«Ντάμα Πίκα» (Πούσκιν) της Έλσας Ανδριανού (διασκευή) / Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός.

Αρχές της δεκαετίας του 1830, στην Πόλη του Αγίου Πέτρου, (που κακώς έχουμε μεταφράσει σε «Αγία Πετρούπολη»), στο μέγαρό της, ζει η υπέργηρη -87χρονη- Κόμισα Άννα Φεντότοβνα. Ακμαία, ακόμη μετέχει στην «κοσμική» κίνηση της «υψηλής κοινωνίας» της ροσικής πρωτεύουσας. Σε μία
παρέα χαρτοπαιχτών αξιωματικών ο εγγονός της, πρίγκιπας Πάβελ Αλεξάντροβιτς Τόμσκι, εκμυστηρεύεται ότι η γιαγιά του, νέα, βρέθηκε στο Παρίσι του Λουδοβίκου 15ου όπου χαρτοπαίζοντας έχασε μία ολόκληρη περιουσία. Ο σύζυγός της αρνήθηκε να πληρώσει το χρέος της αλλά η Κόμισα βρήκε μία απροσδόκητη βοήθεια από τον
κόμη του Σεν-Ζερμέν που της αποκάλυψε ένα συνδυασμό με τον οποίο θα μπορούσε να κερδίσει και να πάρει πίσω όσα έχασε. Εφαρμόζοντάς τον, όντως, κέρδισε. Και μάλιστα πολύ περισσότερα από όσα χρωστούσε. Αλλά, έκτοτε, δεν αποκάλυψε σε κανέναν το μυστικό. Ο γερμανικής καταγωγής αξιωματικός του Μηχανικού Χέρμαν, που είναι στην παρέα και ο οποίος, συνετός και εγκρατής, φοβάται και δεν παίζει ποτέ χαρτιά, επηρεάζεται εμμονικά από τη διήγηση αυτή και, επιδιώκοντας να μάθει το μυστικό του Σεν-Ζερμέν, πολιορκεί το σπίτι της Κόμισας. Σε ένα παράθυρο βλέπει την προστατευόμενή της -κάτι σαν ψυχοκόρη- Λιζαβέτα
Ιβάνοβνα. Τη χρησιμοποιεί ως πολιορκητικό κριό. Αρχίζει να της στέλνει ερωτικά γράμματα, εκείνη τον ερωτεύεται και ένα βράδυ τον μπάζει στο σπίτι για να τον
φιλοξενήσει στην κρεβατοκάμαρά της. Ο Χέρμαν, όμως, προτιμά την κρεβατοκάμαρα της Κόμισας -αυτός είναι ο στόχος του. Της ζητάει, την εκλιπαρεί να του φανερώσει το μυστικό. Εκείνη του λέει πως επρόκειτο, απλά, για ένα αστείο. Δεν την πιστεύει. Την απειλεί με το -άδειο- πιστόλι του και η γηραιά Κόμισα, από τον τρόμο της, πεθαίνει. Ο Χέρμαν το αποκαλύπτει στην Λιζαβέτα που αντιλαμβάνεται ότι ο αξιωματικός απλώς της πούλησε έρωτα και τη χρησιμοποίησε, αηδιάζει αλλά τον φυγαδεύει και δεν λέει τίποτα σε κανέναν. Στην κηδεία η Λιζαβέτα λιποθυμάει και ο Χέρμαν, έντρομος, νομίζει πως βλέπει την Κόμισα από το φέρετρό της να ανοίγει τα μάτια της και να τον κοιτάζει. Τη νύχτα τού εμφανίζεται το φάντασμά της και του «αποκαλύπτει» το μυστικό: τα χαρτιά που κερδίζουν
είναι το 3, το 7 και ο άσσος αλλά πρέπει να παίζει ένα κάθε βράδυ. Και ότι, αφού κερδίσει, πρέπει να παντρευτεί την Λιζαβέτα και να μην ξαναπαίξει ποτέ. Την επομένη ο Χέρμαν σηκώνει τις οικονομίες του και πάει να παίξει. Την πρώτη

βραδιά κερδίζει με το 3, τη δεύτερη με το 7, την τρίτη, κρατώντας τον άσσο, πιστεύει ότι κερδίζει και πάλι αλλά
τελικά, μυστηριωδώς, στα χέρια του βρίσκεται η ντάμα πίκα. Με τη μορφή της γριάς που του κλείνει το μάτι. Χάνει τα πάντα. Θα τρελαθεί και θα εγκλιστεί σε ψυχιατρείο ενώ η Λιζαβέτα παντρεύεται ένα δημόσιο υπάλληλο. Είναι η «Ντάμα πίκα», η νουβέλα (1833, πρώτη δημοσίευση 1834) του Ρόσου κλασικού Αλεξάντερ Σεργκέεβιτς Πούσκιν, ένα έξοχο κείμενο της λογοτεχνίας του φανταστικού, που συνδυάζει το ρομαντισμό με το μεταφυσικό -εμένα μου αφήνει την αίσθηση συγγένειας με τον Γερμανό Ε. Τ. Α. Χόφμαν-, που την απόδοση και τη σφιχτή, απολύτως επιτυχημένη διασκευή της για το θέατρο έχει υπογράψει η Έλσα Ανδριανού. Η Έλσα Ανδριανού έμεινε σχετικά πιστή στη νουβέλα. Βασική αλλαγή είναι η προσθήκη
ενός προσώπου, του «Μοχθηρού Πνεύματος» που, πέρα από την αφήγηση την οποία επωμίζεται κατά ένα μέρος της, με επιτυχία συμπυκνώνει και προσωποποιεί τη μεταφυσική διάσταση της νουβέλας. Το κείμενο, εκτός από τη διαμόρφωση των διαλόγων, μοιράζει και στα ίδια τα πρόσωπα, πλην του Μοχθηρού Πνεύματος, την αφήγηση με τον τρόπο που έχει κάνει με επιτυχία η Έλσα Ανδριανού και σε προηγούμενες διασκευές πεζογραφημάτων για τον Στάθη Λιβαθινό. Ο οποίος
υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου και τη σκηνοθεσία. Με γνώση και πείρα στο ροσικό ρεπερτόριο αλλά και στο ανέβασμα μη θεατρικών κειμένων, έχει δημιουργήσει μία, ανάλογα με το κείμενο της διασκευής, σφιχτοδεμένη παράσταση, με καλούς ρυθμούς και πολύ καλή καθοδήγηση των ηθοποιών, με ατμόσφαιρα αρκούντως σκοτεινή αλλά χωρίς να λείπει το χιούμορ. Βοηθάει πολύ το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου -μία στρογγυλή, περιστρεφόμενη σκηνή, εν είδει ρουλέτας- που έχει ειδικευτεί να τιθασεύει δύσκολους χώρους, όπως την αίθουσα του θεάτρου
«Οδού Κεφαλληνίας, και τα κοστούμια της -λίγο απλοϊκή βρήκα τη λύση του «ντυμένου» με τραπουλόχαρτα κοστούμι της Κόμισας-, ο σχεδιασμός φωτισμών του Αλέκου Αναστασίου, ο ηχητικός σχεδιασμός και το ηχητικό περιβάλλον, η διασκευή μουσικών κομματιών και η σύνθεση του Τηλέμαχου Μούσα, η μουσική επιμέλεια του Νέστορα Κοψιδά και η επιμέλεια κίνησης της Άννας Μάγκου. Η Μπέττυ Αρβανίτη η οποία ξέρει, εκτός από έργα, να διαλέγει
ρόλους που της ταιριάζουν είναι η απολύτως κατάλληλη για να παίξει, με χιούμορ όπως πάντα. την Κόμισα. Ο Νίκος Αλεξίου (Χαρτοπαίκτης, Σύζυγος Κόμισας, Σεν Ζερμέν και Τσεκαλίνσκι), αν και δεν διαφοροποιείται αισθητά
στους ρόλους του, έχει αποδοτική πείρα και ένα προσωπικό, κυνικό, μπλαζέ ύφος που ταιριάζει. Πολύ καλοί η Εύα Σιμάτου και, αν και με κάποιες υπερβολές, ο Παναγιώτης Καμμένος, Ξεχώρισα το νεαρό Γιάννη Σύριο ο οποίος, με πολλές ικανότητες, τα δίνει όλα για τον Χέρμαν. Μία παράσταση που τη συστήνω (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).
(Πολύ προσεγμένο, όπως πάντα στο θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας» που διατηρεί αυτό το «έθιμο», το έντυπο πρόγραμμα της παράστασης -επιμέλεια Παναγιώτης Μιχαλόπουλος. Τη νουβέλα του Αλεξάντρ Πούσκιν μεταφρασμένη στα ελληνικά μπορείτε να τη βρείτε σε μετάφραση Σοφίας Παπαχρήστου -Εκδόσεις Κοροντζής, 1979, Εκδόσεις Πατάκης, 1997 και Εκδόσεις «Σελίδες», 2022-, σε μετάφραση Λάμπρου Πετσίνη -Εκδόσεις Καστανιώτης, 1989-, σε μετάφραση Μήτσου Αλεξανδρόπουλου -Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1991-, σε μετάφραση Στράτου Κακαδέλη -Εκδόσεις «Ερατώ», 1998-, σε μετάφραση Νίκου Δημητρίου -Εκδόσεις Πατάκης, 2014).
Θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας», Θεατρική Αστική Εταιρία «Πράξη», 19 Φεβρουαρίου 2026.
Θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας», Θεατρική Αστική Εταιρία «Πράξη», 19 Φεβρουαρίου 2026.












No comments:
Post a Comment