June 30, 2016

Η «Μήδεια» των Νιναγκάουα/Χίρα έρχεται. Τρέξτε! Ή Ευχέλαιο! Ευχέλαιο!


Το Τέταρτο Κουδούνι / 30 Ιουνίου 2016 


Έγραφα στις 26 Μαΐου, στο «Τέταρτο Κουδούνι», μ’ αφορμή το θάνατο στις 12 Μαΐου του ιάπονα σκηνοθέτη Γιουκίο Νιναγκάουα που είχε υπογράψει την ιστορική εκείνη «Μήδεια» με πρωταγωνιστή τον μεγάλο ηθοποιό Μικιζίρο Χίρα, παράσταση την οποία είχαμε αποθεώσει στην Αθήνα το 1983 και το 1984: «Η ‘Μήδεια’ του Νιναγκάουα και του Χίρα είχε μαγνητοσκοπηθεί το ’84, στο Ηρώδειο, απ’ την ΕΡΤ που την είχε προβάλει -είχα τη βιντεοκασέτα, δεν την έχω πια. Το 2011 η συγκεκριμένη μαγνητοσκόπηση προβλήθηκε, μάλιστα, και σε αφιέρωμα με τίτλο «Οι τραγικοί μύθοι σήμερα», στο πλαίσιο του 1ου Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος που ’χε οργανώσει ο Δήμος Αθηναίων -και που δε δευτέρωσε… Άρα σώζεται -ευτυχώς. Η ΕΡΤ στη μνήμη του Νιναγκάουα δεν μπορεί να τη βρει και να την προβάλει; Εδώ θέλω αντανακλαστικά… Ή το Φεστιβάλ Αθηνών δε θα μπορούσε να εντάξει στο πρόγραμμά του μια προβολή της; Η παράσταση αυτή έχει αφήσει εποχή».
Η ΕΡΤ κώφευσε -μπορεί και ιδέα να μην έχει τι ήταν το Νιναγκάουα και τι είναι το Χίρα… Απ’ το Ελληνικό Φεστιβάλ, όμως, χτες, μου ’ρθε -κι είναι προς τιμήν του- το παρακάτω δελτίο Τύπου: «Επίσης, να σας ενημερώσουμε για μία ακόμα προβολή που προστίθεται στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών. Στις 6 Ιουλίου, στις 21.00, στην ειδική αίθουσα προβολών ‘Ντε Κίρικο’ της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256), θα προβληθεί η μαγνητοσκόπηση της ιστορικής παράστασης της ‘Μήδειας’ του Yukio Ninagawa. Η είσοδος είναι ελεύθερη».
Δε χαίρομαι, απλώς, που η στήλη εισακούστηκε, χαίρομαι που πολλοί νέοι του θεάτρου, οι οποίοι, ίσως, δεν είχαν γεννηθεί ακόμα, τότε, θα ’χουν τη δυνατότητα να τη δουν τώρα. Όπως κι όσοι κρατούμε την ανάμνηση αυτή σα φυλαχτό πολύτιμο να την ξαναδούμε. Δεν πρόκειται, φυσικά, για την παράσταση, για βίντεο πρόκειται -που ελπίζω να ’ναι καλό. Αλλά πρόκειται για εμπειρία μοναδική, έστω κι από «δεύτερο χέρι». Μη διανοηθείτε να μην πάτε και τη χάσετε! Θα πρόκειται για λάθος. Μέγα.


Απ’ τις 10 Ιουνίου που το Φεστιβάλ Αθηνών ξεκίνησε: Σε μια απ’ τις «Αΐντες» της «Λυρικής», στο Ηρώδειο, κάποιος λιποθύμησε και τον κατέβαζαν με φορείο. 
Στην πρώτη τού «Η τάξη μας» απ’ τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, στην «Πειραιώς», ένας απ’ τους ηθοποιούς κατάρρευσε επί σκηνής κι η παράσταση διακόπηκε. Για το λόγο αυτό -τον νεαρό ηθοποιό τον κράτησαν στο νοσοκομείο για διερεύνηση- η προγραμματισμένη δεύτερη ματαιώθηκε. Στην παράσταση «Untitled-I Will Βe There When you Die» ένας απ’ τους χορευτές/ζογκλέρ τραυματίστηκε στην πρόβα κι αντικαταστάθηκε. Στην πρώτη του «The Dog Days Are Over» της ομάδας χορού του Γιαν Μάρτενς το δάπεδο της σκηνής υποχώρησε στη δοκιμή πριν απ’ την παράσταση η οποία την τελευταία στιγμή ακυρώθηκε. Στη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, στο Ηρώδειο, ένας θεατής έπαθε καρδιακό επεισόδιο και μεταφέρθηκε με φορείο. Στην παράσταση των «Need Company», την Δευτέρα, μετά την καταιγίδα πλημμύρισε ο διάδρομος προς την Αίθουσα Δ κι έκαναν… παρακαμπτήριο για να μπούμε.
Νόμιζα ότι ήταν τρία, μέχρι τώρα, τα συμβάντα στο φετινό Φεστιβάλ αλλά τώρα που το ’ψαξα… Μήπως το ευχέλαιο που πρότεινα, στο «Τέταρτο Κουδούνι» της περασμένης Πέμπτης, δε θα πρέπει να ενταχθεί στις παράλληλες εκδηλώσεις αλλά στο κυρίως πρόγραμμα; 


Πάντως, στην «Πειραιώς 260», υπάρχει πια, όπως μου ’πανε απ’ το Φεστιβάλ, απίκο γιατρός. Διότι μέχρι το συμβάν με τον ηθοποιό ΔΕΝ υπήρχε -υπήρχε μόνο στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο. Και όφειλε να υπάρχει. Διότι, σε περίπτωση ανάγκης, αυτά τα «υπάρχει κάποιος γιατρός στην πλατεία;» είναι εντελώς ερασιτεχνικά. Κι επικίνδυνα… Κι αυτά ότι ο νόμος σε υποχρεώνει να ’χεις γιατρό σε εκδηλώσεις με κοινό πάνω από 1000, 1500… -δεν ξέρω πόσα ακριβώς- άτομα βερεσέ τ’ ακούω.


Ε, ναι. Αυτό που φοβόμουνα. Και σας το ’γραφα την 1 Ιουνίου στο «Τέταρτο Κουδούνι»… 2008 και στην Θεσσαλονίκη βλέπω τον «Άμλετ» του Οσκάρας Κορσουνόβας -παράσταση εν προόδω, τότε, ανολοκλήρωτη. Αλλά συναρπαστική. Ενθουσιάζομαι και παραληρώ. 2016, οκτώ χρόνια μετά, το Φεστιβάλ Αθηνών φέρνει τον «Άμλετ» του Κορσουνόβας -ολοκληρωμένο πια. Και δυστυχώς, δεν ενθουσιάζομαι…

Μια αρχή εξαιρετική, ευφυές το εύρημα-άξονας της παράστασης με τους καθρέφτες καμαρινιών, έξοχες οι σκηνές με τους θεατρίνους, μια πέμπτη πράξη θαυμαστά «διαμελισμένη», συγκλονιστική η επανάληψη του μονολόγου «Να ζεις ή να μη ζεις» στο φινάλε κι άλλες στιγμές δυνατές αλλά και πολλές κοιλιές, κομμάτια βαρετά, ειδικά στο πρώτο μέρος…
Ο χρόνος που πέρασε ήταν; Οι εκπλήξεις ήταν, που μου λειψαν, μια και τις είχα, ήδη, δει; Ο Άμλετ-Ντάριους Μεσκάουσκας ήταν, που καλά μεν έπαιζε αλλά μεγάλωσε -πενηντάρης πια…- και φαινόταν γηραιότερος απ’ τον Κλαύδιο; Κρίμα. Αλλιώς τα περίμενα, αλλιώς τα βρήκα… 



Όσο για το -επίσης φεστιβαλικό- «Αβαρία-Πράγματα που άφησα πίσω» του Βασίλη Μαυρογεωργίου και του «Scrow Theater», πολύ εκτιμώ τους ανθρώπους που είχαν εμπλακεί στην παράσταση αλλά θέλω να εκφράσω αυτό που εισέπραξα. Με μια λέξη: αμηχανία. Αμηχανία και στο κείμενο και στην παράσταση -που μου άφησε την εντύπωση ότι δεν είχαν προλάβει να την προετοιμάσουν καλά. Αν δεν υπήρχε και το έξοχο -αλλά όχι πάντα λειτουργικό…- σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη…



Και πέντε «παραφεστιβαλικές» απορίες. 
Απορία πρώτη: στο κυλικείο του Ηρωδείου γιατί όταν ζητάς εμφιαλωμένο νερό σου πασάρουν μεσαίο μπουκαλάκι -των 750ml- και σου το χρεώνουν ένα ευρώ; Κι αν ρωτήσεις «γιατί ένα ευρώ ενώ στην πινακίδα που έχετε αναρτημένη αναφέρεται ότι το μπουκαλάκι κοστίζει 35 λεπτά;», σου απαντούν αθώα: «Α, αυτό είναι για το μικρό μπουκάλι. Αν θέλετε, έχουμε». Τότε γιατί, όταν το ζητάς, δε σε ρωτούν «θέλετε το μικρό ή το μεσαίο;»;
Απορία δεύτερη: το μεσαίο αφού, όπως ΟΛΑ τα εμφιαλωμένα νερά, έχει διατίμηση, γιατί το πουλάνε ένα ευρώ ενώ οφείλουν να το πουλάνε 60 λεπτά;
Απορία τρίτη: στην «Πειραιώς», όπου το κυλικείο διαχειρίζεται η ίδια εταιρεία κι όπου επίσης σου πασάρουν το μεσαίο μπουκάλι χωρίς να σε ρωτήσουν, γιατί εκεί το χρεώνουν 70 λεπτά;
Απορία τέταρτη: ότι αυτά τα κόλπα τα ’κανε κι άλλος που χε παλαιότερα αναλάβει την εκμετάλλευση των κυλικείων του Φεστιβάλ και ξεμπροστιάστηκε δεν τους το σφύριξε κανείς;
Απορία πέμπτη: ότι στις περιπτώσεις αυτές περνάει κι ο ΣΔΟΕ να ρίξει μια ματιά το ξέρουν;  



Όταν στην Αθήνα, τις μέρες γύρω απ’ το εδώ «Gay Pride», η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών φώτιζε, και πάλι, την πρόσοψή της με το «Ουράνιο Τόξο», τη σημαία των ΛΟΑΤ, στην Θεσσαλονίκη σε θεσμό εξελισσόταν η ετήσια αγρυπνία που οργανώνει ο Παναγιώτατος Θεσσαλονίκης Άνθιμος για να ξορκίσει το εκεί Gay Pride -γιατί να μην ενταχθεί στις παράλληλες εκδηλώσεις του;…- και που ξεχειλίζει από αγάπη για το συνάνθρωπο. Θα μπορούσε, επάξια πια, να τη βαφτίσουν «αντιgayπνία». 


Η απάντηση, έμπρακτη, δόθηκε στο Gay Pride (H δεύτερη φωτογραφία απ’ τον «τοίχο» του Athanasios Karydis στο facebook).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Όσο για τις δηλώσεις του Πάπα Φραγκίσκου ότι οι ομοφυλόφιλοι «δε θα πρέπει να τυγχάνουν διακρίσεων. Θα πρέπει να απολαμβάνουν σεβασμού» και «Πιστεύω ότι η Εκκλησία όχι μόνο θα πρέπει να απολογηθεί [...] σε όποιον ομοφυλόφιλο τυχόν προσέβαλε αλλά θα πρέπει να κάνει το ίδιο και στους φτωχούς, στις γυναίκες που έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης, στα παιδιά που υποχρεώθηκαν να εργάζονται», ε, ναι, δίκιο έχει ο μητροπολίτης -ο (πολύ) Άγιος Πειραιώς δεν ήταν; -που ζήτησε να εκλέγεται… ορθόδοξος, λέει, Πάπας.
Ε, ναιαιαια! Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 





Διαβάζω: «Oι ‘No More Artists’ και η παράσταση ‘Who the Fuck is Alice?’, είναι οι νικητές του 3ου ‘Scratch Festival’, που διοργανώθηκε τον Ιούνιο, στον Τεχνοχώρο ‘Cartel’». Μα πού ζω; Στα States; Και τι να γράψω; Congrats;

June 29, 2016

Αστέρια σε σκοτεινό ουρανό…


Μία έκπληξη έκρυβε η προχτεσινή συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, η πρώτη στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών: την αποκάλυψη -σε μένα τουλάχιστον- του νεότατου συνθέτη Ορέστη Παπαϊωάννου. Στο έργο του «Αποφώνησις», που παίχτηκε, ανοίγοντας τη συναυλία, σε πρώτη εκτέλεση, ειδική παραγγελία, μάλιστα, της ΚΟΑ, οι επιδράσεις μπορεί να είναι ευδιάκριτες -τον Ντεμπισί «άκουσα» περισσότερο- αλλά οι επιδράσεις αυτές είναι καλά διυλισμένες και χωνεμένες σε ένα εξαίρετο συμφωνικό αποτέλεσμα που παραμένει στα τονικά πλαίσια, σφιχτοδεμένο, θαυμάσια αναπτυγμένο, έξοχα ενορχηστρωμένο, μελωδικά πλούσιο. Αποτέλεσμα που προοιωνίζεται μέλλον λαμπρό για τον μόλις 23χρονο Ορέστη Παπαϊωάννου. 

Μέλλον το οποίο ήδη έχει ανατείλει γι αυτόν με το Πρώτο Βραβείο που του χάρισε πέρσι η συμμετοχή του στον Διεθνή Διαγωνισμό Σύνθεσης «Αντονίν Ντβoρζάκ», στην κατηγορία Νέων. Η ΚΟΑ υπό τον Στέφανο Τσιαλή, καλλιτεχνικό διευθυντή της, ανάδειξε το έργο κατά τον καλύτερο τρόπο.


Δυστυχώς η συνέχεια για την ορχήστρα δεν ήταν ανάλογη. Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2 (1901) του Σεργκέι Ραχμάνινοφ και σολίστας ο γαλόφωνος Καναδός Αλέν Λεφέβρ: ένα έργο άψογα δομημένο, που ξεχειλίζει από πάθος και μελωδικότητα -το απόγειο του ύστερου ρομαντισμού-, έστω και αν ο συνθέτης του -που, καθώς και ο Τσαϊκόφσκι, δεν ενστερνίστηκε τις απόψεις της εθνικής ρώσικης σχολής αλλά περισσότερο προς την Δύση έκλινε- δεν έχει αναζητήσει τη μοντερνικότητα όπως άλλοι σύγχρονοί του, έστω και αν το κοντσέρτο κατατάσσεται στα δημοφιλή αλλά όχι στα μεγάλα έργα, και ένας έξοχος πιανίστας με πλούσιο, μεστό, ώριμο ήχο, με εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού, με υψηλή τεχνική, με συναίσθημα και βαθιά εσωτερικότητα. Δεν κόμισε μία καινούργια ερμηνεία του δημοφιλούς κοντσέρτου ο Αλέν Λεφέβρ. Την κλασική γραμμή ακολούθησε. Αλλά εξέφρασε όλο το πάθος του κοντσέρτου -φθάνοντας, ίσως, σε υπερβολές στο φινάλε- με φρενήρεις ρυθμούς χωρίς, πάντως, να χάσει τον αυτοέλεγχο.
Η ορχήστρα, υπό τον Στέφανο Τσιαλή, στο πρώτο μέρος τον πλαισίωσε αξιοπρεπώς. Αλλά από το δεύτερο μέρος σαν να χάθηκε ο έλεγχος: αποσυντονίστηκε, ο συγχρονισμός της πήγε περίπατο, περιέπιπτε σε ολισθήματα -όλες οι ομάδες οργάνων και, κυρίως, τα χάλκινα- και ολοκλήρωσε σαν ακυβέρνητη κυνηγώντας το σολίστα.
Ο... ακραίος φιλέλληνας Αλέν Λεφέβρ, που ζει πια στην Ελλάδα, αντάμειψε το θυελλώδες χειροκρότημα με ένα ανκόρ: ένα δικό του κομμάτι με τον τίτλο «Σας αγαπώ» που βρίθει ελληνικών θεμάτων -κάποια στιγμή θύμισε Σκαλκώτα-, ανομοιογενές αλλά «εύγευστο».
Δυστυχώς, η ΚΟΑ την εντύπωση που μου είχε αφήσει δεν μου την άλλαξε και στην Συμφωνία αρ. 6 του Αντονίν Ντβορζάκ, έργο επιγονικό, με μνήμες Μπραμς, ενδιαφέρον αλλά όχι πρώτης γραμμής, με την οποία έκλεισε τη βραδιά: όχι απλώς δεν κατάφερε να το απογειώσει αλλά η εκτέλεση μου φάνηκε μίζερη και διεκπεραιωτική.
Το συμπέρασμα. Μία βραδιά που την έσωσαν (;) ο Αλέν Λεφέβρ και ο νεαρούλης υπερταλαντούχος έλληνας συνθέτης-αστέρια! Αλλά και όλο το πρόγραμμα με παρέπεμψε στις φεστιβαλικές συναυλίες της ΚΟΑ τη δεκαετίας του ’70: ένα σύγχρονο ελληνικό έργο για «ξεκάρφωμα», ένα δημοφιλές ρομαντικό κοντσέρτο και μία συμφωνία κλασική ή ρομαντική. Μήπως πρέπει να αναζητηθούν καινούργιοι δρόμοι; Πρόγραμμα και εκτέλεση με έκαναν να νοσταλγήσω και πάλι την περίοδο Βασίλη Χριστόπουλου, όταν δεν αναγνώριζα -με την καλή έννοια…- την Κρατική (Φωτογραφίες, εκτός απ την πρώτη: Εύη Φυλακτού).

Ωδείο Ηρώδη Αττικού, Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Φεστιβάλ Αθηνών, 27 Ιουνίου 2016.

June 25, 2016

Όταν η μουσική τραγουδάει


Ένα πολύπτυχο φεστιβάλ που καλύπτει όλες τις τέχνες δεν αρκεί να μην αμελεί τον τομέα της μουσικής. Οφείλει να αφιερώνει κάποιες εκδηλώσεις του και στην όχι και τόσο «δημοφιλή» μουσική δωματίου. Και οφείλει να δίνει την προσοχή του στους έλληνες καλλιτέχνες -στη συγκεκριμένη περίπτωση τους μουσικούς. Μία συναυλία μουσικής δωματίου, επομένως, με έλληνες μουσικούς είναι χαρά. Πόσο μάλλον όταν «ανακαλύπτεις» μέσα από τη συναυλία αυτή έναν καλλιτέχνη που -πολύ κακώς- αγνοούσες Και ομολογώ πως ποτέ δεν είχα ακούσει στη σκηνή τον τσελίστα Κωνσταντίνο Σφέτσα. Που καθόλου πρωτάρης δεν είναι. Και η χαρά είναι διπλή όταν τον ακούς σε ντουέτο με τη διακεκριμένη πιανίστα μας Νέλλη Σεμιτέκολο με την οποία συνεργάζονται, όπως διαβάζω, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.
Μία συνεργασία που, προφανώς, έχει καρποφορήσει. Στη χτεσινή συναυλία αυτό γινόταν εύκολα αντιληπτό: ένα εξαίρετο δέσιμο μεταξύ τους, ένας τέλειος συντονισμός, μία σύμπνοια, μία συνεννόηση για την οποία αρκεί ένα βλέμμα φευγαλέο. Οι δύο μουσικοί -ένας τσελίστας με ήχο, μεστό, πλούσιο, ώριμο, υπέροχο και μία πιανίστα κυρίαρχη των μέσων της, απόλυτα ελεγχόμενη, με ήχο στιβαρό, ζουμερό- είχαν επιλέξει, επιπλέον, ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα, καλά συγκερασμένο και καλά κλιμακωμένο.
Άνοιξαν τη συναυλία με τη λυρικότατη Σονάτα για τσέλο και πιάνο (μπάσο κοντίνουο στην εποχή της) σε μι ελάσσονα, RV. 40 του Βενετσιάνου Αντόνιο Βιβάλντι, μία από τις έξι που ο συνθέτης έγραψε μεταξύ 1720 και 1730 και που εκδόθηκαν το 1740.
Ολισθηρό έως και επικίνδυνο το απευθείας πέρασμα στην Σονάτα αρ. 1 για τσέλο και πιάνο (1978) του Σοβιετικού -γεννημένου στην Δημοκρατία των Γερμανών του Βόλγα από γερμανοεβραίο πατέρα- Άλφρεντ Σνίτκε, που ακροβατεί στα όρια της τονικότητας. Αλλά η -εξαιρετική- ερμηνεία των δύο καλλιτεχνών πρόβαλε το λυρισμό του έργου -όπου οι απόηχοι του Σοστακόβιτς είναι τόσο αισθητοί, ώστε να μπορούμε να μιλούμε για ευθεία γραμμή συνέχειας- βρίσκοντας τα νήματα που το δένουν με το προηγούμενο.
Σε διαφορετικό ύφος το δεύτερο μέρος, άρχισε με τη σύντομη αλλά ένθερμη σύνθεση (1915) του Ούγγρου Μπέλα Μπάρτοκ «Ρουμάνικοι Παραδοσιακοί Χοροί», μία σύντομη σουίτα για πιάνο πάνω σε έξι ρουμάνικους παραδοσιακούς χορούς, μεταγραμμένη για τσέλο και πιάνο και έκλεισε με την Σονάτα για τσέλο και πιάνο σε ρε ελάσσονα, έργο 40 (1934) του Σοβιετικού Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Ένα αριστουργηματικό έργο, δυναμικό, με εναλλαγές, τρικυμιώδες, που εκφράζει τη συναισθηματική ένταση στην οποία βρισκόταν εκείνη την περίοδο ο συνθέτης, και που ερμηνεύτηκε με πάθος αλλά και στοχαστικά.
Ο Κωνσταντίνος Σφέτσας και η Νέλλη Σεμιτέκολο επανήλθαν στη σκηνή με δύο γλυκόλαλα ανκόρ αποθεώνοντας τη ρομαντική εποχή που είχαν επιμελώς αποφύγει στο κυρίως πρόγραμμά τους: «Φθινοπωρινό τραγούδι» (1876) του Πιοτρ Ιλιίτς Τσαϊκόφσκι, μεταγραφή για τσέλο και πιάνο από τη συλλογή του για πιάνο «Εποχές» του μέρους «Οκτώβριος: Φθινοπωρινό τραγούδι» και «Μετά από ένα όνειρο» του Γάλου Γκαμπριέλ Φορέ, επίσης μεταγραφή για τσέλο και πιάνο της ομώνυμης μελωδίας για φωνή και πιάνο του Φορέ από τις Τρεις μελωδίες, έργο 7 (1878).
Το συμπέρασμα. Όπου, η μουσική τραγούδησε. 

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών / Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», Φεστιβάλ Αθηνών, 24 Ιουνίου 2016.

June 24, 2016

«Η επιλογή της Σόφι» στη σκηνή του «104» με Καλτσίκη, Δόβρη, Μαυρόπουλο


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

«Η επιλογή της Σόφι» πρωτότυπο θεατρικό έργο του Μιχάλη Παλίλη, εμπνευσμένο απ’ το ομώνυμο μυθιστόρημα 
του Γουίλιαμ Στάιρον θα παρουσιαστεί στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου «104»,  ως η βασική παραγωγή του για την επόμενη χειμερινή σεζόν, στις αρχές Νοεμβρίου, σε σκηνοθεσία του ίδιου του Μιχάλη Παλίλη με τρείς πολύ καλούς ηθοποιούς να ερμηνεύουν του τρεις ρόλους του έργου: την Αλεξία Καλτσίκη ως Σόφι, τον Θανάση Δόβρη ως Νέιθαν και τον Αλέξανδρο Μαυρόπουλο ως Στίνγκο.
Στο έξοχο μυθιστόρημα (1979, στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει μόλις το 2005, σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, απ’ τις Εκδόσεις «Ποταμός») του αμερικανού Γουίλιαμ Στάιρον (1925-2006), λίγο μετά τον Πόλεμο, το καλοκαίρι του 1947, ο Στίνγκο, 
εικοσάχρονος επίδοξος συγγραφέας απ’ τον αμερικάνικο Νότο, μετακομίζει στην πανσιόν ενός προαστίου του Μπρούκλιν. Εκεί γνωρίζει την Πολoνή Σόφι, επιζήσασα του στρατοπέδου του Άουσβιτς στο οποίο είχε εγκλειστεί, αν και χριστιανή καθολική, και τον εκρηκτικό εβραίο εραστή της Νέιθαν που αποδεικνύεται ότι πάσχει από παρανοϊκή σχιζοφρένεια. Ο Στίνγκο εμπλέκεται και παρασύρεται στην ολέθρια και καταλυτική σχέση τους αλλά και στη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης μέσα απ’ το πιο αποτροπιαστικό, ίσως, συμβάν του 20ου αιώνα, το Ολοκαύτωμα.
«Μια παράσταση που θέλει να μιλήσει για την επιβίωση, που θέλει να μιλήσει για τη μνήμη και το τραύμα, που θέλει να μιλήσει για τη διαχείριση της απώλειας, για το παρόν και το παρελθόν, για τον Άνθρωπο, για την τραγικότητα και τη γελοιότητα του βίου, για τη βία και την ευτυχία, για το θάνατο και τη ζωή, για τον έρωτα και τη σκληρότητα, για την Ιστορία και την ιστορία των ανθρώπων, για όλα όσα επιλέγουμε ή μας επιλέγουν, τελικά» φιλοδοξεί να κτίσει ο σκηνοθέτης της, όπως σημειώνει.

«Η επιλογή της Σόφι», που έχει αποσπάσει το 1980 το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ για Μυθιστόρημα, έχει μεταφερθεί (1982) στον κινηματογράφο απ’ τον Άλαν Τζ. Πακούλα, σε μια ταινία -στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Η εκλογή της Σόφι»- που γνώρισε μεγάλη ταμειακή και καλλιτεχνική επιτυχία, με την Μέριλ Στριπ στον επώνυμο ρόλο -εμβληματική ερμηνεία για την οποία τιμήθηκε με «Όσκαρ» (το πρώτο της για πρωταγωνιστικό ρόλο), με «Χρυσή Σφαίρα» αλλά και μ’ άλλα βραβεία από πολλές ενώσεις κριτικών-, τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε στην οθόνη Κέβιν Κλάιν ως Νέιθαν και τον Πίτερ ΜακΝίκολ ως Στίνγκο, έχει γίνει, απ’ τον βρετανό συνθέτη Νίκολς Μο, όπερα η οποία έκανε την πρεμιέρα της το 2002, στο Λονδίνο, στην Βασιλική Όπερα και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην Ουάσινγκτον, στο Βερολίνο και στην Βιένη αλλά, σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκέντρωσα, είναι η πρώτη φορά που μεταφέρεται στο θέατρο.
Ο Μιχάλης Παλίλης έχει ήδη συνεργαστεί με το «104». Τη σεζόν 2012/2013 ανέβασε το έργο «Διαδρομές υψηλού κινδύνου» του Καταλανού Ιγνάσι Γκαρσία, που επαναλήφθηκε την επόμενη σεζόν 2013/2014, και το χειμώνα του 2014/2015 το έργο του Βρετανού Μαρκ Ρέιβενχιλ «Πισίνα (νερό;)».

June 23, 2016

Τι Φεστιβάλ ΔΕ θέλουμε…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 23 Ιουνίου 2016 

«Τι Φεστιβάλ θέλουμε;» ήταν το θέμα/ερώτημα της συζήτησης που οργάνωσε χτες, μ’ εκλεκτούς καλεσμένους στο πάνελ, το Ελληνικό Φεστιβάλ. Είχα αποφασίσει να πάω με ιδέες και προτάσεις και καλή διάθεση. Μετά το σκέφτηκα καλύτερα κι η διάθεσή μου χάλασε. Σκέφτηκα ότι αυτά τα γράφω απ’ το ’85 -εδώ και πάνω από 30 χρόνια- και, ε και; Θυμήθηκα και μια ανάλογη συζήτηση που ’χε οργανωθεί επί Γιώργου Λούκου,
όπου μπλα, μπλα, μπλα… και μηδέν εις το πηλίκον. Αναλογίστηκα και τι εγκλήματα διεπράχθησαν στο χώρο του Ελληνικού Φεστιβάλ -Λούκος, Φαμπρ…- τους τελευταίους έξι μήνες και την, ως συνέπεια αυτών, πλήρη απαξίωσή του. Και κατέληξα στο μάταιον του πράγματος: Ό,τι και να πούμε (-νε), δε βλέπω ν’ αλλάζει τίποτα, εφόσον οι δομές κι η νοοτροπία κι οι πρακτικές παραμένουν οι ίδιες. Πόσο μάλλον όταν αυτό το διαπιστώσαμε τώρα ακριβώς που περιμέναμε ότι κάτι μπορεί ν’ αλλάξει κάτω από μια κυβέρνηση που ένα βασικό, τουλάχιστον, τμήμα της προέρχεται απ’ την Αριστερά. Όπου άλλαξε, αλλά άλλαξε προς το χειρότερο… Εφόσον, λοιπόν, τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει στον τόπο αυτό, γιατί ν’ αλλάξει στο όποιο φεστιβάλ;
Και για να συνοψίσω εδώ την απάντησή μου στην ερώτηση «Τι Φεστιβάλ θέλουμε;» -έστω, θέλω προσωπικά: Θέλω ένα Φεστιβάλ ουσιαστικά ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ απ’ το υπουργείο Πολιτισμού και τους άσχετους, κατά κανόνα υπουργούς. Που ο διευθυντής του να επιλέγεται αξιοκρατικά και με διαφάνεια κι όχι με πολιτικά κριτήρια και με ανακατεμένους στην επιλογή του άσχετους, κρυμμένους κομματικούς παραγοντίσκους. Ένα διευθυντή που να τον αφήνουν ν’ αποφασίζει και να πράττει τελείως ελεύθερα. Που να κρίνεται για τις πράξεις του, καλλιτεχνικές και οικονομικές, από ένα Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο ν’ αποτελούν άτομα που γνωρίζουν το χώρο κι όχι τζουτζέδες και μαριονέτες κινούμενες από κομματικά χέρια -τα εκάστοτε κομματικά χέρια. Και που, όταν κριθεί ότι δεν έπραξε σωστά, απλώς να μην του ανανεώνουν τη θητεία. Κι όχι να του στήνουν μπαμπέσικα, με πρόθυμα παπαγαλάκια, κίτρινες παγίδες για δήθεν σκάνδαλα και να ρίχνουν μελάνι σαν τις σουπιές.
Αν αυτό εξασφαλιστεί, ε, τότε, ναι, να συζητήσω περαιτέρω λεπτομέρειες για το τι Φεστιβάλ θέλουμε -έστω, θέλω εγώ, προσωπικά. Αν όχι, τότε θα συνεχίσει να ’ναι ένα Φεστιβάλ που ΔΕ θέλουμε -έστω, δε θέλω. 




(Α, ναι. Θέλουμε κι ένα Φεστιβάλ που να… παίζει. Διότι, φέτος, μια διακοπή στη μέση και μια ματαίωση της παράστασης του ΘΟΚ «Η τάξη μας» κι άλλη μια ματαίωση, χτες βράδυ, της χορευτικής παράστασης «The dog days are over», τρεις, συνολικά, σε δεκατρείς μέρες, ε, πολύ πάει. Μήπως στις παράλληλες εκδηλώσεις θα πρέπει να προσθέσουν κι ένα ευχέλαιο;).





Καστελούτσι ειν’ αυτός. Σπουδαίος δημιουργός. Εικονοπλάστης έξοχος αλλά και εικονοκλάστης. Το «Ιούλιος Καίσαρ-Σπαράγματα» που παρουσίασε στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Εθνικού -ιδανική επιλογή χώρου-, για το Φεστιβάλ Αθηνών, μια «δραματική παρέμβαση» με αφορμή το έργο του Σέξπιρ, ήτοι τρία, όλα κι όλα, αποσπάσματα απ’ τη σεξπιρική τραγωδία, ένα με μικροκάμερα στα εσωτερικά φωνητικά όργανα του πρώτου ηθοποιού, ένα βουβό, με παντομίμα του δεύτερου, κι ένα -ο εμβληματικός επικήδειος του Μάρκου Αντώνιου στον δολοφονημένο Ιούλιο Καίσαρα- πολύ δύσκολα ακουόμενο απ’ την τραχειοστομία του τρίτου ηθοποιού αλλά ορατό μέσω των υπερτίτλων, είχε την πνοή και την ευρηματικότητα και την αισθητική του Ρομέο Καστελούτσι. Αλλά το βρήκα πολύ λίγο, μια μπουκιά, για να μ’ ενθουσιάσει όσο οι δυο προηγούμενες παραστάσεις του που ’χω δει -απ’ τις τρεις που ’χει φέρει στην Ελλάδα, στο Φεστιβάλ Αθηνών. 


Έγραφα την περασμένη Πέμπτη 16 Ιουνίου στο «Τέταρτο Κουδούνι» για τα δεκάδες φεστιβάλ πάσης φύσεως θεάτρου, με νέες ομάδες -ή «ομάδες», διότι περιστασιακά έχουν συγκροτηθεί οι περισσότερες και στα γρήγορα έχουν βρει και κάποιο όνομα…-, τα οποία προστέθηκαν στις εκατοντάδες παραστάσεις πάσης φύσεως θεάτρου, με… άγνωστες προς το παρόν συνέπειες.
Σ’ ένα απ’ αυτά τα φεστιβάλ, μεταξύ των δεκάδων παραστάσεων που συμμετέχουν, εντόπισα στο σχετικό δελτίο Τύπου κι αυτή -αντιγράφω ακριβώς ως έχει απ’ το δελτίο Τύπου: «Εν Ατενταντ Γκοντο ή τι θα εκανα χωρις αυτο το κυμα χωρις αυτον τον ουρανο που υψωνεται πανω απο τη σκονη σ’ εναν κοσμο χωρις φωνη…» Πρόκειται, λέει, «για μια απόπειρα σκηνικής ερμηνείας του όρου Αναμονή στο έργο του Σ. Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό». Και τη μεταγραφή του γαλικού τίτλου «En Attendant Godot» σε «Εν Ατενταντ Γκοντο» (πάλι καλά που δεν τον έκαναν και Γκοντοτ…) τι τη θέλανε; Αφού επιθυμούσανε ν’ ακούγεται κάπως σαν… ξενικά γιατί δεν κρατούσαν τον πρωτότυπο; Αλλά, εφόσον έτσι θέλανε, αν δεν ξέρανε (την προφορά), δε ρωτούσανε; Αφήστε που στο δελτίο διαβάζω, επιπλέον: «Υπό το άγρυπνο βλέμμα του Μιχαήλ Μαρμαρινού». Ε, άγρυπνο σίγουρα δεν ήτανε…



Μια κορίνα, δυο κορίνες, τρεις κορίνες, τέσσερις κορίνες, πέντε κορίνες… Επιδέξια, δε λέω -αν και σαν πολύ συχνά να τους πέφτανε οι κορίνες …-, τα ζογκλερικά παιχνίδια, με μουσικό χαλί πάντως, της τετραμελούς ομάδας του ιταλού χορογράφου (αν, κι εγώ, καμιά χορογραφία δεν είδα…) Αλεσάντρο Σαρόνι που παρουσιάστηκαν στην Πειραιώς, στο Φεστιβάλ Αθηνών, ως παράσταση με τίτλο «Untitled-I Will Be There When you Will Die» (μα, αφού, τελικά, είχε τίτλο, γιατί «Untitled»;). Αλλά αναρωτήθηκα για το λόγο που υπήρχε να συμμετάσχει η -να την πω;- παράσταση, η -να την πω;- επίδειξη αυτή στο πρόγραμμα ενός φεστιβάλ. Καθώς και για το λόγο να κατεβώ, μέσα στη λαύρα, στην «Πειραιώς» και να τα βλέπω αυτά τα ζογκλερικά παιχνίδια επί 45 -άρρυθμα- λεπτά. Αφού μπορώ να τα βλέπω και στα φανάρια -στο Ζάππειο, στο Χίλτον, στην Καλλιρόης… Άσε που εκεί, όπως είπε συνάδελφος, ανάβει πράσινο και φεύγεις, ενώ εδώ έπρεπε να μείνεις 45 λεπτά…



Ενδιαφέρουσα, πάντως, βρήκα, στην «Πειραιώς» επίσης, την παράσταση των «Vasistas» πάνω στα κείμενα του Ευθύμη Φιλίππου «Απολογίες 4 και 5» σε σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη. Σίγουρα μια αύρα δηθενισμού τη διέπνεε -το παράδοξο για το παράδοξο- αλλά τα κείμενα του Φιλίππου είναι πάντα έξυπνα κι έχουν χιούμορ κι η παράσταση είχε ύφος, είχε αισθητική ενδιαφέρουσα, είχε στιλ με τα πολύ ιδιαίτερα κοστούμια της Χριστίνας Κάλμπαρη -με Αμαζόνες της κλαϊστικής «Πενθεσίλειας» έκανα συνειρμούς-, είχε ρυθμούς, είχε ένα δικό της χρώμα, με τον Ανρί Κεργκομάρ να δίνει, όπως πάντα, τον κυρίαρχο τόνο μέσα απ’ την έξοχη δουλειά του στις μουσικές διασκευές και στη μουσική διδασκαλία αυτού του ιδιότυπου γυναικείου «Χορού».


Αχ, με την ευκαιρία, ναι, ΝΑΙΑΙΑΙ! Το διάβασα κι αυτό: «Της ΑργυρΟΥΣ Χιώτη». Είμαστε και πολύ λόγιοι, ε; ΝΑΙΑΙΑΙ! 


Πολύ το χαίρομαι αυτό το γαλικό «μεταμπουλβάρ». Που, ακολουθώντας τη σύγχρονη αγγλική αλλά και την αμερικάνικη «σχολή» του είδους, χωρίς να εγκαταλείψει τα ερωτικά, συνήθως, θέματά του, τα βάθυνε, βρήκε κι άλλα κι εξελίσσεται σ’ ένα θέατρο τερπνό που δε μένει, όμως, μόνο στην επιφάνεια. Αλλά κι όταν μένει, το κάνει με τόση χάρη, με τόσο χιούμορ!
Έχουμε ήδη δει, απ’ την κατηγορία αυτή, Γιασμινά Ρεζά -«Art», «Ο θεός της σφαγής», «Σε στενό οικογενειακό κύκλο» (ή «Μετά την κηδεία»), «Τρεις φορές ζωή»…-, έχουμε δει Φλοριάν Ζελέρ -«Μου λες αλήθεια;», «Ο μπαμπάς»…-, μόλις είδαμε και το «Ring» της Λεονόρ Κονφινό. Κι όλα σχεδόν να κάνουν ταμειακή επιτυχία. Έτσι, προς πείσμα αυτών των εντοπίων που πιστεύουν πως η εμπορική επιτυχία ταυτίζεται με τα προστυχούλια, με τα μπινελίκια, με τη χυδαιότητα, με τα ερζάτς «αστεία», με τα εκβιασμένα χάχανα, με τη φτηνίλα, με την ποδαρίλα στα κείμενα είτε των πρωτότυπων κωμωδιών τους, είτε των διασκευών/προσαρμογών/μεταφορών τους, είτε των λογοκλοπών τους… 




Πολύ όμορφο, πολύ καλόγουστο, με πολύ γλυκά χρώματα τα θεατράκι «Ιλίσια- Βολανάκης», όπως πολύ προσεγμένα το ’χουν φρεσκάρει η Παναγιώτα κι ο Κώστας Ξενόπουλος, οι θεατρικοί παραγωγοί που ’χουν αναλάβει την τύχη του, -πέρα απ’ τη συνεπή καλλιτεχνική πορεία στην οποία το οδήγησαν τη χειμερινή σεζόν που έληξε. Αλλά και μια ένσταση: πολύ ασφυκτικά έχουν τοποθετήσει τα καθίσματα. Ειδικά εκείνη την, ουσιαστικά, κατάργηση του μεσαίου διαδρόμου έως και επικίνδυνη την εισέπραξα.

Ο πλατωνικός «Ίων» σε σκηνοθεσία Νάνας Παπαδάκη σε συμπόσιο στα «Αισχύλεια»


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Ο πλατωνικός διάλογος «Ίων», δείγμα πλατωνικής «κωμωδίας», θα παρουσιαστεί ως σκηνικό σχεδίασμα για το Φεστιβάλ των «Αισχυλείων», στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας -στον υπαίθριο χώρο πίσω απ’ το θέατρο-, με συνοδεία μουσικών επί σκηνής, σε σύλληψη και σκηνοθεσία της καλής ηθοποιού Νάνας Παπαδάκη, σε μια παράσταση με τον τίτλο «Ίων του Πλάτωνα-Ένα μικρό συμπόσιο», καθώς το κοινό θα παρακολουθήσει το διάλογο, με το φως του ήλιου έως λίγο μετά τη δύση, συμμετέχοντας σ’ ένα μικρό συμπόσιο με κρασί και μουσική.
Στον πλατωνικό «Ίωνα» ο διάσημος εφέσιος ραψωδός και «ηθοποιός» Ίων επιστρέφει απ’ την Επίδαυρο, έχοντας λάβει το πρώτο βραβείο στις γιορτές προς τιμήν του θεού Ασκληπιού, προκειμένου να διαγωνιστεί και στα Παναθήναια. Συναντά τον Σωκράτη και στο διάλογό τους εξετάζεται κατά πόσο η ποιητική δημιουργία κι η ραψωδική οφείλονται σε θεία έμπνευση ή είναι συγκεκριμένες τέχνες.
Ο διάλογος εκτυλίσσεται, πιθανότατα, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, πριν αποστατήσει η Έφεσος απ’ την Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία. Αποτελεί προστάδιο της αυστηρής στάσης του φιλόσοφου στην «Πολιτεία». Η βαθιά σωκρατική ειρωνεία, η ριζική αμφιβολία για τα παραδεδομένα κι οι αντιδράσεις του ραψωδού χαρακτηρίζουν το έργο που θίγει πολλά θέματα τα οποία μας απασχολούν απ’ την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, διατηρώντας παράλληλα έναν κωμικό τόνο που απογειώνεται με θεαματικό τρόπο στο τέλος.
Η παράσταση, που είναι προγραμματισμένη για τις 15 Σεπτεμβρίου, ανεβαίνει σε μετάφραση που υπογράφει ο Αθανάσιος Τσακνάκης, σκηνική διαμόρφωση χώρου Γιώργου Ζορμπά, ο οποίος έχει και την οργάνωση της παραγωγής, μ επιμέλεια κοστουμιών Άσης Δημητρoλοπούλου και μουσική και στίχους Βαγγέλη Γιαννάκη. Η ίδια η Nάνα Παπαδάκη θα ερμηνεύσει τον Ίωνα κι ο Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος τον Σωκράτη. Συμμετέχουν οι ηθοποιοί Αδαμαντία Βλάμη, Φωτεινή Καπελλάκη, Μαρία Καστάνη, Κατερίνα Παπαγεωργίου. Οι Γιάννης Βιλιώτης, Βαγγέλης Γιαννάκης και Μάριος-Iβάν Παπούλιας θα ’ναι οι επί σκηνής μουσικοί.
Ας σημειωθεί ότι ο «Ίων» του Πλάτωνα σε θεατρική μορφή παρουσιάστηκε τη χειμερινή σεζόν που έληξε σε σκηνοθεσία Λένας Φιλίποβα στο «104» (Φωτογραφίες: Γιώργος Ζορμπάς).

June 21, 2016

Attic à Pireos ή Σαν μια ανάσα



Όσες φορές έχω δει στη σκηνή ή έχω ακούσει τον Γιώργη Χριστοδούλου, πέρα από την υπέροχη, γλυκιά, λυρικότατη, φωτεινή φωνή του που βγαίνει σαν ανάσα -δεν είναι τυχαίο ότι μέντοράς του υπήρξε η Αρλέτα…- και την πολύ καλή τεχνική του, εκείνο που εισπράττω είναι η σεμνότητα, η διακριτικότητα, η ευγένεια, αυτό που λέμε Ήθος -καμία σχέση με τα τρέχοντα προϊόντα της ελληνικής μουσικής σκηνής πλην ολίγων εξαιρέσεων… Ό,τι τραγουδάει είναι περασμένο από ένα φίλτρο πατιναρισμένο που εξευγενίζει ή αναδεικνύει την ευγένεια των παλιών τραγουδιών. Τα οποία πολύ ταιριάζουν στη φωνή του. Κουτί! Γιατί ο Γιώργης Χριστοδούλου μοιάζει να ανήκει σε έναν άλλο κόσμο, παλιότερο, πιο όμορφο, ουτοπικά, ίσως, ιδανικό, χωρίς όμως να κλείνει τις πόρτες στο σήμερα. Κάθε άλλο.
Επομένως η επιλογή του να ψάξει, να ερευνήσει, να ανακαλύψει και να ανασύρει ένα πλήθος αγνώστων μας τραγουδιών του Αττίκ από την παρισινή περίοδο του συνθέτη -όχι μόνο μακρόχρονη, από το 1907 μέχρι το 1930, όταν επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα αλλά και λαμπρή- ήταν μία εξαιρετικά επιτυχημένη κίνηση. Όπως και η παρουσίαση μιας επιλογής τους για πρώτη φορά συναυλιακά, με τον τίτλο «Attic à Paris».
Στη σκηνή του κήπου -της αυλής θα ήταν σωστότερο- της «Πειραιώς 260», όπου είχε στηθεί ένα καλόγουστο ομοίωμα του Πύργου του Εφέλ, καμωμένο από φωτογραφίες του Αττίκ εκείνης της περιόδου, σε σκηνική επιμέλεια του Βασίλη Μπαρμπαρίγου στον οποίο οφειλόταν και τα κοστούμια, ο Γιώργης Χριστοδούλου μας αποκάλυψε τα τραγούδια αυτά που ποτέ δεν ηχογραφήθηκαν και μόνο οι παρτιτούρες τους διασώθηκαν. Και τα οποία, αν και σε διαφορετικά ύφη, προαναγγέλλουν τον ώριμο Αττίκ που ξέρουμε. Το πρόγραμμα, πολύ καλά συναρμολογημένο, διανθισμένο και με τραγούδια του Αττίκ που σχετίζονται με το Παρίσι και την Γαλία χωρίς να είναι τα «γαλικά» του, με κομμάτια του μόνο για πιάνο, επίσης της «παρισινής περιόδου», που ερμήνευσε ο καλός πιανίστας της βραδιάς Χάρης Σταυρακάκης, με πρόζες για τον Αττίκ… -ο Χριστοδούλου έχει σπουδάσει θέατρο και. επιπλέον είναι καλός ηθοποιός-, επέτρεψε στον ερμηνευτή, πλαισιωμένο από τρεις άξιους μουσικούς, να εκφράσει το καλύτερο: άψογο φραζάρισμα, καταπληκτική η προφορά του στα γαλικά -τα περισσότερα τραγούδια με γαλικούς στίχους τραγουδήθηκαν- και ένα κολύμπι στο ύφος της εποχής άνετο, εύφορο, σαν να ήταν αποκλειστικά στα χωρικά του ύδατα. Μέχρι και σε ένα βαλσάκι παρέσυρε μία κυρία από το κοινό. Παρά τα κάποια προβλήματα που δημιουργούσαν οι γειτονικές, μεγαλόφωνες δοκιμές της «Ορέστειας» και ο ήχος που δεν ήταν και ο καλύτερος…
Το συμπέρασμα. Μία γλυκιά βραδιά. Μία πολύ γλυκιά βραδιά. Από έναν έξοχο τραγουδιστή/ερμηνευτή αλλά και συμπαθέστατο άνθρωπο. Και χρήσιμη: μας γνώρισε έναν άγνωστο Αττίκ (Φωτογραφίες: Εύη Φυλακτού).

«Πειραιώς 260»/Κήπος Δ, Φεστιβάλ Αθηνών, 19 Ιουνίου 2016.