June 11, 2015

Ναι, ο «Άρντεν» είναι, μωρή καύλα… ή Τόπο στα νιάτα!


Το Τέταρτο Κουδούνι / 11 Ιουνίου 2015 


Ιδού λοιπόν: ο Κώστας Καζάκος, ηθοποιός, σκηνοθέτης διακεκριμένος, πρώην βουλευτής του ΚΚΕ, είναι ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Ο οποίος εξελέγη, διαδεχόμενος τον Θοδωρή Αμπαζή, έντεκα μέρες αφότου έκλεισε -να τα χιλιάσει!- τα 80 του χρόνια βαδίζοντας αισίως προς τα 81 -ο γηραιότερος καλλιτεχνικός διευθυντής στην 32χρονη ιστορία των ΔΗΠΕΘΕ. Εκλογή που έγινε, βέβαια, με απολύτως αξιοκρατικά κριτήρια. Και με τις ψήφους της υποστηριζόμενης απ’ το ΚΚΕ παράταξης «Λαϊκή Συσπείρωση Πάτρας» του δημάρχου Κώστα Πελετίδη. Της οποίας σλόγκαν, προφανώς, είναι το «Τόπο στα νιάτα!». Μια αληθινά επαναστατική πράξη.


«Το ‘Κιτσοπούλου’ είναι πια είδος»: Το ’γραφα ως τίτλο στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 28 Μαΐου, ατενίζοντας το βάθος του ουρανού -που, τελικά, δεν είναι, όπως επιμένει ο Κρις Μαρκέρ κόκκινο…- αλλά δε φανταζόμουνα ότι τα συμπτώματα θα πυκνώσουν τόσο… Ούτε ότι θα ’ναι τόσο επιδραστική η Λένα Κιτσοπούλου στους νεότερους του θεάτρου μας -σχολή έχει κάνει!. Τόσο όσο δεν είναι, όπως τελικά αποδεικνύεται, ο Λευτέρης Βογιατζής. Ίσως γιατί το «Κιτσοπούλου» είναι πιο εύκολο… Αρκεί να ξέρεις και να μπορείς να το κάνεις το «Κιτσοπούλου» -άλλο πράμα, άλλωστε, είναι το αυθεντικό «Κιτσοπούλου». Διότι, διαφορετικά, μπορεί και να οδηγηθείς στο απόλυτο αλαλούμ…
Πάω στο θέατρο της «Οδού Κυκλάδων» -που φέρει πια τ’ όνομα του Λευτέρη Βογιατζή αλλά δεν προσφέρει κι άλοθι σ’ ό,τι φιλοξενεί…- για να δω τον -αγνώστου πατρός, αν και κάποιοι κατατάσσουν το έργο στα σεξπιρικά Απόκρυφα- ελισαβετιανό «Άρντεν» -«Ο Άρντεν πρέπει να πεθάνει» είναι ο ελληνικός τίτλος που του ’χουν δώσει, «Η αξιοθρήνητη και αληθινή τραγωδία του κ. Άρντεν του Φέβερσαμ στο Κεντ», ο πλήρης τίτλος του στο κουάρτο της πρώτης έκδοσης, το 1592. Μια αιματηρή τραγωδία μοιχείας, βίας, αίματος, φόνου και απαγχονισμών, που κατά το ελισαβετιανό συνήθειο περιλαμβάνει και σκηνές γραμμένες για τους κωμικούς του θιάσου -ο Σέξπιρ δεν έχει τον Θυρωρό στον «Μακμπέθ» ή τον Όσρικ στον «Άμλετ»; Εξ αυτού, προφανώς, αρυόμενος ο νεαρός σκηνοθέτης -και καλός, ομολογουμένως, ηθοποιός- Χάρης Φραγκούλης την είδε κωμωδία την τραγωδία -εκτός κι αν του διέφυγε ο χαρακτηρισμός «τραγωδία» κι είναι εξ αμελείας το αποτέλεσμα. Παρωδία θα ’ταν το σωστότερο να πω ότι έκανε. Βέβαια, ο καθένας που τη βλέπει σκηνοθέτης μπορεί και δικαιούται ό,τι του κατέβει -και παρωδία στην τραγωδία- να κάνει. Αλλά το θέμα είναι ΠΏΣ κάνεις παρωδία…


Κι αρχίζουν να πέφτουν τα «μου ’πεσαν οι μουνότριχες», και τα «γαμήσου», και τα «μωρή αδερφούλα», και τα «αδερφές είναι;», και τα «γαμώ την Παναγίτσα μου», και τα «δεν τρέχει πούτσος», και τα «την πουτάνα μου», και τα «μωρή καύλα», και πάλι «μωρή καύλα», και…, και…, επαναλαμβανόμενα, μάλιστα, για να τα εμπεδώσουμε -νάτην η Κιτσοπούλου, πετιέται από ξαρχής…-, και να (χασκο)γελάει το νοήμον κοινό άμα τω ακούσματι των «επίμαχων», κι εγώ να θυμάμαι ότι βρίζαμε τον Στάθη Ψάλτη κάποτε, τον Σεφερλή τώρα για κάτι τέτοια, πολύ πιο λάιτ, που ’ριχναν -ή και που ρίχνουν- από σκηνής, και να ’χουν ονοματίσει τον έναν απ’ τους δυο πληρωμένους δολοφόνους Χανακούλα -το επώνυμο του ηθοποιού που παίζει τον άλλο δολοφόνο-, και «Χανακούλα», και «Χανακούλα», και να φωνάζουν τον Μόσμπι του έργου, που τον παίζει ο Γιάννος Περλέγκας, «Περλεγκάκι» (μωρέ, ο ίδιος ο «ενδοοικογενειακός» χαβαλές που απάντησα και το χειμώνα στο «Loot» τού -ο Θεός να τον κάνει…- Τζο Όρτον, στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»;), με κάτι παύσεις και κάτι σιωπές ναααα, εντελώς τζούφιες, ρυθμοί αλλαντάλλα, κι οι ηθοποιοί -κρίμα στους τόσους ταλαντούχους...- να κάνουν ότι τους κατεβαίνει, χωρίς καμιά επαφή μεταξύ τους: άλλος να βουλιάζει αύτανδρος στη μανιέρα του, άλλος να τα λέει με… ζακυνθινό αξάν, άλλος να ξελαρυγγιάζεται, άλλος να μιλάει σα να του στάθηκε μήλο στο λαιμό, άλλος να νομίζει πως κάνει κωμωδία, άλλος να ψευτοπαίζει -τι ψευτοπαίξιμο!-, άλλος να…κρεν’(gn) σαν Δήμος απ’ τα Τρίκαλα, άλλος να παίζει σα σε μαθητική παράσταση, μούτες, τσιρίδες, ξεφωνητά, κάτι προσθήκες και κάτι αστειάκια επιπέδου γυμνασιακής πενταήμερης… (Οι φωτογραφίες της Εύης Φυλακτού).
Είμαι απολύτως σίγουρος πως δεν ευθύνεται για το κείμενο που ακούγεται ο Νίκος Χατζόπουλος ο οποίος φέρεται ως ο μεταφραστής. Αλλά δεν έπρεπε ο ίδιος να απαιτήσει, τουλάχιστον, κάποιος ν’ αναλάβει την ευθύνη μιας κάποιας «διασκευής» ή «δραματουργικής επεξεργασίας του κειμένου»;
Το χειροκρότημα στο τέλος, θερμό. Κάτι δε θα κατάλαβα, μάλλον. Εγώ, πάντως, πέρασα δυο ώρες (κι ένα τέταρτο) οδυνηρές. Χωρίς διάλειμμα κι, επιπλέον, με τη διπλανή μου σούπερ υπέρβαρη κυρία όχι μόνο να ξεχειλίζει απ’ τα σίδερα της θέσης της -κι είναι στενές οι θέσεις στο «Βογιατζής»…- και να με (κατα)πιέζει αλλά και να ροκανίζει -κράτσα, κρούτσα- καραμέλες έως και γκοφρέτα να τρώει που ξετύλιξε -σχριτς, σχριτς- απαθής και μασούλησε -κρουτς, κρουτς, κρουτς- με απόλαυση… 
(Μη μου κάνει κανείς παράπονα για τον σημερινό τίτλο. Συγγνώμη, αλλά προσπάθησα να μεταφέρω το μεταδραματικό ύφος της συγκεκριμένης παράστασης).



Ο Αντώνης Κούφαλης -καλλιτεχνικός σύμβουλος στο Εθνικό Θέατρο επί διεύθυνσης Σωτήρη Χατζάκη, ο οποίος αξιοπρεπώς παραιτήθηκε μόλις ανέλαβε ο Στάθης Λιβαθινός- κι ο Κωνσταντίνος Κούφαλης, μαθαίνω, ετοιμάζουν τη μετάφραση απ' τα αγγλικά και τη διασκευή για το θέατρο της «Άννα Καρένινα» του Λιεβ Τολστόι, που θ’ ανεβάσει για το Εθνικό Θέατρο, στην Σκηνή «Κοτοπούλη», ο Πέτρος Ζούλιας. Με την Μαρία Ναυπλιώτου στον επώνυμο ρόλο, Καρένιν τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, Βρόνσκι τον Ορφέα Αυγουστίδη, Κονσταντίνμ Λέβιν τον Μάξιμο Μουμούρη, Νικολάι Λέβιν τον Γεράσιμο Γεννατά, Κίτι την Ευγενία Δημητροπούλου, Ντόλι την Ευδοκία Ρουμελιώτη, Κόμισσα Βρόνσκαγια την Κωνσταντίνα Τάκαλου, Κόμισσα Λίντια Ιβάνοβνα την Μυρτώ Αλικάκη. 


«Στα χαρακώματα», λέει, οι υποψήφιοι για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-Δημοκρατική Παράταξη, όπως «μετωνομάσθη» το ΠΑΣΟΚ (σ.σ. καλοί αυτοί οι διευκρινιστικοί «υπότιτλοι», δε λέω, κάποτε χρειάζονται, για να ξέρουμε με το πόση δημοκρατία έχουμε εκάστοτε να κάνουμε, ειδεμή άντε να καταλάβεις…). Μωρέ, τι χαρακώματα; Φαντασιώσεις έχουν εκεί πέρα. Κάτι αυλάκια είναι. Κι όποιος(-α) πηδήξει τ’ αυλάκι, νάτος(-η), νάτος(-η) ο(η) Αρχηγός…

Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 




Το έργο της Άγκαθα Κρίστι «Δέκα μικροί νέγροι» θ’ ανεβάσει ο Γιώργος Φρατζεσκάκης την επόμενη χειμερινή σεζόν -25 Σεπτεμβρίου προγραμματίζεται η πρεμιέρα- στο θέατρο «Eliart» που ’χει δημιουργήσει μαζί με την Αννέτα Παπαθανασίου. 
Η μετάφραση, της Άννας Τσαπάρα, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Χριστίνας Κωστέα, η μουσική επιμέλεια της Μαρίας Χριστίνας Κριθαρά.
Στη διανομή, Χάρης Σώζος, Γιάννης Ευαγγελίδης, Κοσμάς Ζαχάρωφ, Αννέτα Παπαθανασίου, Οδυσσέας Σταμούλης, Ελένη Βουτυρά, Κώστας Ζέκο, Μάκης Πατέλης, Ανθή Τσακαλίδου, Μαρία Καμακάρη.


Είχα γράψει πέρσι, στις 10 Ιουλίου του 2014, εδώ, στο «Τέταρτο Κουδούνι» -διαβάστε ΚΑΛΑ το κείμενο κι όχι μόνο την πρώτη παράγραφο:
«Η παράσταση άρχισε βαρετά, κατά τη γνώμη μου: ένα κρυπτικό κείμενο του Γιάννη Μαυριτσάκη κι ο Θάνος Παπακωνσταντίνου να ’χει ανεβάσει την «Μετατόπιση προς το ερυθρό» με την «Helter Scelter Company» του για το Φεστιβάλ Αθηνών -«Πειραιώς 260»- με ακρίβεια και υψηλή αισθητική -πολλά, πολλά «αστέρια» στα σκηνικά και, κυρίως, στα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού- αλλά αργά, μακρόσυρτα, βασανιστικά. Κουράστηκα στις δυο πρώτες απ’ τις συνολικά τέσσερις, εντελώς διαφορετικού ύφους, σκηνές.
Και ξαφνικά έρχεται η τρίτη: ο μονόλογος μιας καταστροφής, μιας Αποκάλυψης, που κινείται με άκρα τολμηρότητα ανάμεσα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και τον Χάουαρντ Μπάρκερ του «Ύστατου σήμερα» και στο «Άλιεν» και την επιστημονική φαντασία. Συγκλονιστικός μονόλογος. Και μια Αλεξία Καλτσίκη, βουτηγμένη στα αίματα -η μόνη διασωθείσα της καταστροφής-, ηθοποιός εξ ορισμού εξαίρετη, να τον αναδεικνύει με τρόπο α-πο-κα-λυ-πτι-κό. Τι ρυθμός! Τι ακρίβεια! Τι μέτρο! Τι εμβάθυνση! Τι δεξιοτεχνία! Τι υποδειγματικός χειρισμός του λόγου! ΤΟ μοντέλο ερμηνείας μονολόγου -να σε κρατάει με κομμένη την ανάσα.
Κι απανωτά η τέταρτη σκηνή: αυτό το υπέροχο πλάσμα του θεάτρου με την απεριόριστη γκάμα, η Αμαλία Μουτούση, τυλιγμένη, «σφιγμένη» μέσα σ’ ένα συναρπαστικό ταφταδένιο πορφυρό κοστούμι με μια μακριά, τεράστια γκοφρέ ουρά, ο ίδιος ο νεαρός σκηνοθέτης Θάνος Παπακωνσταντίνου (ο οποίος λίγο προς Κιάνου Ριβς μου φέρνει) πλάι της, δύσκαμπτος στην κίνησή του αλλά στο λόγο του εύπλαστος, καίριος, με κύρος αξιομνημόνευτο, ξαπλωμένος, μισόγυμνος στην αγκαλιά της α λα Πιετά, κι εκείνη -απολαυστική, σαρκαστική, με χιούμορ που σπάει κόκαλα- μετά από ένα διάλογο που φλερτάρει με το μπουλβάρ, σε μια εντελώς σαντική μεταστροφή, να τον ταΐζει σκατά -στο τέλος και δικά της.
Δυο σκηνές που μ’ έκαναν ν’ αναθεωρήσω τις μέχρι τότε εντυπώσεις μου, να δέσω τις ετερογενείς σκηνές και να δικαιολογήσω αυτόν το λάκκο, τον σκαμμένο στη σκηνή, τον γεμάτο λάσπες που τελικά δεν ήταν παρά σκατά και στον οποίο βουτούσαν οι απεγνωσμένοι, παρά τα «κολλημένα» στις φάτσες τους χαμόγελα, ήρωες αυτού του «τσίρκου» του κόσμου».
Σας συστήνω, λοιπόν, να σπεύσετε στην «Μετατόπιση προς το ερυθρό» που επαναλαμβάνεται στον ίδιο χώρο, φέτος -σήμερα η δεύτερη και τελευταία παράσταση. Μη χάσετε την εμπειρία αυτή με την Αλεξία Καλτσίκη και την Αμαλία Μουτούση!


Κάποιες απ’ τις μαρτυρίες των ανδρών αυτών απ’ το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπάνγκλαντές, που έφτασαν, μετανάστες ή πρόσφυγες, μερικοί και μέσω Ιράν, στην Ελλάδα, τις ειχ’ ακούσει το χειμώνα στο «Συνεργείο» της Γιολάντας Μαρκοπούλου, στη συγκλονιστική παράστασή της «Ε_φυγα». Η σκηνοθέτρια τις ανέπτυξε, τις μπόλιασε με αποσπάσματα απ’ τους «Πέρσες» και τις «Ικέτιδες» του Αισχύλου και δημιούργησε, με την ομάδα της «Station Athens», για το Φεστιβάλ Αθηνών, την παράσταση «Είμαστε οι Πέρσες!».  
Την είδα «Πειραιώς 260». Το θέμα «μετανάστες» έχει πολυφορεθεί, η «εντεχνοποίηση», σ’ ένα χώρο θεατρικό πια, κάπως «καλλώπισε» τα πράγματα, η δραματουργία της παράστασης δεν ήταν τόσο σφιχτή αλλά η ενέργειά της, η κίνησή της (Πολίν Ουγκέ), αυτή η υπέροχη βάρκα του σκηνικού που υπέγραφαν η Αλεξάνδρα Σιάφκου κι ο Αριστοτέλης Καρανάνος -ταλαντούχο ζευγάρι της σκηνογραφίας- και που με παρέπεμψε στο αξέχαστο «Τελευταίο καραβάν σαράι» της Αριάν Μνουσκίν και, πάνω απ’ όλα, η συγκίνηση που αναβλύζει πάντα απ’ τις αφηγήσεις των ταλαιπωρημένων -κι ακόμα ταλαιπωρούμενων- αυτών συνανθρώπων μας μού άφησαν μια τελική πικρόγλυκη γεύση που έμεινε για πολύ (Φωτογραφία Εύη Φυλακτού).


Τετάρτη βράδυ -την προπερασμένη- είδα την παράσταση. Γεμάτη η αίθουσα Ε. Βγαίνοντας έβλεπα τον -πολύ- κόσμο που ’βγαινε απ’ την Αίθουσα Δ και το «BiT» της Μαγκί Μαρέν. Έξω απ’ την Η, ουρές για την «Πάπισσα Ιωάννα» του Δημήτρη Μαυρίκιου που ’χε παράσταση στις 11… Πήγαμε στην αυλή για να τσιμπήσουμε κάτι και να πιούμε ένα κρασί απ’ το κυλικείο με τις πολύ καλές τιμές, όπου εξυπηρετεί αυτή η ευγενέστατη, γλυκύτατη κυρία, κόσμος κι εκεί. Το Φεστιβάλ ανθίζει.


Συμμερίζομαι κατά ένα μεγάλο ποσοστό αυτά που ’γραψε η Μυρτώ Λοβέρδου στο «Βήμα», στις 24 Μαΐου, κι έχουν επισημάνει κι άλλοι συνάδελφοι -πως το Φεστιβάλ κι ο Γιώργος Λούκος μοιάζουν να ’χουν επαναπαυθεί και να επαναλαμβάνονται. Αλλά, αφού θέσω και τον παράγοντα κρίση άρα μείωση του προϋπολογισμού που δεν επιτρέπει πια μεγάλα ανοίγματα κι οδηγεί στην επανάληψη προσώπων -Όστερμάιερ, Γκιλέμ, Μαρέν… -τα οποία, προφανώς, λόγω της φιλικής σχέσης που τα συνδέει με τον Λούκο κάνουν καλύτερες τιμές, παράγοντα που δεν πρέπει να αμελούμε, εγώ να καταθέσω αυτό που βλέπω: ναι, κι εγώ θα ’θελα μια ανανέωση, αλλά οι αίθουσες είναι γεμάτες και το φεστιβάλ συνεχίζει να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον και να το προκαλεί. Και να επιτρέπει, με τις, κατά βάση, χαμηλές τιμές και τα «πακέτα» των εισιτηρίων του, στους πολλούς να δουν τις εκδηλώσεις του. «Τι θα ’κανα όλο το καλοκαίρι αν δεν υπήρχε το Φεστιβάλ;» έλεγε Κυρία που Ξέρει. «Θα καθόμουνα σπίτι μου μ’ ένα βιβλίο στο χέρι. Τώρα έρχομαι εδώ κάθε τόσο».

June 4, 2015

Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 4 Ιουνίου 2015 


Σε αγρυπνία στην Αχειροποίητο καλεί ο Άγιος Θεσσαλονίκης 

-η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Άνθιμος- το χριστεπώνυμον πλήρωμα, ενόψει του Thessaloniki Gay Pride 2015 που θα πραγματοποιηθεί στις 19 και 20 Ιουνίου στη συμπρωτεύουσα. Την παραμονή, στις 18, εννιά με μία. Κάτι σα Thessaloniki Christian Pride 2015.
Υποπτεύομαι πως θα καλέσει -έτσι πρέπει, ο κατάλληλος άνθρωπος την κατάλληλη στιγμή…- ως guest star και τον Άγιο Πειραιώς -το Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Πειραιώς, Φαλήρου, Δραπετσώνας και Ρέντη κ.κ. Σεραφείμ-, μαχητή στο χώρο. 
Δεν ξέρω, όμως, αν πρόλαβε να εξασφαλίσει και το σεπτόν σκήνωμα της Αγίας Βαρβάρας για μπούγιο. Διότι, αν δεν κάνω λάθος, η Αγία Βαρβάρα straight ήτο.
Πάντως ο μακαριστός Άγιος Φλωρίνης, ο Αυγουστίνος, -θυμάστε, ε;- θα αγαλλιά απ τον τάφο του: άξιους συνεχιστές έχει βρει...
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


61ο Φεστιβάλ Αθηνών. Να τα κατοστίσει! Άρχισε την Δευτέρα.


Το εγκαινίασα με την «Πάπισσα Ιωάννα» -reloaded- του Δημήτρη Μαυρίκιου. Δε νομίζω πως ο σκηνοθέτης έκανε μεγάλες αλλαγές, δε θυμόμουν, πάντως, τόσο καλά την περσινή παράσταση. Απλώς φέτος μου άρεσε περισσότερο -μια σύνθεση περίπλοκη, εντελώς κινηματογραφική. Μου φαίνεται πως εκείνο που ’κανε φέτος ο σκηνοθέτης ήταν να τη δουλέψει περισσότερο, να τη «λειάνει», να την «καθαρίσει».
Αλλά η έμμονη ιδέα του να ταυτίσει την Ιωάννα με τη μητέρα του Εμμανουήλ Ροΐδη και τον Φρουμέντιο με το συγγραφέα μού φάνηκε παρατραβηγμένη κι ο σκηνοθέτης να ζορίζεται να τη δέσει με το κείμενο -κάτι ανάλογο με την ιδέα του να δέσει στο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» την ομοφυλοφιλία του Σεμπάστιαν του έργου με την ομοφυλοφιλία του Τενεσί Γουίλιαμς μέσω Αγίου Σεβαστιανού. 
Πάντως τα κινηματογραφικά μέρη ήταν έξοχα, με τις «Άγιες» Εβελίνα Παπούλια και Λένα Κιτσοπούλου (φωτογραφία Άγγελος Παπαδόπουλος) απολαυστικές. Κι η Ράνια Οικονομίδου επιμένω πως, σ’ ένα μη ρόλο, που βασιζόταν στην αφήγηση κυρίως, έκανε μια απ’ τις καλύτερες ερμηνείες της στο θέατρο  -ένας λόγος έγκυρος, στέρεος, με ειδικό βάρος και μια
εσωτερική συγκίνηση πολύτιμη (Οι υπόλοιπες φωτογραφίες της Εύης Φυλακτού).



Και, την επομένη, Μαγκί Μαρέν και «BiT». «Πάλι Μαγκί Μαρέν;», θα μου πείτε. «Μωρέ, ναι! Μαγκί Μαρέν και πάλι, και πάλι, και πάλι» θα σας απαντήσω. «Αν είναι να βλέπω τέτοιες παραστάσεις, όπως το συγκλονιστικό ‘Nocturnes’ που ’φερε πρόπερσι ή το φετινό ‘BiT’».
Μια ζοφερή ατμόσφαιρα, μια ατμόσφαιρα τέλους εποχής, μια ατμόσφαιρα ξέφρενου, χωρίς φραγμούς, γλεντιού στον καιρό της πανούκλας, μια ατμόσφαιρα επιστροφής στην αρχή της πορείας του ανθρώπου, επιστροφής στους σκοτεινούς χρόνους, εικόνες που παρέπεμπαν στην «Έβδομη σφραγίδα» του Μπέργκμαν και στον Μπρέγκελ, επιστροφή στους κύκλιους χορούς που έφερναν στο νου φαραντόλες και δικούς μας συρτούς, αυτά τα άλματα στο κενό, το φινάλε-έκρηξη… Κι όλα να πάλλονται στους ανελέητους, υπόκωφους, ηφαιστειακούς ρυθμούς της συναρπαστικής ηλεκτρονικής μουσικής του Σαρλί Ομπρί, σ’ αυτό το μπιτ που να σου ταράζει τα σπλάχνα. Χρυσάφια να κυλούν, η καταναλωτική κοινωνία, η σκοταδιστική Εκκλησία κάτω από κουκούλες μοναχών, σκοτάδια κρίσης, απόγνωση -«πόσο ολ’ αυτά μου θύμισαν τη σημερινή Ελλάδα…» μας έλεγε, μετά, μια Κυρία που Ξέρει… Και, συν τοις άλλοις, μια αίσθηση της σκηνικής οικονομίας μοναδική -μια συμπυκνωμένη παράσταση, χωρίς τίποτα, μα τίποτα το περιττό, που τα ’λεγε όλα όσα ήθελε να πει μέσα σε 60 λεπτά. Εξαιρετική στιγμή -για μένα τουλάχιστον- της Μαγκί Μαρέν.
Κι επιπλέον να καμαρώνουμε: στη σκηνή, και πάλι με την ομάδα της Μαγκί Μαρέν, μια δικιά μας. Η Δάφνη Κουτσαφτή, άξια κόρη άξιων γονιών -της ηθοποιού Γιώτας Φέστα και του ντοκιμαντερίστα σκηνοθέτη Φίλιππου Κουτσαφτή. 



Χτες σας είχα την είδηση για την «Μισαλλοδοξία» του Γκρίφιθ, που το «μοντέρνο» μέρος της θα κάνει θέατρο στην «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» του Ιδρύματος Ωνάση η Ιώ Βουλγαράκη, σήμερα έμαθα κι επιπλέον στοιχεία. Η Άννα Φιοντόροβα, με την οποία η σκηνοθέτρια συνεργάστηκε και στις δυο προηγούμενες δουλειές της «Γλέντι στον καιρό της πανούκλας» -με εξαιρετικά αποτελέσματα- και «Οι ληστές», θα υπογράφει τα σκηνικά και τα κοστούμια κι ο Θοδωρής Αμπαζής τη μουσική ενώ στη διανομή, πλην Αργύρη Ξάφη, Δέσποινας Κούρτη και Νίκου Χατζόπουλου για τους οποίους σας έγραψα, μεταξύ άλλων, είναι ήδη κι ο Αλέξανδρος Λογοθέτης -θα κρατήσει μάλιστα τον ανδρικό πρωταγωνιστικό ρόλο του The Boy, με The Dear One την Δέσποινα Κούρτη-, 
ο Γιώργος Γάλλος, η Εύη Σαουλίδου, ο Σωτήρης Πατσίκας, ο Στέλιος Ιακωβίδης -διανομή εξαιρετική εξασφάλισε η Ιώ Βουλγαράκη.  



Πάααααλι «Τόσκα»; Πάαααλι «Κάρμεν»; Είχα αναθαρρήσει τα δυο τελευταία καλοκαίρια με τις επιλογές της Λυρικής για το Ηρώδειο, που όλο και βελτιώνονταν. Και ξαφνικά φέτος το καλοκαίρι, τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελήηη μου. Ξανά-μανά, τα «δημοφιλή». Δε λέω, τις λατρεύω και τις δυο όπερες -ίσως και να ’ναι οι πιο αγαπημένες μου. Και καταλαβαίνω, επίσης, ότι το κάνουν για να ξεπουλήσουν. Αλλά τα δυο τελευταία χρόνια -«Οθέλος» και «Ντον Τζοβάνι» πέρσι, «Μαντάμ Μπατερφλάι» μεν αλλά και «Ιπτάμενος Ολανδός» πρόπερσι- πάντα, έτσι κι αλλιώς, δεν το γέμιζαν το Ηρώδειο; Ξαναγυρίσαμε στο 2012 που ’χαμε πάαααλι «Τροβατόρε» και πάααααλι «Τόσκα»;
Και μάλιστα, φέτος, με την ίδια «Τόσκα» του 2012 -εις επανάληψιν η παράσταση του Ούγκο ντε Άνα; Η οποία είναι μια παράσταση κάτω του μετρίου και κιτς, κατά τη γνώμη μου; (Βλέπε «Το Τέταρτο Κουδούνι», 2 Αυγούστου 2012). Κρίμα. 


Είχαμε -έχουμε- θέμα μέγα για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου με τη γείτονα Τουρκία, νάτο τώρα το θέμα και με τη γείτονα Αλβανία για την υφαλοκρηπίδα του Ιονίου -ο Έντι Ράμα, ο πρωθυπουργός τους το έθεσε. Να περιμένω να θέσει θέμα υφαλοκρηπίδας του Λιβυκού Πελάγους κι η Λιβύη; Την υφαλοκρηπίδα μου μέσα…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 



Κάθε που λόγος για «Βυσσινόκηπο», ναααατην πάλι η ΛιούμπΟΒΑ. Δε λέω για το κοινό, μιλάω για δημοσιογράφους του πολιτιστικού, για κριτικούς θεάτρου, ακόμα και για ηθοποιούς. Που ’χουν, μάλιστα, παίξει στο έργο. Έχω ακούσει ΛιούμπΟΒΑ κι από ηθοποιούς που ’ΠΑΙΞΑΝ το ρόλο! Λοιπόν να τα ξαναπώ: ΛιουμπΌΦ, ΛιουμπΌΦ Αντρέγιεβνα. Άντε ΛιούμπΑ, αν θέλουμε να δείξουμε οικειότητα με το θέμα. ΛιούμπΟΒΑ, πάντως, όχι. Αυτό ντεν υπάρχει. Νόου, νον, νιετ, νάιν. Νάκα, που θα ’λεγε κι η Μαλβίνα. Είναι λίγο σα «riha ine, bite» -«ρηχά είναι, μπείτε» με… γερμανικό αξάν. Λιου-μπΌΦ, Λιου-μπΌΦ, -ΌΦ, -ΌΦ. Έτσι; 




Ενώ τα ΔΗΠΕΘΕ ΔΗΠΕΘαίνουν σα χώρα -κυριολεκτικά πια, όχι μόνο καλλιτεχνικά, βαράνε φαλιμέντο δηλαδή- κάτι πάει να γίνει στην Κοζάνη. Η ηθοποιός Ελένη Δημοπούλου, επί χρόνια στέλεχος της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης», που ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση, προσπαθεί με πείσμα, με πάθος θα ’λεγα, απ’ ό,τι εισπράττω, για την αναβάθμιση του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης. Κι εκτός από δυο παραγωγές που θα σκηνοθετήσουν νέοι άνθρωποι -η Ελένη Ευθυμίου «Το νησί των σκλάβων» του Μαριβό, 
η Δήμητρα Χουμέτη το «Σήμερα ούτε Άμλετ» του Ράινερ Λεβαντόφσκι- για το καλοκαίρι -το δεύτερο ήδη έκανε πρεμιέρα-, μαζί με τη θεατρολόγο Σοφία Ευτυχιάδου που ’χει αναλάβει εισηγήτρια δραματολογίου και ΞΕΡΕΙ
-γυναικοκρατία στην Κοζάνη!-, ετοίμασαν, για Μάιο και Ιούνιο, «Μέρες Θεάτρου». Ήτοι ένα φεστιβάλ «με παραστάσεις χαρισματικών ελλήνων καλλιτεχνών του θεάτρου και των παραστατικών τεχνών, σε κλειστά θέατρα, σε αναπάντεχους χώρους στην Κοζάνη αλλά και σε πόλεις της περιφέρειας της Δυτικής Μακεδονίας». Όπου, εκτός απ’ τις δυο παραγωγές του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, θα παρουσιαστούν δεκατέσσερις ακόμα ευέλικτες παραστάσεις που οι περισσότερες ήδη ξεχώρισαν τα τελευταία χρόνια. Κι όλα αυτά όχι ως λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι ατάκτως ερριμμένα αλλά ενταγμένα μέσα σε μια φιλοσοφία, συνοδευόμενα από παράλληλες εκδηλώσεις και με λογικότατη πολιτική εισιτηρίων. Ποιος τη χάρη των Κοζανιτών! Ελπίζω να το εκτιμήσουν δεόντως. 


Είδα «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ -της ομάδας «Casus Belli», διότι, όπως σας έγραφα, είχαμε δυο ανεβάσματα του έργου παρακαλώ, ήτοι 3+3=6 αδελφές, αυτό κατάφερα να δω, στο «Από Μηχανής». Όπου βρέθηκα ενώπιον εκπλήξεων: ενώπιον προβιβασμών! Ο αντισυνταγματάρχης Βερσίνιν κι ο λοχαγός Σαλιόνιι του κειμένου είχαν προβιβαστεί! Και μάλιστα σκανδαλωδώς: και οι δυο είχαν υπερπηδήσει με άλματα άξιους συναδέλφους τους στην επετηρίδα και, αν και τοποθετημένοι σε περιθωριακή πυροβολαρχία, είχαν χρηστεί απ’ τις τρεις συν-μεταφράστριες στρατηγοί αμφότεροι. Στρατηγός Βερσίνιν, στρατηγός Σαλιόνιι. Πλάκα τα γαλόνια σας λέω! Μεγάλη τους τιμή: μετά από 114 χρόνια ν’ αναγνωρίζεται η αξία τους και μάλιστα στην Ελλάδα -ουδείς προφήτης δεκτός εν τη πατρίδι αυτού. 



«Προεκλογικό ντιμπέϊτ των υποψηφίων προέδρων της ΔΗΜΑΡ», λέει. Έλα, Παναγία μου! Κάτι σαν «αλβανός τουρίστας» που λέγαμε, ως σύντομο ανέκδοτο, προ 1990.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


ΠΡΟΣΟΧΗ! Θερμή παράκληση: Τα δελτία σας Τύπου στο totetartokoudouni@gmail.com, όχι στο inbox, δε μου είναι καθόλου πρακτικό.
Μέσω inbox μπορούμε να συνεννοηθούμε, όταν θέλετε να μου στείλετε κάποιο βιβλίο σας.

Η «Μισαλλοδοξία» του Γκρίφιθ γίνεται έργο θεατρικό στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Η νεαρή σκηνοθέτρια Ιώ Βουλγαράκη ετοιμάζεται να μεταφέρει, τον Νοέμβριο, στη σκηνή της «Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών», που πάντα ψάχνει το καινούργιο και το τολμηρό, το «μοντέρνο» μέρος απ’ την εμβληματική βουβή ταινία του Γκρίφιθ «Μισαλλοδοξία», σε μια επίσης βουβή παράσταση, με πρωταγωνιστές, μεταξύ άλλων, τον Αργύρη Ξάφη, την Δέσποινα Κούρτη και τον Νίκο Χατζόπουλο.
Η επική «Μισαλλοδοξία. Ο αγώνας της αγάπης ανά τους αιώνες» -όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος- του Ντ.(έιβιντ) Γ.(ουόρκ) Γκρίφιθ (1916), απ’ τα αριστουργήματα της βουβής περιόδου του κινηματογράφου, μια κολοσσιαίων διαστάσεων παραγωγή του αμερικάνικου σινεμά στα πρώτα του βήματα, είναι ένα τετράπτυχο στο οποίο συμπλέκονται, με κεντρικό άξονα τη μισαλλοδοξία και την εμπάθεια που πολέμησαν την αγάπη και την ευσπλαχνία, τέσσερις ιστορίες οι οποίες διαδραματίζονται σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους. Θεωρήθηκε απάντηση του σκηνοθέτη στην κριτική που έγινε στην προηγούμενη (1915) ταινία του «Η γέννηση ενός έθνους» ότι διαιωνίζει το ρατσισμό και δοξάζει την Κου Κλουξ Κλαν.
Πρώτος σταθμός, η πτώση της Βαβυλώνας που κατέλαβαν οι Πέρσες το 539 π.Χ., δεύτερος η Σταύρωση του Ιησού, τρίτος η σφαγή των προτεσταντών Ουγενότων απ’ τους καθολικούς την Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου στην Γαλία του 1572 και τέταρτος, οι ΗΠΑ, στη σύγχρονη -για την εποχή των γυρισμάτων της ταινίας- εποχή. Τα τέσσερα μέρη συνδέει η -συμβολική για το πέρασμα των γενεών- εικόνα μιας μάνας που λικνίζει στην κούνια το μωρό της.
Στην τέταρτη ιστορία, που ο Γκρίφιθ προόριζε αρχικά για ταινία ανεξάρτητη με τον τίτλο «Η μητέρα και ο νόμος», ο ιδιοκτήτης ενός μύλου, με στόχο να δώσει περισσότερα λεφτά στη γεροντοκόρη αδελφή του για τις αγαθοεργίες της, κόβει το 10% απ’ τους μισθούς των εργατών του. Στη διάρκεια της απεργίας που επακολουθεί ένας απ’ τους εργάτες, ο χωρίς όνομα (The Boy) βασικός ήρωας της ταινίας, κι η επίσης χωρίς όνομα (The Dear One) αγαπημένη του καταφεύγουν σε μια άλλη πόλη. Η κοπέλα ζει στην ανέχεια ενώ ο άντρας γυρίζει στην παρανομία όπου ήταν μπλεγμένος κι άλλοτε. Μετά απ’ το γάμο τους προσπαθεί να απαγκιστρωθεί αλλά παγιδεύεται απ’ το πρώην αφεντικό του σε μια υπόθεση κλοπής, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Όσο βρίσκεται στη φυλακή, οι ίδιοι κοινωνικοί κύκλοι που υποκίνησαν ουσιαστικά την απεργία χωρίζουν απ’ τη γυναίκα του το παιδί τους. 

Όταν ο The Boy αποφυλακίζεται, βρίσκει το πρώην αφεντικό του να προσπαθεί να βιάσει τη γυναίκα του. Στον καυγά η ερωμένη του αφεντικού πυροβολεί και σκοτώνει τον εραστή της. Ο The Boy είναι, όμως, αυτός που συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο ως δράστης του φόνου. Ένας καλοκάγαθος αστυνομικός θα βοηθήσει τη γυναίκα του καταδικασμένου ν’ ανακαλύψει ποιος είναι ο πραγματικός δολοφόνος. Μαζί σπεύδουν στον Κυβερνήτη που δίνει χάρη και σώζουν την τελευταία στιγμή τον άντρα απ’ την αγχόνη που τον περίμενε. 
Αυτή ακριβώς την ιστορία θα θεατροποιήσει η Ιώ Βουλγαράκη που έχει αποφοιτήσει το 2006 απ’ την Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη συνέχεια σπούδασε σκηνοθεσία στην Σχολή Σκηνοθεσίας της Κρατικής Ακαδημίας Θεάτρου (GITIS), στην Μόσχα, όπου έχει σκηνοθετήσει μάλιστα, για το «Ρωσικό Ακαδημαϊκό Νεανικό Θέατρο», το 2013, «Το δρακούδι» της Σουζάν Λεμπό. Η Ιώ Βουλγαράκη έχει ήδη συνεργαστεί  με τον Αργύρη Ξάφη και την Δέσποινα Κούρτη, με τους οποίους έχει συστήσει την ομάδα «Πυρ», κι έχει ανεβάσει γι αυτούς, τη σεζόν 2012/2013, στο «Βυρσοδεψείο», το μονόπρακτο «Γλέντι στον καιρό της πανούκλας» του Αλεξάντερ Πούσκιν και στο περσινό (2014) Φεστιβάλ Αθηνών τους «Ληστές» του Φρίντριχ Σίλερ.
Σημειώστε πως η Δέσποινα Κούρτη έχει δοκιμαστει στο βουβό θέατρο, δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία στο «Wunschkonzert» του Φραντς Ξάβερ Κρετς, έναν σιωπηλό μονόλογο που ανέβασε με μεγάλη επιτυχία στο «Από Μηχανής Θέατρο» η Ζωή Χατζηαντωνίου, τη σεζόν 2009/2010.
Η υπόλοιπη διανομή για την «Μισαλλοδοξία» είναι στα σκαριά.

June 1, 2015

Μπελμπέλ από τον Νίκο Μαστοράκη στο Εθνικό με την Λυδία Κονιόρδου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Το έργο του διεθνώς γνωστού και πολυβραβευμένου Καταλανού Σέρζι Μπελμπέλ «Ξένοι», τελικά, θ’ ανεβάσει τον Μάρτιο ο Νίκος Μαστοράκης για το Εθνικό Θέατρο, στο -νεοαποκτηθέν απ το Εθνικό- ισόγειο του «Ρεξ», με την Λυδία Κονιόρδου στον κεντρικό ρόλο της Μάνας και σε μετάφραση απ τα καταλανικά, στα οποία είναι γραμμένο, της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, σθεναρής προασπίστριας του καταλανικού -και γενικότερα του ισπανόφωνου- θεάτρου στην Ελλάδα, αντί της «Μάνας κουράγιο» του Μπρεχτ -με πρωταγωνίστρια και πάλι την Λυδία Κονιόρδου-, που είχε προγραμματίσει στο ρεπερτόριο του 2015/2016 ο Σωτήρης Χατζάκης, ρεπερτόριο το οποίο εσπευσμένα είχε ανακοινώσει, λίγες μέρες πριν παυθεί απ τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Θεάτρου, σύμφωνα με την απόφαση του Στάθη Λιβαθινού, που τον αντικατέστησε, να συνεργαστεί με τους καλλιτέχνες με τους οποίους είχε συμφωνήσει ο Σωτήρης Χατζάκης αλλά με τροποποιήσεις στο ρεπερτόριο, ώστε να αντιπροσωπεύει τη δική του φιλοσοφία.

Το έργο -για εννιά πρόσωπα-, που ο συγγραφέας του το χαρακτηρίζει «οικογενειακό μελόδραμα σε δυο εποχές», αναφέρεται σε μια οικογένεια που έρχεται αντιμέτωπη με το θάνατο της μητέρας, την ομοφυλοφιλία και τη δειλία του γιου, την απομάκρυνση της κόρης, τα γεράματα του πατέρα, με την απογοήτευση που έδωσε σ’ όλους η ζωή, με την ανάγκη τους για ρίζες, σε δυο διαφορετικές χρονικές στιγμές -τη δεκαετία του ’60 και στις αρχές του αιώνα μας- που απέχουν σαράντα περίπου χρόνια αλλά και που αλληλεπιδρούν για να δείξουν την αναπαραγωγή των ίδιων καταστάσεων, συναισθημάτων, ασθενειών, απογοητεύσεων… Και διαδραματίζεται σε δυο χώρους: το διαμέρισμα όπου κατοικούν στις δυο περιόδους οι δυο γενιές της οικογένειας κι ένα χώρο επάνω, όπου ζουν οι ξένοι, μετανάστες, την πρώτη περίοδο απ την Νότια Ισπανία, τη δεύτερη απ την Βόρεια Αφρική. Μέσα από έναν απλό μύθο ο Μπελμπέλ πραγματεύεται την ιδέα πως όλοι είμαστε ξένοι μπροστά στο φόβο για το άγνωστο.
Οι «Ξένοι», που έχουν πια μεταφραστεί στα ισπανικά, τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ρουμάνικα και τα τούρκικα, έκαναν την πρεμιέρα τους το 2004 σε σκηνοθεσία του ίδιου του συγγραφέα - ιδιαίτερα ενεργός και ως σκηνοθέτης, τόσο που έχει να γράψει απ’ το 2009, αλλά και μεταφραστής- στην Βαρκελόνη, στο Εθνικό Θέατρο της Καταλονίας, του οποίου ο Μπελμπέλ διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής απ το 2006 μέχρι το 2012 και με τη διακεκριμένη ηθοποιό Άννα Λισαράν στο ρόλο της Μάνας. Η Λισαράν -που πέθανε από κεραυνοβόλο καρκίνο το 2013 σε ηλικία 69 χρόνων- ήταν η μόνη απ’ τη διανομή της παράστασης που έπαιξε -το ρόλο της Μάνας πάντα- και στη μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο απ’ τον Βεντούρα Πονς το 2008. Τιμήθηκε, μάλιστα, για την ερμηνεία της αυτή, το 2009, στα Βραβεία «Γκαουντί», τα σημαντικότερα καταλανικά κινηματογραφικά βραβεία -στα οποία η ταινία είχε εννιά υποψηφιότητες-, με το Βραβείο Ερμηνείας Πρώτου Γυναικείου Ρόλου ενώ το ίδιο κέρδισε, εξ ημισείας, την ίδια χρονιά και στο Φεστιβάλ Ισπανικών Ταινιών της Τουλούζης.
Τον 52χρονο σήμερα Σέρζι Μπελμπέλ μας τον έκανε γνωστό στην Ελλάδα το «Θέατρο του Νότου» του Γιάννη Χουβαρδά με το έργο του «Μετά τη βροχή» που ανέβασε στον Εξώστη του «Αμόρε», τη σεζόν 1998/1999, η Βαρβάρα Μαυρομάτη. Το ίδιο έργο παρουσιάστηκε, επίσης, με τον τίτλο «Τσιγάρο στην ταράτσα», το 2002 /2003 απ’ την Υρώ Μανέ στην Θεατρική Σκηνή «Αθηναΐς», σε σκηνοθεσία Γιώργου Πετρούνια και, ως «Μετά τη βροχή» και πάλι, στην Θεσσαλονίκη, στο θέατρο «Αμαλία» το 2005/2006, απ’ την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» σε σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη. 
Απ’ το θίασο «Στιγμή» και σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη παρουσιάστηκαν στην ελληνική σκηνή αλλά δυο έργα του Μπελμπέλ: το 2003/2004, μ επανάληψη τη σεζόν 2004/2005, στο θέατρο «Βασιλάκου», το «Μια στιγμή πριν» και το 2006/2007, στο «Άλμα», το «Είμαι άσχημη» που ο Μπελμπέλ το συνυπογράφει με τον Τζόρντι Σάντσες. 
Με τη μορφή, τέλος, «θεατρικού αναλογίου» έχουν παρουσιαστεί εδώ τα έργα του «Αίμα», σε σκηνοθετική επιμέλεια Ελένης Γεωργοπούλου, το 2012, στο «Altera Pars», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Θεατρικών Αναλογίων «5 o’clock Tea-tro» και «Εκτός παιδιάς», σε σκηνοθεσία Κυριακής Σπανού, το 2014, στο πλαίσιο του 3ου Ιβηροαμερικανικού Φεστιβάλ Θεατρικών Αναλογίων, στο Ινστιτούτο «Θερβάντες».

Ένας Πατέρας Κουράγιο που σέρνει το κάρο



Το έργο. 1905. Ανατέφκα: ένα εβραίικο χωριουδάκι της αχανούς Ρωσίας, κάπου κοντά στο Κίεβο, στην περιοχή όπου είχαν περιοριστεί, απ’ την εποχή (1791) του σχετικού ουκάζιου -αυτοκρατορικού διατάγματος- της Αικατερίνης Β΄, οι Εβραίοι της ρώσικης αυτοκρατορίας. Φτώχεια, δυσκολίες αλλά οι Εβραίοι, νοικοκύρηδες πάντα, δουλεύουν σκληρά προσπαθώντας να κρατηθούν απ’ τις παραδόσεις και τις αξίες τους.
Αυτές τις παραδόσεις και τις αξίες υπερασπίζεται ένθερμα ο Τέβιε, ο γαλατάς του χωριού, που, για να μοιράσει το γάλα, σέρνει ο ίδιος το κάρο του με τις καρδάρες γιατί το άλογό του έχει τραυματιστεί. Ζεστός άνθρωπος, έξω καρδιά, γλεντζές, με χιούμορ, καλόψυχος, αφέντης στο σπίτι του αλλά στην πραγματικότητα υπό τον… ζυγόν της γυναίκας του, της Γκόλντε που εκείνη, ουσιαστικά, κυβερνάει και που τη φοβάται και πάντα προσπαθεί να πάει με τα νερά της, ευσεβής αλλά και με τις αμφιβολίες του, ο Τέβιε έχει πέντε κόρες που η επιθυμία του, όπως και της γυναίκας του, είναι να τις «αποκαταστήσουν» καλά. Οι καιροί όμως είναι δύσκολοι. Τα πράγματα αλλάζουν, άνεμοι επαναστατικοί πνέουν και, αν κάποιοι πρέπει να νοιώθουν πιο ανασφαλείς, αυτοί είναι οι Εβραίοι: οι ζωές τους μοιάζουν να βρίσκονται στην κόψη, σαν, όπως λέει ο Τέβιε, ένας βιολιστής που παίζει το βιολί του ακροβατώντας πάνω σε μία στέγη.
Τη μεγάλη του κόρη, την Τζάιτελ, την τάζει στον Λάζαρ, τον μεγαλύτερό του ηλικιακά αλλά με λεφτά, χήρο χασάπη που τους τον έφερε προξενιό η Γέντε, η προξενήτρα της Ανατέφκα. Άλλα, όμως, είναι τα σχέδια της κοπέλας: ερωτευμένοι με τον παιδικό της φίλο Μότελ, τον φτωχό ραφτάκο του χωριού, στοχεύουν στο γάμο. Ο Τέβιε αποδέχεται το… μοιραίο και πείθει τη γυναίκα του επινοώντας ένα, δήθεν, σημαδιακό εφιάλτη που υποτίθεται πως είδε στον ύπνο του.
Αλλά και η δεύτερη κόρη του, η Χόντελ, ερωτεύεται. Και μάλιστα με τον νεαρό φοιτητή Πέρτσικ που φτάνει στο χωριό από το άγνωστο κομίζοντας τις επαναστατικές, μαρξιστικές του ιδέες και που τον φιλοξενεί η οικογένεια του Τέβιε με αντάλλαγμα να κάνει μαθήματα στα κορίτσια.
Το «χειρότερο» συμβαίνει με την τρίτη, την Χάβα: κι αυτή θα ερωτευτεί. Αλλά, επιπλέον, ο αγαπημένος της δεν είναι καν Εβραίος. Είναι ο Φιέντκα, ένας Ρώσος, χριστιανός ορθόδοξος.
Στο γάμο της Τζάιτελ με τον Μότελ ο ριγμένος Λάζαρ θα δημιουργήσει επεισόδιο αλλά αυτό δεν θα είναι τίποτα μπροστά στην επίθεση των ρώσων χωροφυλάκων που, σύμφωνα με διαταγή ανωτέρων τους…, τα κάνουν γυαλιά-καρφιά και τραυματίζουν τον Πέρτσικ που αντιδρά -προεόρτιο ενός πογκρόμ που ετοιμάζεται στην τσαρική Ρωσία. Ο Πέρτσικ σύντομα θα φύγει στο Κίεβο να υπερασπιστεί τις ιδέες του -η επανάσταση του 1905 έχει ήδη ξεσπάσει.
Πριν φύγει αρραβωνιάζονται με την Χόντελ. Ο Τέβιε θα υποχωρήσει και πάλι -τα ήθη αλλάζουν, στην εποχή του κανείς δεν μιλούσε για αγάπη. Στο Κίεβο ο Πέρτσικ θα συλληφθεί και θα εξοριστεί στην Σιβηρία. Η Χόντελ θα σπεύσει κοντά του αποφασισμένη να υπομείνει τις όποιες κακουχίες.
Όταν και η Χάβα ζητήσει την άδειά του να γίνει σύζυγος του Φιέντκα, αυτό υπερβαίνει τα όρια του Τέβιε. Της το απαγορεύει αλλά εκείνη θα το σκάσει μαζί με τον αγαπημένο της και θα παντρευτούν. Ο πατέρας της θα ζητήσει από όλα τα μέλη της οικογένειάς του να τη θεωρήσουν νεκρή.
Στο μεταξύ η ώρα του πογκρόμ έφτασε: οι Εβραίοι της Ανατέφκα οφείλουν σε τρεις μέρες να εγκαταλείψουν το χωριό. Δύσκολες ώρες. Ο Τέβιε, πικραμένος αλλά υπομονετικός σ’ αυτά που τους έστειλε ο Θεός της Βίβλου, σέρνοντας το κάρο του σαν άλλη Μάνα Κουράγιο -ένας Πατέρας Κουράγιο-, με τη γυναίκα και τις δύο μικρότερες κόρες του μεταναστεύουν στην Αμερική. Η Τζάιτελ και ο Μότελ, που έχουν πια ένα μωρό, φεύγουν για την Πολονία με την υπόσχεση και την ελπίδα πως μόλις μαζέψουν κάποια χρήματα θα σμίξουν με τους υπόλοιπους. Για την Κρακοβία φεύγουν και η Χάβα με τον Φιέντκα -εκείνος είναι Ρώσος και δεν εκτοπίζονται αλλά δεν θέλουν πια να ζήσουν σ’ αυτόν τον αφιλόξενο τόπο. Ο Τέβιε εξακολουθεί να αρνείται να τους μιλήσει. Αλλά η καλή ψυχή του δεν τον αφήνει να μην τους δώσει έμμεσα την ευχή του.
Βασισμένο στις χιουμοριστικές -και όχι μόνο...- ιστορίες του Σολέμ Αλέικεμ, με θέματα αντλημένα από τη ζωή των Εβραίων της Ρωσίας στο τέλος του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, που οι πρώτες εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1894 με τον τίτλο «Τέβιε ο γαλατάς» είναι το μιούζικαλ «Βιολιστής στη στέγη» (1964). Ο Τζόζεφ Στάιν που υπογράφει το κείμενο, αρκούντως ανάλαφρο και επιφανειακό -στην παράδοση του αμερικάνικου μιούζικαλ…-, ο Τζέρι Μποκ που έγραψε μία μουσική ελκυστική και τραγούδια που έγιναν κλασικά και ο Σέλντον Χάρνικ που δημιούργησε τους έξυπνους στίχους έχουν αντλήσει από την εβραϊκή παράδοση και έχουν εκτελέσει μία επιτυχημένη συνταγή δένοντας, με ευκολίες και γραφικότητες αλλά χωρίς φτήνιες, τα επιμέρους στοιχεία σε ένα απολύτως διασκεδαστικό μιούζικαλ όπου το χιούμορ ισορροπεί με τη συγκίνηση.

Η παράσταση. Ο Ρομπ Ρουτζέρο, ο οποίος μετακλήθηκε ειδικά, δεν ξεπέταξε τη σκηνοθεσία που ανέλαβε. Αντίθετα τη δούλεψε, πάνω στην αρτιότατη απόδοση στα ελληνικά του κειμένου από τον Πάνο Αμαραντίδη και των στίχων από τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο, με μεγάλη προσοχή. Εύρυθμα, χωρίς να καταφύγει σε ευτελείς και κραυγαλέες λύσεις, με μέτρο και διακριτικότητα πήγε με τα νερά του κειμένου και της μουσικής και, χωρίς να ξεφύγει από τα καλούπια, δίνει μία παράσταση φρέσκια, ζωντανή και καθόλου διεκπεραιωτική. Και με καλής ποιότητας χιούμορ.
Βασικό ρόλο παίζουν οι χορογραφίες. Ο Κέρτις Σρέγκερ έχει κάνει τη «θεατρική προσαρμογή» -την αναβίωση εν ολίγοις- των αρχικών χορογραφιών του Τζερόμ Ρόμπινς ενώ την επιμέλειά τους είχε η Σοφία Σπυράτου. Οι έλληνες ηθοποιοί που κάνουν μιούζικαλ δεν είναι, οι περισσότεροι, δεινοί χορευτές αλλά το αποτέλεσμα, που εδώ προϋποθέτει περισσότερο τον πρωτογονισμό και τη θεατρικότητα παρά τη χορευτική δεινότητα, είναι ικανοποιητικό.
Με την υποστήριξη μιας εύρωστης παραγωγής, ο Γιώργος Πάτσας σε φόρμα, με τα ευέλικτα σκηνικά του και, κυρίως, η Τότα Πρίτσα με τα κοστούμια της, στα οποία έχει δέσει γλυκά και διακριτικά παλ και γαιώδη χρώματα, έχουν δώσει ένα γερό χέρι βοηθείας στο θετικό τελικό παραστασιακό αποτέλεσμα. Εξαίρετη και η δουλειά της Ελευθερίας Ντεκώ που σχεδίασε το φωτισμό.
Ο Αλέξιος Πρίφτης διευθύνει με προσοχή, ακρίβεια και νεύρο μία εικοσαμελή περίπου, ζωντανή ορχήστρα που έχει να εκτελέσει μία μουσική με αξιώσεις ενώ ο Ματ Γκρουντς έχει σχεδιάσει υποδειγματικά τον ήχο.
Οι ερμηνείες. Δεν είναι καθόλου συνηθισμένο πια να βλέπεις 33 άτομα επί σκηνής… Η παράσταση, επιπλέον, έχει συγκεντρώσει μία ικανοποιητική διανομή.
Να μιλήσω πρώτα για τις πέντε νεαρές ηθοποιούς που παίζουν τις πέντε κόρες του Τέβιε. Φρέσκιες ηθοποιοί, συνδυάζουν και οι πέντε -καλή επιλογή- τάλαντο υποκριτικό επαρκές, φωνή και χορό: Μαριάννα Πολυχρονίδη, Μαρίνα Σάττι, Δανάη Βασιλοπούλου, Στεφανία Χούγια, με πρώτη την Τζάιτελ της Ιωάννας Τριανταφυλλίδου. Έκπληξη για μένα η Στέλλα Γκίκα: πολύ καλή καρατερίστα, δίνει έγκυρα την Γέντε. Ο Τάσος Κωστής, πληθωρικός αλλά με μέτρο κωμικός -και όχι μόνο κωμικός-, είναι, όπως συνήθως, πολύ σωστός στον μικρό του ρόλο. 
Η Μαρία Γράμψα επιβεβαιώνει, μετά την «Μελωδία της ευτυχίας», πως έχει πολλές ικανότητες, μολονότι εδώ δεν έχει τη δυνατότητα να δείξει το φωνητικό της εύρος: η Γιαγιά Τζάιτελ, πάντως, που έχει επωμιστεί, απολαυστική καθώς «τσουλάει» με τα μικρά βηματάκια της. Εξαίρετη Φρούμα Σάρα και η ικανότατη και με φωνή εντυπωσιακή Ελένη Καρακάση. Από τους πολλούς υπόλοιπους πρόλαβα να ξεχωρίσω τους Κώστα Βελέντζα, Γιάννη Αναστασάκη -βιβλική φυσιογνωμία, κάποιες στιγμές, όμως, χάνει την ενέργειά του-, Δημήτρη Γαλάνη -πολύ επιτυχημένος ο μίζερος τύπος που σχεδίασε-, Σωτήρη Τσόγκα, Ιβάν Σβιτάιλο -εντυπωσιακή παρουσία, θαυμάσιος χορευτής.
Ο Μιχάλης Μαρίνος δημιουργεί -για πρώτη φορά κατά τη γνώμη μου- ρόλο με τον Μότελ. Αλλά στο τραγούδι του είναι πολύ αδύναμος. Ο Μέμος Μπεγνής, παρουσία ευγενική, διακριτική, ευέλικτος, λαμπερός, είναι πολύ καλός Πέρτσικ. Πειστική, εξαίρετη Γκόλντε η Ρένια Λουιζίδου αλλά φωνητικά υστερεί.

Ο Γρηγόρης Βαλτινός έχει μία noble, φυσικά ευγενική, ανάλαφρη παρουσία που δεν ταιριάζει στο ρόλο του γαλατά Τέβιε. Είναι, όμως, καλός ηθοποιός. Παρά τις κάποιες υπερβολές και τους θεατρινισμούς που τον ελκύουν. Έχει μέγεθος. Και πρωταγωνιστική ακτινοβολία. Που μπορούν να στηρίξουν μία παράσταση -διότι, κακά τα ψέματα, ο Τέβιε είναι ο απόλυτος άξονας του «Βιολιστή». Και μπορεί να πλάσει το ρόλο -σώμα, κίνηση, εκφράσεις…- με την τεχνική που διαθέτει. Επιπλέον έχει χιούμορ ευεργετικό και ξέρει να πλασάρει την ατάκα με εξαιρετική αποτελεσματικότητα -άψογα. Η πολύ καλή φωνή του έχει βέβαια μία κάμψη αλλά τα καταφέρνει αξιοπρεπώς και στο τραγούδι. Πιο ώριμος πια και με πιο «ειδικό» σκηνοθέτη από τις δύο προηγούμενες φορές που, αρκετά νέος ακόμα, παρουσίασε το έργο και έπαιξε το ρόλο, σαφώς και η ερμηνεία του είναι πληρέστερη.
Το συμπέρασμα. Μία γνήσια διασκεδαστική, χορταστική παράσταση και ένα από τα καλύτερα ανεβάσματα μιούζικαλ στην Ελλάδα σε μία παραγωγή που δεν κάνει τσιγκουνιές. 

Θέατρο «Badminton», 27 Μαΐου 2015 (Από 5 Ιουνίου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης).