January 13, 2019

Στο Φτερό / Σύντομη συνάντηση σε φολκ ροκ


«Once» (Τζον Κάρνι). Κείμενο Έντα Γουόλς, μουσική-στίχοι Γκλεν Χάνσαρντ και Μαρκέτα Ιργκλόβα / Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης. 



Δουβλίνο. Σήμερα. Αυτός -το ζευγάρι των ηρώων δεν έχει ονόματα-, στα τριάντα κάτι, παίζει κιθάρα σ’ ένα μπαράκι και τραγουδάει. Γράφει τραγούδια, παίζει και τραγουδάει σε μπαράκια και παμπ της γειτονιάς του και δουλεύει στο μαγαζί του πατέρα του -διορθώνουν ηλεκτρικές σκούπες. Απογοητευμένος απ’ τη ζωή. Τα 


’χουν σπάσει με την κοπέλα του που ’χει φύγει στην Νέα Ιόρκη κι ετοιμάζεται να παρατήσει την κιθάρα του, να πάψει να γράφει τραγούδια και να εγκαταλείψει τα όνειρά του. Ό,τι γράφει είναι για την κοπέλα που ’φυγε μακριά -ειν’ ακόμα ερωτευμένος μαζί της- κι αυτό τον πονάει. Και ξαφνικά τον πλησιάζει Αυτή. Είναι Τσέχα. Μετανάστρια. Κουβαλάει μια ηλεκτρική σκούπα που της έχει χαλάσει και ψάχνει μαγαζί να τη διορθώσει. Τον άκουσε. Της άρεσε το τραγούδι. Του το λέει. Και τη δύσκολη αυτή στιγμή τρυπώνει στη ζωή του. Μ’ ερωτήσεις. Τον πείθει να μην τα παρατήσει. Κι όταν μαθαίνει τη σύμπτωση -πως Αυτός διορθώνει ηλεκτρικές σκούπες- του παραδίνει τη χαλασμένη δική της για να την επισκευάσει. Δεν έχει 
χρήματα του λέει. Θα τον πληρώσει σε... μουσική. Τον παίρνει μαζί της στο μαγαζί ενός φίλου της, του Μπίλι, που πουλάει μουσικά όργανα τα οποία κανείς δεν αγοράζει. Και του παίζει σ’ ένα πιάνο Μέντελσον. Γνωρίζει τον πατέρα του, πάει Αυτόν στο σπίτι της να γνωρίσει τους ανθρώπους της -ζει με το κοριτσάκι της, τη μάνα της και φίλους της. Ο άντρας της έχει μείνει στην Τσεχία -έχουν προβλήματα στη σχέση τους. Γίνονται φίλοι, ερωτεύονται -αλλά ώς εκεί, δεν προχωρούν, εκείνη αρνείται, καθώς άλλοι, κάπως, υπάρχουν ακόμα στη ζωή τους... Συνεργάζονται σε
καινούργια  τραγούδια του, Αυτή τον πείθει να πάρει δάνειο από τράπεζα για να νοικιάσει στούντιο να τα ηχογραφήσει -να κάνει ένα demo. Και να πάει στην Νέα Ιόρκη ν’ αναζητήσει καλύτερη τύχη. Πάνε μαζί στην τράπεζα κι ενώ ο Διευθυντής, αρχικά, τους αντιμετωπίζει ειρωνικά, όταν Αυτός του παίζει ένα τραγούδι του, ενθουσιάζεται και πείθεται. Κι επιπλέον τους αποκαλύπτει πως κι εκείνος παίζει κιθάρα και τραγουδάει. Όχι και τόσο καλά... αλλά είναι αρκετό για να σμίξει με την παρέα των ερασιτεχνών που 

συχνάζουν στο μπαράκι της αρχής και που θα σχηματίσουν την ορχήστρα με την οποία Αυτός μπαίνει στο στούντιο. Το demo είναι απτή πραγματικότητα πια. Έφτασε ο καιρός να φύγει στην Νέα Ιόρκη για να το προωθήσει. Της προτείνει να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί. Δε θα το κάνει. Ο άντρας της και πατέρας της Ιβάνκα 
τής έχει τηλεφωνήσει πως έρχεται για να κάνουν μια προσπάθεια να τα ξαναβρούν. Τον πείθει, μάλιστα, να τηλεφωνήσει στην Πρώην του ότι πάει στην Νέα Ιόρκη -τα πράγματα μεταξύ τους μοιάζει να ’χουν αναθερμανθεί. Έτσι τελειώνει αυτός ο έρωτας... Ο Ιρλανδός Έντα Γουόλς μεταποίησε (2011) το σενάριο του, επίσης Ιρλανδού, Τζον Κάρνι για την ταινία «Once» (2007), που σκηνοθέτησε o ίδιος ο Κάρνι, σε λιμπρέτο για μιούζικαλ με τον ίδιο τίτλο και με μουσική και στίχους που συνυπογράφουν ο Ιρλανδός
Γκλεν Χάνσαρντ κι η Τσέχα Μαρκέτα Ιργκλόβα, όπως και στην ταινία, στην οποία μάλιστα πρωταγωνιστούσαν -η ενορχήστρωση του Μάρτιν Λόου. Η ιστορία ειν’ απλή, δεν έχει υψηλούς στόχους, δεν έχει κορόνες, μια συνηθισμένη, ρομαντική αλλά ανολοκλήρωτη και χωρίς μέλλον ερωτική ιστορία -κάτι από «Σύντομη συνάντηση», την ταινία (1945) του Ντέιβιντ Λιν, σε σενάριο Νόελ Κάουαρντ, βασισμένο στο μονόπρακτό του «Νεκρή φύση», σε απο(μελο)δραματοποιημένη εκδοχή της- αφηγείται αλλά είναι αφηγημένη η ιστορία αυτή με λεπτότητα, ευγένεια και χιούμορ ιρλανδέζικο. Ενώ ως μιούζικαλ έχει μια ιδιαιτερότητα: η ορχήστρα είναι οι ίδιοι οι ηθοποιοί/τραγουδιστές που ο καθένας 


τους κάποιο όργανο παίζει και που συντονίζονται με διάφορους τρόπους. Αυτό το στοιχείο δίνει στο έργο μια αίσθηση ελευθερίας -μια ανοιχτή φόρμα. Επιπλέον τα -υπέροχα- φολκ ροκ τραγούδια των Χάνσαρντ-Ιργκλόβα -ερωτικές μπαλάντες αλλά και χορευτικά, με πηγές την ιρλανδική αλλά και την τσέχικη παράδοση- στην ίδια κατεύθυνση οδηγούν. Ο Ακύλλας Καραζήσης που ανέλαβε τη
σκηνοθεσία, πάνω στην ικανοποιητική αλλά και με κάποια αδύναμα σημεία μετάφραση του Δημήτρη Δημόπουλου, αυτή την κατεύθυνση ακολούθησε -όπως κι η Αμάλια Μπένετ με την εύπλαστη χορογραφία της: δίνει μια παράσταση καθημερινή, χαλαρή, ανοιχτή, άμεση, με καλές στιγμές -η ποιητική σκηνή των δυο ερωτευμένων στο λόφο-, αφήνοντας περιθώρια αυτοσχεδιασμού στους ηθοποιούς/τραγουδιστές του. Θα ’ταν θετική αυτή η επιλογή, αν από κάτω υπήρχε ένας συνδετικός ιστός -ένα δίχτυ ασφαλείας. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, λείπει. Το αποτέλεσμα είναι οι ρυθμοί να μπερδεύονται, να συγχέονται σ’ ένα συχνά άρρυθμο αποτέλεσμα αλλά κι οι ηθοποιοί να μην είναι 
μεταξύ τους δεμένοι. Μολονότι ως μονάδες τα καταφέρνουν καλά -και φωνητικά, σε μουσική διδασκαλία Αχιλλέα Γουάστωρ. Η Μαρίνα Σάττι (Αυτή), με ωραία φωνή, εκφραστικότατη, χαριτωμένη -αν και ακκίζεται λίγο περισσότερο απ’ όσο, ίσως, θα ’πρεπε- έχει ένα σοβαρό πρόβλημα εκφοράς λόγου. Ο λόγος της δεν είναι καλά στερεωμένος και το 50% χάνεται. Δεν κατάλαβα αν αυτό είναι εγγενές ή καρπός της προσπάθειάς της να μιλάει, ως μετανάστρια στο ρόλο, σπασμένα ελληνικά. Ο Αποστόλης Ψυχράμης (Αυτός) έχει, επίσης, καλή φωνή κι ενέργεια αλλά στην υποκριτική και στην κινησή του είναι πολύ χύμα. Απ’ τους υπόλοιπους ξεχώρισα την Μαρία Νίκα (Ρέζα), τον Γιώργο Τζαβάρα (Διευθυντής) -εκρηκτική ενέργεια αλλά αφημένος σε υπερβολές-, την Ιωάννα Φόρτη (Μπαρούσκα) 

και, κυρίως, τον Άλκη Παναγιωτίδη: πέρα απ’ το προσωπικό στιλ του, ευσταλής, ωραία, κομψή φιγούρα, ακμαιότατος, χορεύει, τραγουδάει, παίζει ντραμς και κλέβει την παράσταση στο ρόλο του Μπίλι που του πάει, βέβαια, κουτί. Φοβάμαι πως το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη -αυτός ο ακατέργαστος όγκος με την πράσινη 

μοκέτα που παριστάνει το λόφο και σώζεται, ενίοτε, μόνο απ’ τους φωτισμούς του Γιάννη Δρακουλαράκου κι οι «χαραγμένοι» στο δάπεδο α λα «Dogville» του Λαρς φον Τρίαρ κι απλώς γραπτά ονοματισμένοι χώροι -«bar», «Billy’s shop»…- δε βοηθούν την παράσταση κι ίσως, μάλιστα, την εγκλωβίζουν. 'Οπως κι η ενδυματολογική πανσπερμία της Ιωάννας Τσάμη, που ταιριάζει με το έργο, έχει μια χρωματική αρμονία αλλά πολύ κραυγάζει την τήδε κακείσε προέλευση των ρούχων. Άνισες εντυπώσεις μου άφησε η παράσταση αλλά εκτιμώ τις επιλογές της «Εναλλακτικής Σκηνής» της Λυρικής, που προσπαθεί να μας συνδέσει με είδη μουσικού θεάτρου που, διαφορετικά, δε θα ’χαμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε (Φωτογραφίες: Δημήτρης Σακαλάκης).

(Το -δωρεάν- καλόγουστο πρόγραμμα-αφίσα της παράστασης -επιμέλεια Τομέας Δραματολογίας ΕΛΣ- διαθέτει όλα τα απαραίτητα για ενημέρωση).

Εθνική Λυρική Σκηνή / «Εναλλακτική Σκηνή», Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», 10 Ιανουαρίου 2019.

No comments:

Post a Comment