July 29, 2016

Με χορούς, με χορούς και με τραγούδια / 22ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας




Η Καλαμάτα είναι πάντα εκεί. Όμορφη. Και οι φίλοι μας της Καλαμάτας, οι πάντα φιλόξενοι και ανθρώπινοι, εκεί είναι. Και το Φεστιβάλ Χορού της. Έφτασε στον αριθμό 22. Δεν είναι, βέβαια, πια και… τόσο Διεθνές -ας όψεται η κρίση. Αλλά συνεχίζει. Με καλλιτεχνική διευθύντρια, από φέτος, την Κατερίνα Κασιούμη. Και με τους ανθρώπους του που, χρόνια τώρα, δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό.
Αποφασίσαμε, έστω και αν το πρόγραμμα έδειχνε αδύναμο και παραγεμισμένο με παράλληλες εκδηλώσεις και σεμινάρια, να κατεβούμε και φέτος για τέσσερις μέρες. Ιδίοις, και πάλι, αναλώμασι, που έλεγαν παλιά -όσο μπορούμε ακόμη... Βρήκαμε το Μέγαρο Χορού λαμπερό και βολικό και λειτουργικό, με καλόγουστα διαμορφωμένη ολόκληρη πια την αυλή του -μου λείπει το θέατρο στο Κάστρο ως θέση, ως θέα, ως ατμόσφαιρα αλλά με την καλαματιανή ζέστη, ως συνήθως, να βαράει κόκκινο, και την υγρασία να την κάνει αφόρητη, σαφώς και δεν νοστάλγησα εκείνη την άνοδο του Γολγοθά μέχρι το Κάστρο…
Σάββατο απόγευμα, μετά το πρώτο μπανάκι στην παραλία υπό την σκιάν του Καλαθιού, και περνάμε πρώτα από το Στούντιο του Μεγάρου: παράλληλη εκδήλωση με -αέναη- προβολή της εγκατάστασης/ταινίας «The Running Tong», δημιουργίας της χορογράφου Σιβόν Ντέιβις και του κινηματογραφιστή Ντέιβιντ Χίντον, δύο εκλεκτών Βρετανών που έχουν συνεργαστεί με σχεδιαστές ήχου, ανιματέρ και 22 χορευτές και χορογράφους. 

Μία γυμνή γυναίκα με υπέροχο, αθλητικό σώμα -ο κεντρικός αφηγηματικός άξονας- τρέχει μέσα στα δέντρα, μέσα στο χρόνο, μέσα στις εποχές, μέσα στους τόπους, μέσα στο Λονδίνο. Η εικόνα κάθε τόσο παγώνει και η γυναίκα βρίσκεται «εγκλωβισμένη» σε καταστάσεις, σε εικόνες, σε γεγονότα, σε ιστορίες ιδιαίτερες, κάποτε σουρεαλιστικές, κάθε φορά επινοημένες από διαφορετικό χορογράφο ή χορευτή. Φωτογραφίες, κολάζ, animation, φωνές off… Γοητευτικό το αποτέλεσμα! Αλλά μόνο τρία-τέσσερα άτομα ήμασταν εκεί για να το δούμε…
Το βράδυ, στην Κεντρική Αίθουσα, που έχει κόσμο αλλά δεν είναι εντελώς γεμάτη, το μόνο ξένο χορευτικό σύνολο της φετινής διοργάνωσης: η λονδρέζικη Ομάδα Χορού «Candoco» -μία ομάδα χορευτών με και χωρίς αναπηρία, η οποία γιορτάζει φέτος τα 25 χρόνια της. Άκρα που λείπουν, δύο από τους χορευτές σε αναπηρικά αμαξίδια, θαυμάζεις τη δύναμή τους, θαυμάζεις το δέσιμό τους, θαυμάζεις τη θέλησή τους, όσο και αν, αρχικά, αναστατώνεσαι. Στο «Behold» (2015), το πρώτο κομμάτι, σε χορογραφία του βρετανού Αλεξάντερ Γουίτλι πάνω σε μουσική του Νιλς Φραμ, οι επτά χορευτές παλεύουν με μεγάλα κομμάτια υφάσματος. Το παραστασιακό αποτέλεσμα, ποιητικό. 
Η δεύτερη χορογραφία, όμως, είναι που με ενθουσίασε: «Notturnino» (2014) του Ελβετού Τόμας Χάουερτ, εμπνευσμένο από το ντοκιμαντέρ «Il Bacio di Tosca» («Το φιλί της Τόσκα», 1984) του επίσης Ελβετού Ντάνιελ Σμιτ, μία ταινία γυρισμένη στην «Casa Verdi» του Μιλάνου, τον οίκο ευγηρίας για απόμαχους καλλιτέχνες της όπερας, με παλαίμαχους να μιλούν για τη ζωή τους, για το παρελθόν, για τις αναμνήσεις τους και να τραγουδούν ή και να παίζουν σκηνές από όπερες. Ο χορογράφος είχε μία ιδιοφυή ιδέα: να κρατήσει αποσπάσματα μόνο από την ηχητική μπάντα της ταινίας, όχι οπτικό υλικό. 
Και πάνω σ’ αυτά και σε αποσπάσματα από όπερες να χορογραφήσει, δίνοντας αυτοσχεδιαστικές ελευθερίες στους οκτώ χορευτές του, ντυμένους «παράταιρα» σαν με κοστούμια βεστιαρίου -κάποιοι άντρες με γυναικεία-, έξοχα, τελικά, συνταιριασμένα χρωματικά από την -προφανώς Ελληνίδα- Νατάσα Σταματάρη που τα σχεδίασε. Οι πληγωμένες από το χρόνο φωνές των συνταξιούχων της όπερας μετουσιώνονται, γίνονται κίνηση εκρηκτική μέσα από πληγωμένα από τη φύση κορμιά σε μία χορογραφία που πετάει: συγκλονιστική!
Την Κυριακή, στην ίδια αίθουσα -σχεδόν γεμάτη- παρακολουθήσαμε και κάτι -κατά το ήμισυ δικό μας: «Europium» της Λίντας Καπετανέα και του Σλοβάκου Γιόζεφ Φρούτσεκ -πάνω σε μουσική του Βασίλη Μαντζούκη- από την ομάδα τους «RootlessRoot». Μία χορογραφία που δημιουργήθηκε στο Στούντιο Χορού Καλαμάτας. Εύγλωττος ο τίτλος «Europium»… Οι δύο χορευτές/χορογράφοι, που ίδρυσαν την ομάδα το 2007, στοχάζονται για την πορεία αυτού που ονομάζουμε «δυτικό πολιτισμό», ελεύθερα εμπνεόμενοι από την τραγική ιστορία της σχεδίας της «Μέδουσας» -της γαλικής φρεγάτας που προσάραξε το 1816 ανοιχτά της Σενεγάλης και το πλήρωμά της, για να απομακρυνθεί και να γλυτώσει, κατασκεύασε σχεδία η οποία, όμως, περιπλανήθηκε για τρεις μήνες και, όταν εντοπίστηκε, από τους 160 περίπου που είχαν καταφύγει σ’ αυτή και που, απεγνωσμένοι, αναγκάστηκαν να φτάσουν στον κανιβαλισμό για να επιζήσουν, βρέθηκαν ζωντανοί 10… 
Η χορογραφία -οι χορευτές κουβαλούν και συγκεντρώνουν στη σκηνή γύρω στους 25 πανύψηλους κορμούς από τους οποίους «συναρμολογούν» μία σχεδία-κελί-, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και δυναμική, καθηλωτική θα έλεγα, με την Λίντα Καπετανέα, χορεύτρια εκ-πλη-κτι-κή, να κλέβει τις εντυπώσεις, θα κέρδιζε, νομίζω, αν έλειπε η φλύαρη πρόζα του προλόγου, που, πιστεύω πως δημιουργήθηκε απλώς για να δώσει έναν μεταμοντέρνο τόνο στην παράσταση.
Και η Δευτέρα είναι καλή μέρα. Δεν έχει Φεστιβάλ αλλά έχει Πύλο. Πανέμορφη!
Το Φεστιβάλ έκλεισαν, την Τρίτη, ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος και η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Μίλτο Λογιάδη. Όχι, δεν χόρεψαν. Γκαλά όπερας έδωσαν. Το οποίο, πάντως, δημιούργησε απορίες τι γύρευε σε ένα φεστιβάλ χορού και πόσο το μπαστάρδευε… Πιθανόν, σκέφτηκαν πως το κάπως ισχνό πρόγραμμα χρειαζόταν τόνωση. Πόσο μάλλον όταν η παρουσία του Δημήτρη Πλατανιά, γνήσιου -και πολύ αγαπημένου- τέκνου της Καλαμάτας, θα λειτουργούσε ως πόλος έλξης. Όπως και λειτούργησε. Ξεχειλισμένη η Κεντρική Αίθουσα, τα εισιτήρια προπωλημένα πολύ καιρό πριν και πλήθος οι αναζητούντες αλλά μη ευρίσκοντες.
Ο Μίλτος Λογιάδης διηύθυνε μία επαρκή Κρατική στις Εισαγωγές από το «Γάμο του Φίγκαρο» του Μότσαρτ και τη «Δύναμη του πεπρωμένου» του Βέρντι, στην Βαρκαρόλα από «Τα παραμύθια του Χόφμαν» του Όφενμπαχ -την ορχηστρική εκδοχή της- και στο Ιντερμέτζο από την «Καβαλερία Ρουστικάνα» του Μασκάνι και συνόδευσε τον Γιάννη Χριστόπουλο, που δεν ήταν σε μεγάλη φόρμα, κυρίως στην πρώτη, σε δύο άριες από την «Λουτσία ντι Λάμερμουρ» του Ντονιτσέτι και από την «Μποέμ» του Πουτσίνι και Πλατανιά και Χριστόπουλο σε δύο ντουέτα από τους «Αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ και την «Μποέμ», επίσης, ντουέτο που μπιζαρίστηκε στο τέλος -και τα δύο ντουέτα πήγαν πολύ καλά, με βαρύτονο και τενόρο άριστα εναρμονισμένους και συντονισμένους μεταξύ τους και με την ορχήστρα.

Ο Δημήτρης Πλατανιάς, στη χρυσή ωριμότητά του, με φωνή που έχει ανοίξει, έχει πλατύνει, έχει βαθύνει και βγαίνει, με υψηλή τεχνική, από ένα εκπληκτικό ηχείο, τραγούδησε, συνοδευόμενος πάντα από την Κρατική, μία άρια του Φίγκαρο από τον μοτσάρτειο «Γάμο του Φίγκαρο», το υπέροχο «Credo» του Ιάγου από τον «Οθέλο» του Βέρντι -συγκλονιστικός!-, το «Eri tu» από τον «Χορό μεταμφιεσμένων» του Βέρντι -μία εκπληκτική απόδοση!- και το «Nemico della Patria» από τον «Αντρέα Σενιέ» του Τζορντάνο -επίσης συναρπαστικά- δίνοντας ένα μέτρο των δυνατοτήτων του. Το χειροκρότημα και τα «μπράβο» ήταν δηλωτικά του ενθουσιασμού του κοινού.
Και του χρόνου, λοιπόν! Ελπίζοντας σε ένα πιο ισχυρό πρόγραμμα.

ΥΓ. Τις μέρες αυτές, κάθε που μπαίναμε στο Μέγαρο Χορού, κάθε δύο κουβέντες που κάναμε, κάθε που καθόμασταν στην πλατεία, κάτι μας έλειπε: ναι, ήταν η Βίκυ Μαραγκοπούλου. Είκοσι ένα χρόνια ήταν αυτά… Το γέννησε το συγκεκριμένο Φεστιβάλ η Βίκυ Μαραγκοπούλου, η τέως καλλιτεχνική διευθύντριά του, το άνδρωσε, το επέβαλε, το διεθνοποίησε, το κατέστησε πόλο έλξης, το ανέδειξε σε μοχλό προώθησης της Καλαμάτας. Η παρουσία της, καθοριστική.
Αν ζούσαμε σε έναν άλλο τόπο, αυτό το Μέγαρο Χορού της Καλαμάτας, που δεν θα υπήρχε, αν δεν έπραττε όσα έπραξε η Βίκυ Μαραγκοπούλου, θα έφερε -τουλάχιστον...- το όνομά της. Θα ήταν Μέγαρο Χορού Καλαμάτας «Βίκυ Μαραγκοπούλου». Αλλά ζούμε στο τόπο που λέγεται Ελλάδα... Χάρηκα, πάντως, που, έστω, στο βιβλίο/πρόγραμμα του Φεστιβάλ ο δήμαρχος της Καλαμάτας κ. Νίκας, στο σημείωμά του, αυτή τη φορά, τουλάχιστον τη θυμήθηκε την Βίκυ Μαραγκοπούλου…

22ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, Μέγαρο Χορού Καλαμάτας/Κεντρική Αίθουσα και Στούντιο, 23, 24, 26 Ιουλίου 2016.

July 28, 2016

Από τον Κλώνη στην κατανάλωση


Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Επίδαυρο -αύριο ή μεθαύριο, για τον ρωσοελληνικό «Οιδίποδα τύραννο» του «Βαχτάνγκοφ» και του Εθνικού-, ένα να μην ξεχάσεις: να πας λίγο νωρίτερα για να χαζέψεις -τουλάχιστον -το πωλητήριο που δημιούργησε το Εθνικό Θέατρο και το εγκατέστησε καταρχήν στην Επίδαυρο, για τις παραστάσεις του. Έκανε «πρεμιέρα» στην «Αντιγόνη» και στο μεταξύ το μετέφεραν σε πιο εμφανή χώρο -μόλις μπαίνετε απ’ το πάρκινγκ στον κεντρικό δρόμο προς το θέατρο, πλάι στο περίπτερο των ΕΛΤΑ.
Εκεί θα βρείτε πολλά και διάφορα καλόγουστα, εμπνευσμένα απ’ το λογότυπό του ή –κυρίως- απ’ το βεστιάριο-θησαυρό του Εθνικού: μοτίβα από κοστούμια ή σκίτσα για κοστούμια του Φωκά, του Βακαλό, του Ανεμογιάννη, του Βασιλείου, του Στεφανέλλη, του Χαρατσίδη, του Ζαρίφη, της Παπαντωνίου, της Ζαΐμη, του Βασίλη Φωτόπουλου, του Διονύση Φωτόπουλου, του Πάτσα, του Κυριακούλη, του Μετζικώφ, της Γεωργιάδου και… και … μετουσιώθηκαν σε εξώφυλλα τετραδίων, βεντάλιες, ρεσό, σημειωματάρια, μαγνητάκια, κονκάρδες…
Θα βρείτε, επίσης, μια υπέροχη τσάντα με ντεσέν εμπνευσμένα απ’ τα υπέροχα κάγκελα του Κτιρίου Τσίλερ καθώς και κοσμήματα -δαχτυλίδια, βραχιόλια…- φτιαγμένα απ’ τις χρυσοχέρες ράφτρες του Εθνικού από περισσεύματα υφασμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή κοστουμιών. Αλλά και μια σειρά για παιδάκια -τετράδια, μολύβια, γόμες, χάρακες…-, αυτή, εμπνευσμένη από σκίτσο του Κλ. Κλώνη για τον γκολντονικό «Υπηρέτη δύο κυρίων» -έτσι είχαν μεταφράσει, τότε, τον τίτλο- του 1937. 


Με πωλητές παιδιά όμορφα, χαμογελαστά, ευγενικά, προθυμότατα.
Άξια υπεύθυνη, η υπεύθυνη και των εκδόσεων καθώς και του βιβλιοπωλείου του Εθνικού -με το οποίο απ’ τη χειμερινή σεζόν θα συγκατοικεί το πωλητήριο- θεατρολόγος Μαρία Καρανάνου η οποία είχε, μαζί με την προκάτοχό της Ράνια Τριβέλλα, και την αρχική ιδέα. Αν κρίνω απ’ την πρωτοβουλία αυτή που θα προσπορίσει ζεστό χρήμα στο Θέατρο -είδα απ’ την πρώτη μέρα κόσμο να συνωστίζεται στο πωλητήριο-, απ’ το πολύ ιδιαίτερο, κομψό και πλήρες πρόγραμμα της «Αντιγόνης» αλλά κι από πολλά άλλα σημάδια, μπορώ να μιλήσω για ένα καινούργιο, φρέσκο αεράκι που πνέει στο Εθνικό.

July 22, 2016

Άπαιχτο ισπανικό έργο ανεβάζει η Λέα Μαλένη στην Κύπρο


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Tο καινούργιο έργο για δυο πρόσωπα του άπαιχτου και άγνωστου στην Ελλάδα και στην Κύπρο Ισπανού Πάκο Μπεθέρα «Το μικρό πόνι», που χει ως θέμα του το μπούλινγκ, θα παρουσιάσει τον προσεχή Οκτώβριο, για πρώτη φορά εκτός Ισπανίας-, στην Κύπρο -στην Λευκωσία και στην Λεμεσό-, με την προοπτική μεταφοράς της παράστασης στην Αθήνα, η θεατρική ομάδα «Persona». Σε μετάφραση -ειδικά για την παραγωγή της «Persona»- Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και σε σκηνοθεσία της ιδρύτριας της «Persona» Λέας Μαλένη. Η οποία, επίσης, θα συμπρωταγωνιστήσει στην παράσταση μαζί με τον Χάρη Χαραλάμπους.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα υπογράφει ο Κωνσταντίνος Κουννής, τη μουσική η Στέλλα Χρήστου και τα πολυμέσα ο Αιμίλιος Αβραάμ. Βοηθός σκηνοθέτη, η Ελένη Αναστασίου. Οι δοκιμές ξεκίνησαν ήδη απ’ την πρώτη εβδομάδα του Ιουνίου.
Το έργο, όπως πληροφορεί ο ίδιος ο συγγραφέας, «είναι αφιερωμένο στον Μάικλ Μορόνες και τον Γκρέισον Μπρους αλλά και σ όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια που -όπως εκείνοι- υπέστησαν λεκτική και σωματική βία χωρίς κανένας απολύτως από το περιβάλλον τους να κάνει τίποτα για να τις αποτρέψει».
Ο Μάικλ Μορόνες, έντεκα χρόνων, επειδή δεν άντεχε άλλο τις προσβολές και την άσχημη συμπεριφορά εκ μέρους των συμμαθητών του, προσπάθησε ν αυτοκτονήσει με απαγχονισμό. Το παιδί έμεινε γι αρκετά λεπτά κρεμασμένο, χωρίς οξυγόνο, ώσπου να το βρουν, μ αποτέλεσμα ο εγκέφαλός του να υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη και να βρίσκεται ακόμα και σήμερα, σχεδόν δυο χρόνια μετά, στο νοσοκομείο. Ο λόγος για τον οποίο υφίστατο τις επιθέσεις και τους εξευτελισμούς ήταν ότι είχε δηλώσει θαυμαστής της σειράς κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι».
Ένα μήνα αργότερα, στον εννιάχρονο Γκρέισον Μπρους, ο οποίος είχε ήδη υποστεί πολλές επιθέσεις εκ μέρους των συμμαθητών του, απαγορεύτηκε η είσοδος στο σχολείο του γιατί είχε μια σάκα με ζωγραφιές απ’ τη σειρά κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι». Ο διευθυντής του σχολείου θεώρησε ότι η σάκα που κρατούσε ο Γκρέισον αποτελούσε «αφορμή για παρενόχληση» κι έφτασε στο σημείο να κατηγορήσει το παιδί για «πρόκληση αναταραχής στην τάξη».
Όταν αποκαλύφθηκαν οι ιστορίες των δυο παιδιών, ξέσπασε ένα μεγάλο κύμα υποστήριξης και προς τα δυο τους με τη δημιουργία ιστοσελίδας για το πρώτο και σελίδας στο facebook για το δεύτερο.
Στο έργο του Πάκο Μπεθέρα, που πρωτοπαρουσιάστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο στην Μαδρίτη, ο Χάιμε κι η Ιρένε έχουν ένα γιο που σε λίγο θα κλείσει τα έντεκα, τον Λουίσμι. Το αγόρι πηγαίνει στην τάξη με μια τσάντα που απεικονίζει ήρωες απ’ την παιδική σειρά κινουμένων σχεδίων «Μικρό μου πόνι». Οι συμμαθητές του το κοροϊδεύουν, οι δάσκαλοι καλούν τους γονείς για να το πείσουν ν’ αλλάξει προτίμηση ώστε να σταματήσουν τα επεισόδια μπούλινγκ εκ μέρους των άλλων μαθητών, ο Λουίσμι, όμως, αρνείται πεισματικά ν αποχωριστεί την τσάντα του. Τα επεισόδια στο σχολείο σιγά-σιγά κλιμακώνονται, οι δάσκαλοι σχεδόν κατηγορούν τον Λουίσμι ή προτείνουν ν’ αλλάξει σχολείο, οι αντιδράσεις των γονιών του είναι διαφορετικές κι εκείνος υπερασπίζεται μεν γενναία τον εαυτό του αλλ αυτό δεν αρκεί... 
Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο, όπως σημειώνεται, οι γονείς μιλάνε συνεχώς για το παιδί τους αλλά ποτέ με το παιδί τους η παρουσία του οποίου στο σπίτι δηλώνεται μόνο μ ένα τεράστιο πορτρέτο του στο σαλόνι. Ένα πορτρέτο στο οποίο -κάτι σαν το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι στην ομώνυμη νουβέλα του Όσκαρ Γουάιλντ- καταγράφονται όλες οι ψυχικές μεταπτώσεις του απόντος παιδιού, όλες οι αντιδράσεις του σε όσα γίνονται «για κείνο, αλλά χωρίς εκείνο». 
Ο 38χρονος σήμερα Πάκο Μπεθέρα έχει γράψει πάνω από δέκα θεατρικά έργα τα οποία έχουν αποσπάσει μερικά απ’ τα σημαντικότερα θεατρικά βραβεία της Ισπανίας, όπως το Εθνικό Βραβείο Θεάτρου «Καλδερόν ντε λα Μπάρκα» (2007) και το Εθνικό Βραβείο Δραματουργίας (2009), καθώς και το Ευρωπαϊκό Βραβείο «Εurodram» («Ventaquemada», 2014), κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλικά, γερμανικά, ιταλικά, πορτογαλικά, ουγγρικά και στα ελληνικά
-η Μαρία Χατζηεμμανουήλ έχει ήδη μεταφράσει, εκτός απ’ «Το μικρό πόνι», και τα «Ventaquemada» και «To σχολείο της ανυπακοής» που δεν έχουν ακόμα παιχτεί εδώ- ενώ έχουν εκδοθεί στην Ισπανία, την Λατινική Αμερική, την Γερμανία, την Ιταλία και την Νέα Ζηλανδία. 
Στην Κύπρο, πέρα απ το ανέβασμα της παράστασης, η θεατρική ομάδα «Persona» προγραμματίζει, ταυτόχρονα, με αφορμή το έργο αυτό, παράλληλες δράσεις με κοινωνικό και καλλιτεχνικό χαρακτήρα: τη διεξαγωγή, σε συνεργασία με ειδικούς εκπαιδευτές και θεατρολόγους, κύκλου βιωματικών εργαστηρίων για γονείς και παιδιά, με θέμα τον εκφοβισμό, με στόχο την περαιτέρω ευαισθητοποίηση και ενημέρωση γύρω απ’ το θέμα-μάστιγα της εποχής αλλά και την οργάνωση masterclass θεατρικής γραφής για νέους συγγραφείς, με στόχο την προαγωγή της θεατρικής γραφής μέσα από νέα ρεύματα και τάσεις, στο οποίο θα διδάξει ο συγγραφέας του έργου Πάκο Μπεθέρα.

July 21, 2016

Σπίλμπεργκ κλέπτων οπώρας…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 21 Ιουλίου  2016

Δυστυχώς. Με μεγάλα καλάθια πήγα στην «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά, δεν τα γέμισα. Με μεγάλα καλάθια πήγα και στην «Αντιγόνη» του Στάθη Λιβαθινού, ομοίως δεν τα γέμισα -δυο Παρασκευές απανωτές και στενοχωριέμαι στις περιπτώσεις αυτές, όταν εκτιμώ τους ανθρώπους… Η «παιδικότητα» με την οποία έντυσε την άποψή του ο σκηνοθέτης πολύ μου άρεσε στην αρχή, ανερμήνευτη τη βρήκα στην εξέλιξή της, στοιχεία που μου άρεσαν υπήρχαν -το στάσιμο «Έρως ανίκατε μάχαν», με τα δυο ερωτευμένα παιδιά να κυνηγιούνται, ήταν, για μένα, η καλύτερη στιγμή της παράστασης, επιτομή του έρωτα- αλλά ολοκληρωμένο παραστασιακό αποτέλεσμα δεν είδα.
Είδα έναν Δημήτρη Λιγνάδη, ώριμο ρολίστα, τον οποίο θα τον θεωρούσα εξαιρετικό Κρέοντα αν δεν μου ’βγαζε μια «μαγκιά» που κάπως μου μείωσε την εντύπωση, είδα την Μπέττυ Αρβανίτη ικανοποιητικό Τειρεσία και την Στέλα Φυρογένη να σημαίνει τον μικρό ρόλο της Ευρυδίκης. Στους τρεις ταλαντούχους νέους της διανομής -που πολύ σωστά τους δόθηκαν οι ρόλοι των νέων της τραγωδίας- εισέπραξα να μην έχει τιθασευτεί απ’ το σκηνοθέτη η απειρία τους πλην του Βασίλη Μαγουλιώτη-Αίμονα. 

Βαρέθηκα πολύ στις εντελώς άρρυθμες σκηνές -ειδικά στην πρώτη- του Φύλακα-Αντώνη Κατσαρή, άκουσα την απέριττη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα τη σκηνογραφική λύση -το ικρίωμα όπου η ανέμελη κούνια καταλήγει σε δυο εφιαλτικές θηλιές-αγχόνες- της Ελένης Μανωλοπούλου.
Εκεί που έμεινα αποσβολωμένος ήταν με τα κοστούμια της… Τι συνέβη στην καλή σκηνογράφο-ενδυματολόγο; Είδα την Μαρία Σκούντζου -στον ενισχυμένο Χορό- να ’ρχεται απ’ την «Τρελή του Σαγιό», είδα και την Μπέττυ Αρβανίτη/Τειρεσία ως το τέρας του Φρανκενστάιν, με το ’να μάτι σκεπασμένο μ’ ένα πλαστικό, κάτι σαν τηγανητό αυγό -που στην πρεμιέρα, μάλιστα, ξεκολλούσε σιγά-σιγά κι έλεγα μέσα μου «τώρα πέφτει χάμω κι η τραγωδία μεταβάλλεται σε φάρσα» και συμμετείχα στην αγωνία της. 
Είδα την Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη/Αντιγόνη και την Δήμητρα Βλαγκοπούλου/Ισμήνη -μπλε σχολικές ποδίτσες με λευκά γιακαδάκια- ως μνήμες απ’ «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο». Είδα τον Δημήτρη Λιγνάδη/Κρέοντα ως ένα σεξπιρικό -αλλά προς το καρναβαλικό του- βασιλέα. Είδα τον Νίκο Μπουσδούκο από κωμειδύλλιο βγαλμένο, τον Κώστα Καστανά, τον Γιάννη Χαρίση και τον Αστέρη Πελτέκη, με τα κασκέτα τους, ως ρώσους αμαξάδες εκ του 19ου αιώνος αφικνουμένους. Είδα τα κορίτσια του -νεανικού- Χορού σαν έτοιμα για πάρτι των φίφτις. 
Είδα την Στέλα Φυρογένη/Ευρυδίκη, με την μακριά, γαλάζια, μεταξωτή τουαλέτα της ως Τζίντζερ Ρότζερς, να κατεβαίνει τη σκάλα έτοιμη να χορέψει με τον Φρεντ Αστέρ και τον Αντώνη Κατσαρή/Φύλακα σα να ’χει δραπετεύσει από οπερέτα του Στράους.
Είδα -εκεί πια…-και τον Αίμονα, μ’ εμπριμέ πουκαμισάκι, γελεκάκι μεταξωτό, γαλάζιο λινό σακάκι, χαλαρή γραβατούλα κι από κάτω σώβρακο -ή, τέλος πάντων, σορτσάκι μπεζ-, ως Υιό Ιατρού απ’ την «Φαύστα» του Μποστ. Και αρβύυυυλα, αρβύλα να δουν τα μάτια σας… 
Πώς, όλ αυτά, πίστευαν ότι μπορούν να δεθούν είναι απορίας άξιον… (Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή).






Είπα να δω κι εγώ τον «Μεγάλο φιλικό γίγαντα» - «The BFG» ο πρωτότυπος τίτλος, απ’ το βιβλίο του Ρόαλντ Νταλ- γιατί μ’ αρέσει να παλιμπαιδίζω σ’ αυτά τα «παιδικά» του Σπίλμπεργκ. Καλοφτιαγμένη ταινία, γοητευτική, χάζεψα, υπέροχος αυτός ο Μαρκ Ράιλανς -ο Γίγαντας-, καλή επιλογή σα φατσούλα -εκφραστικότατο- το κοριτσάκι, η Σόφιι -εντελώς, βέβαια, μικρομέγαλο κι όχι κι ιδιαίτερα ταλαντούχο όταν παίζει-, εντάξει… Αλλά ο φίλος που ήμασταν μαζί μου λέει: «Μα αυτό, εγώ, το ’χω δει, σε animation».
Πάμε σπίτι, το ψάχνει στο youtube, το βρίσκει: «The BFG. Big Friendly Giant» ο τίτλος, animation, απ’ το βιβλίο του Ρόαλντ Νταλ, βρετανική παραγωγή του 1989, γυρισμένο για την τηλεόραση, Μπράιαν Κόσγκρόουβ ο σκηνοθέτης. Το παίζουμε, τι να δω; Κοπιαρισμένο ολόκληρο απ’ τον Σπίλμπεργκ… -δηλαδή, από περιέργεια δείτε το, αν έχετε δει και το φετινό. Ειδικά η αρχή του, ολόιδια. Και στα credits της καινούργιας ταινίας κουβέντα, σ’ ό,τι γράφτηκε απ’ τους κριτικούς μας κουβέντα, σ’ ό,τι βρήκα να γράφτηκε έξω, κουβέντα. Αν δεν ειν’ αυτό ριμέικ, τότε τι είναι; Δεν καταλαβαίνω τίποτα… Αγοράζουν τα δικαιώματα της αρχικής ταινίας, αγοράζουν ΚΑΙ τη σιωπή των δημιουργών της;
Όπως όταν είδα το «Θλιμμένη Τζάσμιν» του Γούντι Άλεν, που δεν είναι παρά μια ελεύθερη διασκευή του «Λεωφορείου ο Πόθος» του Τένεσι Γουίλιαμς και… μόκο στα credits. Συμβαίνουν, λοιπόν, και εις την Εσπερίαν…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 




«Monaksxá (a lonely planet)». Απ’ την αρχή αυτό το Monaksxá -με το ksx- στον τίτλο της παράστασης της ομάδας «Terre de Semis» (μα πολύ ξενόγλωσσο έχει πέσει, τελευταία, σ’ αυτές τις νεανικές θεατρικές ομάδες, πάρα πολύ…) στο λαιμό μού στάθηκε. Δυστυχώς η παράσταση που είδα στο Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Ειρήνης Φαναριώτη δε με βοήθησε να το καταπιώ… 




Αμ , το άλλο; Δεν μπόρεσα να δω την παράσταση Μαριβό που ανέβασε, στο Φεστιβάλ Αθηνών επίσης, η Σοφία Μαραθάκη με την ομάδα «ΑΤΟΝΑλ» (νάτο πάλι το ξενόγλωσσο…) αλλά άκουσα καλά λόγια, οπότε ελπίζω ότι θα την ξαναπαίξουν. Εκείνο που δεν κατάλαβα είναι γιατί το έργο παίχτηκε με τον πρωτότυπο -γαλικό- τίτλο του «La Dispute». Η φιλονικία δεν είναι ωραία λέξη; Δεν τους άρεσε; Αν, έστω, δεν τους πήγαινε, δεν έβρισκαν μια άλλη, πιο ταιριαστή ελληνική λέξη. Πολύ δήθεν το βρήκα το «La Dispute». Άσε τι γέλιο θα ’κανες, υποθέτω, στα ταμεία ν’ ακούς ταμίες και αγοραστές εισιτηρίων να προφέρουν το «La Dispute»… 




Πολύ, πολύ ενδιαφέρουσα μου φάνηκε η μεταποίηση του σεξπιρικού «Βασιλιά Λιρ» σε «Young Lear» απ’ την Ιόλη Ανδρεάδη, η οποία υπέγραφε και τη σκηνοθεσία, και τον Άρη Ασπρούλη: μια σύγχρονη ιστορία που ξεπηδάει απ’ τον «Λιρ» και πλέκεται παράλληλα με τη σεξπιρική τραγωδία και μπλέκεται μαζί της σαν αναρριχητικό, ατάκα την ατάκα σχεδόν. Αλλά πολύ δύσκολη η υλοποίησή της -αυτές οι συνεχείς μεταπτώσεις… -στην παράσταση που είδα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Δε βρήκα να ευδοκιμεί παρά τους καλούς, γενικά, ηθοποιούς.
 



Είμαι ευτυχής, πάντως, που, χάρη στο Φεστιβάλ Αθηνών και τη συνεργασία του με το «6th Athens Open Air Film Festival» (νάτο πάλι το αγγλόφωνο…) για το αφιέρωμα «Shakespeare in the City», ανακάλυψα τον «Βασιλιά Λιρ» του Πίτερ Μπρουκ. Ήξερα ότι αυτός ο Μέγας του θεάτρου, που δεν περιφρόνησε το σινεμά, είχε κάνει με τον «Βασιλικό Σεξπιρικό Θίασο» τον «Λιρ» -το ’62- αλλά όχι ότι το ’71 τον είχε μεταφέρει και στον κινηματογράφο.
Ένα αριστούργημα! Όχι φιλμαρισμένο θέατρο. Ο «Βασιλιάς Λιρ» βασισμένος, ίσως, στην παράστασή του (;) αλλά γυρισμένος ειδικά για το σινεμά σε -έξοχα επιλεγμένους- γυμνούς χώρους που «μιλούν». Μια ταινία ασπρόμαυρη, σκοτεινή, βίαιη αλλά και ποιητική, εντελώς λιτή, γυμνή, μπεκετική, με θαυμάσια ευρήματα -τι υπέροχα φλουταρισμένη, θολή η σκηνή της καταιγίδας! -, με το φακό απόλυτα συμμέτοχο στα αισθήματα των ηρώων -κάτι τρο-με-ρά κλόουζ απ!-, χρόνια μπροστά απ’ την εποχή της -σαρανταπέντε χρόνια μετά και να ’ναι σα γυρισμένη αύριο…
Μ’ έναν Πολ Σκόφιλντ -μόλις στα 49 του, τότε- να επιβεβαιώνει, στον επώνυμο ρόλο, το μύθο του Μεγάλου που φέρει τ όνομά του: λιτός, χωρίς περιττά κόλπα, χωρίς στόμφο και θεατρινισμούς, χωρίς να ξεχειλίζει συναίσθημα να κινητοποιεί τα δικά σου συναισθήματα… Συγκλονιστικός!
Και φανταστείτε πως, στην πρώτη προβολή της, κάποιοι κριτικοί -οι ηλίθιοι άγγλοι συντηρητικοί κριτικοί της εποχής- τη χτύπησαν την ταινία με γελοία επιχειρήματα... Ψάξτε την στο διαδίκτυο! Θα με θυμηθείτε.
(Πάντως η προβολή της στο Φεστιβάλ άξιζε μεγαλύτερη προσοχή. Η ώρα έναρξης η οποία για την ιστοσελίδα του Φεστιβάλ και τα ταμεία του ήταν 21.00 ενώ για το προσπέκτους του «Athens Open Air Film Festival» 21.30 που ’ταν και το σωστό, ώρα που τηρήθηκε προκαλώντας τη δυσφορία όσων ήρθαν από νωρίτερα, αλλά, κυρίως, η προβολή η οποία έγινε πάνω σε οθόνη που δεν ήταν τεντωμένη και παλλόταν διαρκώς με το αεράκι, ε, δεν είναι και προς έπαινο…). 



Αντίθετα, η ζωντανή μετάδοση στο Μέγαρο Μουσικής απ’ το θέατρο «Γκάρικ» του Λονδίνου του, σεξπιρικού επίσης, «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», σε σκηνοθεσία Κένεθ Μπράνα, με τον προσωπικό του θίασο, μ’ άφησε αδιάφορο: μια συμβατική, «βρετανικά», τυποποιημένα «καλοφτιαγμένη» παράσταση, με πρωταγωνιστές δυο ηθοποιούς (που η παραγωγή τούς διαφήμιζε με τις τηλεοπτικές επιτυχίες τους…), την -καλή- Λίλι Τζέιμς και τον -ευειδή αλλά μετριότατο- Ρίτσαρντ Μάντεν, μακράν της φρεσκάδας και των νιάτων των δυο ηρώων και χωρίς «χημεία», που λένε, μεταξύ τους. Όπως μπήκα, βγήκα…


Προσέξατε ποιος σκηνοθετεί αυτόν τον διαφορετικό «Μάκβεθ» του Βέρντι που παρουσιάζει η νοτιοαφρικάνικη ομάδα «Third World Bunfight» στο Μέγαρο Μουσικής, για το Φεστιβάλ Αθηνών, αύριο και μεθαύριο; Ο Μπρετ Μπέιλι! Και ποιος είναι ο Μπρετ Μπέιλι; Ο Μπρετ Μπέιλι είναι ο σπουδαίος καλλιτέχνης που μας τον έφερε, την άνοιξη, η «Στέγη». Κι έστησε, στο 23 της Ακαδημίας, αυτή την -ενταγμένη στο «Fast Forward Festival 3»- συγκλονιστική έκθεση/περφόρμανς «Exhibit B» με τις ζωντανές εγκαταστάσεις -είχα γράψει ένα tip εδώ, στις 26 Μαΐου, διαβάστε το.
Όσοι την είδατε θα με καταλάβετε γιατί δε θα πάω, για χάρη της συγκεκριμένης παράστασης, στην Επίδαυρο, για να δω τους «Επτά επί Θήβας» του Γκραουζίνις και του ΚΘΒΕ, που διακαώς περιμένω, και τους μεταθέτω για τις 31 Αυγούστου που θα παιχτούν στην Ελευσίνα. 


Πολύ με φτιάχνει ο γενικός τίτλος αυτού του, «υπό την επιμέλεια και άγρυπνη καθοδήγηση του εμπνευστή του θεσμού Κώστα Γεωργουσόπουλου», φεστιβάλ μονολόγων «Ερμηνείες στην Ερμιονίδα». Αυτή η παρήχηση του ε-ρου-μου-νου, το «τυφλός τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματτ’ ει» μου κάνει συνειρμό. Και με ξετρελαίνει. Αφήστε που φέτος μπήκε και… υπότιτλος (ή, μήπως, είναι «ειδικός», για φέτος, τίτλος;): «Μονήρεις εξομολογήσεις». Πάλι καλά να λέτε που δεν είναι «Κατά μόνας αμαρτήματα»… Φυσικά, σημασία έχει ότι πραγματοποιείται το φεστιβάλ «με την παρουσία μεγάλων ονομάτων του ελληνικού θεάτρου»…


Απ’ την τακτική στήλη «Το Τέταρτο Κουδούνι» θα τα ξαναπούμε στις 18 Αυγούστου, Πέμπτη πάντα. Αν κάτι ενδιαφέρον, έκτακτο, προκύψει στο μεταξύ, totetartokoudouni@gmail.com εδώ είναι, πάντα.

July 20, 2016

Η Ρένη Πιττακή θα είναι η Μέρι Ταϊρόν του Ο’ Νιλ στην Κύπρο με σκηνοθέτη τον Γιάννη Χουβαρδά


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


Η Ρένη Πιττακή «μεταναστεύει» το χειμώνα: θα ’ναι η Μέρι Κάβαν Ταϊρόν στο «Μακρύ ταξίδι μιας μέρας μέσα στη νύχτα» του Γιουτζίν Ο’ Νιλ, που θ’ ανεβάσει ο Γιάννης Χουβαρδάς στην Λευκωσία, για τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. 
Το ρόλο του Τζέιμς Ταϊρόν θα επωμιστεί ο Αντώνης Κατσαρής, 
του Έντμοντ Ταϊρόν ο Άρης Μπαλής και του Τζέιμι Ταϊρόν ο Θανάσης Δόβρης.
Το έργο, που διαδραματίζεται το 1912, δίνει με ένταση εικόνες απ’ τη δύσκολη ζωή της οικογένειας Ταϊρόν.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Τζέιμς Ταϊρόν, πρωταγωνιστής του θεάτρου, που προτίμησε να θυσιάσει το τάλαντό του χάριν της εμπορικότητας, απάνθρωπα φιλάργυρος. Μαζί του, η καλλιεργημένη γυναίκα του, η Μέρι, που κατάντησε μορφινομανής ύστερα από παρότρυνση ενός ανίδεου γιατρού και τα δυο τους παιδιά, ο αλκοολικός, ακόλαστος Τζέιμι 
κι ο φυματικός Έντμοντ: μια οικογένεια ασταθής, προβληματική, σε συνεχή σύγκρουση που απειλεί τη συνοχή της.
Το «Μακρύ ταξίδι μιας μέρας μέσα στη νύχτα», που θεωρείται από πολλούς το αριστούργημα του Ο’ Νιλ, έντονα αυτοβιογραφικό, γράφτηκε μεταξύ 1939 και 1941. Ο συγγραφέας παρέδωσε το 1942 ένα σφραγισμένο αντίγραφό του στο εκδοτικό οίκο «Ράνσομ» με τον όρο ότι θα μπορεί να εκδοθεί μόνο 25 χρόνια μετά το θάνατό του, το 1945 υπέγραψε μάλιστα σχετικό συμβόλαιο. Πέθανε το 1953.
Η χήρα του και τρίτη σύζυγός του Καρλότα παρέκαμψε, όμως, τη διαθήκη, μεταφέροντας τα σχετικά δικαιώματα στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Έτσι το «Μακρύ ταξίδι» και πρωτοεκδόθηκε και πρωτοπαίχτηκε -στην Σουηδία, αρχικά, στο Βασιλικό Δραματικό Θέατρο της Στοκχόλμης, στα σουηδικά, στην Νέα Ιόρκη λίγους μήνες μετά- το 1956, τρία μόλις χρόνια -κι όχι 25 όπως ήταν η επιθυμία του- μετά το θάνατο του συγγραφέα. To 1957, μάλιστα, τιμήθηκε και με το Βραβείο «Τόνι» για Καλύτερο Έργο και με το Βραβείο «Πούλιτζερ».
Στην Ελλάδα το πρωτοανέβασε στο Εθνικό, τη σεζόν 1964/1965 -μ’ επανάληψη το χειμώνα 1966/1967-, ο Αλέξης Μινωτής, με τον τίτλο «Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα», σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου και με μια μυθική διανομή: Μέρι η Κατίνα Παξινού, Τζέιμς Ταϊρόν ο ίδιος, Τζέιμι ο Δημήτρης Χορν, Έντμοντ ο Πέτρος Φυσσούν, Κάθλιν η Ελένη Χατζηαργύρη. Έκτοτε ανέβηκε αρκετές φορές στην ελληνική σκηνή, με πιο πρόσφατη στο «Θέατρο της Ημέρας», απ’ το θίασο «Ιχνηλάτες», σε σκηνοθεσία Τάσου Λέρτα, με Μέρι την Νίτα Παγώνη και Τζέιμς τον Βύρωνα Κολάση.
Στον ΘΟΚ θα παρουσιαστεί την άνοιξη του 2017, στην ΚεντρικήΣκηνή του, όπου τη σεζόν
θ’ ανοίξει «Ο γενικός γραμματέας» του Ηλία Καπετανάκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη.
Σημειώστε πως για την Ρένη Πιττακή είναι ο πρώτος ρόλος που κάνει σ έργο του Ο Νιλ ενώ ο Γιάννης Χουβαρδάς είναι πιστωμένος μ ένα εξαιρετικό ανέβασμα, τη σεζόν 2012/2013 -επανάληψη τη σεζόν 2013/2014-, στο Εθνικό, της τριλογίας του Ο Νίλ «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» -η πρώτη του επαφή με τον αμερικανό συγγραφέα.

West Side Mistake


Το έργο. Δεκαετία του ’50, ΗΠΑ, όπου οι φυλετικές διακρίσεις βράζουν ακόμα, και στην Νέα Υόρκη, στη γειτονιά του Άπερ Γουέστ Σάιντ, οι «Σίφουνες», με αρχηγό τον Ριφ, λευκοί «Αμερικανοί» με διαφορετικές ρίζες, και οι «Καρχαρίες» των οποίων ηγείται ο Μπερνάρντο, νεοφερμένοι μελαμψοί Πορτορικάνοι, δύο αντίπαλες νεανικές συμμορίες, βρίσκονται, κυριολεκτικά στα μαχαίρια. Ο Ριφ σκοπεύει να προκαλέσει σε μονομαχία τον Μπερνάρντο, σε ουδέτερη περιοχή, με έπαθλο τον έλεγχο της γειτονιάς. Ο Τόνι, κολλητός του Ριφ, που ήταν στους «Σίφουνες» αλλά έχει πια αποχωρήσει και προσπαθεί να τους συνετίσει, συναντά, σε ένα χορό που οργανώνεται στη γειτονιά, την Μαρία, την αδελφή του Μπερνάρντο, που την έχουν τάξει στον Τσίνο. Οι δύο νέοι ερωτεύονται αμέσως. Έρωτας δύσκολος να υλοποιηθεί… Το ίδιο βράδυ θα συναντηθούν στη σκάλα κινδύνου του σπιτιού της και την επομένη στο κατάστημα νυφικών όπου εργάζεται το κορίτσι.
Ο Τόνι προσπαθεί να παρέμβει στη μονομαχία των δύο αρχηγών και να την αποτρέψει αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να διευκολύνει, άθελα του, την εξόντωση του Ριφ από τον Μπερνάρντο. Χάνοντας τον έλεγχο σκοτώνει με τη σειρά του το φονιά του φίλου του. Που είναι ο αδελφός της αγαπημένης του. Ο έρωτας, όμως, είναι υπεράνω. Η Μαρία θα τον καταλάβει και θα τον συγχωρήσει. Αποφασίζουν να δραπετεύσουν μαζί. Η νέα στέλνει ένα μήνυμα στον Τόνι, ο οποίος κρύβεται στους «Σίφουνες», με τη φίλη της, την Ανίτα -το κορίτσι του σκοτωμένου αδελφού της Μπερνάρντο- την οποία καταφέρνει να την πείσει ότι ο έρωτας, υπεράνω όλων. Αλλά η Ανίτα δεν τον βρίσκει στο ντράγκστορ του Γιατρού, ενός συνετού ανθρώπου ο οποίος προσπαθεί να κατευνάσει τα κοκόρια. Βρίσκει όμως τη συμμορία -τους «Σίφουνες»- που την κακομεταχειρίζεται τόσο, ώστε εκείνη, για να εκδικηθεί, τους λέει ένα μεγάλο ψέμα: ότι ο Τσίνο σκότωσε την Μαρία. 
Όταν ο Τόνι μαθαίνει το -ψεύτικο- νέο, απελπισμένος, παύει να κρύβεται και αρχίζει να περιφέρεται στη γειτονιά επιζητώντας το θάνατο -τι τη θέλει τη ζωή; Ο Τσίνο θα τον βρει και θα υλοποιήσει την εκδίκηση που σχεδίαζε: τον τραυματίζει θανάσιμα. Όταν εμφανίζεται η Μαρία και ο Τόνι μαθαίνει την αλήθεια -πως ζει- θα είναι πια πολύ αργά. Πεθαίνει στην αγκαλιά της. Η Μαρία με την απόγνωσή της λιώνει την έχθρα και στις δύο πλευρές, χαρίζοντας μία αχτίδα ελπίδας για συμφιλίωση. 
Το «West Side Story» (1957) είναι πια ένα κλασικό μιούζικαλ. Ο Άρθουρ Λόρεντς, βρίσκοντας ιδεώδεις αντιστοιχήσεις, μετέγραψε ιδιοφυώς σε λιμπρέτο το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Γουίλιαμ Σέξπιρ μεταθέτοντας τον περίγυρο της αναγεννησιακής Βερόνα στο διαφυλετικό νεοϊορκέζικο λούμπεν προλεταριάτο της δεκαετίας του ’50: οι εχθρές αριστοκρατικές οικογένειες των Μοντέγων και των Καπουλέτων έγιναν αντίπαλες νεανικές συμμορίες -οι «Σίφουνες» και οι «Καρχαρίες»-, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα έγιναν Τόνι και Μαρία, ο Μερκούτιος, Ριφ, ο Τυβάλτος, Μπερνάρντο, ο Πάρης, Τσίνο, η Παραμάνα έδωσε στοιχεία της στην Ανίτα, ο Πρίγκιπας της Βερόνα στον Επιθεωρητή και ο Πατήρ Λαυρέντιος στον Γιατρό, ο χορός στο μέγαρο των Καπουλέτων έγινε συνοικιακός χορός και η σκηνή του μπαλκονιού, σκηνή στις σκάλες υπηρεσίας. Οι διάλογοι, όμως, παρέμειναν στα χωρικά ύδατα του αμερικάνικου μιούζικαλ: αβαθείς, αφελείς, με αμερικάνικα αστειάκια σαχλούτσικα -μακριά από τη σεξπιρική ποίηση. Το ίδιο και οι -δεξιοτεχνικοί, πάντως- στίχοι του Στίβεν Σόντχάιμ.

Ο Λέναρντ Μπέρνστάιν ήταν εκείνος που απογείωσε το κείμενο με τη μουσική του: αντλώντας και από την τζαζ έγραψε ένα δυναμικό, εκρηκτικής ενέργειας μιούζικαλ που φλερτάρει την όπερα, με εξαιρετικές συμφωνικές σελίδες και πανέμορφα τραγούδια που παραμένουν ακόμα ισχυρά, ένα μιούζικαλ-τομή στην ιστορία του είδους.
Η παράσταση. Θέλω από την αρχή να τονίσω ότι η εκτέλεση της μουσικής του Μπέρνστάιν από την «Καμεράτα. Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής» ήταν εξαιρετική και ορίζει το σημερινό στίγμα της: ένα στιβαρό σύνολο, γεμάτο ενέργεια, με μεγάλη γκάμα, που ξέρει να κινείται σε εντελώς διαφορετικά εδάφη, από το μπαρόκ μέχρι τον Ορφ και το μιούζικαλ,
κατακτώντας και κατέχοντας σε κάθε περίπτωση το ανάλογο ύφος. Ο Γιώργος Πέτρου, ο διευθυντής της, είναι ένας πολύ καλός καπετάνιος.
Ο Γιώργος Πέτρου, όμως, έκανε ένα λάθος. Για δεύτερη φορά -και το δις εξαμαρτείν…: εκτός από το να οδηγήσει την «Καμεράτα» από το πόντιουμ, ανέλαβε, όπως και πέρσι, στο «Kiss me Kate», και τη σκηνοθεσία -τη συν-σκηνοθεσία, έστω- του μιούζικαλ. Νομίζω πως υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του, καθώς υπογράφει και την -όχι πάντα ρέουσα- μετάφραση. Η περσινή παράσταση σκηνοθετικά έπασχε ιδιαίτερα. Απορώ, δεν το κατάλαβε; Είχα φανταστεί πως ήταν λύση οικονομικής ανάγκης -και η επιλογή ενός μιούζικαλ και η ανάληψη της σκηνοθεσίας από τον ίδιο. Φέτος, πέρα από την επιλογή του που μοιάζει με επανάληψη της περσινής συνταγής -κλασικό αμερικάνικο μιούζικαλ που μεταποιεί σεξπιρικό έργο-, αναρωτιέμαι, πλέον, πώς ένας επιτυχημένος μαέστρος αποφασίζει, ξαφνικά, να σκηνοθετεί χωρίς τα φόντα.
Τα γράφω αυτά έχοντας δει το αποτέλεσμα. Που εκτιμώ ότι ήταν ερασιτεχνικού επιπέδου -σαν να έβλεπα παράσταση αποφοίτων αμερικάνικου κολεγίου. Άρρυθμη, αφελής -περισσότερο από το κείμενο-, στοιχειώδης. Αν δεν υπήρχε ο Πάρις Μέξης με τα εξαιρετικά, παρά την έλλειψη πόρων, λιτά αλλά ιδιαίτερα δυναμικά, υψηλής αισθητικής σκηνικά του -υπέροχη η Νέα Ιόρκη του!-, επίσης εξαιρετικά φωτισμένα από τον Γιώργο Τέλλο, η παράσταση δεν θα σωζόταν με τίποτα. Διότι ούτε οι χορογραφίες του συν-σκηνοθέτη Τζον Τοντ, μέτρια εκτελεσμένες και με το συγχρονισμό συχνά να έχει πάει περίπατο, με ενθουσίασαν ούτε τα κοστούμια της Γιωργίνας Γερμανού. Τις μεγάλες αδυναμίες των ηθοποιών στις πρόζες, ίσως, δεν θα πρέπει να τις χρεώσω στον Παντελή Δεντάκη που είχε αναλάβει τη διδασκαλία της πρόζας ενώ, αντίθετα, η εξαιρετική απόδοσή τους στο τραγούδι θα πρέπει να προσμετρηθεί και στον Νίκο Λαάρη που έκανε τη μουσική διδασκαλία: ήταν, όλοι τους σχεδόν, με φωνητικά προσόντα εντυπωσιακά και υποκριτικά περίπου ανύπαρκτα…
Ακατανόητη, για δεύτερη, επίσης, φορά μετά το «Kiss me Kate», η επιλογή οι πρόζες να δίνονται στα ελληνικά και τα τραγούδια στα αγγλικά. Μόνο σε έλλειψη χρόνου του μεταφραστή ή συνεργάτη ικανού να μεταφράσει τους στίχους του Σόντχάϊμ μπορώ να την αποδώσω. Ακόμα πιο ακατανόητη, όμως, η επιλογή ένα από τα τραγούδια, το «Gee, Officer Krupke», να τραγουδιέται στα ελληνικά! Αυτό πρόλαβαν να μεταφράσουν;…
Οι ερμηνείες. Η έλλειψη ισορροπίας διέκρινε τη διανομή. Εξαιρετικά -αγγελικά- τραγούδησαν η Μαρίνα Σάττι-Μαρία και ο Γιάννης Καλύβας-Τόνι αλλά και υποκριτικά υστερούσαν, ειδικά ο δεύτερος -ευγενική φιγούρα, ταιριαστή στο ρόλο αλλά εντελώς άχρωμος και με ένα σώμα παντελώς ανενεργό- και δεν ήταν δεμένοι. Αδύναμοι υποκριτικά και ο Ιάσονας Μανδηλάς-Ριφ και -ακόμη περισσότερο- ο Βαγγέλης Αγγελάκης-Τσίνο. Η Ελένη Σταμίδου, από το χώρο του λυρικού τραγουδιού προερχόμενη, έδωσε, με καλή φωνή, μία συμβατική ερμηνεία της Ανίτα που δεν της πήγαινε, άλλωστε, ιδιαίτερα. Υποκριτικά βρήκα πιο ενδιαφέρουσα την Μαρία Μοσχούρη-Παραλίγο. Έχει τον δαίμονα μέσα της.
Από τους ηθοποιούς της πρόζας, λάθος της διανομής ο Χρήστος Σιμαρδάνης στο ρόλο του Επιθεωρητή που καθόλου δεν του πήγαινε και τον καμώθηκε. Άχαρος ο Δημήτρης Δημόπουλος-Glad Hand και αμήχανος ο καλός Κώστας Κορωναίος-Γιατρός. Πιο πειστικός μου φάνηκε ο Θοδωρής Σκυφτούλης-Αστυνόμος.
Εξαιρετικά τραγούδησε το «Somewhere»η Βάσια Ζαχαροπούλου-Ροζαλία.
Το συμπέρασμα. Αντιφατικό: μία αμήχανη, ερασιτεχνικού επιπέδου παράσταση, άριστη μουσικά, με υπέροχα σκηνικά και δύο πρωταγωνιστές με σπουδαίες φωνές.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών/Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη», «Καμεράτα. Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής», Φεστιβάλ Αθηνών, 16 Ιουλίου 2016.