December 14, 2014

Άγαλμα απατηλό... ή Η πατρίς ευγνωμονούσα με λοβιτούρες



Στρατηγός ε.α. Δεκαβάλλας Λάμπρος. Ήρως των Βαλκανικών και του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Και έντιμος άνθρωπος. Ζει -πρώτα μεταπολεμικά χρόνια- με τη γυναίκα του, την Ειρήνη, και την κόρη του, την Πόπη, πέντε χρόνια αρραβωνιασμένη με έναν νεαρό οδοντίατρο χωρίς οδοντιατρείο, τον Κώστα. Στα όρια της φτώχειας.
Σύνταξη πενιχρή -έως και το ηλεκτρικό δυσκολεύονται να πληρώσουν, έως και για τα φάρμακα δεν φτάνουν τα χρήματα, έως και στον παλιατζή καταφεύγει η κυρία Ειρήνη που αποπειράται να ξαποστείλει για λίγα τάλιρα την παλιά, τρυπημένη από σφαίρα χλαίνη, τις μπότες και το ιστορικό σπαθί του στρατηγού ο οποίος όμως το αντιλαμβάνεται εγκαίρως, την προγκίζει και την αποτρέπει.
Στα δύσκολα και ο Κώστας -όχι πολύ καθαρή περίπτωση... Θέλει να ξεκινήσει καριέρα αλλά λεφτά για οδοντιατρείο και εξοπλισμό δεν υπάρχουν. Οι σπόντες που ρίχνει στα πεθερικά του για ενίσχυση δεν μπορούν, έτσι κι αλλιώς, να έχουν αποτέλεσμα -πού να τα βρουν; Και τότε παίζει το χαρτί της Αυστραλίας: θα φύγει μετανάστης και η Πόπη θα πρέπει κι άλλα χρόνια να τον περιμένει για γάμο...
Στο μεταξύ από το πουθενά εμφανίζεται ο Απόστολος Δεκαβάλλας. Εξάδελφος του στρατηγού. Που πιάστηκε καλά στην Κατοχή -λίρα με ουρά... Εμφανίζεται με χαρμόσυνα νέα: η πατρίς ευγνωμονούσα, μέσω ενός κάποιου υπουργείου Εθνικής Αποκαταστάσεως, θυμήθηκε ξαφνικά την ηρωική δράση του στρατηγού και το αίμα που έχυσε για να την υπερασπιστεί και αποφάσισε να δώσει το όνομά του στην πλατεία μπροστά από το σπίτι του μετονομάζοντάς την και να στήσει στο κέντρο της άγαλμά του και μάλιστα έφιππου. Ο Απόστολος, ως φίλος στενός του ιδιαίτερου του υπουργού, μεσολαβεί. Ο στρατηγός κολακεύεται.
Η τελετή των αποκαλυπτηρίων, με φιλαρμονικές, προσκόπους, μαθητές σχολείων, πλήθος κόσμου και τον υπουργό να βγάζει λόγο τιμητικό, τον κολακεύουν και τον συγκινούν ακόμα περισσότερο. Κι ας έχουν στηρίξει με παραμάνες το παντελόνι της επίσημης στολής του μην του πέσει... Μόνο που, μόλις τα ταρατατζούμ τελειώσουν, θα τελειώσουν και οι ψευδαισθήσεις. Ο πεινασμένος αλλά και πειναλέος γλύπτης-δημιουργός του αγάλματος, που ξεμένει στο σπίτι του για τα κεφτεδάκια της κυρίας Ειρήνης, τού αποκαλύπτει τη γυμνή αλήθεια: ο Απόστολος και ο ιδιαίτερος, «ειδικευμένα» λαμόγια, έστησαν, χρησιμοποιώντας το όνομα που φέρει ο στρατηγός ως ήρωας πολέμων και με μοχλό το άγαλμα και την πλατεία και τις παράτες, άλλη μία λοβιτούρα -υπερκοστολογήσεις κλπ...- για να αρμέξουν κρατικά εκατομμυριάκια. Και στον ίδιο το γλύπτη έριξαν ένα κόκαλο ως αμοιβή, υποχρεώνοντάς τον μάλιστα να υπογράψει απόδειξη για πολλαπλάσιο ποσό. Ο στρατηγός, εμβρόντητος.
Παράλληλα με τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος αλλά και της απάτης γίνονται και άλλα αποκαλυπτήρια: ο Κώστας έχει σχέση με την Τζούλια, την κόρη του Απόστολου -που αυτός διαθέτει λεφτά για να του εξασφαλίσει οδοντιατρείο...- και παρατάει την Πόπη που καταρρέει.
Ο στρατηγός, αντιμετωπίζοντας πλέον την αλήθεια κατάματα, θα τους διαολοστείλει όλους -συμπεριλαμβάνομένης της κυρίας που έρχεται, επίσης εκ μέρους του Απόστολου, με σκοπό να παραλάβει το σπαθί του για να το εκθέσουν σε έκθεση εθνικών κειμηλίων, που τα έσοδα από τα εισιτήριά της θα πάνε «για φιλανθρωπικούς σκοπούς»...- και θα τους πετάξει έξω από το σπίτι του. Που δεν έχει πια φως. Γιατί η ηλεκτρική εταιρεία, λόγω απλήρωτου λογαριασμού, τους το έκοψε. Την ίδια ώρα που, πρώτη βραδιά, το άγαλμα  φωταγωγείται με προβολείς οι οποίοι καταυγάζουν την πλατεία Λάμπρου Δεκαβάλλα...
Ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος με το «Ένας ήρωας με παντόφλες» («Ένας ήρως με παντούφλες» ο πρωτότυπος τίτλος, 1947) έδωσαν μία από τις καλύτερες, τις πιο ολοκληρωμένες κωμωδίες τους -μία δραματική κωμωδία για να ακριβολογώ. Υφολογικά συγγενική με τη χρονολογικά κοντινή (1949) «Δεσποινίς ετών 39». Μία κωμωδία λίγο πικρή, λίγο μελαγχολική που αντικατοπτρίζει την απογοήτευση και τις διαψεύσεις της εποχής. Καταγράφοντας τη μικροαστική κοινωνία των ημερών τους και την παθολογία της. Το έργο είναι γραμμένο προσεκτικά, με εξαιρετική γνώση της δραματικής οικονομίας, με μαστόρικη  χρήση του διαλόγου, πλέκει επιδέξια τα δύο παράλληλα θέματά του -του στρατηγού και της κόρης του- και συνδυάζει στις σωστές δόσεις το γέλιο με τη μελαγχολία για να γίνει συγκινητικό στο τέλος. Και είναι γραμμένο με ήθος που σπανίζει σήμερα.
Η παράσταση. Ο Γιάννης Μπέζος ακολούθησε τη γραμμή που είχε τηρήσει όταν ανέβασε το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα: σεβάστηκε -οι ελάχιστες επεμβάσεις του στο κείμενο ήταν αναγκαίες- και τίμησε το έργο. Το σκηνοθέτησε με μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες προσθέτοντας, με μέτρο, πινελιές που χαρακτηρίζουν την εποχή -αρχή του Εμφύλιου-, όπως το κουμπούρι του Απόστολου, χωρίς να εξυπνακίσει σκηνοθετικά με περιττές προσθήκες. Η παράστασή του έχει πολύ καλούς ρυθμούς, έχει ωραία ευρήματα -αποδοτικότατα, πανέξυπνα, απολαυστικότατα τα μουσικά γκαγκς που παραπέμπουν σε κινούμενα σχέδια, όταν ο στρατηγός μαθαίνει τα «χαρμόσυνα νέα»- και έχει γνήσιο χιούμορ χωρίς ποτέ να γίνεται φτηνή. Και το κυριότερο: δεν παρασύρθηκε ο Γιάννης Μπέζος από το ύφος της δραματικής κωμωδίας για να γλιστρήσει σε μελοδραματισμούς υπερτονίζοντας τα δραματικά στοιχεία της αλλά κράτησε τους χαμηλούς, μελαγχολικούς τόνους της.
Στα λίγα ατοπήματα της παράστασης, ο τρόπος που υπερτονίστηκαν επιθεωρησιακά ο παλιατζής και η κυρία που έρχεται να πάρει το σπαθί. Ανατρέπουν χωρίς λόγο το ύφος της.
Ο Γιώργος Πάτσας δημιούργησε, με συνεργάτιδα την Τότα Πρίτσα, ένα λειτουργικό σκηνικό -μόνο το άγαλμα βρήκα δυσανάλογα μικρό-, σωστά φωτισμένο από τον Χρήστο Τζιόγκα, και ιδιαίτερα καλαίσθητα κοστούμια που θα τα ήθελα λιγότερο «κυριακάτικα» όμως...
Εξαίρετες οι μουσικές επιλογές -εμβατήρια κλπ.-, με τον Εθνικό Ύμνο ειρωνικά, σαρκαστικά σχεδόν να κυριαρχεί σε παραλλαγές του, με αποθέωση το φινάλε -ριγείς, ανατρέχοντας στο σήμερα... Σαν μία ακόμα ένδειξη της ιδιαίτερης προσοχής που έχει δοθεί από τη σκηνοθεσία να αναφέρω την εκτέλεση του Εθνικού Ύμνου που ακούγεται από την πλατεία στην off σκηνή των αποκαλυπτηρίων: δεν είναι μία άψογη, εξωπραγματική εκτέλεση αλλά μία μέτρια, όπως ακριβώς θα ήταν η εκτέλεση στη συγκεκριμένη περίπτωση από μία μέτρια δημοτική φιλαρμονική.
Ερμηνείες. Ο Γιάννης Μπέζος επιπλέον έκανε μία πολύ καλή διανομή αλλά και δίδαξε καλά τους ηθοποιούς του. Όχι «χοντρικά» αλλά με προσοχή στις αποχρώσεις, αναδεικνύοντας και τους μικρούς ρόλους. Η ικανή Δάφνη Λαμπρόγιαννη, αν και ούτε αρκετά μεγάλης ηλικίας για το ρόλο, ούτε αρκετά μικροαστή για να παίξει τη στρατηγίνα της δεκαετίας του ’40, εκτίμησα πολύ ότι άφησε κατά μέρος τη μανιέρα που έχει αναπτύξει και έπαιξε το ρόλο μαλακά, ήπια, διακριτικά,  με προσοχή στις λεπτομέρειες δίνοντάς του υπόσταση. Την ίδια προσοχή είδα και στην Αμαλία Νίνου. Παίζει και όταν δεν μιλάει επί σκηνής. Η Πόπη της, εξαιρετική. Ταλαντούχα ηθοποιός. Αλλά πρέπει να δουλέψει τη φωνή της. Πειστικότατος Κώστας και ο καλός Αλμπέρτο Φάις. Ο Δημήτρης Κανέλλος έδωσε το λαμόγιο με μέγεθος. Το κολπάκι με το γκαλόπ στο βηματισμό του που βρήκε, μαζί  με το σκηνοθέτη προφανώς, χαρακτήρισε άψογα το ρόλο. Γράφει -απολαυστικός- ως πειναλέος γλύπτης Σωτήρης ο Κώστας Φλωκατούλας που, ώριμος πια, ξέρει να εκμεταλλευτεί και ένα σύντομο -αλλά χαρακτηριστικό- ρόλο.
Ο Τάσος Γιαννόπουλος αντίθετα δεν έκανε κάτι με τη δική του μανιέρα και καταφεύγει σε υπερβολές. Πειστικότερος στην τελευταία σκηνή του -της αποπομπής του. Άπειροι ακόμα η Ντένια Στασινοπούλου και ο Δημήτρης Λιόλιος που υπερβάλλει στον Παλιατζή του. Η Ελένη Τσιμπρικίδου φαίνεται να έχει πλούσιο μπουφόνικο τάλαντο α λα Σοφία Φιλιππίδου. Πρέπει, όμως, να μάθει να πατάει φρένο. Εδώ αφήνει ανεξέλεγκτο το τάλαντο αυτό και ο ρόλος της Κυρίας που ζητάει το σπαθί εκτρέπεται σε καρικατούρα.
Ο Γιάννης Μπέζος κάνει, κατά τη γνώμη μου, την καλύτερη ερμηνεία του στο θέατρο. Χωρίς να παρασυρθεί από την ερμηνεία του Βασίλη Λογοθετίδη για τον οποίο έχει γραφτεί ο ρόλος, ερμηνεία που κάπως έχει διασωθεί μέσω της μεταφοράς του έργου στον κινηματογράφο, χωρίς να τον μιμηθεί, δημιουργεί με καινούργια υλικά το ρόλο του Στρατηγού Δεκαβάλλα. Με χιούμορ, με μέτρο, με εσωτερικό ρυθμό, με συγκρατημένη δραματικότητα και με μία ενέργεια με την οποία ποτέ, ίσως, δεν τον έχω δει στη σκηνή. Οι σκηνές όταν πληροφορείται από τον Απόστολο πως θα τιμηθεί με άγαλμα, όταν μαθαίνει πως έχει χρησιμοποιηθεί ως δόλωμα για λουμπινιά και η συγκινητικά, απέραντα τρυφερή με την κόρη του που έχει πάθει σοκ από την απάτη του αρραβωνιαστικού της μένουν στη μνήμη. Μία άψογη ισορροπία κωμικών και δραματικών στοιχείων. 
Το συμπέρασμα. Μία δραματική κωμωδία γραμμένη από δεξιοτέχνες σε μία παράσταση που την τιμά και με μία ερμηνεία που αξίζει να δείτε. Είναι η δεύτερη περίπτωση φέτος, μετά το «Μου λες αλήθεια;» του Σπύρου Παπαδόπουλου, που νοιώθω πως μπορώ ανεπιφύλακτα να σας προτρέψω να δείτε μία παράσταση στο χώρο του «ψυχαγωγικού» θεάτρου. 

Θέατρο «Βρετάνια», 10 Οκτωβρίου 2014

December 11, 2014

Σάαααααακη, Βραβείο! Αρχαίουουου Δράαααααματος! ή Του αέρα και της φωτιάς...


Το Τέταρτο Κουδούνι /11 Δεκεμβρίου 2014

Το πήρε! Το πήρε τελικά! Ο Σάκης. Το ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ -όπως μεγαλόστομα το έχουν ονομάσει- της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. «Επειδή, σε μιαν εποχή όπου πληθαίνουν τα κρούσματα ‘εκσυγχρονιστικής’ κακοποίησης της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, η οποία είναι από μόνη της αρκούντως ‘μοντέρνα’ ώστε να μην έχει ανάγκη από επίδοξους ‘εκμοντερνιστές’, ο Σάκης Ρουβάς, με τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Δημήτρη Λιγνάδη, έδωσε τον Θεό Διόνυσο, σε μιαν εκ βαθέων προσέγγιση, με τρόπο ευθύ, άμεσο, ρευστό και χειροπιαστό, σαν από πνεύμα και ύλη, γη, νερό, αέρα και φωτιά, έναν πάντοτε ‘ερχόμενο’ ελληνικό θεό-χορευτή, φωτεινό και σκοτεινό συγχρόνως, αιώνιο και σύγχρονο, παρόντα στις χαρές και στις λύπες μας, στους θριάμβους και στις απώλειες», όπως γράφει (τι θράσος!) το μνημειώδες σκεπτικό της «αρμόδιας» επιτροπής της Ένωσης, η οποία θα μείνει στην ιστορία μαζί με την απόφασή της. Ας επαναλάβω τα ονόματα των μελών της: Λέανδρος Πολενάκης (πρόεδρος), Όλγα Μοσχοχωρίτου, Κωστής Δ. Μπίτσιος, Καλλιόπη Ραπανάκη, Μίρκα Ψαροπούλου. (Άσε που δεν ξέρουν καν πού ακριβώς τον «ερμήνευσε» το ρόλο. Διότι σε κανένα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο Τύπου για την απονομή, δεν παίχτηκαν οι περί ων ο λόγος «Βάκχες»... Στο Ηρώδειο ναι, αλλά εκτός Φεστιβάλ, στις «παραχωρήσεις» του υπουργείου Πολιτισμού, τον Σεπτέμβριο του ’13).  
Και για να το σοβαρέψω λίγο το πράγμα. Πιστεύω πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να κάνει θέατρο. Και να κάνει και αρχαία ελληνική τραγωδία αν θέλει και εφόσον βρει παραγωγό και σκηνοθέτη που συμφωνούν. Δεν έχω ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ προσωπικά με τον Σάκη Ρουβά -αντίθετα τον βρίσκω συμπαθέστατο και καθόλου επηρμένο. Κατάλαβα πως το προπερασμένο καλοκαίρι ξεσκίστηκε στη δουλειά κι άκουσε τον Δημήτρη Λιγνάδη, σκηνοθέτη του στην παράσταση, με κατάνυξη. Και νομίζω πως το αποτέλεσμα -στο ρόλο του Διόνυσου- ήταν συμπαθητικό έως ικανοποιητικό. Με τα μέτρα ενός μαθητή στο είδος -διότι μαθητής ήταν. Αλλά από ’κει μέχρι το Βραβείο... Αν οι Κριτικοί είχαν Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στο Αρχαίο Δράμα, ας του το ’διναν. Αλλά να παρακάμψουν όλους όσοι ασχολήθηκαν με το αρχαίο δράμα στη διετία αυτή -διετία, αν κατάλαβα καλά, διότι όλα, πλίνθοι, κέραμοι ατάκτως ερριμμένα ήταν...- 2012/2013 και 2013/2014 -σκηνοθέτες, σκηνογράφους ηθοποιούς, συνθέτες, χορογράφους κλπ. κλπ., το βραβείο αυτό βλέπετε έχει θεσπιστεί για επίτευγμα κάθε κατηγορίας στο αρχαίο δράμα-, απ’ την Μήδεια του Γιώργου Κιμούλη και τον Νεοπτόλεμο του Αιμίλιου Χειλάκη μέχρι τον Κώστα Φιλίππογλου του «Φιλοκτήτη» και την Άτοσσα του Άκη Σακελλαρίου και να δώσουν το μεγαλόσχημο Βραβείο τους Αρχαίου Δράματος στον πρωτάρη Σάκη Ρουβά με ό,τι αυτός φέρει δεν είναι μόνο πρόκληση. Είναι σκάνδαλο. Μήπως κάποιοι πρέπει να απολογηθούν; Κι ας κάνουν ορισμένοι πως δεν καταλαβαίνουν -διότι αν όντως δεν καταλαβαίνουν υπάρχει πρόβλημα...- τη σημασία αυτής της επιλογής και μετατοπίζουν το θέμα: ο Σάκης Ρουβάς δεν πήρε απλώς ένα βραβείο ερμηνείας. ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ πήρε.
(Διευκρίνιση: ουδεμία αντιπαλότητα έχω με οποιοδήποτε μέλος της Επιτροπής, δεν είμαι ούτε ποτέ υπήρξα μέλος της Ένωσης, ουδέποτε επομένως παραιτήθηκα, ουδεμία σχέση έχω με τον αλληλοσπαραγμό των εντός και εκτός Ένωσης κριτικών, αρνήθηκα να εγγραφώ σ΄αυτή και δεν έχω καμιά φιλοδοξία να το κάνω... Διότι, άλλωστε, δε θεωρώ εαυτόν κριτικό. 
Σχετικά δε με τις «προκαταλήψεις» στις οποίες αναφέρθηκε ο πρόεδρος της Ένωσης Κυριάκος Λουκάκος στην απονομή, σ’ ό,τι με αφορά, να παραπέμψω στο σχόλιό μου που αναρτήθηκε εδώ στις 12 Ιουλίου του 2013 -το πλήρες κείμενο που μικρό μέρος του δημοσιεύτηκε στην «Lifo»- και στη γνώμη μου για τη συγκεκριμένη «ερμηνεία» που έγραψα στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 26 Σεπτεμβρίου του 2013).
Α, και το χειρότερο, ίσως, όλων. Απ’ την Δευτέρα συζητάμε για τον Σάκη, το βραβείο του, το σλιπάκι του κι ούτε λέξη για τον Νίκο Καραθάνο που τιμήθηκε για την «Γκόλφω» του -για την οποία όλοι, σχεδόν σύσσωμοι, παραληρούσαμε- με το Βραβείο «Κάρολος Κουν» Σκηνοθεσίας Ελληνικού Έργου -το βραβείο του Σάκη δεν ήταν ένα απ’ τα τρία Βραβεία «Κάρολος Κουν», ήταν ένα απ’ τα Βραβεία της Ένωσης αλλά επικρατεί πλήρης επί του θέματος σύγχυση διότι και τα μεν και τα δε επιλέγει και απονέμει μαζί η ίδια επιτροπή κριτικών. Η οποία, στη δεδομένη περίπτωση, για να μαστε δίκαιοι, έκανε καλά τη δουλειά της και βράβευσε την καλύτερη, ίσως, και, σίγουρα, την πιο συγκινητική παράσταση της διετίας.




Έφτασε την τέχνη του στο τίποτα. Στο μηδέν. Αλλά και στο άπειρο. Ο Πίτερ Μπρουκ. Άφησε πίσω του μια θριαμβική πορεία είκοσι και... χρόνων στο «επίσημο» βρετανικό θέατρο, άφησε πίσω του την πατρίδα του, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, έψαξε στην Ασία και στην Αφρική την αλήθεια, έψαξε φιλοσοφίες διαφορετικές απ’ τις ευρωπαϊκές κι άρχισε απ’ την τέχνη του να αφαιρεί. Να αφαιρεί, να αφαιρεί, να αφαιρεί... Οτιδήποτε περιττό -σκηνικά, εφέ, εντυπωσιασμούς, υποκριτικά σουσούμια, τεχνικές... Κάθε βάρος. Κι έφτασε σε μια λιτότητα, σε μια ελαφράδα που αγγίζει όμως την ουσία. Και την αλήθεια -τη δική του την αλήθεια.
Αυτή την αλήθεια συνάντησα στη σκηνή του Δημοτικού Θέατρου του Πειραιά. Στην «Κοιλάδα των εκπλήξεων».
Ένα κείμενο για το οποίο άντλησε -για τρίτη φορά στη θεατρική πορεία του- απ’ τον νευρολόγο Όλιβερ Σακς και που συνυπογράφει με την εδώ και πολλά χρόνια συνεργάτισσά του Μαρί-Ελέν Εστιέν με την οποία συνυπογράφουν και τη σκηνοθεσία. 
Θέμα του, η συναισθησία, ένα νευρολογικό φαινόμενο που χαρακτηρίζεται απ’ την αλληλλοεπικάλυψη των αισθήσεων -ένας ήχος, για παράδειγμα, γεννά την εντύπωση ενός γράμματος ή μιας γεύσης: ένας άντρας που στη θέα των γραμμάτων του αλφάβητου βλέπει χρώματα, ένας μουσικός που ακούγοντας λέξεις ακούει ήχους μουσικούς... Και μια γυναίκα-φαινόμενο -φαινόμενο μνήμης: μια δημοσιογράφος που φανερώνει στους ειδικούς γιατρούς που την εξετάζουν και την παρακολουθούν κι ανακαλύπτουν τους μηχανισμούς αυτής της μνημειώδους μνήμης πώς σε κάθε λέξη, σε κάθε αριθμό η μνήμη της αυτομάτως κάνει ένα συνειρμό ώστε να τα συγκρατεί. Μια γυναίκα που ακριβώς για το λόγο αυτό χάνει τη δουλειά της (!) για να καταλήξει -κάτι σαν «η γυναίκα με τα γένια»...- σ’ ένα «σόου μαγείας». Πριν βάλει φρένο στο χάρισμά της αυτό που την πνίγει πια και το χρησιμοποιήσει μόνο για το κοινό καλό.
Τρεις ηθοποιοί, δυο μουσικοί, πέντε καρέκλες, μια ψάθα στρωμένη στα σανίδια της σκηνής, δυο-τρία ακόμα απαραίτητα και ο Πίτερ Μπρουκ με τους συνεργάτες του σε καθήλωναν. Και μέσα από ένα τόσο εγκεφαλικό θέμα, τελικά, σε συγκινούσαν. Δε θα ’ταν το ίδιο, πάντως, αν ο Μπρουκ δεν είχε ανάμεσα στους τρεις ηθοποιούς την Κάθριν Χάντερ. Την Κυρία Κάθριν Χάντερ.Ένα άλλου είδους φαινόμενο. Ένα φαινόμενο υποκριτικής. Που, μέσα από ένα κορμάκι μια σταλιά, ταλαιπωρημένο, κι από δυο μεγάλα, πονεμένα αλλά χαμογελαστά μάτια τα οποία ακτινοβολούσαν ευγένεια και καλοσύνη, άπλωνε μια ερμηνεία αφοπλιστική -χωρίς καθόλου να περιφρονεί το χιούμορ. 
Χειροκρότησα -όλοι χειροκροτήσαμε-, στο κατάμεστο -και στις έξι παραστάσεις που δόθηκαν- θέατρο, μ’ όλη μου την ψυχή. Με την ευχή να την ξαναδούμε την ΕΛΛΗΝΙΔΑ αυτή ηθοποιό. Και σύντομα.




Ποταμός το σχετικό δελτίο Τύπου του Εθνικού -θριαμβικό...- για τη συνεργασία που συνωμολογήθη υπό τον τίτλο «Πολιτιστικός Αγωγός Ομβρίων Υδάτων» -μήπως κάνω λάθος; Κάπως έτσι τέλος πάντων-, με πρωτοβουλία του καλλιτεχνικού διευθυντή του Σωτήρη Χατζάκη, μεταξύ Εθνικού και του State Academic Drama Theatre του... -Καζακστάν είναι; Αζερμπαϊτζάν; Ουζμπεκιστάν; Πακιστάν; Θα σας γελάσω και δε θέλω, έχω μπερδευτεί. Για συμπαραγωγή του «Προμηθέα δεσμώτη» σε σκηνοθεσία του -σας έγραφα περισσότερα στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 20 Νοεμβρίου (τελικά την παράστασή του, του 2007, που ’χε κάνει στο Εθνικό, σε μετάφραση Κ.Χ. Μύρη, προτίθεται να φρεσκάρει με «πολυεθνικό» χορό διευκρίνισε τώρα, δε θα πρόκειται για καινούργια...).

Μούγκα στη στρούγκα για την -πολύ επιτυχημένη μου ’παν- παρουσίαση της «Δυτικής αποβάθρας» του Κολτές σε σκηνοθεσία Λουντοβίκ Λαγκάρντ στην Ρενς -συμπαραγωγή τους ήταν με την «Comédie de Reims». Γιατί άραγε; 


Κάπως με αναστάτωσε ο συνδυαστικός τίτλος στην κριτική του Γιάννη Ζουμπουλάκη στο «Βήμα» της περασμένης Πέμπτης: «Οι ταινίες της εβδομάδας: Αθερίδης και Λόουτς ξεχωρίζουν στις αίθουσες».




Δεκτή, μας ανακοίνωσαν, έκανε το Εφετείο, στο οποίο το Εθνικό είχε προσφύγει, την αγωγή του για το «Rex Theater» -το ισόγειο του «Κοτοπούλη/Rex» το οποίο του ανήκει, όπως κι όλο το κτίριο- κατά του Ηλία Μαροσούλη στον οποίο υπενοικίαζε την αίθουσα -η υπενοικίαση είχε λήξει ήδη απ’ το 2010 αλλά εκείνος δεν την παρέδιδε με τίποτα. Αγωγή την οποία είχε απορρίψει το Πρωτοδικείο, όπως σας έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 29 Μαΐου. Σύμφωνα με την καινούργια απόφαση ο επιχειρηματίας θα πρέπει να παραδώσει, υποτίθεται, την αίθουσα στις 31 Δεκεμβρίου. Εμένα κάτι μου λέει, πάντως, πως κάποιες νομικές τρύπες θα βρεθούν και πάλι -ο υπενοικιαστής δεν έχει το δικαίωμα να καταφύγει σε ανώτερο δικαστήριο;
Άλλωστε, ποιος μπορεί να πει πια πως το «Rex Theater» δεν έχει χρήση θεάτρου; Όχι μόνο λόγω του... «Theater» στ’ όνομά του αλλά γιατί θέατρο κανονικό πλέον -κάλλιο αργά παρά ποτέ...- παρουσιάζει φέτος -το μιούζικαλ «Rocky Horror Show».
Κι έρχεται μάλιστα εκεί, ως Δεύτερη Σκηνή που θα παίζει μεσημέρια Κυριακής, το ακόμα πιο θεατρένιο «Αρμαντέιλ», διασκευή για το θέατρο του ομώνυμου βικτοριανού μυθιστορήματος μυστηρίου του Ουίλκι Κόλινς απ’ την Μαρία Κίτσου και τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη -κρατούν και δυο απ’ τους βασικούς ρόλους, η πρώτη σε μια συγ-κλο-νι-στι-κή ερμηνεία-, που παίχτηκε για λίγο πέρσι στο «Σύγχρονο Θέατρο» και που δεν πρέπει να το χάσετε ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ.

December 4, 2014

Η Αρχόντισσα (Θησαυροφύλαξ) κι ο αλήτης ή Ιφιγένεια εν Χατζακιστάν


Το Τέταρτο Κουδούνι / 4 Δεκεμβρίου 2014

«Την Τρίτη 25η Νοεμβρίου ε.ε., εορτή της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανσόφου Αικατερίνης, η ΑΘΜ ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ.Θεόδωρος Β΄ προέστη της Πανηγυρικής Πατριαρχικής και Συνοδικής Θείας Λειτουργίας στον Ιερό Πατριαρχικό Ναό Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου Αλεξανδρείας [...].
Στην Ευχαριστιακή Σύναξη προσήλθαν η Ερ.(σ.σ. -ίτιμος;) Γενική Γραμματεύς του Υπουργείου Πολιτισμού κα Λ.(σ.σ. -ίνα) Μενδώνη [...], η διακεκριμένη δημοσιογράφος κα Ά.(σ.σ. -ννα) Παναγιωταρέα [...].
Προ του πέρατος της Ευχαριστιακής Συνάξεως ο Μακαριώτατος απένειμε το Πατριαρχικό Οφφίκιο της Αρχοντίσσης Θησαυροφύλακος στην κα Μενδώνη προς αναγνώριση της διαχρονικής της προσφοράς στην ανάδειξη των τιμαλφών του ελληνικού πολιτισμού όπου γης. Παράλληλα περιεκόσμησε (σ.σ. ε, καλά, την έριξε ο Μακαριώτατος μου φαίνεται, ως να επρόκειτο για τον τελευταίο αλήτη...) την κα Παναγιωταρέα διά του Χρυσού Λέοντος του Τάγματος του Λέοντος Αλεξανδρείας για την έμπρακτη συναντίληψή της προς το έργο του Θρόνου του Αγίου Μάρκου»: αυτά έγραφε η προ ημερών ανακοίνωση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Άλαλα τα χείλη των ασεβών αλλά η γραφίς λελάληκεν: Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...


Απ’ τη συνέντευξη -άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε...- του Σωτήρη Χατζάκη στον Παύλο Η. Αγιαννίδη που δημοσιεύτηκε στα «Νέα» αποσπώ τα highlights:
«Στο Εθνικό, λέει, ‘είμαστε μια μεγάλη οικογένεια, διοίκηση, εργαζόμενοι, συνδικαλιστές. Δεν είμαστε απολογητές της κυβέρνησης, ούτε του κράτους, αλλά διαχειριστές. Μακριά από μας, από μένα οι γονυκλισίες και οι επικύψεις» (σ.σ. OMG!).
«Δεν θα γίνουμε λοιπόν Ιφιγένειες της πολιτικής έντασης ούτε εμείς, ούτε το Φεστιβάλ, ούτε το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ούτε το Κέντρο Κινηματογράφου (σ.σ. ναι, συναξαρίζει, όλοι μαζί, του Λούκου συμπεριλαμβανομένου!). Ενωμένοι θα αντιμετωπίσουμε τον λαϊκισμό (σ.σ. ΝΑΙ, θα τρελαθώ, μέμφεται, ψέγει, εγκαλεί το ΛΑΪΚΙΣΜΟ!!!!) που επιμένει να μας κατονομάζει σαν δεξιούς ή αριστερούς. Να μας αφήσουν ήσυχους να κάνουμε τη δουλειά μας!».
Free Willy! 

«Μεγάλη οικογένεια»; Μωρέ, εμένα, όμως, γιατί κάτι μου λέει πως όταν o Σωτήρης Χατζάκης φύγει απ’ το Εθνικό, οι εργαζόμενοί του δε θ’ απλώσουν στα μπαλκόνια, α λα ΚουΘουΒουΕ, όταν έφυγε από ’κει για να κατηφορήσει στην Αθήνα και να κατακτήσει και το Εθνικό, κακογραμμένα κουρελόπανα του ανωτέρω τύπου «ευχαριστούμε για όσα έκανες» όπως οι «Ηθοποιοί ΚΘΒΕ»; Βράζει το Εθνικό, οι αριθμοί -πλίνθοι, κέραμοι ατάκτως ερριμένα....- που ο Σωτήρης Χατζάκης έριξε στη δημοσιότητα τον Οκτώβριο ως κέρδη τουμπάρουν ως χρέη με τα στοιχεία που προσκομίζουν οι εργαζόμενοι, απεργίες επαπειλούνται... Και να πείτε πως είναι όργανα του Χουβαρδά, ε, δε θα το έλεγα.


Ενεός, εμβρόντητος, όταν, στο δελτίο Τύπου για τα Βραβεία «Κάρολος Κουν» και τα Βραβεία Θεάτρου/Χορού και Μουσικής της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, διάβασα πως για το Βραβείου Αρχαίου Δράματος μεταξύ των τριών υποψηφίων είναι ο Σάκης Ρουβάς «για το μέρος του Διονύσου στην τραγωδία ‘Βάκχαι’ του Ευριπίδου στο Θέατρο Βράχων ‘Μελίνα Μερκούρη’ (σ.σ. Γιατί ειδικά εκεί; Αφού παίχτηκε κι αλλού; Στον Βύρωνα ήταν καλύτερος;) σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη», πέρασα στο ντούκου τ’ άλλα δυο ονόματα σχολιάζοντας τη συγκεκριμένη επιλογή της «αρμόδιας» επιτροπής. Εν facebook φίλος, όμως, μου επεσήμανε πως συνυποψήφια με τον Σάκη Ρουβά (και με την Μάρθα Φριντζήλα για τη σκηνοθεσία των «Βακχών»), είναι, λέει, κι η Ελένη Μπούκλη «για τον ρόλο της Ιόλης στην τραγωδία ‘Τραχίνιαι’ του Σοφοκλέους, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου».
Δεν τη θυμόμουνα απ’ το προπέρσινο καλοκαίρι που παίχτηκε η παράσταση. Έψαξα στο κείμενο που ’χα γράψει εδώ, στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 12 Αυγούστου του 2013 και διαβάζω: «Η βουβή Ιόλη της Ελένης Μπούκλη προσέθεσε στο αποτέλεσμα με την ευγενική παρουσία της».
Και θυμήθηκα: το κορίτσι που ο Θωμάς Μοσχόπουλος έβγαζε στο τέλος γυμνό! Αυτή ήταν η Ιόλη! Ναι, ο ρόλος είναι βουβός και ελάχιστος! Η κοπέλα μπορεί να ’ναι μια έξοχη ηθοποιός με λαμπρό μέλλον αλλά υποψήφια για το Βραβείο Αρχαίου Δράματος; Των κριτικών; Για την Ιόλη;
Δεν ξέρω η «αρμόδια» επιτροπή τι πίνει και δε μας δίνει αλλά να προορίζει για το Βραβείο Αρχαίου Δράματος τον Σάκη Ρουβά κι ένα κορίτσι που ’κανε σε παράσταση τραγωδίας έναν μικρό, ΒΟΥΒΟ -κάτι σαν Πυλάδης της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή...-  ρόλο, μαθήτρια, μάλιστα, ακόμα δραματικής σχολής, που μόλις είχε τελειώσει τότε το δεύτερο έτος, είναι απορίας άξιον. Τουλάχιστον. Ας προσέξουν μην και εξελιχθούν τα Βραβεία των Kριτικών σε Κορφιάτικα...




Το «Άνθρωποι και ποντίκια» του Τζον Στάινμπεκ είναι ένα ενδιαφέρον θεατρικό έργο- αρχικά νουβέλα- του 1937, με πολλές αρετές. Αλλά, πάντα, μέσα στα κάπως περιορισμένα όρια του «καλού αμερικάνικου θεάτρου» -ευκολομάσητο, σε σύγκριση με πλήθος άλλα του ευρωπαϊκού μεσοπολεμικού δραματολογίου.
Εν πάσει περιπτώσει, είδα στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των μεταδόσεων του βρετανικού «National Live» -που φέτος «υιοθετεί» και μαγνητοσκοπεί και παραγωγές του Μπρόντγουέι- το νεοϊορκέζικο φετινό ανέβασμα του έργου απ’ την Άννα Ντ. Σαπίρο. Πολύ καλή δουλειά, με Τζορτζ τον σταρ Τζέιμς Φράνκο. Ωραίος, αρρενωπότατος, άψογη επιλογή για το ρόλο, ικανοποιητικός στα πρώτα δυο τρίτα της παράστασης, μέτριος, αμήχανος στην υπόλοιπη -εκεί έχει το έργο και τις μεγαλύτερες απαιτήσεις...-, τελικά, έτρωγε χώμα απ’ τον Κρις Ο’ Ντάουντ.
Και βέβαια ο Λένι είναι ο αβανταδόρικος ρόλος του έργου. Αλλά το θέμα είναι πως ο Ιρλανδός ΔΕΝ τον έπαιξε αβανταδόρικα. Σε τόνους χαμηλούς, χωρίς κορόνες και εντυπωσιασμούς και επίδειξη δεξιοτεχνίας, με χιούμορ όταν χρειαζόταν, με λεπτοδουλειά κεντήματος στην υποκριτική του, εκφραστικός, βαθιά ουσιαστικός έκανε μια ερμηνεία απολαυστική, αξιοθαύμαστη.





Τώρα, αυτό, που διάβασα στο «Αθηνόραμα» -εν όψει της καινούργιας παράστασής τους «Vanya. Δέκα χρόνια μετά» στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου- τη συνέντευξη των «Blitz» στην Ιλειάνα Δημάδη και εισέπραξα μια εσάνς έπαρσης, λάθος είναι;



Πάω στο «Bios» να δω το αγρινιώτικο «Από πρώτο χέρι» -πολύ καλή, συγκινητική παράσταση, σας τα ’γραψα στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 6 Νοεμβρίου- και με το που σκάω στη λεγόμενη «Main» Σκηνή με πήρε απ’ τη μύτη η αποφορά: πρόβλημα στις αποχετεύσεις προφανώς. Να βλέπω θέατρο σε άβολο κάθισμα, να φεύγει η καρέκλα προς τα πίσω και να φεύγω μαζί της κι εγώ και να μ’ αρπάζουν στο τσακ οι από πίσω πριν ανοίξω το κεφάλι μου, να παρακολουθώ παράσταση από ασταθή, επικίνδυνη εξέδρα, σε υποθερμαινόμενη -ενίοτε και παγωμένη αίθουσα-, με βρώμικα πατώματα και τοίχους, παρέα με ζωύφια... όλα τα ’χω ζήσει. Αλλά με οσμές να... εμπλουτίζουν την ατμόσφαιρα, όχι.
Ιδού που επέστη ο χρόνος και γι αυτό. Η πρώτη φορά, πέρσι, στο «Bios» πάντα, όταν πήγα να δω το «Μινιόν, μια χριστουγεννιάτικη ιστορία». Μπόχα και των γονέων -χειρότερη απ’ τη φετεινή. «Βόθρο έχουν και γέμισε;» αναρωτιόμασταν φράζοντας μύτες οι θεατές. Τώρα μου συμβαίνει για δεύτερη φορά στον ίδιο χώρο.
Καλό το εναλλακτικό, αλλά μήπως πρέπει να ’χει και κάποια όρια; Μήπως πρέπει να το αντιμετωπίσουν το θέμα των αποχετεύσεών τους στο «Bios/Main»; Σοβαρά εννοώ.


Δηλαδή αυτό θα επαναληφθεί στην τρέχουσα σεζόν καμιά εικοσαριά φορές; Όσες κι οι παραστάσεις που ’χει προγραμματίσει ο Γιάννης Βούρος φέτος στο ΚουΘουβουΕ; Σ ΟΛΕΣ τις πρεμιέρες τους; Κουράστηκα -τ’ ομολογώ κι αμαρτίαν ουκ έχω. Ν’ ανοίγω δελτία Τύπου απ’ την Θεσσαλονίκη με τίτλους στιλ
«Λαμπερή πρεμιέρα για την παράσταση τάδε...» με συνημμένες φωτογραφίες όπως η ανωτέρω και λεζάντες, για παράδειγμα, τύπου «Θανάσης Μπίντας με τη σύζυγό του-Αντώνης Οικονόμου (Γ.Γραμματέας Υπουργείου Εθνικής Άμυνας) με τη σύζυγό του».
Ε, και; Αυτά, δημοσιευμένα σε στήλες ή σε περιοδικά -τα λεγόμενα «κοινωνικού σχολιασμού»- ενισχύουν τι; Τη σοβαρότητα του προφίλ του Θεάτρου; Ή την προσέλευση του κοινού; Που, υποτίθεται, θα σκεφτεί «ε, μα, αφού πήγε ο Μπίντας με τη σύζυγό του κι ο Οικονόμου με τη δικιά του στην παράσταση αυτή, τότε να τρέξουμε κι εμείς»; Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε.


«Κανείς να μην υποβαθμίζει τις θυσίες των πολιτών»: το δήλωσε ο πρωθυπουργός μας Αντώνης Σαμαράς υψώνοντας (ΝΑΙ!) τη φωνή και τεντώνοντας απειλητικά το δάχτυλο στην Τρόικα. Και ήταν σοβαρός. Προφανώς, όταν λέει τέτοια, γελάει μετά, μόλις μένει μόνος στο γραφείο του.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...



«Πιθανή μικρή παράταση του Μνημονίου για τεχνικούς λόγους». Αυτό, πάλι, που το δήλωσε ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αντιπρόεδρος της κυβέρνησής μας και υπουργός μας επί των Εξωτερικών; Σπαρταριστό, ε; -μας συγχωρείτε, διακοπή. Δεν λειτουργεί για τεχνικούς λόγους.
Επαναλαμβάνω: Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...