέχνη «Artforum»… 



Αλλά και στον τομέα της μουσικής η Στέγη δεν πάει πίσω. Μας βάζει, με την υποστήριξη του Προγράμματος «Creative Europe» («Δημιουργική Ευρώπη»), μαζί μ’ άλλες επτά χώρες, στο καινοτόμο διεθνές διαθεματικό σχέδιο «Interfaces»
που σχεδίασε και υλοποιεί σε ρόλο συντονιστή. Σχέδιο που -δύσκολο αλλά όχι ανέφικτο- στόχο του έχει να συνδέσει το -όχι εξοικειωμένο- κοινό με τα σύγχρονα μουσικά ακούσματα. Πολυμέσα, νέα μέσα, ακουστική και ηλεκτροακουστική έρευνα, δράσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα…: πολλά θαυμαστά άκουσα δια στόματος Χρήστου Καρρά, Γενικού Διευθυντή και Καλλιτεχνικού Διευθυντή Μουσικής της Στέγης, και Ντόρας Βουγιούκα, Υπεύθυνης Δικτύωσης και Στρατηγικών Συνεργασιών, οι οποίοι έχουν αναλάβει τη διεύθυνση του έργου (Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος). 



Στο πλαίσιο των «Interfaces» κι οι «Open Days». Που η Στέγη τις έχει ήδη καθιερώσει: μια μέρα ολόκληρη, σ’ όλους τους χώρους του κτιρίου της Συγγρού, αφιερωμένη σ’ έναν συνθέτη ή σ’ ένα κίνημα ή μια Σχολή της σύγχρονης μουσικής: Τζον Κέιτζ, Μαουρίτσιο Κάγκελ, Καρλχάιντς Στοκχάουζεν, Μινιμαλισμός έως τώρα και, φέτος, φτάσαμε στην 5η «Open Day». Την Κυριακή 5 Μαρτίου. Αφιερωμένη στην Μουσική Σχολή της Νέας Ιόρκης. Απ’ τις 4 το απόγευμα μέχρι τις 8 30 το βράδυ, με είσοδο ελεύθερη, παντού στην Στέγη -ακόμα και στους ανελκυστήρες!- και στις 9 συναυλία στην Κεντρική Σκηνή με πάμφθηνο εισιτήριο.
Πλήθος εκλεκτών καλλιτεχνών θα συμμετάσχει. Η σύλληψη, η σύνθεση, η μουσικολογική κι η σκηνοθετική επιμέλεια, οι realisations, οι ενορχηστρώσεις κι η οργάνωση, στους ώμους του Ανάργυρου Δενιόζου ενώ η μουσική διεύθυνση θα ’ναι του Ανδρέα Λεβισιάνου.
Όλη η Στέγη, μια (σύγχρονη μουσική) σκηνή… 




Ονειρευόμουνα -επιτέλους!- ένα καινούργιο Ήθος κι ένα καινούργιο Ύφος της καινούργιας -της νεότερης, τέλος πάντων- κριτικής θεάτρου. Μια κριτική μακριά από διαπλοκές μέχρι τα μπούνια, μια κριτική που να μην υποκύπτει στις φιλικές κι επαγγελματικές σχέσεις -ξέρω πόσο δύσκολο είναι…-, μια κριτική που να μη «συναλλάσσεται», μια κριτική χωρίς «υπόγειες διαδρομές» -ως προς το Ήθος. Κι ως προς το Ύφος, μια κριτική, μακριά απ’ την αγοραία αντιμετώπιση, μακριά απ’ τη χυδαιότητα και τις ύβρεις, με στόχο το κρινόμενο αντικείμενο και το παραγόμενο έργο κι όχι τις συνεντεύξεις του καλλιτέχνη ή την όποια φημολογία γι αυτόν, όχι την προσωπική ζωή του και τις σεξουαλικές προτιμήσεις του -μια κριτική που να μη γλύφει αλλά που, τουλάχιστον, να δείχνει ότι αγαπάει κι ότι δεν εχθρεύεται, δε μισεί το αντικείμενό της και δεν επιθυμεί διακαώς την εξόντωση των ανθρώπων που κρίνει, μια κριτική που να μην είναι και ΤΟΣΟ σίγουρη για τον εαυτό της και να μην τον τοποθετεί ΤΟΣΟ αφ’ υψηλού -διότι όλοι κρινόμαστε κι απ’ τα πολύ ψηλά που αυτοτοποθετούμαστε μπορεί και να πέσουμε και να τσακιστούμε... Μια κριτική ΣΕΜΝΗ, βρε αδερφέ, ονειρευόμουνα.
Διαβάζοντας, όμως, πλέον, κριτικές της καινούργιας γενιάς κριτικών θεάτρου, ως προς το Ύφος όλο και συχνότερα απογοητεύομαι, όλο και συχνότερα χαμογελώ, όλο και συχνότερα εκνευρίζομαι, όλο και συχνότερα τρομάζω απ’ την Έπαρση. Αν υποψιαστώ ότι κι ως προς το Ήθος οι «νέοι» ακολουθούν τα χνάρια των παλαιότερων -και βέβαια ανάμεσά τους υπάρχουν κι οι συγκινητικά σεμνοί που ιδιαίτερα εκτιμώ, και βέβαια ανάμεσα στους παλαιότερους υπήρχαν κι υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις, δεν το αμφισβητώ, δεν τους βάζω όλους στο ίδιο σακί…- πολύ θ’ απογοητευτώ. Πάρα πολύ.




«Mamma Mia» -το μιούζικαλ- στο «Ακροπόλ». Είδα την παράσταση, διάβασα και το -αναπόφευκτο, εδώ δισέλιδο μάλιστα…- «σημείωμα του σκηνοθέτη» -η Θέμις Μαρσέλλου εν προκειμένω, που υπογράφει και την απόδοση κειμένου και στίχων- όπου, ανάμεσα σε πολλά μελίρρυτα -αγάπες, λατρείες, γενναιοδωρίες, έπαινοι, ύμνοι, ευχαριστίες, ευλογίες, ένα τεράστιο ροζ…, μα πώς τα γράφουνε;- έπεσε το μάτι μου και σε μια μεγάλη αλήθεια: «Όπως είπε η Δέσποινα (σ.σ. Βανδή, Ντόνα στην παράσταση- ο ρόλος που ’κανε η Μέριλ Στριπ στην ταινία), οι πολύμηνες πρόβες αυτής της παράστασης κύλησαν σαν… πενταήμερη για όλους μας». Ακριβώς! Κι εμένα σα να ’χει ετοιμαστεί σε πενταήμερη, μου φάνηκε, η παράσταση...
Και δυο επισημάνσεις:
Η πρώτη: Όταν επί σκηνής όλοι μαζί ουρλιάζουνε, ξεφωνίζουνε, τσιρίζουνε φορώντας μικρόφωνα-ψείρες -τα οποία, δυστυχώς, και το ελάχιστο, χαριτωμένο, ίσως, ψευδισματάκι που, διαφορετικά, περνάει στο ντούκου, το μεγεθύνουν σε τρανταχτή ψευδισματάρα…-, ο θεατής δεν ακούει τι λένε οι επί σκηνής.
Η δεύτερη: Το υπερθετικό ύψιστος είναι τριγενές και τρικατάληκτο. Δηλαδή, ο ύψιστος, η υψίστη, το ύψιστον. Άρα, «η ύψιστος τέχνη», άκυρο -φάουλ.




Σε κάποιες παλιές -αλλά ισχυρές ακόμα- κουβέντες του Σωκράτη Καραντινού, ιδρυτή, το 1961, και πρώτου καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ, ανέτρεξε η αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του ΚΘΒΕ Μαρία Τσιμά στην εκδήλωση «Κάνε Save-Το Δικό σου Θέατρο Δάσους!» η οποία οργανώθηκε στο πλαίσιο της εκστρατείας ενημέρωσης για τις ανάγκες συντήρησης του Θεάτρου Δάσους, που γίνεται σε συνεργασία με την Εθνική Τράπεζα και το πρόγραμμα act4Greece, με συμμετοχική συγκέντρωση πόρων:
«Δε θέλω να γαργαλίσω το κοινό, δε θέλω να το ξιππάσω, δε θέλω να το κερδίσω με εύκολα μέσα. Αν, σαν καλλιτέχνης, έχω μιαν αποστολή επιτακτική, σαν κρατικός λειτουργός την έχω πολλαπλάσια. Γιατί εδώ έρχομαι ως Κράτος και έρχομαι να διδάξω. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου διασκευές. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να κάμει πράματα που τον κόσμο θα τον διασκεδάσουν επιπόλαια και θα τον ξιππάσουν. Όχι. Τον κόσμο πρέπει να τον πάρω κοντά μου όντας σοβαρός. Και τον παίρνω κοντά μου όντας σοβαρός· αυτό είναι η μεγαλύτερη ικανοποίησή μου».
Μωρέ, θα λάνθαναν, φαίνεται, αυτά τα λόγια του Καραντινού και δε θα τα πρόσεξαν κάτι προηγούμενοι καλλιτεχνικοί διευθυντές του ΚΘΒΕ…



Πήγα στο «Vault» για τον «Αυτόχειρα», το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη, παιγμένο ως μονόλογο, απ’ τον Κώστα Παπακωνσταντίνου που και τον είχε σκηνοθετήσει. Πολύ ελκυστικό κείμενο, κατέβαινε στο κοινό. 
Ψάχνοντας είδα πως ο Κώστας Παπακωνσταντίνου τον είχε ανεβάσει και πέρσι -2015/2016- στην Πάτρα, στο θεατράκι «Act», αλλά με ερμηνευτή τον Δημήτρη Γεωργαλά. Κάπου, όμως, σε πατρινό site, διάβασα, γραμμένο με την αφορμή αυτή, πως «πρόκειται για το κλασικό κείμενο του πεζογράφου Μιχαήλ Μητσάκη που δεν έχει ανέβει ποτέ στο θέατρο -όπως και κανένα άλλο έργο του Μητσάκη- και ανεβαίνει για πρώτη φορά».
Ε, λοιπόν όχι. Και στην Πάτρα, μάλιστα, θα ’πρεπε να το θυμούνται. Ο «Αυτόχειρ» του Μιχαήλ Μητσάκη ανέβηκε, ως μονόλογος και τότε, στην Πάτρα, το καλοκαίρι του 1988. Εγκαινιάζοντας το «Θεατρικό Αναλόγιο» (τίτλος που για πρώτη φορά χρησιμοποιούνταν κι έκτοτε καθιερώθηκε για τις αναγνώσεις -ημισκηνοθετημένες, σκηνοθετημένες ή και σκέτες αναγνώσεις- θεατρικών κειμένων) το οποίο δημιούργησαν η Μάγια Λυμπεροπούλου, ο αξέχαστος δημοσιογράφος και κριτικός θεάτρου Βάιος Παγκουρέλης κι ο Βίκτωρ Αρδίττης που υπέγραφε και τη σκηνοθεσία του «Αυτόχειρος». Στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας -στις δόξες του τότε, άνθιζε η Πάτρα- το οποίο είχε ιδρύσει το 1986 ο Θάνος Μικρούτσικος.
Η «ανάγνωση-διαδρομή», όπως είχε χαρακτηριστεί, του «Αυτόχειρος» λάμβανε χώρα μέσα σε πούλμαν που έκανε διαδρομή μέσα στην πόλη όπου ακριβώς διαδραματίζεται το διήγημα, με τους επιβάτες του θεατές/ακροατές εφοδιασμένους με αντίγραφο ενός χάρτη της Πάτρας του 1885 -κοντά στην εποχή του διηγήματος που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1895-, ο οποίος είχε ανασυρθεί απ’ τα αρχεία του Δήμου. Η μουσική που την έντυνε ήταν του Κιθ Τζάρετ που, το ίδιο καλοκαίρι, έδωσε συναυλία στην Πάτρα, επίσης στο πλαίσιο του Φεστιβάλ -άνθιζε, τότε, η Πάτρα, σας λέω. Ερμηνευτής ήταν ένας νέος, στα πρώτα του βήματα τότε, ηθοποιός που διέπρεψε μετά: ο Άρης Λεμπεσόπουλος.



Δάκης, Μπέσσυ Αργυράκη, Ρόμπερτ Ουίλιαμς, Γιώργος Πολυχρονιάδης, Λάκης Τζορντανέλλι… Όλοι στη «φαντασμαγορική μουσική παράσταση», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, του Μάκη Δελαπόρτα, που ανεβαίνει αύριο στο «Βέμπο». Τίτλος, «Το πρώτο μας πάρτι». «Πρώτο»; Ωχ, Παναγία μου...


«Το Τέταρτο Κουδούνι« θ’ απουσιάσει τις επόμενες δυο Πέμπτες. Για να μην παραπονιέστε, σας αφήνω σήμερα -μην τρομάξετε...- 2003 λέξεις, να ’χετε να πορεύεστε. Και πάλι μαζί, στις 23 Μαρτίου. Για οτιδήποτε έκτακτο εδώ είμαστε.