March 30, 2016

«Πλατεία ηρώων» του Μπέρνχαρντ στο θέατρο «Λευτέρης Βογιατζής» απ’ τον Δημήτρη Καραντζά με Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μαρία Σκουλά, Χρήστο Στέργιογλου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Το άπαιχτο στην Ελλάδα, ύστατο -και εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα...- έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ «Πλατεία ηρώων», που η πρεμιέρα του στην Αυστρία προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο,  θ’ ανεβάσει τον προσεχή Ιανουάριο, ο Δημήτρης Καραντζάς στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής» με πρωταγωνιστές την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την Μαρία Σκουλά, τον Χρήστο Στέργιογλου, την Υβόννη Μαλτέζου, την Άννα Καλαϊτζίδου, τον Γιώργο Μπινιάρη, την Σύρμω Κεκέ -θίασος γερός που δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί- και σε παραγωγή της «Λυκόφως» του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου.

Το έργο αρχίζει μετά την αυτοκτονία του στοχαστή και φιλόσοφου καθηγητή Γιόζεφ Σούστερ, στην Βιένη, το 1988, χρονιά που το «Πλατεία ηρώων» πρωτοπαίχτηκε. To 1938, 50 χρόνια πριν, ύστερα απ το «Άνσλους» -την «Σύνδεση»-, ήτοι, στην πραγματικότητα, την προσάρτηση της Αυστρίας στην Γερμανία, που ο Άντολφ Χίτλερ είχε κηρύξει στην κεντρική πλατεία Ηρώων -εξ ου κι ο τίτλος του έργου- της Βιένης, μπροστά απ’ το ανάκτορο Χόφμπουργκ, ενώπιον ενός καθόλου ευκαταφρόνητου πλήθους ενθουσιώντων Αυστριακών…, ο εβραίος καθηγητής είχε χάσει τη θέση του στο πανεπιστήμιο, το είχε σκάσει απ’ τους εθνικοσοσιαλιστές κι είχε αφήσει την Αυστρία για να βρει καταφύγιο στην Οξφόρδη. Μετά το τέλος του πολέμου, τη δεκαετία του ’50, ο δήμαρχος της Βιένης του είχε ζητήσει να γυρίσει στο πανεπιστήμιο, πράγμα που και έκανε. 
Αλλά οι διαπιστώσεις του, τα χρόνια που μεσολάβησαν, πως η κατάσταση στη σύγχρονη Αυστρία είναι «πολύ χειρότερη απ’ ό,τι πριν από 50 χρόνια» κι ότι ο αντισημιτισμός των συμπατριωτών του παραμένει αλώβητος τον οδηγούν να μη δει άλλη διέξοδο εκτός απ’ την αυτοκτονία και να πηδήξει απ’ το μπαλκόνι του διαμερίσματός του που, όχι τυχαία, βλέπει την πλατεία Ηρώων. Η οικογένειά του, μετά την κηδεία, συγκεντρώνεται στο διαμέρισμά του και συζητάει πάνω στα στοιχεία που οδήγησαν τον καθηγητή στο απονενοημένο διάβημα. 
Ο ακραίος, δύστροπος, μονόχνωτος, εμμονικός, εριστικός, εμπαθής, μεμψίμοιρος, μισάνθρωπος -αλλά πολυβραβευμένος- Μπέρνχαρντ που δεν έπαυε να θίγει τα κακώς κείμενα στην πατρίδα του, την Αυστρία - «πολιτιστικό και πνευματικό βόθρο» και «μουσείο καθολικο-εθνικοσοσιαλιστικής τέχνης» την αποκαλούσε, όπως έχει γράψει ο Αλέξανδρος Ίσαρης ο οποίος τον έχει μεταφράσει κι έχει επισταμένως ασχοληθεί με τη δουλειά του- και δεν έπαυε να προκαλεί με τα έργα του και τις δηλώσεις του την αυστριακή ηγεσία, το κατεστημένο και, γενικά, τους συμπατριώτες του τους οποίους συχνότατα αποκαλούσε «ηλίθιους καθυστερημένους μικροαστούς που δεν έχουν τίποτα να πουν», στο έργο του αυτό, που έμελλε να είναι το τελευταίο του απ’ τα δεκαοκτώ που άφησε -πέθανε, στα 58 του χρόνια, την επόμενη χρονιά, το 1989-, εκθέτει και πάλι ανοιχτά και με χιούμορ βιτριολικό, έστω και αγγίζοντας την υπερβολή, την πολιτική, ηθική και πνευματική εικόνα της Αυστρίας.
Το έργο που πρωτοανέβηκε στο κρατικό «Μπούργκτεάτερ» της Βιένης -το Εθνικό Θέατρο της Αυστρίας- στις 14 Οκτωβρίου του 1988, μέρα της συμπλήρωσης ακριβώς 100 χρόνων απ’ τα εγκαίνια του ιστορικού θεάτρου, σε σκηνοθεσία του τότε (και απ’ το 1986 μέχρι το 1999) καλλιτεχνικού διευθυντή του Κλάους Πάιμαν, στενού συνεργάτη του Μπέρνχαρντ και σχεδόν μόνιμου σκηνοθέτη των έργων του στο πρώτο τους ανέβασμα, είχε αρχίσει να προκαλεί βίαιες αντιδράσεις στον αυστριακό Τύπο
-πόσο μάλλον όταν με το ανέβασμα αυτό γιορταζόταν τα 100 χρόνια του Μπούργκτεάτερ, ενός θεάτρου που αντιπροσώπευε μια παράδοση ριζωμένη στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και που το ρεπερτόριό του αυτή την παράδοση αντανακλούσε, καθώς είχε μυριστεί, επιπλέον, ο Τύπος πως ανεβαζόταν μάλλον και για την επέτειο των 50 χρόνων απ’ το «Άνσλους»…- πριν ακόμα απ’ την πρεμιέρα του που έγινε προσπάθεια να ακυρωθεί ενώ ηθοποιοί έφυγαν απ τις δοκιμές αρνούμενοι να παίξουν στο συγκεκριμένο έργο. Ο σχετικά πρόσφατα διορισμένος στη διευθυντική θέση, την πιο εξέχουσα κι επιδραστική, ίσως, στο χώρο των παραστατικών τεχνών στην Αυστρία, Κλάους Πάιμαν, εξάλλου, καλλιτεχνικός διευθυντής προηγουμένως στην Στουτγκάρδη και το Μπόχουμ, έφερε, επίσης, τη φήμη του προκλητικού αλλά και του συμπαθούντος την Αριστερά. 
Ο Μπέρνχαρντ στο έργο χαρακτηρίζει, όπως διαβάζω στα πολύτιμα «Θεατρικά Τετράδια» του Νικηφόρου Παπανδρέου (τεύχος 37, Αφιέρωμα στον Τόμας Μπέρνχαρντ), τους Αυστριακούς «αργόστροφους», «μαζικούς δολοφόνους» και «αδιόρθωτους νάτσι» -το νεονατσιστικό Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας του Γιόργκ Χάιντερ ήδη ανερχόταν-, τον τότε πρόεδρο της Αυστρίας Κουρτ Βάλντχάιμ, πρώην Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ αλλά και
αξιωματικό της Βέρμαχτ στον πόλεμο, με υπηρεσία στην Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα, που είχε κατηγορηθεί για ανάμειξη σε εγκλήματα πολέμου, ως «ψεύτη», τον τότε αυστριακό καγκελάριο Φραντς Βρανίτσκι ως «κομπιναδόρο του χρηματιστηρίου» και τους σοσιαλιστές του πρώην καγκελάριου Μπρούνο Κράισκι, «που δεν είναι πια σοσιαλιστές», ως «νεκροθάφτες του κράτους».

Η πρεμιέρα ήταν ένα σκάνδαλο που παραμένει θρυλικό: κοπριές ριγμένες στην είσοδο του «Μπούργκτεάτερ» και, στο τέλος, ηχηρές αποδοκιμασίες από μεγάλο μέρος του κοινού -που ανάμεσά του, αναμφίβολα, θα ήταν και άτομα που βρίσκονταν ανάμεσα και στο πλήθος που επευφημούσε τον Χίτλερ το 1938 στην πλατεία Ηρώων…- οι οποίες κράτησαν πολλή ώρα. 
Ο Μπέρνχαρντ έγινε στόχος των αυτόκλητων προασπιστών της τιμής της Αυστρίας: απειλές, μια γηραιά κυρία τον χτύπησε με την ομπρέλα της, ο πρόεδρος Βάλντχάιμ αποκάλεσε το έργο «προσβολή προς τον αυστριακό λαό», δηλώσεις, δημοσιεύματα… Πεθαίνοντας, στη διαθήκη του, όρισε για εβδομήντα χρόνια απ’ το θάνατό του, όσο βρίσκονται σε ισχύ τα συγγραφικά του δικαιώματά του, να μην τυπωθεί, παιχτεί ή ακόμα και διαβαστεί δημόσια οποιοδήποτε κείμενο φέρει την υπογραφή του. Αλλά το Ίδρυμα «Τόμας Μπέρνχαρντ» που δημιούργησε ο ετεροθαλής αδελφός-του Πέτερ Φάμπιαν το 1999, βρήκε τον τρόπο να αγνοήσει τη διαθήκη και να επιτρέψει το ανέβασμα των έργων του στις αυστριακές Σκηνές…
Τον -θεατρικό συγγραφέα- Τόμας Μπέρνχαρντ μας παρουσίασε πρώτος στην Ελλάδα ο Λευτέρης Βογιατζής που ανέβασε με την «νέα Σκηνή» του, κατά ευτυχή σύμπτωση στο ίδιο θέατρο όπου θα ανεβεί και η «Πλατεία ηρώων» -το θέατρο «Οδού Κυκλάδων», τη σεζόν 1990/1991, το έργο-του «Ρίτερ, Ντένε, Φος» με πρωταγωνιστές τον ίδιο, την Λυδία Κονιόρδου και την Όλια Λαζαρίδου -μια παράσταση που έχει αφήσει εποχή.
Τον Μπέρνχαρντ, πάντως -ως πεζογράφο- μας τον είχε κάνει γνωστό ήδη απ’ το 1988 o Αλέξανδρος Ίσαρης, όταν μετέφρασε το μυθιστόρημά του «Μπετόν», που κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις «Αξιός/Βαστέρ» -το 1996 επανεκδόθηκε απ’ την «Εστία».
Αρκετά θεατρικά έργα του Μπέρνχαρντ έχουν ανεβεί έκτοτε στην Ελλάδα. Φέτος ήταν δυο: ο Γιάννος Περλέγκας σκηνοθέτησε για το Εθνικό Θέατρο και την «Πειραματική Σκηνή« του το «Ο αδαής και ο παράφρων» στην Σκηνή «Κατίνα Παξινού» («-1») του «Ρεξ» κι ο Ακύλλας Καραζήσης τον «Θεατροποιό» που παίζεται στο «Πόρτα».
Ο Δημήτρης Καραντζάς επανέρχεται στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής» για δεύτερη φορά μετά το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Φαέθων» που ανέβασε εκεί -μια εξαιρετική παράσταση- πρόπερσι, τη σεζόν 2014/2015.

No comments:

Post a Comment