September 1, 2016

Καλά, μην κάνετε κι έτσι… ή Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 1 Σε(μ)πτε(μ)βρίου 2016 

Kαλώς τονα το μήνα με τα πολλά τα μι… 



Οι «Όρνιθες» λοιπόν… Τελευταίος και καταϊδρωμένος φτάνω. Αλλά είπα να λείψω λίγο κι άργησα να γράψω κάτι. 
Ναι, είδα την παράσταση του Νίκου Καραθάνου. Και πολύ μου άρεσε πώς άρχισε -με τους μουσικούς να μπαίνουν χαλαροί, με τα σορτσάκια τους, μισόγυμνοι… Μια καινούργια πνοή. Αλλά απ’ τη στιγμή που βγήκε ο Έποπας, γριά καμπουριασμένη, μαυροφορούσα και μαυρομαντηλοφορούσα -ναι, με το τσεμπέρι-, χωρίς να καταφέρω να καταλάβω το λόγο, και, ειδικά, αφότου κατέβασε το βρακί μέχρι τους αστραγάλους -κι ας θαύμασα πάλι τον Χρήστο Λούλη που και στις πιο απίθανες εκδοχές ρόλων τα καταφέρνει τόσο καλά- έπαψε να μου αρέσει. 
Ξαναβρήκα την ευφορία κάποιες στιγμές -με συγκίνησε μέχρι δακρύων ο μονόλογος της Αηδόνας-Βασιλικής Δρίβα -σα να ξεκόλλησε από κάποιον Γκόγια-, που τον βρήκα το ομόλογο του δια χειρός Λένας Κιτσοπούλου παρένθετου μονολόγου «Ειν’ η αγάπη…» στην «Γκόλφω» του Καραθάνου, το τεράστιο μπαλόνι-Νεφελοκοκκυγία μαγευτικό το βρήκα, πανέμορφος ο Δίας του Γιάννη Σεβδικαλή που σα να αιωρούνταν, σα να πέταγε, μ’ εντυπωσίασαν με την ενέργειά τους ο Μιχάλης Σαράντης -και με την κίνησή του-, η Μαρία Διακοπαναγιώτου, ο Κωνσταντίνος Μπιμπής…. Αλλά μέχρις εκεί. 
Ειδικά όταν έριξαν την τούρτα στη μούρη της Ίριδας κι άρχισαν τα γλιστρήματα κι άρχισε ο Άγγελος Παπαδημητρίου (μ’ εμφάνιση, λέει, εμπνευσμένη απ’ την Τσαβέλα Βάργκα, το γιατί επίσης δεν το κατάλαβα) να μας φασκελώνει, ε, τότε ξαναθυμήθηκα αυτό που στο θέατρο το λένε όχι σλάπστικ αλλά αλαλούμ. Α, ναι και βαρέθηκα πια αυτή την ενδυματολογία/σετάρισμα -που ψάχνουμε στο Μοναστηράκι και συνταιριάζουμε ό,τι βρούμε. 
Η παράσταση -αυτοί οι «Όρνιθες» που ολίγη από «Όρνιθες» του Αριστοφάνη έχουν στο κείμενό τους, απ’ τη μέση και κάτω ειδικά-, η οποία εμένα μου φάνηκε κι από άποψη ρυθμού ιδιαίτερα προβληματική και μ’ ένα όμορφο, δυσλειτουργικό, όμως, σκηνικό, σε πολλούς, πάντως, άρεσε και πολλές κριτικές και παρουσιάσεις και γνώμες θετικότατες -ή έστω με λίγες επιφυλάξεις- συγκέντρωσε. Εύχομαι, λοιπόν, να ’χει την καλύτερη συνέχεια -ήδη διαβάζω ότι οι πέντε παραστάσεις της που χουν προγραμματιστεί στην παραγωγό Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών είναι, ΗΔΗ, sold out -που λέμε στα ελληνικά, Εγώ, λυπάμαι αλλά δε θα πάρω. 
Ναι, ομολογώ πως βρίσκω τον Αριστοφάνη βαρετό κι αντιλαμβάνομαι πόσο δύσκολο είναι να παιχτεί στη σκηνή και να βρεθούν λύσεις. Ναι, ομολογώ πως με πολύ μεγάλα καλάθια πήγα στην παράσταση κι άντε να τα γεμίσω... Ναι, ομολογώ, όπως έχω ξαναγράψει -και πολύ αυτό άρεσε σε νεάζοντα πρωταγωνιστή μας…-, πως σκέφτομαι μήπως έχω πια γεράσει και δεν πιάνω τον παλμό της εποχής και τις νέες εκφράσεις της τέχνης. Ο χρόνος θα δείξει. Αλλά αυτός πάλι ο εμφύλιος που ξεκίνησε, όπως, φέτος, και μετά την «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά και μετά την «Λυσιστράτη του Μιχαήλ Μαρμαρινού, μεταξύ των οπαδών του «Ήρθε η Νέα Εποχή!» και του «Έτσι χτύπησαν στην αρχή και τους ‘Όρνιθες’ του Κουν!» και των οπαδών -διότι, ναι, περί οπαδισμού πρόκειται…- του «Εξαφάνισε τον Αριστοφάνη!» και του «Πώς τολμάει να πιάνει στο στόμα του τον Κουν!», τι ελληνική υπερβολή! Καλά, βρε παιδιά, μην κάνετε κι έτσι. Μη συγχίζεστε τόσο. Θέατρο είναι. Πώς έχετε ΤΟΟΟΟΟΣΗ σιγουριά; Και οι μεν και οι δε.


Αυτό που διάβασα με μισόλογα στην «Καθημερινή» ομολογώ πως δεν το κατάλαβα: Οι Κύπριοι -ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ο οποίος συμμετέχει, μαζί με το Εθνικό και το ΚΘΒΕ, στην παραγωγή της «Αντιγόνης» του Στάθη Λιβαθινού, που είδαμε στην Επίδαυρο - δεν έχουν καμιά αντίρρηση να παιχτεί η παράσταση στις 28 Σεπτεμβρίου στην Κύπρο, στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας, που βρίσκεται στην περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου και «προβληματίζονται» ηθοποιοί της παράστασης;…  


Ολόκληρος ο Αριστοφάνης σε μια ώρα και 55 λεπτά. Μια οδυνηρή ώρα και 55 λεπτά… Στον Κώστα Γάκη, τον Κωνσταντίνο Μπιμπή και την Αθηνά Μουστάκα -που χουν συμπήξει την ομάδα θεάτρου «Ιδέα»- χρωστάω -χρωστάμε- μια υπέροχη θεατρική στιγμή, έναν θεατρικό αφρό, το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2». Γι αυτό δε θα ’θελα να επεκταθώ στην παράσταση «Αριστοφανιάδα» του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης που είδα στον Βύρωνα -συμμετείχε στο Φεστιβάλ Αθηνών και παίχτηκε, μάλιστα, στο Ηρώδειο- και στην οποία συνυπογράφουν με τον Δημήτρη Ζουγκό τη δραματουργική επεξεργασία και τη σύνθεση κειμένων ενώ η σκηνοθεσία είναι του Κώστα Γάκη.
Μόνο να ρωτήσω: μια τέτοια παράσταση, αλήθεια, πιστεύουν, ότι εκφράζει, αυτά που γράφουν στο «Ένα μικρό μανιφέστο» το οποίο διάβασα στο πρόγραμμα -«μας ενδιαφέρει η δημιουργία παραστάσεων που κρατούν σε εγρήγορση τη συναισθηματική νοημοσύνη του κοινού, παραστάσεις αισθητηριακών ξυπνημάτων και συγκινησιακών φορτίσεων, που μετακινούν το θεατή σε μια νέα, ανάγλυφη πραγματικότητα η οποία, μέσω καθαρών μηνυμάτων και ισχυρών συναισθημάτων τον ξεπλένει από τη σκόνη της καθημερινότητας»; Κι ότι η παράσταση ΑΥΤΗ μπορεί να αντιταχθεί «σε μια μεταμοντέρνα αισθητική που έχει επιβληθεί στα θεατρικά μας πράγματα»; 
Κρίμα, πάντως, να χαραμίζονται έτσι καλοί έως και εξαίρετοι ηθοποιοί, όπως η Ευαγγελία Μουμούρη -μεγάλο ταλέντο, όμορφη, χιούμορ, γκάμα, σκηνική ενέργεια, φωνάρα, κίνηση, απορώ πώς ακόμα δεν της έχουν εμπιστευτεί επώνυμους ρόλους-, ο Γεράσιμος Γεννατάς -μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε…-, ο Γιώργος Πυρπασόπουλος, ο Θάνος Τοκάκης… (Για τον Αντώνη Καφετζόπουλο ανέκαθεν είχα κι έχω την εντύπωση ότι πάντα αναρωτιέται κι ο ίδιος τι γυρεύει στη σκηνή…).  

Σας έγραφα στο προηγούμενο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 18 Αυγούστου, για την απογοήτευσή μου απ’ τα καλλιτεχνικά αποτελέσματα του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών. Θα ’θελα να συμπληρώσω ότι φέτος ένοιωσα, στην «Πειραιώς» κυρίως, ότι το Φεστιβάλ, μετά τα φάουλ -για να χρησιμοποιήσω την ελαφρότερη έκφραση- Λούκου και Φαμπρ, σα να ’χασε τη δυναμική του, σα να χασε το κύρος του. Σα να το μείωσαν, σα να το ευτέλισαν όσα, από φαιδρά έως χονδροειδή, διέπραξαν εξ αμελείας -οι άσχετοι- ή εκ προμελέτης -οι σχετικοί. Τα οποία εις βάρος του θεσμού, τελικά, απέβησαν. Κι άντε να δούμε τώρα πώς θα ορθοποδήσει…


Έξυπνα κινείται στο Φεστιβάλ Φιλίππων, ο Θοδωρής Γκόνης, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του. Δεν το ’χει βάλει κάτω. Η έλλειψη πόρων δεν τον έχει οδηγήσει στη μιζέρια. Ούτε σε λαϊκίστικες λύσεις τύπου Χατζάκη -μπούγια κι ευκολίες και πούλμαν.
Πλάι στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων, που αναγκαστικά δέχεται τις παραστάσεις της Επιδαύρου και τις λοιπές περιοδεύουσες, ισορροπώντας, έχει βάλει στο φεστιβαλικό παιχνίδι την πόλη της Καβάλας, όπου με φαντασία, ευρηματικότητα, καλό γούστο και πνευματικότητα εντάσσει μικρές
αλλά ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, προσεκτικά επιλεγμένες και με πρόσωπα σοβαρά κι ενδιαφέροντα, που τις αναδεικνύει ο άξονας γύρω από τον οποίο κινούνται. 
Φέτος, ειδικά, που ο άξονας ήταν ο Γιώργος Σεφέρης, ο Αύγουστος της Καβάλας και του Φεστιβάλ Φιλίππων κύλησε γεμάτος με εκδηλώσεις που ερέθιζαν και κινητοποιούσαν. Και που πολύ θα ’θελα να τις παρακολουθήσω, αν ήμουν εκεί.

Άντε πάαααλι: «Αναμένεται η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνας- Θεσσαλονίκης σε τρεισήμισι ώρες». Κάθε τρεις μήνες, κατά μέσο όρο, χρόοονια τώρα, δεκαετίες τώρα, κάποιος «αρμόδιος» -υπουργός, πρόεδρος, διοικητής…- βγαίνει και το δηλώνει. Ανερυθρίαστα. «Για το 2018», λέει -την προηγούμενη φορά την περιμέναμε, λέμε τώρα, την περί ης ο λόγος «σύνδεση» για το 2017, αυτή τη φορά το 17 έγινε 2018. Πρόκειται πλέον περί «αστικού», που λένε πια, μύθου. Που συναγωνίζεται αυτόν των εγκαινίων του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης… 
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… (Η φωτογραφία ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα των τρένων της ΤραινΟΣΕ που κυκλοφορούν).


«Ο Δημήτρης Λιγνάδης θα παρουσιάσει, σε μετάφραση Δημήτρη (σ.σ. που λέγεται Διονύσης) Καψάλη […]». Και πιο κάτω: «Ο Αλέξανδρος Ρήγας θα ανεβάσει τον ‘Πυγμαλίων’ του Τζορτζ Μπέρναρντ Σω». Τα διάβασα σε είδηση, υπογραμμένη μάλιστα -που δεν είναι είδηση, καθώς όλα που περιλαμβάνει έχουν ξαναγραφτεί αλλού αλλά ας μην το πιάσουμε αυτό το θέμα που επαναλαμβάνεται διαρκώς και υποτροπιάζει γιατί καίει… -σε ιστότοπο που ασχολείται με τον πολιτισμό και που ’χε ξεκινήσει ευοίωνα. Εκεί είχα διαβάσει και τη γενική «της Αργυρούς» που σας έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 23 Ιουνίου... Μήπως, εκτός απ’ τον πολιτισμό, ο ιστότοπος θα πρέπει ν’ ασχοληθεί και με τη γραμματική; 

«Το Τέταρτο Κουδούνι» θα επανέλθει στις 22 Σε(μ)πτε(μ)βρίου. Προσπαθώ, όσο μπορώ, να αποφύγω τον Σε(μ)πτέ(μ)βριο με τα πολλά τα μι…

Tip: «Επτά επί Θήβας»



Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις υπέγραψε το 2012 τον «Οιδίποδα τύραννο» με τον Αιμίλιο Χειλάκη στον επώνυμο ρόλο και μας χάρισε, κατά τη γνώμη μου, μία παράσταση-σταθμό στην ερμηνεία του αρχαίου δράματος στην Ελλάδα, μολονότι καταπιανόταν για πρώτη φορά με την τραγωδία. Χρειάστηκαν να περάσουν τέσσερα χρόνια για να ασχοληθεί και πάλι με το είδος. Οι «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου που έκανε με το ΚΘΒΕ επιβεβαιώνει ότι η αρχαία ελληνική τραγωδία τον αφορά: μία εξαιρετική παράσταση με συ-γκλο-νι-στι-κές στιγμές -η, έμπνευσής του, σκηνή της σύγκρουσης Ετεοκλή-Πολυνείκη ανεπανάληπτη. 
Ο Γκραουζίνις έχει κάνει μία μοντέρνα παράσταση χωρίς μοντερνισμούς, μία παράσταση -την είδα στην Ελευσίνα- που σέβεται -καθόλου δουλικά και βαρετά- τον Αισχύλο αλλά αγγίζει και τον σημερινό θεατή. Δείτε την ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ. Θα επανέλθω.

August 19, 2016

Σαν σήμερα



Federico Garcia Lorca
5 Ιουνίου 1898 (Φουέντε Βακέρος)- ξημέρωμα 19 Αυγούστου 1936 (Βιθνάρ)
Σαν σήμερα πριν από 80 χρόνια 


«Τι σπασμένα γυαλιά μου τρυπάνε τη γλώσσα!» («Ματωμένος γάμος», πράξη τρίτη-εικόνα πρώτη, μετάφραση Νίκος Γκάτσος).

August 18, 2016

Φεστιβάλ Αθηνών: επειγόντως ανανέωση!


Το Τέταρτο Κουδούνι / 18 Αυγούστου 2016 



Άκουσα, γι άλλη μια φορά, τον Δημήτρη Πλατανιά. Στην Καλαμάτα τη φορά αυτή, στη συναυλία-κλείσιμο του 22ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού -σας έγραψα σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 29 Ιουλίου. Έχω γράψει αρκετές φορές για τον Πλατανιά. Αλλά θέλω να επανέλθω στον έλληνα βαρύτονο με τη διεθνή πια καριέρα. Δεν είμαι ούτε μουσικολόγος ούτε κριτικός μουσικής. Αγαπώ τη μουσική, αγαπώ τη φωνή, αγαπώ την όπερα κι έχω κάποια πείρα ως θεατής κι ακροατής. Και μπορώ με σιγουριά να γράψω -πάλι- πως ο Δημήτρης Πλατανιάς είναι ο καλύτερος βαρύτονος που είχαμε απ’ την εποχή του Κώστα Πασχάλη. Το μέγεθός του είναι ήδη αναγνωρισμένο, βέβαια, αλλά πιστεύω πως ακόμα δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πως ο Πλατανιάς δεν είναι απλώς σημαντικός, δεν είναι απλώς ο καλύτερος. Αλλά πως ανήκει στα μεγέθη αυτά τα πάνω απ’ τον μέσο όρο, τα μετρημένα στα δάχτυλα, που τιμούν τη χώρα. Και που πρέπει να τους δώσουμε τη σημασία και να τους αποδώσουμε τις τιμές που τους οφείλουμε.
Επιπλέον διαπίστωσα πως η Καλαμάτα τον αγαπάει πολύ και τον καμαρώνει. Όχι ως είδωλο αλλά ως ένα δικό της παιδί, σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα της. Όπου καθόμουνα κι έκανα αναφορά στον Πλατανιά, από μουσικόφιλους μέχρι σερβιτόρους, άκουγα να μιλούν για τον «Μήτσο» με μεγάλη στοργή. Και, κατά σύμπτωση, την επομένη της συναυλίας, τον είδα να ’ρχεται με το μηχανάκι του εκεί που καθόμασταν, στην παραλία, για να κάνει μπάνιο με τη γυναίκα του, την -ειδικευμένη στο λιντ- σοπράνο Χριστίνα Γιαννακοπούλου, Καλαματιανή επίσης, που τον περίμενε. Συμπαθέστατος, προσιτός, άμεσος, έξω καρδιά, πλακατζής. Και πανευτυχής που φέτος το καλοκαίρι δεν έχει υποχρεώσεις και θα μπορέσει να ξεκουραστεί και να κάνει μπάνια.





Απτον «Ριχάρδο Γ΄» με τον Κέβιν Σπέισι έχει να γίνει αυτό που γίνεται στην Επίδαυρο με τους «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου και της «Στέγης» -να χουν ξεπουλήσει κι οι δυο προγραμματισμένες παραστάσεις. Απορώ πώς και δεν πράττουν το ίδιο που χε κάνει τότε το Φεστιβάλ: να προσθέσουν μια παράσταση για την Κυριακή. Δε χάνονται αυτές οι ευκαιρίες. Είναι τόσος κόσμος που ενδιαφέρεται και δε βρήκε εισιτήριο... Ελπίζω κι εύχομαι, πάντως, η παράσταση ν ανταποκριθεί στις προσδοκίες που χει δημιουργήσει (Φωτογραφία: Νικόλας Μάστορας, Artwork: Beetroot).



Ε, όχι! Δεν το σχολίασα το σχόλιο που φέρεται να ’γραψε ο Γεράσιμος Γεννατάς και ν’ ανάρτησε στο προφίλ του στο facebook, για την «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά και τους συναδέλφους του που παίζουν στην παράσταση. Γιατί δεν το πίστεψα -δε θέλησα να το πιστέψω. Το θεώρησα πλαστό, κάποιοι κακοήθεις θα τον χάκαραν. Άλλωστε, στο προφίλ του, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει (πια;). Θα ’ταν εξωφρενικό ΑΥΤΟ που διάβασα να μην ήταν πλαστό. Και να το ’χε γράψει ο Γεράσιμος Γεννατάς. Που ξέρω. Κι ο οποίος ηθοποιός είναι. Και, σίγουρα, έχει παίξει και, σίγουρα, θα παίξει κι ο ίδιος και σε παραστάσεις για τις οποίες υπήρξαν και θα υπάρξουν, ίσως, σχόλια αρνητικά…
(Μόνο, με τούτα και μ’ εκείνα, παιδιά, μη φτάσουμε πάλι σε κανένα ’44 και σε καμιά Ελένη Παπαδάκη…). 



Περίεργη η σύνθεση τoυ θιάσου «Διασπορά» που παρουσίασε, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στην «Πειραιώς 260», στα αγγλικά, το έργο της Λιν Νότατζ «Ruined». Αναρωτήθηκα, επίσης, γιατί πήρε «Πούλιτζερ» το έργο αυτό, το 2009, και γι άλλη μια φορά σκέφτηκα πως έχουν ξεπέσει τα «Πούλιτζερ»... Αλλά κι η παράσταση, που συνυπέγραφαν (αλλού ναι, αλλού όχι, δεν ήταν και πολύ σαφές…) ο Ντένις Χίλτον-Ριντ κι η δικιά μας Γιούλα Μπούνταλη, σα λίγο «χαμένη» και μπερδεμένη κι απροετοίμαστη κι άδετη μου φάνηκε. Και μόνο την ίδια την Γιούλα Μπούνταλη ξεχώρισα στο ρόλο της Μάμα Νάντι.  


Πολύ ενδιαφέρουσα η μουσική δουλειά του Λευτέρη Βενιάδη στη μουσικοθεατρική παράσταση «Γεώργιος Σουρής τώρα» -σύνθεση κι εκτέλεση- που παίχτηκε στο Μέγαρο Μουσικής, επίσης στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Αλλά γιατί ν’ αναλάβει ο ίδιος και τη σκηνοθεσία; Το ημιερασιτεχνικό, κακοστημένο θέαμα κατέστρεψε την όλη εντύπωση -πιο αμήχανο, πεθαίνεις… Όσο για το ενδυματολογικό μέρος, τι να πω; Ο νεαρός βαρύτονος με το σορτσάκι (!), που σα μόλις να γύρισε απ’ τη θάλασσα και ν’ ανέβηκε στη σκηνή χωρίς να προλάβει ν’ αλλάξει, όλα τα λεφτά -εμβρόντητος έμεινα βλέποντάς τον. Κρίμα.



Αδιάφορη βρήκα και την «Αντιγόνη» του Ανούιγ όπως, υποτονικά, την ανέβασε στο «Ρεξ» -στην Σκηνή «Κοτοπούλη» του Εθνικού-, για το Φεστιβάλ, η Ελένη Ευθυμίου προσπαθώντας με κάποια τρικ -η «κιτσοπουλική» Ιωάννα Μαυρέα ως Ισμήνη!- να ζωντανέψει το ολίγον πια ψόφιο, κατά τη γνώμη μου, έργο που κάποτε υπεραγαπούσα.



Ενδιαφέρουσα η όπερα την οποία έβγαλε απ’ το «Λεόντιος και Λένα» του Μπίχνερ -που, προσωπικά, το βρίσκω τόσο , μα τόσο δύσκαμπτο έργο, τόσο χωρίς χιούμορ, τόσο λίγο κωμωδία, τόσο γερμανικό…- ο Κορνήλιος Σελαμσής -ταλαντούχος συνθέτης- κι εξαιρετικοί οι τέσσερις πρωταγωνιστές του -Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Χάρης Ανδριανός, Θεοδώρα Μπάκα και Λητώ Μεσσήνη, ειδικά οι δυο άντρες που έχουν και υποκριτικές ικανότητες καθόλου αμελητέες- αλλά η παράσταση του Αργύρη Ξάφη, που είδα στο Εθνικό, στο πλαίσιο, πάντα, του Φεστιβάλ, λίγο αμήχανη μου φάνηκε. Και κουραστική. Έστω κι αν, στο τέλος, με κέρδισε. 

Δεν μπορώ, πάντως, να μην υπογραμμίσω το σκηνικό/γλυπτό που υπέγραφαν η Ελένη Παπαναστασίου κι ο Γιάννης Κιτάνης. Έξοχο!



Όσο για την -εντός Φεστιβάλ ωσαύτως- «Κάρμεν» της Λυρικής διάβασα τόσα ενθουσιώδη που εξεπλάγην: μήπως δεν είδα την ίδια παράσταση; Διότι, εμένα, μετά την σίξτις-σέβεντις, κιτσίζουσα φετινή «Αΐντα» του ιταλού σκηνοθέτη Ενρίκο Καστιλιόνε, με την οποία άνοιξε η Λυρική το Φεστιβάλ στο Ηρώδειο, η «Κάρμεν» του Βρετανού Στίβεν Λάνγκριτζ μου φάνηκε να βρίσκεται στο άλλο -εξίσου ατυχές…- άκρο: στις σκηνοθεσίες που καμώνονται, ντε και καλά, τις μοντέρνες pour épater les bourgeois -για να εντυπωσιάσουν τους αστούς.
Ενδιαφέρον το φλας μπακ που επιχείρησε ο Λάνγκριτζ σκηνοθετώντας στην εισαγωγή την εκτέλεση του -φονιά, πια, της Κάρμεν- Δον Χοσέ και, κατόπιν, πιάνοντας την ιστορία απ’ την αρχή. Αλλά αυτή η ιδέα η παράστασή του να στηριχτεί στο «εύρημα» της παράνομης διακίνησης μεταναστών για να είναι in στα σημερινά ελληνικά δεδομένα μού φάνηκε τόσο «δήθεν», τόσο εξωτερική, τόσο άσχετη, τόσο επιβεβλημένη με το ζόρι, τόσο ψεύτικη... Κανένα, μα κανένα βάσανο στην αναζήτηση της ουσίας της όπερας -μα, δεν το ’δε αυτό κανείς; Πόσο μάλλον όταν η εκτέλεση απ’ τους υποκριτικά ανειδίκευτους στο μοντέρνο αυτό ύφος καλλιτέχνες της -καλής- Χορωδίας της Λυρικής οδηγούσε σε καμπανιστές παραφωνίες -εκείνος ο ηλικιωμένος φαντάρος...
Επιπλέον είχα την ατυχία να δω τη δεύτερη διανομή: μια κάποιας ηλικίας, καλής εμφάνισης και με καλούτσικη φωνή αλλά συμβατική, «δεύτερη» Γαλίδα Κάρμεν, τον δικό μας Δημήτρη Πακσόγλου που είναι ικανός φωνητικά τενόρος αλλά δε νομίζω πως του πάει ο Δον Χοσέ, μια συμπαθητική Μικαέλα -την Άννα Στυλιανάκη- κι έναν ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ Ιταλό Εσκαμίγιο -μα ΠΟΥ τις ψωνίζουν τις μετακλήσεις τους;- που απόρησα γιατί κανείς δεν τόλμησε να τον κράξει…



Για να καταλήξω: μετά από 28 εκδηλώσεις του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών που είδα -σχεδόν τις μισές- και παρά κάποιες -πολύ λίγες- ευχάριστες εκπλήξεις που είχα και στις οποίες ήδη αναφέρθηκα, μουσικές κυρίως, απογοητευτικό, τελικά, το βρήκα. Παραστάσεις νέων που δεν είχαν τίποτα να πουν, δήθεν, βιαστικά στημένες, άμετρη κατάχρηση του devised, τίποτα το ουσιαστικά καινούργιο αλλά κι οι ξενόφερτες, όσες είδα, τίποτα δε μου είπαν, ακόμα κι ο «Μάκβεθ» του Μπρετ Μπέιλι. που τόσο περίμενα, με ψιλοαπογοήτευσε. Απορώ με τους συναδέλφους που τόσα πολλά θετικά σε τόσο πολλές παραστάσεις βρήκαν…
Νομίζω πως ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος πρέπει πολλά να αναθεωρήσει. Αυτές οι αλλεπάλληλες παραστάσεις νέων και «νέων», που πληθύνθηκαν τόσο τα τελευταία χρόνια, ας γίνουν μια πλατφόρμα ενταγμένη στο Φεστιβάλ, δε γίνεται πια ν’ αποτελούν τον κορμό του.




Τα δυο «Ψηλά βουνά» μαλώνουν, για να παραφράσω το κλέφτικο δημοτικό. Τα βασισμένα στο αναγνωστικό του Ζαχαρία Παπαντωνίου -το πρώτο που γράφτηκε στη δημοτική στην Ελλάδα - «Ψηλά βουνά», χειμωνιάτικη παραγωγή του «Ακροπόλ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου -που προφανώς έκανε και τη διασκευή για το θέατρο αλλά αυτό πουθενά δεν αναφέρεται-, περιοδεύουν ανά την Ελλάδα.
Αλλά ανά την Ελλάδα περιοδεύουν και τα -επίσης βασισμένα στο αναγνωστικό του Ζαχαρία Παπαντωνίου- «Ψηλά βουνά», παραγωγή του «Νέου Θεάτρου Θεσσαλονίκης», σε σκηνοθεσία Γιάννη Ρήγα -η επιλογή κειμένων είναι του Ανδρέα Καρακίτσιου κι η δραματουργική επεξεργασία του θιάσου. Για να δούμε ποια θα νικήσουν -στις πιάτσες και στα εισιτήρια εννοώ.



Την Άνδρο την έχω αγαπήσει. Και το καινούργιο αμφιθέατρο της, που το ’δα πέρσι απέξω, μου άρεσε. Και το φεστιβάλ της που ξεκίνησε πέρσι το καλοδέχτηκα. Και τον Παντελή Βούλγαρη που ’χει αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνσή του πολύ τον εκτιμώ. Αλλά, όταν βλέπω, επί 27 εκδηλώσεων του προγράμματος του φεστιβάλ, οι 26 να ’ναι με τους συνήθεις περιοδεύοντες ανά την Ελλάδα θιάσους και τραγουδιστές/μουσικούς και κάποιες με ντόπιους και μια μόνο με ξένους καλλιτέχνες -«Music and Dance Gala for Andros με καλλιτέχνες από την Εθνική Όπερα Παρισίων», λέει, όπως διαβάζω στο δελτίο Τύπου-, ε, τότε βρίσκω καταχρηστικό έως και μεγαλομανή τον τίτλο «ΔΙΕΘΝΕΣ Φεστιβάλ Άνδρου». Άσε τον δήμαρχο Άνδρου που το χαρακτηρίζει ως «ένα από τα κορυφαία πολιτιστικά γεγονότα του καλοκαιριού στην Ελλάδα»… Θα μπορούσα έως και για σουσουδισμό να μιλήσω αλλά θα κινδύνευα να παρεξηγηθώ καθότι ο δήμαρχος λέγεται Σουσούδης…




«Η ακουστική λοιπόν στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου έχει το αξιοπερίεργο, ότι έτσι όπως ακούγονται καθαρά τα Ελληνικά εκεί, δεν μπορούν να ακουστούν άλλες γλώσσες, υπάρχει δηλ. κάποιου είδους συντονισμού του ήχου, της Μαθηματικής Ελληνικής γλώσσας, του χώρου και της ακουστικής, και αυτό γιατί η Ελληνική γλώσσα είναι μουσική γλώσσα». Έζησα για να το διαβάσω κι αυτό. Έτσι ακριβώς…




Να ’χεις πει, να ’χεις γράψει τα χείριστα -δηλητήριο, υπονοούμενα…- για τον άνθρωπο, και, όταν πεθάνει, να γράφεις από πάνω και θερμή νεκρολογία αντί να το βουλώσεις διακριτικά, ε, το θεωρώ θράσος… Μέγα.


Την επόμενη Πέμπτη «Το Τέταρτο Κουδούνι» θ’ απουσιάσει και πάλι. Ραντεβού τον Σε(μ)πτέ(μ)βριο -Πέμπτη 1 Σε(μ)πτε(μ)βρίου (Ωχ, ολόκληρος Σε(μ)πτέ(μ)βριος κι ολόκληρος Οκτώ(μ)βριος με περιμένουν πάλι… Αλλά πώς να τους αποφύγω;).

August 7, 2016

Περλέγκας σκηνοθετεί Ναταλία Τσαλίκη ως σοπράνο-ψώνιο Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς στο «Θησείον»




Το έργο για δυο πρόσωπα του -βρετανού ηθοποιού- Στίβεν Τέμπερλι «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς-Ενθύμιο», εμπνευσμένο απ’ την «καριέρα» της πλούσιας κοσμικής κυρίας αλλά ατάλαντης ερασιτέχνη σοπράνο-ψώνιου Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς περίγελου της Νέας Υόρκης, που επέμενε κι έφτασε να τραγουδήσει στο «Κάρνεγκι Χολ» στα 76 της χρόνια, θα παρουσιαστεί την επόμενη χειμερινή σεζόν, στο θέατρο «Θησείον», ως βασική παραγωγή της PRO4 του Μανόλη Σάρδη, σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα, με πρωταγωνιστές δυο καλούς ηθοποιούς: την -φωνητικά καλλιεργημένη άλλωστε- Ναταλία Τσαλίκη και τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο.
Στο «Ενθύμιο», που διαδραματίζεται στο Γκρίνουιτς Βίλατζ το 1964, ο μέτριος μεξικανο-αμερικανός πιανίστας Κοσμέ ΜακΜουν θυμάται τη συνεργασία του με την πλούσια κοσμική κυρία της Νέας Ιόρκης Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, η οποία, χτυπημένη απ το ψώνιο της όπερας, αν και εντελώς ανίκανη φωνητικά, ακολούθησε, σε ώριμη, μάλιστα, ηλικία, «καριέρα» σοπράνο διασκεδάζοντας παρά ψυχαγωγώντας το κοινό που γελούσε με την κακοφωνία της, ηχογραφώντας δίσκους 
και φτάνοντας να δώσει, στα 76 της χρόνια, με την παρουσία πολλών εξεχόντων μελών του νεοϊορκέζικου καλλιτεχνικού κόσμου -Kόουλ Πόρτερ, Τζαν Kάρλο Μενότι, Λίλι Πονς, Αντρέ Κοστελάνετς...-, ρεσιτάλ -παρωδία ρεσιτάλ…- στο «Κάρνεγκι Χολ» και την οποία ο νεαρός, τότε, ΜακΜουν συνόδευε στο πιάνο, σε μια σειρά ξεκαρδιστικών συναυλιών που τους έκαναν πασίγνωστους στην Νέα Ιόρκη απ’ το 1932 μέχρι το 1944, οπότε εκείνη πέθανε, ένα μήνα μετά το «ρεσιτάλ» στο «Κάρνεγκι Χολ», που αποτελεί και την κορύφωση του έργου.
Το ιδιαίτερο θέμα και το ιδιόμορφο αυτό πρόσωπο, έλκυσαν τους θεατρικούς συγγραφείς: απ’ το 1994 πέντε θεατρικά έργα με ηρωίδα την Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς έχουν δει το φως της σκηνής. Το τέταρτο -του Στίβεν Τέμπερλι, αυτό που θα παιχτεί στην Αθήνα-, με τον πρωτότυπο τίτλο «Ενθύμιο», έδωσε την πρεμιέρα του στην Νέα Ιόρκη, οφ-Μπρόντγουέι, τη σεζόν 2004/2005 -με την Τζούντι Κέι στο ρόλο της Φλόρενς, ερμηνεία για την οποία ήταν υποψήφια στα Βραβεία «Τόνι»-, για να μεταφερθεί την επόμενη 2005/2006 στο Μπρόντγουέι.
Το πρόσωπο της Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς ενέπνευσε και δυο ταινίες: τη γαλική «Μαργκερίτ» (2015) του Ξαβιέ Τζιανολί -ο οποίος, όμως, δε χρησιμοποιεί το όνομα της Τζένκινς αλλά η «σοπράνο» ηρωίδα του, την οποία ερμηνεύει η Κατρίν Φρο, έχει το όνομα Μαργκερίτ Ντιμόν και ζει στο Παρίσι τη δεκαετία του ’20- και τη βρετανική «Florence-Φάλτσο σοπράνο» του Στίβεν Φρίαρς, που προβάλλεται, μάλιστα, με τον συγκεκριμένο τίτλο, αυτές τις μέρες στην Ελλάδα, με πρωταγωνίστρια, ως Φλόρενς, την Μέριλ Στριπ.

Το «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς-Ενθύμιο» του Στίβεν Τέμπερλι, που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα τη σεζόν 2011/2012 στο «Αγγέλων Βήμα», με τον τίτλο «Μαντάμ Φλο», σε σκηνοθεσία Γιώργου Καραμίχου και με την Αντιγόνη Βαλάκου -ο τελευταίος της ρόλος- και τον Γιώργο Χρανιώτη-, ανεβαίνει σε μετάφραση του σκηνοθέτη Γιάννου Περλέγκα και του Προμηθέα Αλειφερόπουλου, με σκηνικά και κοστούμια Λουκίας Χουλιαρά, κίνηση Δήμητρας Ευθυμιοπούλου, φωτισμούς Νίκου Βλασόπουλου και φωνητική διδασκαλία Ευαγγελίας Καρακατσάνη. Η πρεμιέρα στο «Θησείον» έχει προγραμματιστεί για τις 4 Νοεμβρίου.