February 28, 2016

Αυτοί που εκτέθηκαν κι αυτοί που σιώπησαν…


Στις δεκάδες σχόλια, κάτω απ’ την ανάρτησή μου της 21 Φεβρουαρίου «Μικρή ιστορία βραδιάς Παρασκευής ή Πώς να γίνεστε ‘ανεπιθύμητος’» και κάτω απ’ τα δυο άρθρα που γράφτηκαν για το θέμα και που μοίρασα, επέλεξα να μην κάνω like και μόνον ένα σχολίασα -αυτό το οποίο όφειλα να σχολιάσω- παραπέμποντας με link σ’ ένα παλαιότερό μου σχόλιο στο «Τέταρτο Κουδούνι», για τις καλλιτεχνικές ποιότητες του θεάτρου «Στοά».
Σήμερα, όμως, μια βδομάδα μετά κι αφού ο κύκλος, περίπου, έκλεισε -οι είσοδοι στο ιστολόγιο για τη συγκεκριμένη ανάρτηση έφτασαν μέχρι τώρα τις 15.260 (!), όταν η ανάρτησή μου που είχε έως τώρα, στα περίπου τεσσεράμισι χρόνια του ιστολόγιου, τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα έφτασε τις 5.159-, θα ’θελα να ευχαριστήσω όλους τους φίλους που συμμετείχαν στη θλίψη, στην αηδία αλλά και στην ευθυμία μου για το συγκεκριμένο γεγονός με κάθε τρόπο: με like, με σχόλια, με -δεκάδες!- share, με μηνύματα στο inbox, στο mail, με σχόλια στους τοίχους τους, με προσωπική επαφή ή όπως αλλιώς -ειδικά ένα τηλεφώνημα με συγκίνησε όσο δε φαντάζεστε… Θέλω, πάντως, περισσότερο απ’ όλους να ευχαριστήσω την Μαρία Χούκλη, την Αργυρώ Μποζώνη, τον Δημήτρη Κανελλόπουλο, τον Χρήστο Γραμματίδη, τον Φώτη Απέργη και τον Απόστολο Λακασά που ’χαν την ευγένεια, με δική τους πρωτοβουλία, να αρθρογραφήσουν για το θέμα, μετά τόλμης και παρρησίας, στο liberal.gr, στο thetoc.gr, στο e-tetradio.gr, στο ελculture.gr, στην «Επένδυση» και στην «Καθημερινή» αντίστοιχα, και να εκτεθούν.
Για τους πολλούς άλλους συναδέλφους, και δη του πολιτιστικού ρεπορτάζ, με ή χωρίς προσωπικές στήλες, και τους ιστότοπους με αντικείμενο το θέατρο που δεν το έκαναν και για τα σωματεία και τις ενώσεις, δημοσιογραφικές ή καλλιτεχνικές, που σχετίζονται με το γεγονός -ΕΣΗΕΑ (στην οποία ανήκω), οι -δυο πια- Ενώσεις Κριτικών (στις οποίες δεν ανήκω), Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, Πανελλήνια Ένωση Ελευθέρου Θεάτρου, Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Μουσικών και Μεταφραστών, Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, κλπ, κλπ- που δεν έδωσαν κανένα σημείο ζωής, υπέθεσα ότι δεν ενημερώθηκαν ή ότι σκέφτηκαν πως το θέμα δεν τους αφορά -ça n’ arrive qu’ aux autres για να θυμηθώ την παλιά εκείνη ταινία της Ναντίν Τρεντινιάν… Τ’ άλλα είναι σιωπή.

February 25, 2016

To poussy or not to pussy?


Το Τέταρτο Κουδούνι / 25 Φεβρουαρίου 2016 


«No peace, no poussy» (pussy εννοεί αλλά ο τίτλος βγήκε ανορθόγραφος…), διάβασα στο «Βήμα», στην ηλεκτρονική σελίδα του- είναι το σύνθημα που φωνάζει η ηρωίδα της καινούργιας ταινίας του Σπάικ Λι «Chi-Raq» -μόλις παίχτηκε στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου-, η οποία φέρει τ’ όνομα Λυσιστράτη. Διότι ο Σπάικ Λι μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της κωμωδίας του Αριστοφάνη έχει γυρίσει.
Και πώς μεταφράζει στα ελληνικά (εκτός κι αν δεν το ’κανε ο ίδιος) ο ανταποκριτής της εφημερίδας που ’στειλε το ρεπορτάζ απ’ την «Μπερλινάλε» (η μετάφραση σε παρένθεση, στον τίτλο επίσης); «Όχι ειρήνη, όχι σεξ». Και την πίτα ολάκερη, και το σκύλο χορτάτο. Και το poyssy/pussy -να γαργαλίσουμε τους αγγλομαθείς-, κι η πολιτική ορθότης -να ’χουμε τα νώτα μας εξασφαλισμένα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Λυδία Φωτοπούλου τον προσεχή χειμώνα, Φιλαρέτη Κομνηνού το καλοκαίρι, Έφη Σταμούλη -όσο κι αν η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» είναι ουσιαστικά η κοιτίδα της, τη δραματική σχολή του ΚΘΒΕ έχει τελειώσει, απ’ το ΚΘΒΕ άρχισε την καριέρα της, στο ΚΘΒΕ έχει ξαναπαίξει- τώρα στο «Σωτηρία με λένε»: 
ο Γιάννης Αναστασάκης, ο καινούργιος καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, συγκεντρώνει πάλι και φέρνει πίσω στη συμπρωτεύουσα τα παλιά καλά κρασιά του ΚΘΒΕ. Και εις άλλα.
Το κλίμα, πολύ θετικά το βλέπω να διαμορφώνεται εκεί πάνω, σιγά-σιγά. Ελπίζω και το υπουργείο Πολιτισμού να το βλέπει. Διότι οι άνθρωποι εκεί πάνω, άνθρωποι είναι που εργάζονται και πρέπει και να πληρώνονται…





Δύσκολη, πολύ δύσκολη δουλειά να δεις σήμερα με ματιά καθαρή τη δεκαετία του ’50. Χωρίς γραφικότητες κι ωραιοποιήσεις. Πόσο μάλλον όταν ανεβάζεις έργο θεατρικό που πάνω του βασίστηκε -πασίγνωστη πια- ταινία η οποία έχει πρωταγωνίστρια μια ηθοποιό με προδιαγραφές σταρ -την Μελίνα Μερκούρη. Η «Στέλλα» του μάστορα Μιχάλη Κακογιάννη, επιπλέον, είναι μια ταινία εξαιρετική που απ’ το ’55 σημάδεψε πολλές γενιές -ο χρόνος την έχει μετατρέψει σε μύθο. Με αποτέλεσμα να παραχώσει το -άπαιχτο, έτσι κι αλλιώς, πριν γίνει η ταινία, και κατόπιν λανθάνον ως το 1991, οπότε και εκδόθηκε- θεατρικό που πάνω του βασίστηκε. Χρειάστηκε να περάσουν 44 ολόκληρα χρόνια αφότου γράφτηκε, πριν το ανασύρει απ’ την αφάνεια ο Θέμης Μουμουλίδης και το ανεβάσει το 1997/1998 στο ΔΗΠΕΘΕ Βόλου -ναι, κάποτε υπήρξε και άνθισε…- και, δέκα χρόνια μετά, το 2007/2008, για πρώτη φορά στην Αθήνα, στο «Λαμπέτη» του Γιώργου Λεμπέση.
Ο Δημήτρης Λάλος στην «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη -αυτό είναι το έργο- που ανέβασε στην «Ακαδημία Πλάτωνος» τα κατάφερε. Ν’ αποξέσει απ’ το έργο τις γραφικότητες και τις ωραιοποιήσεις. Πρέπει να ψαξε πολύ. Η παράστασή του είναι βουτηγμένη στα τραγούδια τις εποχής -πολύ καλά τραγουδισμένα- αλλά έτσι -το πιάνο που τα συνοδεύει, τα μπουζούκια που απουσιάζουν- που το γραφικό ν’ αποσκορακίζεται και το νοσταλγικό να γίνεται ουσιαστικά κι όχι επιφανειακά συγκινητικό. Η γνησιότητα δεν είναι πλαστή. 
Η θαυμάσια σκηνογραφική και ενδυματολογική δουλειά της Άννας Παπαθανασίου -αυτές οι αποχρώσεις του γκρίζου...- κι οι έξοχοι, ως συνήθως, φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη παίζουν, επίσης,
το ρόλο τους. Η Στέλλα του Δημήτρη Λάλου δεν είναι femme fatale, είναι ένα «αντράκι» που θέλει να οδηγεί τη ζωή εκεί που εκείνη επιθυμεί -μόνη της.
Αν οι νεαροί -και ομολογώ απόλυτα δοσμένοι- ηθοποιοί δεν ήταν τόσο ανώριμοι ακόμα, θα ’χαμε μια σπουδαία παράσταση. Να εξαιρέσω, πάντως, την Ξένια Αλεξίου. Η Μαρία της, αν και απέχει πολύ απ’ την ηλικία της ηθοποιού, δίνει υποσχέσεις για εξέλιξή της σε σημαντική μονάδα του θεάτρου μας: έχει ειδικό βάρος. Να δείτε την παράσταση αυτή! Παρά τις κάποιες αντιρρήσεις, εμάς πολύ μας άρεσε. 


Χαιρετίζω την ολοκαίνουργια Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών. Δε γουστάρω τις διασπάσεις αλλά καιρός ήταν να ξεχωρίσουν απ’ αυτό τον αχταρμά της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Κι ο κόμπος έφτασε στο χτένι όταν η Ένωσις βράβευσε με το Βραβείο Αρχαίου Δράματος τον… Σάκη Ρουβά περιπίπτοντας στον έσχατο εξευτελισμό.
Μόνο εκείνο το «στις προθέσεις της Ένωσης είναι και η απονομή τιμητικών θεατρικών βραβείων αλλά και βραβείων σε κατηγορίες θεαμάτων που εμπίπτουν στον ευρύτερο χώρο των παραστατικών τεχνών» με ανησύχησε. Σφόδρα. Κι ΑΛΛΑ βραβεία; 



Αυτό το «θρασύτατα πολυτελές» με το οποίο ακούω συνέχεια να διαφημίζουν σε τηλεοπτικό τρέιλερ ένα καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου στην πενόμενη Ελλάδα του 2016 θρασύτατα προκλητικό το βρίσκω. Και σ’ αυτόν που ’χε την έμπνευση του σλόγκαν, αν τον συναντούσα, μερικά χαστούκια, θρασύτατα βροντερά, ευχαρίστως θα ’θελα να σβουρίξω.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Είχε κάμποσα χρόνια να κάνει θέατρο η Νόρα Κατσέλη. Επέστρεψε -στο υπόγειο του Μιχάλης Κακογιάννης»- με μια καλή επιλογή: «Ο τελευταίος επισκέπτης» (1959, πρώτο ανέβασμα 1962) του Τένεσι Γουίλιαμς. Απ’ τα ελάσσονα έργα του Γουίλιαμς -λίγο σαν παραλλαγή στο «Γλυκό πουλί της νιότης» ή δοκιμή γι αυτό μοιάζει. Ο Κοραής Δαμάτης, όμως, το ’χε σουλουπώσει κι είχε οργανώσει μια σωστή, αποδοτική παράσταση. Καλές η Νεφέλη Ορφανού κι η Βάνα Πεφάνη -ίσως δεν έπρεπε να «δείχνει» τόσο το χαρακτήρα-, εξαιρετική η επιλογή του Σόλωνα Τσούνη για το ρόλο του ζιγκολό-Άγγελου θανάτου Κρις κι η Νόρα Κατσέλη με κύρος, στον καλύτερο, ίσως, ρόλο που την έχω δει. Μου θύμισε την μητέρα της, την Αλέκα Κατσέλη. Και το λέω προς τιμήν της.



Δημοσιογράφος, κριτικός και ιστορικός θεάτρου, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και… και…, ο Γιώργος Χατζηδάκης δυο μεγάλες αγάπες έχει: το θέατρο και το ραδιόφωνο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στον μνημειώδη, πολύτιμο τόμο, τον οποίο έγραψε για την ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, τον -απόλυτα ταιριαστό- τίτλο που διάλεξε, απ’ το θέατρο τον άντλησε -απ’ τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου : «Ω, άγιε αιθέρα…».
Η ιστορία του ραδιοφώνου στην Ελλάδα, απ’ τα πρώτα σκιρτήματα που ξεκινούν το 1900 μέχρι τον πρώτο ραδιοφωνικό σταθμό -στον Πειραιά, το 1935- κι απ’ την ίδρυση του Εθνικoύ Ιδρύματος Ραδιοφωνίας επί Μεταξά μέχρι το «φτου ξελεφτερία» των «πειρατών», την επισημοποίηση των ιδιωτικών σταθμών
και τον -ανεξέλεγκτο έως αδέσποτο…- πλουραλισμό των ημερών μας με τις δεκάδες των σταθμών, περνάει συστηματικά, άψογα οργανωμένη, τοποθετημένη και στο πολιτικό της πλαίσιο, με τη συνδρομή πολλών μαρτυριών από μπουντέλια -είτε διοικητικούς είτε παραγωγούς- της ελληνικής ραδιοφωνίας, μέσα απ’ τις 432 σελίδες του πολυτελούς, καλά σχεδιασμένου απ’ την Μαρία Ζαχαριουδάκη και πλουσιότατα εικονογραφημένου τόμου. Που κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις «Polaris» για λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς. Μια έκδοση-σημείο αναφοράς στο μέλλον.


Πανέξυπνος συγγραφέας. Σπιρτόζος. Μ’ αυτό το λαμπερό, αθυρόστομο, δηκτικό χιούμορ που τσούζει. Και με εντελώς προσωπικό ύφος. Ο Γιάννης Ξανθούλης. Το μυθιστόρημά του «Οικογένεια Μπες-Βγες», που παίζει με τη μαύρη κωμωδία και με το σουρεαλισμό ενός Βιτράκ είναι ένα καλό δείγμα της γραφής του.
Η ομάδα «4Frontal» το ’κανε θέατρο. Σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη. Μια παράσταση -που παίζεται στο «Black Box» του «104», μεγάλες πιένες φέτος το «104» κι όχι άδικα- σπινταριστή. Ρυθμοί εξωφρενικοί, τρέλα -τρέλα δημιουργική- και τέσσερα ταλαντούχα κορίτσια κουρδισμένα στην εντέλεια: Ευαγγελία Καρακατσάνη -απολαυστική, τάλαντο μοναδικό, ελπίζω να μην παρασυρθεί σε εύκολες επιλογές-, Ελένη Κουτσιούμπα, Αμαλία Νίνου, Αριστέα Σταφυλαράκη.

Μ’ όλο το σεβασμό στη μνήμη του τεθνεώτος: σ’ ΑΥΤΟ το φέρετρο ακούμπησε όλη η Ελλάδα;
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

Κι η Φιλαρέτη Κομνηνού γυρίζει στο ΚΘΒΕ: για τον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας»


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Κι η Φιλαρέτη Κομνηνού γυρίζει στο ΚΘΒΕ. Το καλοκαίρι. Για να παίξει τον κεντρικό ρόλο της Κυρά Στάθαινας στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» του Δημητρίου Κορομηλά, που θα σκηνοθετήσει ο Σταμάτης Φασουλής, όπως σας έγραψα εδώ, πριν από τρεις μέρες -στις 22 Φεβρουαρίου.
Την Κυρά Στάθαινα, τη μάνα της -ερωτευμένης με τον Λιάκο- Κρουστάλλως της οποίας το χέρι ζητά ο κάποιας ηλικίας μεγαλοτσέλιγκας Μήτρος για να αποδειχθεί, τελικά, ότι η Στάθαινα είναι η αγαπημένη του στα νιάτα τους Μαριώ με την οποία είχαν χαθεί και να σμίξουν, μεσήλικες πια, αφήνοντας και τους νέους να ευτυχήσουν, είχε ερμηνεύσει στην τελευταία -περσινή- παράσταση του έργου στο «Παλλάς», σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια, η Μαρία Πρωτόπαππα ενώ στο πρώτο -και μόνο- μέχρι τώρα ανέβασμα του «Αγαπητικού» στο ΚΘΒΕ απ’ τον Κωστή Μιχαηλίδη, το 1973/1974, Κυρά Στάθαινα ήταν η Ελευθερία Σπανού.
Πρωταγωνίστρια του ΚΘΒΕ απ’ την αρχή της καριέρας της, μόλις τελείωσε την δραματική σχολή του ΚΘΒΕ -ήταν η Μπιάνκα στο «Ημέρωμα της στρίγγλας» του Σέξπιρ, στην παράσταση που έχει αφήσει εποχή του Γιώργου Σεβαστίκογλου, πλάι στην Μάγια Λυμπεροπούλου-Κατερίνα, τον Δημήτρη Καρέλλη-Πετρούτσιο και τον Ρήγα Αξελό-Λουτσέντσιο, τη σεζόν 1978/1979-, η γεννημένη στην Δράμα αλλά μεγαλωμένη στην Θεσσαλονίκη Φιλαρέτη Κομνηνού
παρέμεινε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ερμηνεύοντας σημαντικούς -πολλοί ήταν οι επώνυμοι- ρόλους και συνεργαζόμενη με σημαντικούς σκηνοθέτες, συνεχώς μέχρι το χειμώνα 1988/1989, όταν κατέβηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα για να παίξει πλάι στον Γιώργο Κιμούλη στο «Φτωχέ φονιά» του Παβέλ Κόχοουτ σε σκηνοθεσία Νίκου Κούρκουλου.
Επανήλθε στην Θεσσαλονίκη όπου παρέμεινε στο ΚΘΒΕ μέχρι τη σεζόν 1994/1995, οπότε και εγκαταστάθηκε πια στην Αθήνα για να γυρίσει στην κοιτίδα της μόνο το 2002/2003. Για να παίξει την Αλίκη στον «Χορό του θανάτου» του Στρίντμπεργκ σε σκηνοθεσία του Ανδρέα Βουτσινά με τον Στέφανο Κυριακίδη και τον Δημήτρη Σιακάρα πλάι της. Ρόλο που, κατά σύμπτωση, έπαιζε και φέτος - μέχρι την περασμένη Κυριακή- στο «Εμπορικόν», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καταλειφού με τη συνεργασία της Ελένης Σκότη, με τον ίδιο τον Δημήτρη Καταλειφό και τον Βασίλη Μπισμπίκη δίπλα της. 

Η παράσταση της Θεσσαλονίκης επαναλήφθηκε και την επόμενη σεζόν 2003/2004. Ήταν ο τελευταίος της ρόλος στο ΚΘΒΕ μέχρι το προσεχές καλοκαίρι οπότε επανέρχεται μετά από δώδεκα χρόνια απουσίας. 
Είναι η δεύτερη ελπιδοφόρα παλιννόστηση στο ΚΘΒΕ μετά την επιστροφή, την επόμενη χειμερινή σεζόν -σας έγραφα σχετικά στις 19 Ιανουαρίου-, και της Λυδίας Φωτοπούλου για να κάνει τον επώνυμο ρόλο στην «Μάνα κουράγιο» του Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς. Αξίζει να υπογραμμιστεί 
ότι οι δυο ηθοποιοί που επιστρέφουν στην Θεσσαλονίκη και στο Κρατικό ήταν επί σειρά ετών, την ίδια περίπου περίοδο, οι δυο νεαρές πρωταγωνίστριες του ΚΘΒΕ πριν και οι δυο «ξενιτευτούν» στην Αθήνα.
Η Φιλαρέτη Κομνηνού, πάντως, διατηρούσε τις επαφές της με την Θεσσαλονίκη καθώς διδάσκει, ως επίκουρη καθηγήτρια, υποκριτική στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του εκεί Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου ενώ είναι και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΘΒΕ.

February 22, 2016

Ο Σταμάτης Φασουλής σκηνοθετεί «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» το καλοκαίρι στο ΚΘΒΕ


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Ο Σταμάτης Φασουλής ανεβαίνει το καλοκαίρι στην Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο των ανοιγμάτων που κάνει ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ Γιάννης Αναστασάκης, για ν’ ανεβάσει εκεί, τέλος Ιουνίου, τον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» του Δημητρίου Κορομηλά στο -κλιματιζόμενο- «Βασιλικό Θέατρο» που για πρώτη φορά θα λειτουργήσει σε θερινή περίοδο.
Το έμμετρο ποιμενικό δραματικό ειδύλλιο (1891) του Δημητρίου Κορομηλά, που έχει αντλήσει την έμπνευσή του απ’ το ποίημα του Γεωργίου Ζαλοκώστα «Το φίλημα» (1851) -το οποίο, ήδη μελοποιημένο από συνθέτη που δεν έχει προσδιοριστεί, χρησιμοποιήθηκε στο πρώτο ανέβασμα του «Αγαπητικού» και επιζεί μέχρι σήμερα με τον τίτλο «Μια βοσκοπούλα αγάπησα»-, διαδραματίζεται στην ελληνική ύπαιθρο του τέλους του 19ου αιώνα: ο μεγαλοτσέλιγκας Μήτρος ζητάει απ’ τη χήρα Κυρά Στάθαινα το χέρι της Κρουστάλλως, της όμορφης και πολύ νεότερής του κόρης της, που, όμως, αγαπιέται με τον γιο της χήρας επίσης, Κυρά-Γιάνναινας, τον Λιάκο, ένα φτωχό τσοπανόπουλο στο οποίο, μάλιστα ο Μήτρος χρωστά τη ζωή του -παλαιότερα τον είχε σώσει από βέβαιο πνιγμό στο ποτάμι. Οι δυο άντρες συγκρούονται, τα πράγματα δείχνουν να οδηγούνται σε δραματικές εξελίξεις, η Κυρά Γιάνναινα ρίχνει σκληρές κατάρες μέχρι που αποκαλύπτεται ότι η Κυρά Στάθαινα, η μάνα της Κρουστάλλως, είναι η Μαριώ, ο χαμένος νεανικός έρωτας του Μήτρου που εκείνος ποτέ δεν την ξέχασε. Και, τελικά, τα δυο ζευγάρια σμίγουν στο ευτυχές τέλος.
«Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» του Κορομηλά, έργο εξαιρετικά δημοφιλές και ιδιαίτερα πολυπαιγμένο στο παρελθόν, που ξανάρθε στην επικαιρότητα μετά το θρίαμβο στο Εθνικό Θέατρο του άλλου δημοφιλούς δραματικού ειδυλλίου, της «Γκόλφως» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, στην ανανεωτική, έξοχη σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου, έχει να παρουσιαστεί απ’ την προηγούμενη σεζόν 2014/2015, όταν ανέβηκε στην Αθήνα, στο «Παλλάς», ως παραγωγή της «Αθηναϊκά Θέατρα» Α.Ε., απ’ τον Πέτρο Ζούλια, με Ευγενία Δημητροπούλου (Κρουστάλλω), Πάνο Βλάχο (Λιάκο), Βασίλη Μπισμπίκη (Μήτρο), Μαρία Πρωτόπαππα (Στάθαινα), Ρένη Πιττακή (Γιάνναινα) -και με τον Γιώργο Μαργαρίτη να τραγουδάει-, σε μια παράσταση που δεν ευτύχησε.
Στο ΚΘΒΕ για πρώτη φορά ανέβηκε επί χούντας, τη σεζόν 1973/1974, στο θέατρο της «Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών», σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη, με Κρουστάλλω την Λίνα Τριανταφύλλου, Λιάκο τον Δημήτρη Καρέλλη, Μήτρο τον Ανδρέα Ζησιμάτο, Κυρά Στάθαινα την Ελευθερία Σπανού, Κυρά Γιάνναινα την Ρίκα Γαλάνη. Η παράσταση αυτή, στη συνέχεια, το -δύσκολο- καλοκαίρι του 1974, είχε περιοδεύσει.
Το ανέβασμα του «Αγαπητικού» είναι η δεύτερη συνεργασία -με τη σκηνοθετική ιδιότητα- του Σταμάτη Φασουλή -που τώρα ερμηνεύει εξαιρετικά τον ομώνυμο ρόλο στον «Μπαμπά» του Φλοριάν Ζελέρ που ’χει ο ίδιος σκηνοθετήσει μ’ επιτυχία στο θέατρο «Δημήτρης Χορν»- με το ΚΘΒΕ. Το καλοκαίρι του 2012 είχε ανεβάσει εκεί τους «Ιππής» του Αριστοφάνη, με Πέτρο Φιλιππίδη και Γιάννη Ζουγανέλη, παράσταση -σε συμπαραγωγή με το Θέατρο «Ακροπόλ»- που εκπροσώπησε το ΚΘΒΕ και στην Επίδαυρο.
Την προπέρσινη σεζόν 2013/2014, όμως, στο ΚΘΒΕ είχε ανεβεί απ’ τον Γιάννη Βούρο κι η μετάφρασή του στο έργο του Θόρντον Γουάιλντερ «Η μικρή μας πόλη».
Η συμφωνία για το καλοκαιρινό ανέβασμα του «Αγαπητικού» μόλις έκλεισε, οπότε δεν έχει ακόμα γίνει λόγος για συντελεστές και διανομή.

February 21, 2016

Μικρή ιστορία βραδιάς Παρασκευής ή Πώς να γίνεστε «ανεπιθύμητος»



Τόπος: Θέατρο «Στοά», Ζωγράφου. Χρόνος: Βράδυ Παρασκευής.

Έχω τηλεφωνήσει απ’ την Τρίτη στο ταμείο για να κλείσω μια θέση, ως δημοσιογράφος, για Παρασκευή βράδυ, στην παράσταση του έργου «Με δύναμη από την Κηφισιά» των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου. Απαντάει τηλεφωνητής που ζητάει ν’ αφήσετε τ’ όνομά σας διαβεβαιώνοντας πως θα βρείτε το εισιτήριο με τη θέση σας στο ταμείο. Στο ταμείο όπου φτάνω η ταμίας μου λέει πως το όνομά μου δεν είναι στη λίστα. Εκφράζω την απορία μου: «Μα ακολούθησα τις οδηγίες του τηλεφωνητή σας». Μου λέει «πάω να ρωτήσω» και φεύγει απ’ τη θέση της. Καθυστερεί λίγο. Ενώ επιστρέφει, απ’ την είσοδο του θεάτρου βγαίνει η ηθοποιός κ. Εύα Καμινάρη, σύζυγος του γενικού διευθυντή της «Στοάς», ηθοποιού και σκηνοθέτη, Θανάση Παπαγεωργίου, και κοφτά μου ανακοινώνει: «Στο θέατρο αυτό είστε ανεπιθύμητος». Ζητώ διευκρίνιση αν εννοεί πως δε θέλουν να μου δώσουν δημοσιογραφική ατέλεια οπότε να βγάλω εισιτήριο. Μου απαντάει: «Όχι. Δεν μπορείτε να έρχεστε εδώ, όταν γράφετε για σκοταδισμό και αρχομανία». Μου γυρίζει την πλάτη και μπαίνει μέσα.
Αναφερόταν προφανώς στα σχόλια μου τα οποία αφορούσαν το θέμα της θλιβερής σύγκρουσης του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου, του οποίου πρόεδρος είναι ο κ. Θανάσης Παπαγεωργίου -αρχή άνδρα δείκνυσι…-, με τον καλλιτεχνικό διευθυντή Στάθη Λιβαθινό και τη συστηματική προσπάθεια υπονόμευσης και εξόντωσης του δεύτερου -σχόλια για το όργανο που λέγεται Δ.Σ. κι όχι προσωπικά. Σχόλια που θα υπέγραφα και σήμερα και, αν χρειαστεί, θα τα συνεχίσω -και αδιαφορώ εντελώς αν γίνομαι «ανεπιθύμητος»-, γιατί έχω ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, όπως κάθε πολίτης, να κρίνω έναν οργανισμό του δημοσίου -και να κριθώ φυσικά. Σχόλια που τα ενισχύει, μάλιστα, ακόμα περισσότερο η συγκεκριμένη κίνηση… (Αλήθεια, τι θα ’χε να πει ο κ. υπουργόςΠΟΑ επί του θέματος;).
Τα τάγματα ανεπιθυμήτων στο στρατό καθιερώθηκαν άτυπα απ’ τον Εμφύλιο και δώθε κι άφησαν εποχή επί χούντας για να διατηρηθούν μέχρι και τη μεταπολιτευτική περίοδο Καραμανλή -κάτι ξέρω επί του προκειμένου… Η Δεξιά -όλων των αποχρώσεων- ήταν που τα δόξασε. Επί δεκαετίες. Εκεί έστελναν τους στρατιώτες που δεν ήταν «δικοί» τους -τους «φακελωμένους».
Ότι θα επανερχόταν ο όρος «ανεπιθύμητος» και μάλιστα μέσω θεάτρου, ε, ούτε και στην πιο νοσηρή φαντασία… Και μάλιστα μέσω Θεάτρου με την αριστερή βούλα του κυνηγημένου -δεν μπορώ να το πιστέψω ότι αυτό συνέβη στην «Στοά»! Και να φανταστείτε πως στην αρχή της σεζόν ο κ. Παπαγεωργίου δήλωνε πως παραδίδει, φέτος, στους νεότερους συνεργάτες του τη σκυτάλη για να συνεχίσουν την πορεία που ξεκίνησε στο ίδιο θέατρο του Ζωγράφου. Καλή αρχή! Του χρόνου ας βάλουν και «πόρτα». Πώς το λέγανε εκείνο το βιβλίο του Φώντα Λάδη; «Ο καθημερινός φασισμός» νομίζω.
Ιδού, λοιπόν, τι θα πει Ήθος-ποιώ! Και προεδρεύω, έχοντας τη νοοτροπία αυτή, του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου τη τάξει κρατικού Θεάτρου. Φυσικά στο μαγαζί του ο καθένας κάνει ό,τι θέλει (Ή όχι; Δεν ξέρω ακριβώς ο νόμος τι προβλέπει, χρειάζεται ψάξιμο… Στα νυχτερινά κέντρα -μπουζούκια κλπ…, πάντως, που εφαρμόζουν το λεγόμενο face control, μου είπαν πως ποτέ δε λένε «είστε ανεπιθύμητος», λένε «είμαστε πλήρεις»…).
Για να μη μιλήσω για ΤΗΝ Αχαριστία. Εκείνοι ΞΕΡΟΥΝ. Αλλά οι μάσκες κάποτε πέφτουν… Έτσι;
Θα ήταν για κλάματα, θα ήταν για να περιπέσεις σε βαθύτατη θλίψη -στην «Στοά»!-, αν δεν ήταν για σπαρταριστά γέλια: τι κατάντια! (Ντράπηκα μόνο που στη μαρκίζα του θεάτρου υπάρχουν τα ονόματα του Δημήτρη Κεχαΐδη και της Ελένης Χαβιαρά).

Θέατρο «Στοά», 19 Φεβρουαρίου 2016.

February 18, 2016

Παναγιά μου, ένα δελτίο, θα μου φύγει το καφάσι… ή Η σημασία του να περιέρχεσαι


Το Τέταρτο Κουδούνι / 18 Φεβρουαρίου 2016  

Στην ευθύνη του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού περνά το κτίριο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Απεφασίσθη, εψηφίσθη στη Βουλή και… «‘Στόχοι του ΟΜΜΑ είναι να διευρυνθούν οι πολιτιστικές εκδηλώσεις που θα φιλοξενεί, ώστε να περιλαμβάνουν όχι μόνο την κλασική μουσική στην οποία είχε το Μέγαρο ειδικευθεί με υψηλή ποιότητα αλλά ενδεχομένως και άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες, ανάλογων υψηλών προδιαγραφών’, τόνισε στη χθεσινή του ομιλία στη Βουλή ο υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Αριστείδης Μπαλτάς» διάβασα στο σχετικό δελτίο Τύπου του ΥΠΠΟΑ. Α, καλά, εντάξει, καταλάβαμε. Ήδη, βέβαια, εδώ κι αρκετό καιρό, είχαμ’ αρχίσει να καταλαβαίνουμε… 
Αυτό το τρίξιμο που ακούγεται θα πρέπει να ’ναι τα κόκαλα του Χρήστου Λαμπράκη…



«Η Πειραιώς 260 περιέρχεται στο υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού» ήταν ο τίτλος του δελτίου Τύπου του ΥΠΠΟΑ, με το οποίο εξαπελύθη το δεύτερο, μετά την ανακοίνωση του ονόματος του Γιαν Φαμπρ για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Ελληνικού Φεστιβάλ, πυροτέχνημα. Παρακάτω αναλυόταν η σημασία του ρήματος «περιέρχεται»: «Το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού βρίσκεται σε συστηματικό διάλογο με την Εθνική Τράπεζα προκειμένου ο χώρος της Πειραιώς 260 να αποδοθεί μέσω προγραμματικής συμφωνίας στο ΥΠΠΟΑ. Ο εν λόγω χώρος θα αναμορφωθεί αφενός για να εγκατασταθεί εκεί το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και όλες οι υπηρεσίες του (γραφεία, εκθετήριο-πωλητήριο, εκμαγεία) και αφετέρου για να συνεχίσει (σ.σ. sic) να παρουσιάζονται εκεί οι παραγωγές του Ελληνικού Φεστιβάλ ακόμα πιο συστηματικά. Στον ίδιο χώρο, θα συστεγάζονται υπηρεσίες που αφορούν στην αρχαία ελληνική κληρονομιά και στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία».
Μα το ΥΠΠΟΑ -ή όπως αλλιώς το βαφτίζανε οι εκάστοτε- «βρίσκεται σε συστηματικό διάλογο με την Εθνική Τράπεζα» για το θέμα απ’ την εποχή του… Πάγκαλου. Ε, όχι και του παππού, του Θεόδωρου του νεότερου, του εγγονού, τότε -ναι!- υπουργού Πολιτισμού -μια φίλη μού το θύμισε. Ήτοι απ’ το 2000. Ή, μήπως, ο διάλογος δεν ήταν τότε «συστηματικός» κι έγινε τώρα. Πάντως, εγώ, προσωπικά, θυμήθηκα και τον Αντώνη Σαμαρά -ναι…- και τον Παύλο Γερουλάνο, επίσης υπουργούς Πολιτισμού, να μας ανακοινώνουν σε συνεντεύξεις Τύπου για το πρόγραμμα των Φεστιβάλ όχι απλώς «συστηματικό διάλογο» αλλά factum: ότι η «Πειραιώς 260» -κατόπιν ενεργειών τους, φυσικά…- έχει ΗΔΗ περιέλθει στο Ελληνικό Φεστιβάλ -είχε γίνει το κερασάκι στην τούρτα κάθε χρόνο. Και, μετά, μην είδατε τον Παναή...
Ε, ρε, ένα μπερτάχι ξύλο που έπρεπε να τους περιέλθουμε όλους αυτούς… Με τον  τωρινό, ας αναμένουμε καλοπροαίρετα να δούμε ΠΏΣ αυτός ο αχταρμάς/συστέγαση Φεστιβάλ-ΤΑΠ-άλλων υπηρεσιών θα υλοποιηθεί -ΑΝ υλοποιηθεί ποτέ. Και, κυρίως, να δούμε πώς «θα συνεχίσει (σ.σ. κατά τη διατύπωση του δελτίου) να παρουσιάζονται εκεί οι παραγωγές του Ελληνικού Φεστιβάλ ακόμα πιο συστηματικά». Αυτό το «ακόμα πιο συστηματικά» ήταν που μου πήρε τα μυαλά…
A, και τα γραφεία του Φεστιβάλ σχεδιάζουν, λέει, να τα πάνε στο Μέγαρο Μουσικής κι όχι στην Πειραιώς. Όπως και το Θεατρικό Μουσείο. Κάτι σαν Άσυλο Ανιάτων, δηλαδή, το Μέγαρο.
Μα ποιοι τα σκέφτονται και τα διατυπώνουν και τα εκστομίζουν αυτά;
(ΥΓ. Τώρα πια εν αναμονή της μεγάλης στιγμής: της ανακοίνωσης του ονόματος του νέου προέδρου/γενικού διευθυντή/διοικητικού διευθυντή -δεν ξέρω πώς, τελικά, θα τον ονοματίσουν… Ή μήπως έχει κι άλλα πυροτεχνήματα;).  



Νομίζω πως είναι ό,τι καλύτερο έχει γράψει ο Άκης Δήμου «μεταποιώντας» πεζά κείμενα -στη δευτερογενή, δηλαδή, συγγραφική ενασχόλησή του: «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα», εμπνευσμένο απ’ το εκτενές διήγημα του Ιωάννου Κονδυλάκη «Η πρώτη αγάπη» -«μια παραλλαγή στο θέμα της ‘Πρώτης αγάπης’ του Ιωάννη Κονδυλάκη» το χαρακτηρίζει ο ίδιος. Ο Άκης Δήμου έχει γράψει ένα πολύ δουλεμένο, ποιητικό, λυρικό κείμενο α λα Λόρκα -πολύ μου τον θύμισε- μεταγγίζοντας την ουσία του κειμένου του Κονδυλάκη -με πόση, μα με πόση λεπτότητα περνάει το θέμα που εισάγει, μιας απροσδιόριστης ομόφυλης ερωτικής έλξης μεταξύ Γιώργη και Άνδρα!
Κι η παράσταση των, «ειδικευμένων» πια στο ποιητικό θέατρο, «Bijoux de Kant», που είδα στο -κατάμεστο, δεν είναι τυχαίο- «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου, έχει αρθεί στο ύψος του έργου αυτού. Ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης, πιο ώριμος από ποτέ, ισορροπώντας πια την υψηλή αισθητική του με τις ανάγκες του κειμένου, με την αρμονική συνεργασία του Κώστα Δελακούρα στη μουσική, του Ανδρέα Κασάπη που υπογράφει τη λιτή «σκηνική εγκατάσταση», της Δήμητρας Λιάκουρα στα κοστούμια, της Χριστίνας Θανάσουλα στους φωτισμούς και των υπόλοιπων, έχει αναδείξει όλες τις αρετές του «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα». 

Κι έχει οδηγήσει τους -τέσσερις εδώ- ηθοποιούς του καλύτερα από ποτέ. Η υπέροχα λιτή στη Μάνα της, αγνώριστη Τάνια Τσανακλίδου -σαφώς ο καλύτερός της ρόλος στο θέατρο, συγκινητική όσο δεν πάει, όταν ανοίγει την παράσταση ψιλοτραγουδώντας α καπέλα το «Θαλασσάκι»-, η πάντα φευγάτη Λένα Δροσάκη, ιδανική για το ρόλο της Βαγγελιώς, ο πολύ ταλαντούχος Γιάννης Παπαδόπουλος που βγάζει τα σπλάχνα του επί σκηνής, ο μετρημένος, άψογα υπαινικτικός Νικόλας Αγγελής, καλά δεμένοι μεταξύ τους, αποδίδουν τα μέγιστα. Τρέξτε να τη δείτε αυτή την παράσταση!



Α, και να μην το ξεχάσω. Το έργο του Άκη Δήμου έχει πολύ καλή τύχη και στη θεωρητική του υποστήριξη. Τόσο το καίριο κείμενο της θεατρολόγου Δήμητρας Κονδυλάκη -εκ πλαγίου απογόνου του συγγραφέα- στο πρόγραμμα της παράστασης του «Θεάτρου Τέχνης» όσο και η πληρέστατη, άκρως διαβαστερή και καθόλου δασκαλίστικη -με την κακή έννοια- εισαγωγή που συγκρίνει τα κείμενα Κονδυλάκη και Δήμου και την οποία υπογράφει η Λίνα Ρόζη, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών, στο τυπωμένο έξοχα στη σειρά «Ελληνικό Θέατρο» των Εκδόσεων Σοκόλη, που μεγάλο και γόνιμο ενδιαφέρον δείχνουν για το θέατρο -και μέσα απ’ τη σειρά τους «Παγκόσμιο Θέατρο»-, ανοίγουν στον αναγνώστη και στο θεατή ευρείς, καρποφόρους ορίζοντες. 



Τώρα, δηλαδή, η Λυρική είναι ικανοποιημένη απ’ το ανέβασμα του «Κουρέα της Σεβίλης» του Ροσίνι που παρουσιάζει; Και πιστεύει -όσες επιμέρους αρετές μπορεί να ’χουν οι καλλιτέχνες- πως με διανομές όπως αυτή, του «Κουρέα» -την πρώτη είδα-, με την εξαίρεση του Τάσου Αποστόλου-Ντον Μπαζίλιο, στο καινούργιο θέατρο -επέστη ο χρόνος-, όσο υπερτέλειο κι αν είναι -πόσο μάλλον…- μπορεί να προωθηθεί στην πρώτη σειρά των ευρωπαϊκών οπερατικών Θεάτρων;



Αντιφατικές οι εντυπώσεις που μου άφησε ο «Χορός του θανάτου» -το Μέρος Ι της διλογίας του Στρίντμπεργκ- που ’χει ανεβάσει ο Δημήτρης Καταλειφός σε συνεργασία με την Ελένη Σκότη στο «Εμπορικόν». Το πρώτο μέρος της παράστασης μου φάνηκε άχρωμο, χωρίς ενέργεια, επίπεδο, άτολμο, φοβισμένο και με κάποιες κακοτεχνίες -λίγο βαρέθηκα. Στο δεύτερο, η ενέργεια ανεβαίνει, η παράσταση αποκτά τσαγανό, η Φιλαρέτη Κομνηνού -επιβλητική παρουσία, τη θυμήθηκα να κάνει τον ίδιο ρόλο, της Αλίς, κι όταν είχε ανεβάσει μια συνεπτυγμένη εκδοχή ολόκληρης της διλογίας ο Ανδρέας Βουτσινάς το 2002, στο ΚΘΒΕ-, που στο πρώτο μέρος μου φάνηκε εγκεφαλική και επιφανειακή, σα να βρίσκεται ξανά στα νερά της, βαθαίνει την ερμηνεία της και μετασχηματίζει το αδιαμφισβήτητο κύρος της και σε αλήθεια.
Η ερμηνεία, πάντως, του Δημήτρη Καταλειφού ως Έντγκαρ -Κουρτ επαρκής, ο Βασίλης Μπισμπίκης-, απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, έχει συνέπεια και ψαχνό ενώ η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου στίζει το στριντμπεργκικό κείμενο με άποψη και συνέπεια. 



Ποιος να τη φανταζόταν τη θεατρική καριέρα που θα ’κανε το «Insenso» του Δημήτρη Δημητριάδη! Είτε ως μονόλογος είτε ως κομμάτι για δυο είτε ως «κοράλ». Απ’ το καλοκαίρι του 2007, όταν το πρωτοανέβασε ο Στέλιος Κρασανάκης στο Φεστιβάλ της Νάξου με ερμηνεύτρια την Ρούλα Πατεράκη. Κι ο Εμμανουήλ Κουτσουρέλης το ’κανε ως γυναικεία «διφωνία», κι ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης ως μονόλογο με άντρα ηθοποιό, κι ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ως -πολυπληθές- «κοράλ» στο Φεστιβάλ Αθηνών, σε τοπίο… εξωτικό -ένα έλος πλάι στην «Πειραιώς 260»-, κι η Ελευθερία Φούκη ως «διφωνία» γυναίκας-άντρα…
Δεν ξέρω αν κάτι μου ξεφεύγει, πάντως, ιδού τώρα κι άλλο ένα ελληνικό ανέβασμα του έργου αλλά στην Πολoνία -προς το παρόν. Ως γυναικείος μονόλογος κι αυτή τη φορά. Που άνοιξε μάλιστα, στις 15 Ιανουαρίου, την αυλαία των εκδηλώσεων «Βρότσλαφ, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης». Σε σκηνοθεσία Πέτρου Σεβαστίκογλου, με την Αλεξάνδρα Καζάζου και σε παραγωγή του Ινστιτούτου Γκροτόφσκι -δε χρειάζονται διευκρινήσεις, ξέρετε…- και της «Avant Art».
Η παράσταση, που παίχτηκε, βέβαια, στα ελληνικά, θα συμμετάσχει και στην Θεατρική Ολυμπιάδα η οποία θα πραγματοποιηθεί το φθινόπωρο, επίσης στο Βρότσλαφ, με παραστάσεις σκηνοθετών όπως ο Ταντάσι Σουζούκι, ο Πίτερ Μπρουκ, ο Εουτζένιο Μπάρμπα, ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, ο Ρομέο Καστελούτσι, ο -δικός μας πια…- Γιαν Φαμπρ, ο Ρόμπερτ Γουίλσον…

February 14, 2016

Συναρπαστική ερμηνεία στα… κορακίστικα ή Κλοντ Βιβιέ: μια αποκάλυψη


Αποκάλυψη! Είναι γνωστό προ πολλού το μουσικό σύνολο «Ergon Ensemble» για την εξαιρετική δουλειά του στην προώθηση της σύγχρονης μουσικής στον τόπο μας. Αλλά το αφιέρωμά του σε έναν άγνωστό μου/μας, τόσο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, συνθέτη πρέπει να υπογραμμιστεί: αποκαλυπτικό! Δεν ξέρω αν είχε παιχτεί στο παρελθόν έργο του Κλοντ Βιβιέ (1948-1983) στην Ελλάδα -μόνο στο ηχογραφημένο μουσικό παστίς-«χαλί» για τη χορογραφία «Continu» της Σάσα Βάλτς, που παρουσίασε το συγκρότημα «Σάσα Βάλτς και Καλεσμένοι» στο Φεστιβάλ Αθηνών του 2012, εντόπισα ένα έργο του- η συναυλία-αφιέρωμα, όμως, στον Καναδό -από τον γαλόφωνο Καναδά- συνθέτη ήταν ένα γεγονός που, έτσι κι αλλιώς, θα μπορούσε να θεωρηθεί πρωτιά: 

το «Ergon Ensemble» μάς τον γνώρισε ουσιαστικά, με πέντε από τα 49 έργα που πρόλαβε να αφήσει στα 35 χρόνια που έζησε -μία ζωή με πολύ σκληρή αρχή, καθώς οι άγνωστοι γονείς του τον εγκατέλειψαν μόλις γεννήθηκε και πέρασε τα πρώτα χρόνια του σε ορφανοτροφείο μέχρι να τον υιοθετήσει μία φτωχή οικογένεια και ακόμα πιο σκληρό, τραγικό τέλος, καθώς δολοφονήθηκε άγρια στο διαμέρισμά του στο Παρίσι από έναν εραστή της μιας νύχτας που είχε γνωρίσει το ίδιο βράδυ σε κάποιο μπαρ. Μας γνώρισε ένα συνθέτη με σύγχρονη αλλά εντελώς προσωπική γλώσσα όπου ανίχνευσα επιδράσεις Ντεμπισί -στα ηχοχρώματά του- και Σοστακόβιτς -στις δυναμικές του-, επιδράσεις, πάντως, χωνεμένες απόλυτα και δημιουργικά μετασχηματισμένες.
Η συναυλία άνοιξε με το έξοχο -σε πολλά σύντομα μέρη- «Και θα ξαναδώ αυτή την παράξενη πόλη» για ενόργανο σύνολο (1981), ένα κομμάτι που αρχίζει και κλείνει -σαν κύκλος- «εμβατηριακά». Ακολούθησε το συγκλονιστικό σόλο για πιάνο «Σιράζ» (1977). 
Ο σολίστας Χρήστος Σακελλαρίδης, παρά τις μεγάλες δυσκολίες του κομματιού, έδωσε μία πολύ δυνατή εκτέλεσή του.
Το πρώτο μέρος της συναυλίας έκλεισε με το επίσης για ενόργανο σύνολο -και επίσης ιδιαίτερα ενδιαφέρον- κομμάτι (1977) του Βιβιέ «Η νήσος Ντεβάτα» (Ντεβάτα: το παρατσούκλι του Μπααλί).
Το δεύτερο άνοιξε με το «Παραμαρίμπο» (1978), ένα ιδιότυπο «κουαρτέτο» για φλάουτο (Νίκος Νικόπουλος), βιολί (Κώστας Παναγιωτίδης), τσέλο (Δημήτρης Τραυλός) και πιάνο (Στέφανος Νάσος). Ένα κομμάτι που διερευνά με ιδιαίτερο τρόπο τις σχέσεις ανάμεσα στα τέσσερα όργανα κλείνοντας με μία κρατημένη βαθιά ανάσα των τεσσάρων μουσικών που έδωσαν το καλύτερο και όπου ο καλός πιανίστας Στέφανος Νάσος διακρίθηκε και στο… σφύριγμα που ζητάει ο συνθέτης!

Φινάλε, με το εκπληκτικό «Μπουσαρά» για σοπράνο, κουιντέτο ξύλινων πνευστών, κουαρτέτο εγχόρδων και κρουστά (1981). Ένα διαρκές τραγούδι χωρίς κενό, χωρίς ανάσα, συνοδευόμενο συνεχώς από τη μουσική, σε κείμενο του ίδιου του συνθέτη: κείμενο που είναι γραμμένο στα κορακίστικα -σε ανύπαρκτη, δηλαδή, σε φανταστική γλώσσα! Η Άρτεμις Μπόγρη, με φωνή κρυστάλλινη, δεν τραγούδησε μόνο συναρπαστικά.
Έφερε εις πέρας, με τη συμπαράσταση του συνόλου, το… απεγνωσμένο εγχείρημα να τραγουδήσει με βαθύτατο συναίσθημα, να ερμηνεύσει σε μία ανύπαρκτη γλώσσα, θριαμβευτικά.
Ο Ολανδός αρχιμουσικός Κάσπερ Ντε Ρο, ακριβέστατος, διηύθυνε με απόλυτη επιτυχία την συναυλία. Μία συναυλία που πιστώνεται στις προσφορές της «Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών».

ΥΓ. Κατά σατανική σύμπτωση το αφιέρωμα στον Κλοντ Βιβιέ, που από το ορφανοτροφείο ξεκίνησε τη ζωή του, ήρθε στην «Στέγη» τρεις μέρες μετά την παράσταση των Αρσακείων με «Τα παιδιά της χορωδίας», όπου ο ένας από τους δύο βασικούς ήρωες, ο αφηγητής-μαέστρος Πιερ Μοράνζ, είναι ένα παιδί του ορφανοτροφείου που διέπρεψε ως μουσικός… (Φωτογραφίες: Γιάννης Σούλης).

«Ergon Ensemble», «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» Ιδρύματος Ωνάση, 13 Φεβρουαρίου 2016.

February 11, 2016

Του Φαμπρ η φάμπρικα… ή Έγκλημα χωρίς τιμωρία


Το Τέταρτο Κουδούνι / 11 Φεβρουαρίου 2016


Ο Γιαν Φαμπρ, λοιπόν, στο Ελληνικό Φεστιβάλ. Καλλιτεχνικός διευθυντής -κι όχι πρόεδρος. Αλήθεια πρόεδρος ποιος θ’ αναλάβει; Διοικητικός διευθυντής ποιος θ’ αναλάβει; Μήπως πίσω εχ’ η αχλάδα την ουρά; Μήπως, μέσω Φαμπρ, στήνουν φάμπρικα; Επιτρέψτε μου να ’μαι καχύποπτος… 
Αναμφισβήτητα καλλιτέχνης πρώτης γραμμής. Αλλ’ αυτός ο καλλιτέχνης πρώτης γραμμής -και ακραίων, βέβαια, πειραματισμών…- ο οποίος δεν έχει καμιά σχέση με την ελληνική πραγματικότητα/νοοτροπία -δέκα, είκοσι, εκατό φορές περισσότερο απ’ τον Γιώργο Λούκο που τον κατηγορούσαν γι αυτό- θα μπορέσει ν’ ανεχτεί την ελληνική πραγματικότητα, να συμβιβαστεί με την ελληνική πραγματικότητα, να υποταχτεί στην ελληνική πραγματικότητα και μάλιστα τη ΣΗΜΕΡΙΝΗ ελληνική πραγματικότητα; Κι η σημερινή ελληνική πραγματικότητα, αυτοί οι πασίγνωστοι «κύκλοι», οι ίδιοι οι οποίοι ξεσηκώθηκαν για την «Ισορροπία του Nash» του Εθνικού και της Πηγής Δημητρακοπούλου, που βασιζόταν -και- σ’ ένα κείμενο του Σάββα Ξηρού, θ’ ανεχτούν τον Γιαν Φαμπρ;
Δε θέλω να το παίξω Κασσάνδρα αλλά καθόλου αισιόδοξος δεν είμαι. Μακάρι να διαψευστώ αλλά προβλέπω μεγάλα πανηγύρια -με την κακή έννοια… Εδώ είμαστε και θα δείτε/-ούμε: αν αυτοί που ’φεραν τον Φαμπρ, θα συνεχίζουν, σ’ έξι μήνες, να θεωρούν την επιλογή τους λαμπρή επιτυχία ή θ αντιληφθούν πως επρόκειτο για γκάφα ολκής. Το μέλλον εγγύς… (Η δεύτερη φωτογραφία απ’ την πρόσφατη παράστασή του «Όρος Όλυμπος» που παίχτηκε και στην Θεσσαλονίκη).
ΥΓ. Την -ολίγων λεπτών…- αποκλειστικότητα της είδησης για τον Γιαν Φαμπρ που προσφέρθηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών», λίγο πριν απ’ την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, φυσικά και τη θεωρώ απολύτως δίκαιη. Και την κατανοώ απολύτως. Εκείνη είναι που ’κανε τόσο κόπο για να γκρεμίσει το Λουκισμό και να καθαρίσει το δρόμο προς έναν Φαμπρ (και ποιος ξέρει και προς ποιον άλλο…). Ε, να μην αμειφθεί αναλόγως; 


Αντλημένο απ’ τη διαβόητη στήλη «Οι κριτικές του κοινού» της ηλεκτρονικής σελίδας του «Αθηνοράματος» -κάτω απ’ την παράσταση «Έγκλημα και τιμωρία» του Σωτήρη Χατζάκη στο Εθνικό. Σας το σερβίρω όπως ακριβώς δημοσιεύεται -διατηρώντας και την ορθογραφία: «καλες ερμηνιες,μ αρεσε που παιζαν νεοι ηθοποιοι,ομως η γλωσσα του παπαδιαμαντη με κουρασε πολυ.αν καποιος δεν ειναι εξοικειωμενος με τη δυμοτικη μια τετοια παρασταση 3.5 ωρες θα τον εξοντωσει!την προτινω ΜΟΝΟ σε οποιον ασχολειται με τη δυμοτικη». 



Εγώ, πάντως, την είδα την παράσταση καθώς ασχολούμαι με τη «δυμοτική». Και, συγκινημένος, θυμήθηκα πότε «πρωτοδιάβασα» - ή μάλλον πότε πρωτογνώρισα…- το έργο και, γενικώς, τον Ντοστογιέφσκι: παις ων εν τοις «Κλασικοίς Εικονογραφημένοις» της «Ατλαντίδος». Διότι η παράσταση τα «Κλασικά Εικονογραφημένα» ανακαλεί… Με σκηνικά της Έρσης Δρίνη που θυμίζουν Καραγκιόζη -δεξιά το σαράι, αριστερά η καλύβα του Καραγκιόζη-, μόνο που ο μπερντές έχει στηθεί πίσω, φόντο, με κάτι πετρουπολίτικους(;) τρούλους.
Τώρα γιατί ο Σωτήρης Χατζάκης επέλεξε για την παράστασή του την -εκ του γαλικού προφανώς- και εις βυζαντινίζουσαν καθαρεύουσαν -1889 ήταν, βλέπετε, που την έκανε…- του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου… «Λόγω γλώσσας και λόγω τελεστικού πυρήνα, σε περιοχές ιερής πράξης», λέει -στο υπό τον τίτλον «Βίβλος πεπτωκότων αγγέλων» (σ.σ. σώσον Κύριε…) σημείωμά του στο πρόγραμμα. Και δώστου οι μάσκες, και δώστου τα φαντάσματα -αδυναμία τούς έχει ο σκηνοθέτης, και στην «Λωξάντρα» του πηγαινοέρχονταν φαντάσματα στη σκηνή-, και δώστου τα αίματα, κι οι κόκκινες κορδέλες και τα τεντωμένα κόκκινα μπουρνούζια (!), και δώστου κάτι «υπερυψωμένα» καπέλα  α λα... Μαγκρίτ (!!!), και δώστου τα καλογεράκια και τα κεράκια -μπαταρίας, με ηλεκτρική φλόγα…
Και δώστου να μιλούν οι ηθοποιοί μια γλώσσα που δε μιλιέται, τεχνητή και που δεν μπορούν και δεν ξέρουν να τη μιλήσουν ούτε ο σκηνοθέτης ξέρει να τους τη διδάξει, και δώστου ν’ ακούω κάτι ελληνικούρες του στιλ «αι σοροί ΗΤΟ καλυμμέναι με αίμα» που να μην ξέρω σε ποιον να τις αποδώσω: στον Παπαδιαμάντη, στο διασκευαστή για το θέατρο Σωτήρη Χατζάκη -διότι ο λόγος που ακούγεται, τελικά, ΔΕΝ είναι του Παπαδιαμάντη, του Σωτήρη Χατζάκη είναι, που εκείνος έκανε τη θεατροποίηση και μετέτρεψε το πεζό σε μυξοκαθαρευουσιάνικους διαλόγους- ή σε σαρδάμ των ηθοποιών;… Έγκλημα. Χωρίς τιμωρία. Και να κουβαλούν τα σχολεία για να γνωρίσουν τον Παπαδιαμάντη...
Κι οι ηθοποιοί, ο σώζων εαυτόν σωθήτω... Κι αν ο Θέμης Πάνου είναι πολύ καλός ως Πορφύριος Πετρόβιτς ή αν η Μελισσάνθη Μάχουτ είναι καλή επιλογή για Σόνια ή αν η Ταμίλα Κουλίεβα πάσχει εκ βαθέων ως Κατερίνα Ιβανόβνα (διατηρώ τη μεταγραφή των ονομάτων στα ελληνικά της εποχής της μετάφρασης, όπως την έχει κάνει ο Παπαδιαμάντης και την έχει κρατήσει ο Χατζάκης), υπάρχουν πολλοί που ατυχούν: υπερβολές, παλιό θέατρο, μούτες όταν σιωπούν επί σκηνής σα για να προσελκύσουν την προσοχή, λάθος τονισμοί, απεγνωσμένες ορθοφωνικές προσπάθειες…
Όσο για τον καινούργιο Γιάννη Νιάρρο, ηθοποιός με προσόντα φαίνεται αλλά είναι τόσο επιφανειακός ο… Ροδίων Ρωμάνοβιτς Ρασκολνικώφ του (άκουγα τα ονόματα κι όλο περίμενα από κάπου να εμφανιστεί κι η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου -ή, έστω, το φάντασμά της…) -μια μαγκιά βγάζει κι η καθαρεύουσα στο στόμα του ηχεί σαν τσίχλα που τη μασάει χωρίς να του αρέσει. Περιμένω να τον δω σκηνοθετημένο από άλλο σκηνοθέτη, σε ομιλούμενα ελληνικά.


Εγώ, με το φτωχό μου το μυαλό, αυτό δεν το ’χω καταλάβει: ο Στάθης Λιβαθινός, λέει, οδηγήθηκε στην απόφαση να κατεβάσει την «ανατρεπτική» -άντε, καλέ…- «Ισορροπία του Nash» απειλημένος όχι από ανώνυμες απειλές αλλά από απειλές των χορηγών του Εθνικού ότι θα κόψουν τις χορηγίες, όπως διάβασα. Κι αναρωτιέμαι εγώ -με το φτωχό μου το μυαλό και πάλι: ποιοι είναι «οι χορηγοί» του Εθνικού φέτος; Ο εξής ένας: το Ίδρυμα Ωνάση. Με 220.000 ευρώ. Άρα το Ίδρυμα Ωνάση είναι που απείλησε; Μα το Ίδρυμα Ωνάση έχει αφήσει ελεύθερη τη «Στέγη» του ν’ ανεβάσει τα κέρατά της. Τόσο που έχω ήδη, προ πολλού, απορήσει. Ακόμα, για παράδειγμα, θυμάμαι την έξοχη- παράσταση «Πόλη-κράτος» του Γιάννη Λεοντάρη και της -τότε- «Κανιγκούντα» του. Εκεί να δεις ανατροπές…
Άρα δε λογοκρίνει τις δικές του παραστάσεις και θα εκβιάσει λογοκρισία σε παράσταση του Εθνικού του οποίου είναι χορηγός; Ε, ντεν καταλαβαίνει… Τίποτα.



Ζουν ανάμεσά μας. Είναι στα σπίτια μας. Οι «καθαρίστριες». Οι «ξένες» -στην πλειονότητά τους. Μας ξεβρωμίζουν. Ξεσκατίζουν τους ανήμπορους γέρους μας. Μας πλένουν, μας σιδερώνουν, μας μαγειρεύουν. Μας ανέχονται. Μπορεί να τις λένε Λουλιέτα και να τις νοιώθουμε σαν αδερφές μας. Μπορεί και όχι… Αυτές που διάλεξαν ο Ανέστης Αζάς κι ο Πρόδρομος Τσινικόρης -οι γνωστοί… ανατροπείς της «Πειραματικής Σκηνής» του Εθνικού- τις λένε Μέιμπελ -παιδί του νοτιοαφρικάνικου απαρτχάιντ-, Ροσίτσα -μια φοβερή Βουλγάρα, τσαμπουκάς-, Φρέντα -αρχιτεκτόνισσα-, Ντρίτα -η καθηγήτρια πανεπιστημίου, μαμά του ηθοποιού/σκηνοθέτη Ένκε Φεζολάρι- και Βαλεντίνα -άλλοτε μέλος συγκροτήματος εθνικών χορών της πατρίδας της, που της φαίνεται αυτό και στο τραγούδι και στην κίνηση. Είναι, αντίστοιχα, απ’ την Νότια Αφρική, την Βουλγαρία, τις Φιλιππίνες, την Αλβανία, και την Μολδαβία.
Τις διάλεξαν και μαζί τους έστησαν μια παράσταση θεάτρου-ντοκιμαντέρ. Με θέμα την ταυτότητα της αλλοδαπής «καθαρίστριας» στην Ελλάδα του 2016. Όπου αναπόφευκτα υπεισέρχονται τα θέματα του ρατσισμού -«περνούσα και φώναζε μία, από ένα μπαλκόνι, ‘ελάτε να δείτε μια μαύρη’»… λέει η Μέιμπελ-, του καθημερινού φασισμού -η «Χρυσή Αυγή» του Αγίου Παντελεήμονα είναι κι αυτή παρούσα, δε γινότανε ν απουσιάζει…-, της μετανάστευσης, της εξοντωτικής γραφειοκρατίας... Οι δυο σκηνοθέτες δημιούργησαν μια παράσταση βαθιά συγκινητική -όταν η Ροσίτσα λέει πως, αφότου πήγε στην πρώτη της «κυρία» κι είδε τα πέντε παιδιά που εκείνη είχε και θυμήθηκε τα δικά της, τα αφημένα στην Βουλγαρία, και δάκρυσε κι η «κυρία» της είπε «δε θα κλαις ποτέ μπροστά στα παιδιά μου, μόνο στο κρεβάτι σου», περίμενε πότε θα περάσει η μέρα για να πάει στο κρεβάτι της να κλάψει, εσύ βγάζεις το σκασμό και κρατάς την ανάσα σου μην τα μπήξεις- αλλά και μια παράσταση αφοπλιστικά χαριτωμένη, με χιούμορ που οι πέντε κυρίες διαθέτουν άφθονο. Μια παράσταση απόλυτα ισορροπημένη -εν όψει της διεθνούς περιοδείας πρέπει να δουλέψουν τα βίντεο- και ουσιαστική.
Κυρίες, Σας ευχαριστούμε. Για την παράσταση αυτή. Και για όλα. Και συγγνώμη. Για την «κυρία» που σιχαινόταν να δώσει στη -μαύρη- Μέιμπελ να πιει νερό από ποτήρι του σπιτιού και της το ’δινε σε ποτηράκι πλαστικό.
Η παράσταση ονομάζεται «Καθαρή πόλη» και παίζεται στο προπύργιο της αντίδρασης που ονομάζεται «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» του Ιδρύματος Ωνάση (φωτογραφίες Χριστίνα Γεωργιάδου). 



«Ο βασιλεύς ‘Ριχάρδος Γ΄’ απέθανε. Ζήτω ο βασιλεύς ‘Ριχάρδος Γ΄’ θ’ ανακράξουμε εντός ολίγων ημερών. Στις 14 Φεβρουαρίου κατεβαίνει απ’ την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού ο «Ριχάρδος Γ΄» του Γιάννη Χουβαρδά με τον Δημήτρη Λιγνάδη, πριν τις εννιά του μακαρίτη -συγκεκριμένα στις 18 Φεβρουαρίου- το σεξπιρικό ιστορικό δράμα ανεβαίνει στο «Σύγχρονο Θέατρο». Σε διασκευή για επτά ηθοποιούς της παλαιάς μετάφρασης του Κ. Καρθαίου (σκέτο Κ. -κι όχι Κώστας, όπως λανθασμένα τον θέλει το σχετικό δελτίο Τύπου αλλά κι η τράπεζα δεδομένων του (το πάλαι ποτέ) Εθνικού Κέντρου Βιβλίου- προερχόμενο απ’ το βαφτιστικό του αξιωματικού του στρατού Κλέανδρου Λάκωνος που, ως ποιητής και μεταφραστής, χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Κ. Καρθαίος) απ’ τον Σάββα Κυριακίδη και σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά. 
Το εντελώς ιδιαίτερο της παράστασης: στον επώνυμο ρόλο, μια γυναίκα, η Καίτη Κωνσταντίνου. Η οποία, απόφοιτος 1986 του «Θεάτρου Τέχνης», αν κι η τηλεόραση είναι που την ανέδειξε, φαίνεται ότι ψάχνεται και πολύ το εκτιμώ αυτό, ασχέτως αποτελέσματος που θα δούμε. Τη σεζόν 2010/2011 είχα, μάλιστα, ιδιαίτερα εκτιμήσει την υποκριτική της εξέλιξη που διαπίστωσα στην -όχι «εύκολη»- δηκτική κωμωδία της Μισέλ Λόου «Στο ψυγείο» η οποία είχε παρουσιαστεί στο «Διάνα» (Η πρώτη φωτογραφία του Πάτροκλου Σκαφίδα). 




Τη θυμάμαι την Νατάσα Μανίσαλη που χάθηκε στις 5 Φεβρουαρίου. Απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα. Με «Τα Παιδιά του Εθνικού», μια απόπειρα -που δεν ευοδώθηκε- επανάληψης του πειράματος του «Ελεύθερου Θεάτρου»/«Ελεύθερης Σκηνής» από ταλαντούχους φρέσκους απόφοιτους της δραματικής σχολής του Εθνικού, οι οποίοι δημιούργησαν ομάδα, σ’ επιθεώρηση με τον τίτλο «Έλα Βουλή στον τόπο σου» στην ταράτσα του «Λαμπέτη», καλοκαίρι του ’85. Σαρωτική! Ταλεντάρα! Ίσως και να ’ταν η πρώτη της εμφάνιση. Ας είναι αναπαυμένη.