Το έργο. Η δούλη
του Θεού Λόλα Φραμπαλά, θυγάτηρ Γερασίμου, ο οποίος μόλις κέρδισε τον πρώτο
αριθμό του Λαχείου προς Αποξήρανσιν της… Μεσογείου, αρραβωνίζεται τον δούλο του
Θεού Νικόλαον Βερδελή, δικηγόρο. Στον πατέρα Φραμπαλά όμως, πρώην οικονομικό
έφορο, αρέσουν οι φραμπαλάδες διότι τα μυαλά του πήραν αέρα και έχει
μεγαλοπιαστεί. Και το πικ νικ -«δείπνο εκ συμβολής», όπως το μεταφράζουν στα
(καθαρευουσιάνικα) ελληνικά προς χάριν του ακριβολόγου αμερικανού αρχαιολόγου
Τζον Μπρόουντ, γαμπρού επ’ αδελφή του Φραμπαλά, ή, άλλως, σε νεότερα ελληνικά, ρεφενέ-,
το οποίο συνηθιζόταν τότε στους αρραβώνες, απαιτεί να γίνει σε ιδιόκτητο
περιβόλι του γαμπρού. Που δεν έχει μία, όπως δηλώνει στον εργένη φίλο του Ιωάννη
Αργυρό, ευκατάστατο τραπεζικό, στον οποίο καταφεύγει και ο οποίος του «δανείζει»
για το πικ νικ το δικό του περιβόλι στην Κολοκυνθού, περιβόλι που ο Βερδελής
εμφανίζει ως μόλις να το έχει αγοράσει.
Μία σειρά παρεξηγήσεων εμπλέκει στην υπόθεση την «ελαφρών
ηθών» Νίνα, ερωμένη του Αργυρού, και τις τρεις «κοκότες» φίλες της που βρίσκονται
στο περιβόλι και που ο Αργυρός δεν προλαβαίνει να τις απομακρύνει εγκαίρως, πριν
από το πικ νικ και την έλευση της οικογένειας Φραμπαλά και των φίλων τους -της ιδιόρρυθμης
οικογένειας Μπερλιναρή με την κόρη που κεκεδίζει. Και ένα γαϊτανάκι ψεμάτων,
αποκαλύψεων, μεταμφιέσεων, παρεξηγήσεων, ερώτων πραγματικών ή φανταστικών,
ερωτικών σχέσεων νόμιμων ή παράνομων, κατά φαντασίαν εξώγαμων παιδιών, εκδικήσεων
και αντεκδικήσεων πλέκεται γύρω από τους ήρωες. Το οποίο θα οδηγήσει το πικ νικ
σε ναυάγιο αλλά το έργο στο χάπι εντ που προβλέπει κάθε φάρσα η οποία σέβεται
τον εαυτό της.
Η γαλλικής εμπνεύσεως φάρσα «Πικ Νικ» (1895) των Νικολάου Λάσκαρη
και Γεωργίου Πωπ, μετασχηματισμένη από τον ίδιο τον Νικόλαο Λάσκαρη σε λιμπρέτο,
είναι η βάση στην οποία πατάει η γαλλικής, βιενέζικης, ιταλικής, ακόμα και
ολίγον τζαζ εμπνεύσεως ομώνυμη οπερέτα (1915) του Θεόφραστου Σακελλαρίδη που
φυτεύεται σε καρποφόρο χώμα της αθηναϊκής Μπελ Επόκ -χώμα του Παλαιού Φαλήρου
και της Κολοκυνθούς- και ανθοφορεί με ευωδία αθηναïκή και καρποφορεί παίζοντας
χαριτωμένα με τα ήθη της τότε αθηναϊκής κοινωνίας.

Η παράσταση. Τη
σκηνοθεσία της οπερέτας, σε δραματουργική επεξεργασία -που δεν γνωρίζω την έκτασή
της- Έλσας Ανδριανού, ανέλαβε ο άπειρος στο είδος Στάθης Λιβαθινός. Φοβάμαι πως
η παράσταση φανερώνει την αμηχανία του. Χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε
μεταμοντερνισμούς κάτω από τους οποίους το αδύναμο κείμενο θα κατέρρεε, θέλησε
να δώσει την ατμόσφαιρα της εποχής όχι προσπαθώντας να εμφυτεύσει στους
ηθοποιούς το ήθος της αλλά χρησιμοποιώντας -εξωτερική, τεχνητή λύση- το εύρημα
να παίζουν οι ηθοποιοί και τις σκηνικές οδηγίες -ή, τέλος πάντων, ένα κείμενο σκηνικών
οδηγιών σε αρχαΐζουσα καθαρεύουσα. Το εύρημα αυτό, κατά κόρον χρησιμοποιημένο τελευταία, τίποτα το καινούργιο δεν κόμισε. Νομίζω περισσότερη
ατμόσφαιρα δημιούργησαν τα βίντεο του Χρήστου Δήμα από κινηματογραφημένα
επίκαιρα της εποχής και ας μην τα κατατάσσω στις καλύτερες δουλειές του. Επιπλέον,
ο Στάθης Λιβαθινός ανακάτεψε στη διανομή λυρικούς καλλιτέχνες και ηθοποιούς της
πρόζας, ήτοι εντελώς διαφορετικά στιλ υποκριτικής, με αποτέλεσμα την
ανομοιογένεια. Όσο για το χιούμορ της παράστασης περισσότερο ως ειρωνεία το εξέλαβα.
Την κατάσταση επιδείνωναν τα κοστούμια και η κινησιολογία. Η
Ελένη Μανωλοπούλου σχεδίασε ελαφρά και λειτουργικά σκηνικά που τα φώτισε σωστά
ο Αλέκος Αναστασίου. Αλλά τα κοστούμια της -μία λύση «χαρτοκοπτικής» που
παρόμοια χρησιμοποίησε η Μαρί-Νοέλ Σεμέ στην κωμωδία του Ραγκαβή «Του Κουτρούλη
ο γάμος» που ανέβασε πρόπερσι ο Βασίλης Παπαβασιλείου στο Εθνικό Θέατρο-,
προστεθημένα ως «πρόσοψη» πάνω από τα βασικά τους και όχι φορεμένα από τους
ηθοποιούς, αν και εξέφραζαν με σαφήνεια την
ιδέα «ο βασιλιάς είναι γυμνός» για την αστική τάξη του 1915, απεδείχθησαν
όχι μόνο άχαρα αλλά και φοβερά δυσλειτουργικά έως καταστροφικά για το
παραστασιακό αποτέλεσμα. Για να μη μιλήσω για τις σωβρακοφανέλες... Και η χωρίς
έμπνευση κινησιολογία που επιμελήθηκε η Έρση Πήττα δέχτηκε την χαριστική βολή:
αδυναμία των επί σκηνής να κινηθούν και να χορέψουν -εφόσον, βέβαια, ήξεραν και
μπορούσαν να κινηθούν και να χορέψουν…- φυσιολογικά, να τσαλακωθούν ή να
τρέξουν, καθώς προσπαθούσαν να τα ανασηκώσουν ή να τα παραμερίσουν.

Οι ερμηνείες. Αφημένους
από τη σκηνοθεσία στις όποιες δυνατότητές τους βρήκα τους ερμηνευτές.

Ξεχώρισα τον Χάρη Ανδριανό, υποκριτικά, κινητικά και φωνητικά
άνετο και μεστό. Αλλά εκείνη που έκλεβε την παράσταση στους λυρικούς ήταν η
Ειρήνη Καράγιαννη: όμορφη – και με ομορφιά σκηνική-, ερωτική, με υποκριτικές
δυνατότητες ηθοποιού πρόζας, με γνώση του ύφους και με ζεστή φωνή μέτζο, που
μπορεί να τη χρησιμοποιήσει στις πρόζες όχι ποσταρισμένη, ανέδειξε το ρόλο της
Νίνας σε απολύτως πρωταγωνιστικό.
Από τους ηθοποιούς πρόζας ο Δημήτρης Ήμελλος δεν βρέθηκε σε
καλή στιγμή. Ζορισμένος, με προβλήματα στην κίνηση, άρθρωση εντελώς μπουκωμένη
από την «αμερικάνικη προφορά» των ελληνικών, που ζητάει ο ρόλος, με αποτέλεσμα
να χάνεται μεγάλο μέρος του κειμένου του, δυσκολεύτηκε ακόμα περισσότερο όταν
χρειάστηκε να τραγουδήσει και να χορέψει -στα όρια του ερασιτεχνικού. Άχρωμη
και με οξύτητες στη φωνή η Δανάη Σαριδάκη.

Το συμπέρασμα. Μία
παράσταση με πολλά, κατά τη γνώμη μου, προβλήματα, που, όμως, μέσα από την έξοχη
μουσική διδασκαλία της, αποκάλυψε μία οπερέτα ηλικίας 100 χρόνων, η οποία αξίζει
να παίζεται ακόμα, όσο και ξεπερασμένο να είναι το κείμενό της.
Μέγαρο Μουσικής
Αθηνών/Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», συμπαραγωγή με την Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων
της Μουσικής, 26 Φεβρουαρίου 2014.
No comments:
Post a Comment