October 29, 2015

Ιόβεια οργή ή Οι θεατράνθρωποι-μαϊμούδες


Το Τέταρτο Κουδούνι / 29 Οκτωβρίου 2015 

Χάρηκα. Που τις τελευταίες μέρες, τρέχοντας πάντα από θεάτρου εις θέατρον, κουρασμένος πια κι όχι και τόσο ανθεκτικός στα προσφερόμενα, μπορεί να ’δα και παραστάσεις που δε μου άρεσαν ή και που μ’ απογοήτευσαν αλλά είδα, αυτή τη φορά, κι αρκετές που με αναζωογόνησαν. Οπότε… και ξανά προς τη δόξα τραβώ.



Είναι στο θέατρο από παιδάκι. Επαγγελματικά απ’ το 2006. Ξεχώρισε πολύ γρήγορα -στη σκηνή, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση- ο Θανάσης Τσαλταμπάσης. Κωμικός. Ευφάνταστος, ευρηματικός, ταλαντούχος. Πολύ ταλαντούχος. Που αρέσει στον κόσμο. Και που, ταυτόχρονα, είναι συμπαθέστατος. Έπαιξε κι εύκολα πράγματα -η μοίρα του κωμικού στην Ελλάδα, όπου το κωμικό ταυτίζεται με τη μπαλαφάρα και την ξεπέτα και το κιτσαριό. Ο Θανάσης Τσαλταμπάσης δεν εκτροχιάστηκε πάντως. Κι όπως οι περισσότεροι κωμικοί, ήθελε, προφανώς, να κάνει κάτι περισσότερο, κάτι καλύτερο, κάτι «σοβαρότερο» -να κάνει στροφή.
Αυτές τις φιλοδοξίες κι αυτές τις στροφές, συνήθως, αυτής της κατηγορίας οι ηθοποιοί, του «εμπορικού», τις υλοποιούν, καθώς τους δέρνει η ανασφάλεια, με όρους οι οποίοι πιστεύουν ότι μπορούν να τους διασφαλίσουν: είτε με δικούς τους ανθρώπους -σκηνοθέτες χωρίς φόντα- που μάλλον αυτοί είναι που θέλουν να πατήσουν πάνω στο «όνομα» και να το εκμεταλλευτούν και ν’ ακουστούν, είτε με σκηνοθέτες έγκυρους τους οποίους, στην τελική, οι ηθοποιοί δεν τους εμπιστεύονται, τους κρατούν σαν άλοθι και κάνουν, στο φινάλε, τα δικά τους -αυτά που ξέρουν και που πιστεύουν ότι αρέσουν στο κοινό τους-, είτε με, επίσης, έγκυρους που, όμως, στην έπαρση του Πυγμαλίωνα βυθισμένοι, ζητούν απ’ τις «Γαλάτειές» τους απ’ το «απλόχερο γέλιο» να μεταπηδήσουν στη μεταμοντερνιά -σάλτο μορτάλε, με καταστροφικά, συνήθως, αποτελέσματα.
Ο Θανάσης Τσαλταμπάσης πρότεινε στον Τσέζαρις Γκραουζίνις να συνεργαστούν. Εντελώς άλλου ύφους -απ’ το ύφος που ’χει συνηθίσει ο 34χρονος ηθοποιός- σκηνοθέτης. Κι επιπλέον -διπλό το ρίσκο- επέλεξαν, κατά πρόταση του Γκραουζίνις, το Βιβλίο του Ιόβ απ’ την Παλαιά Διαθήκη! Κείμενο δύσκολο. Πόσο μάλλον να γίνει θέατρο. Και μάλιστα μονόλογος. Ο Γκραουζίνις μυρίστηκε, καθώς φαίνεται, τι κρύβει μέσα του ο ηθοποιός Τσαλταμπάσης. Δεν τον καπέλωσε με σκηνοθετισμούς και «μεταδραματικά» κολπάκια. Αφαίρεσε απ’ το κείμενο τους θεολογισμούς, το πύκνωσε επιδέξια μέσα από μια δραματουργική επεξεργασία την οποία συνυπογράφει με τον ηθοποιό -«Ιώβ», ο τίτλος της παράστασης-, ανέδειξε τον φιλοσοφικό του χαρακτήρα, του ’δωσε σχεδόν πολιτική χροιά και μας δείχνει -προς έκπληξη, δική μου, τουλάχιστον- πως η περίφημη ιόβεια υπομονή ήταν πρώτα και πάνω απ’ όλα ιόβεια οργή.
Και μετά, μαλακά-μαλακά, άφησε το κείμενο, καθώς τα ελληνικά του, έστω κι αν έχει πια γίνει δικός μας, δεν είναι η πρώτη γλώσσα του λιθουανού σκηνοθέτη, να περάσει στα χέρια ή μάλλον στο στόμα του ηθοποιού. Κι ο Θανάσης Τσαλταμπάσης με μια εξαιρετική αίσθηση της γλώσσας, χωρίς τις υπερβολές και τους θεατρινισμούς στους οποίους, συνήθως, καταφεύγουν οι κωμικοί ηθοποιοί όταν βρεθούν ενώπιον «σοβαρών» και δραματικών κειμένων για να αποδείξουν πόσο δραματικοί και «σοβαροί» μπορούν να είναι, γείωσε το κείμενο και το κατεβάζει στο κοινό με ρυθμούς καθηλωτικούς, με εντάσεις και κορυφώσεις καλά μετρημένες, με μεταπτώσεις από πρόσωπο σε πρόσωπο που «ερμηνεύει» -ο Ιόβ, οι τρεις φίλοι του, ο Θεός…-, κρατώντας τις ισορροπίες και διατηρώντας, ανά πάσα, στιγμή τον έλεγχο.
Ο Θανάσης Τσαλταμπάσης έκανε τη στροφή του έγκαιρα. Πριν φτάσει στα πενήντα και στα εξήντα του, πριν φθαρεί στο χώρο που τον ζητάει και τον καλο(φαντάζομαι)πληρώνει. Θέλω να πιστεύω πως η στροφή του αυτή δεν είναι πρόσκαιρη. Και πως θα κρατηθεί στην καινούργια ευθεία κι ας είναι δύσκολος ο δρόμος. Θέλω να πιστεύω πως το κοινό θα τον ακολουθήσει. Και πως ο Θανάσης Τσαλταμπάσης δε θα τρομάξει, αν δεν τον ακολουθήσει. Αλλά ακόμα κι αν γυρίσει στα πιο εύκολα θέλω να ελπίζω πως δε θα ευτελίσει το τάλαντό του αλλά θα το αξιοποιήσει. Το αξίζει. Γι αυτό να πάτε να τον δείτε. ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ! Είμαι σίγουρος -εκτός απ’ τις δικές μου εισέπραξα και τις αντιδράσεις των θεατών που ’ταν μαζί μου στο «Ιλίσια Βολανάκης»- ότι θα γεμίσετε από θέατρο. Ναι, με το Βιβλίο του Ιόβ!  



Μεταφράζουν από γλώσσες που αγνοούν -μεταξύ των οποίων κι απ’ τα αρχαία ελληνικά- με… τιρμπουσόν τα -όποια…- αγγλικούλια τους. Μεταφράζουν στο ποδάρι εν μιά νυκτί. Μεταφράζουν έργα κλασικά άκοπα ερανίζοντας εν ψυχρώ -κανονικοί κλέφτες- από μεταφράσεις που προηγήθηκαν και που έγιναν με κόπο απ’ το πρωτότυπο, για να τσεπώσουν τα λεφτά. Μεταφράζουν τσαλαβουτώντας κι όπου δεν καταλαβαίνουν αμολούν μια πατάτα -«καλά, μωρέ, σιγά που θα την προσέξουν» σου λέει.
Διασκευάζουν/αλωνίζουν θεωρώντας τα κείμενα ξέφραγ’ αμπέλια. Γράφουν «κωμωδίες» με αστεία να τραβάς το καζανάκι όταν τ’ ακούς. Κλέβουν -όλο και συχνότερα, όλο και συχνότερα- έργα αλλοδαπά και πλιατσικολογούν σενάρια, επίσης αλλοδαπά, καταπατώντας τα πνευματικά δικαιώματα για να τα τσεπώσουν οι ίδιοι και να κάνουν και το κομμάτι τους, τους αλλάζουν τους τίτλους, τ’ ανακατώνουν με τη σκουριασμένη κουτάλα τους για να μην -υποτίθεται- τους καταλάβουν, καμιά φορά πετούν κι ένα «εμπνευσμένο» -ή «αντλημένο»- «από το έργο του ή της τάδε» για άλοθι, just in case.
Σκηνοθετούν λες και βγάζουν το κοπάδι στη βοσκή, με άθλια αποτελέσματα και μετά μπαίνουν στο «Αθηνόραμα», στην ηλεκτρονική σελίδα του, και ρίχνουν κατά ριπάς, με αλλεπάλληλα ψευδώνυμα, πέντε «αστέρια» για τις παραστάσεις τους στις, λεγόμενες, «κριτικές του κοινού».
Προσκολλώνται σε κάτι σιτεμένους πρωταγωνιστές που ’χουν περάσει στα αζήτητα και τους πείθουν, τους ανόητους, πως, καθώς «θα συνεργαστούν με νέο αίμα», θα τους ανανεώσουν και θα τους ξαναφέρουν στην επικαιρότητα και πως ο Τύπος θα εκτιμήσει το «φιλονεϊκό άνοιγμά τους». Πείθουν αφελείς και αστοιχείωτους και απεγνωσμένους παραγωγούς πως θα τους τα φέρουν αν συνεργαστούν μαζί τους.
Χώνονται και διδάσκουν σε δραματικές σχολές και οργανώνουν σεμινάρια κι εργαστήρια. Έως και δημιουργικής γραφής -ποιοι; Οι κλέφτες! Εκμεταλλεύονται νέους ηθοποιούς, συνήθως μαθητές τους, που τους κουβαλούν, για μπούγιο -και φυσικά τσάμπα- στις παραστάσεις τους. Έχουν και μερικούς «δημοσιογράφους»-παπαγαλάκια του χεριού τους, που, με ανταλλάγματα, τους υμνολογούν έως και τους θεοποιούν. Κι ένα κοινό-χάνος να τα χάφτει ολ’ αυτά αμάσητα.
Και χρίονται, κάνουν όνομα, γίνονται αποδεκτοί, καθιερώνονται, κάποτε και με απίστευτη ταχύτητα, ως συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, ιδρυτές και εμψυχωτές ομάδων… -θεατράνθρωποι σου λέει. Θεατράνθρωποι-μαϊμούδες σας λέω εγώ. Κι αποκτούν ύφος, μέγεθος και «κύρος». Και θράσος. Ιδού η φωτογραφία ενός μεγάλου, υπαρκτού τμήματος του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.


Τα κατάφερα να πάω στο «Αγγέλων Βήμα» και στο αξιέπαινο «Φεστιβάλ Διαρκείας Ελληνικού Έργου του 21ου Αιώνα» που οργανώνει εκεί η Λεία Βιτάλη και πρόλαβα να δω τις δυο -απ’ τις πέντε- παραστάσεις της περσινής διοργάνωσης -της πρώτης- που φέτος επαναλαμβάνονται -πέρσι είχα προλάβει να δω μόνο την «Εκκρεμότητα» του Τσιμάρα Τζανάτου σε σκηνοθεσία Βασίλη Νούλα.
Οι «Πόρτες» της Χρύσας Σπηλιώτη κινούνται σ’ ένα χώρο που η συγγραφέας κατέχει πια: να μιλάει για ανθρώπινες σχέσεις και δη ενδοοικογενειακές θίγοντας ιδιαίτερα σοβαρά θέματα με άμεσο, ανάλαφρο, αέρινο τρόπο και με χιούμορ. Δεξιοτεχνικά αναθέτοντας εδώ δέκα κύριους και δευτερεύοντες ρόλους σε τρεις μόνον ηθοποιούς. Κι ο Αυγουστίνος Ρεμούνδος που υπογράφει τη σκηνοθεσία το πρόσεξε το έργο. Με τρεις ηθοποιούς ικανούς στη διάθεσή του -ο ίδιος, η Ευγενία Αποστόλου κι ο Σπύρος Βάρελης- καταφέρνει να στήσει μια γοργή, άμεση παράσταση.
Στις «Άγριες νότες» η Νίνα Ράπη είναι πιο απαιτητική: γράφει ένα πολιτικό έργο που συντίθεται από μονολόγους τεσσάρων προσώπων, οι οποίοι διασταυρώνονται. Δύσκολο το εγχείρημα, το μοίρασμα των ερωτηματολογίων στο κοινό δημιουργεί, κατά τη γνώμη μου, κοιλιά, και το φινάλε μοιάζει προβληματικό αλλά η σκηνοθέτρια Χρύσα Καψούλη κι οι τέσσερις ηθοποιοί -Τσιμάρας Τζανάτος κυρίως, Βάλια Παπαχρήστου, Λευτέρης Παπακώστας και Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη- μαζί με τον Κώστα Μπάρα απ’ το βίντεο- υπερασπίζονται θερμά το κείμενο.
Το συμπέρασμα απ’ τα δυο έργα -συν την περσινή εντελώς άλλου ύφους «Εκκρεμότητα»- που προκύπτει είναι ότι το Φεστιβάλ αυτό, ο θεσμός αυτός δεν είναι μόνον αξιέπαινος αλλά πως λειτουργεί και θετικότατα. Μακάρι να φέρει κι άλλα καλά -κι ακόμα καλύτερα- αποτελέσματα. 


«Ήταν ένα ασύλληπτα αφράτο σύννεφο, που ίσα ίσα τολμάς να το δαγκώσεις επειδή φοβάσαι μην το πληγώσεις. Και όταν μασάς την πρώτη μπουκιά, σκάει στα χείλη σου σινεμασκόπ χαμόγελο υπέρτατης ευτυχίας από υπέροχη γλύκα, ψεκασμένη με σταγονίδια θαλασσινής αύρας και μια σταλιά ξίδι. Ήταν η ψίχα ενός τεράστιου βασιλικού καβουριού από τη Νορβηγία [...]».
Στην αρχή νόμιζα πως ήταν Ελύτης. Μετά είδα πως ήταν απόσπασμα από κείμενο κριτικού γεύσης. Το ’χω κρατήσει για την ανθολογία μου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

October 23, 2015

Η Θεσσαλονίκη πάει Σκόπια μέσω Μαζάουερ και Ούνκοφσκι


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 




Ποιος να το πίστευε… Το εξαιρετικό, βραβευμένο και πολυσυζητημένο βιβλίο του βρετανού ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων. Χριστιανοί, μουσουλμάνοι και εβραίοι 1430-1950» (πρωτοεκδόθηκε το 2004 και στην Ελλάδα το 2006, σε μετάφραση Κώστα Κουρεμένου απ’ τις Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια»), μια ιστορική μελέτη, έγινε θεατρική παράσταση! Και μάλιστα στα Σκόπια όπου ανέβηκε στις 2 του περασμένου Μαρτίου και παίζεται στο «Κέντρο Μνήμης Ολοκαυτώματος για τους Εβραίους της Μακεδονίας». Σκηνοθετημένο απ’ τον παλιό μας γνώριμο Σλόμπονταν Ούνκοφσκι με το θεατρικό σχήμα του «Θέατρο του Θαλασσοπόρου Τσβέτκο»
(όνομα που έδωσε στο θίασό του στη μνήμη του σπουδαίου συμπατριώτη του ηθοποιού Νέναντ Στογιάνοφσκι, στενού συνεργάτη του, που πέθανε ξαφνικά το 1998 στα 46 του χρόνια, αντλημένο από ένα σημαντικό ρόλο τον οποίο είχε παίξει).
Το ιστορικό χρονικό του Μαζάουερ μεταφέρθηκε στη σκηνή ως έργο-ντοκιμαντέρ -που ξεκινάει απ’ το 1450 αλλά επικεντρώνεται στην περίοδο 1900-1950, με αφηγηματικά αλλά και θεατροποιημένα μέρη- απ’ το θεατρικόν συγγραφέα και σεναριογράφο καθηγητή Ρούσομιρ Μπογκντάνοφσκι 
ενώ τη ζωντανή μουσική και τα «βαλκανικού πνεύματος» τραγούδια έγραψε, ο παρών επί σκηνής στην παράσταση, Ζλάτκο Οριγκιάνσκι, μέλος του -ανενεργού πια- διάσημου συγκροτήματος της χώρας «Αναστάσια».
Η συγκεκριμένη μελέτη «αναζητεί την απάντηση», όπως σημειώνεται στην πολύτιμη βάση δεδομένων βιβλιοnet του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου με το άδοξο τέλος, «στα πεντακόσια χρόνια της νεότερης ιστορίας της Θεσσαλονίκης, κατά τα οποία αναδείχθηκε πρώτα ως οθωμανική κι αργότερα ως ελληνική μητρόπολη. Στην ίδια περίοδο ήταν επίσης μια εβραϊκή πόλη, καταφύγιο για χιλιάδες σεφαραδίτες κυνηγημένους απ’ την ισπανική Ιερά Εξέταση. Χριστιανοί, μουσουλμάνοι και εβραίοι σχημάτιζαν έτσι μια από τις πιο πολύμορφες κοινωνίες της Μεσογείου και της Ευρώπης. 
Ξαναζωντανεύοντας γλαφυρά αυτόν τον χαμένο κόσμο ο συγγραφέας μάς οδηγεί, ανάμεσα από ερειπωμένες ρωμαϊκές αψίδες, βυζαντινές εκκλησίες και τούρκικα τζαμιά, στα ταβερνεία και τα χαμάμ, τους κήπους, τα παλάτια και τα μπορντέλα της παλιάς πόλης. Εκεί όπου αιγύπτιοι έμποροι και ουκρανοί σκλάβοι, τούρκοι πασάδες κι ευρωπαίοι ταξιδιώτες διασταυρώνονταν με ορθόδοξους προσκυνητές, καθολικούς ιεραπόστολους, ισπανόφωνους ραβίνους και δερβίσηδες σούφι αλλά και με αλβανούς ληστές και κατασκόπους των Μεγάλων Δυνάμεων, εκεί όπου ακόμα κι οι λούστροι, οι χαμάληδες κι οι μικροπωλητές μιλούσαν μισή ντουζίνα γλώσσες στην προκυμαία και το παζάρι.
Η καθημερινή ζωή και η εθνοτική και θρησκευτική αλληλεπίδραση είναι θέματα που ερευνά διεξοδικά ο Μαζάουερ, προτού δείξει πώς αλλάζει η τύχη της πόλης στον εικοστό αιώνα, με την κατάρρευση της αυτοκρατορίας και την έλευση των εθνικών κρατών. Πόλεμος, πυρκαγιά, προσφυγιά, γενοκτονία και Ολοκαύτωμα αλλάζουν ριζικά τη Θεσσαλονίκη που χάνει πρώτα τους μουσουλμάνους της, με την ανταλλαγή πληθυσμών, κι έπειτα τους εβραίους, στο δρόμο για το Άουσβιτς. Αυτό που αναδύεται αργά μέσα απ’ τις στάχτες είναι μια σύγχρονη, δυναμική ελληνική ‘συμπρωτεύουσα’. Ωστόσο η ατμόσφαιρα της πόλης είναι ακόμα στοιχειωμένη απ’ τα φαντάσματα των μεγάλων ιστορικών κοινοτήτων που τη μοιράστηκαν, απ’ τις περιπέτειες των λαών και των ανθρώπων που συναντήθηκαν στην πολυτάραχη ιστορία της».
Το βιβλίο του Μαζάουερ, που δεν συμπορεύεται πάντα με τις κρατούσες ελληνικές απόψεις για την ιστορία, ξεσήκωσε στην Ελλάδα αντιδράσεις κι ο συγγραφέας του κατηγορήθηκε για ιστορικές ανακρίβειες από ορισμένους κύκλους, κυρίως δεξιούς -και ακροδεξιούς…-με πρωτοστάτη την Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών και τον πρόεδρό της Νικόλαο Μέρτζο. Το 2012, μάλιστα, εκδόθηκε απ’ τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις» το βιβλίο-«απάντηση» στον Μαζάουερ του Γιάννη Ταχόπουλου «Η Θεσσαλονίκη, ο Μαζάουερ και τα φαντάσματα του Οθωμανισμού». 
Βρετανός, εβραϊκής καταγωγής, ιστορικός απ’ τους σημαντικότερους της γενιάς του και με διεθνές εκτόπισμα, ειδικευμένος στην ελληνική ιστορία, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη του 20ού αιώνα, με σπουδές κλασικής φιλολογίας και φιλοσοφίας στην Οξφόρδη και διεθνών σχέσεων στο πανεπιστήμιο «Τζον Χόπκινς» της Βαλτιμόρης, ο 57χρονος Μαρκ Μαζάουερ, που έχει διδάξει ιστορία και διεθνείς σχέσεις στα πανεπιστήμια του Πρίνστον, του Σάσεξ και του Λονδίνου -στο Κολέγιο Μπίρκμπεκ- είναι σήμερα καθηγητής της ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κολάμπια της Νέας Ιόρκης. Συχνός επισκέπτης της Ελλάδας και γνώστης της ελληνικής γλώσσας, έχει ζήσει κατά τη νεότητά του στην Θεσσαλονίκη ενώ διατηρεί δεσμούς με τη χώρα μας καταθέτοντας συχνά τις απόψεις του σε διαλέξεις. Έχει εκδώσει και άλλα βραβευμένα βιβλία εκ των οποίων δυο επίσης για την Ελλάδα -«Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου» και «Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής»- αλλά και τα «Σκοτεινή Ήπειρος. Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας» και «Τα Βαλκάνια».
Η παράσταση του Ούνκοφσκι -η οποία κλείνει συγκινητικά με το «Σ' αγαπώ γιατ’ εισ’ ωραία» που οι ηθοποιοί τραγουδούν στα ελληνικά και την οποία θα ’ταν ευχής έργο να δούμε και στην Ελλάδα- είναι η πρώτη μιας τριλογίας που σχεδιάζεται να υλοποιηθεί μέχρι το 2016. Τα δυο επόμενα έργα θα ’χουν τους τίτλους «Φλώρινα-Σταροχώραφα, ματωμένοι λόφοι» και «Σκόπια-Σκόπια». Ενταγμένη σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο θα επανέλθει στη σκηνή στα μέσα Νοεμβρίου.
Προς το παρόν ο Σλόμπονταν Ούνκοφσκι ετοιμάζει στο Πρίλεπ της πουΓουΔουΜου, όπως επιμένουμε να ονομάζουμε τη χώρα…, στο εκεί Εθνικό Θέατρο μια παράσταση, συμπαραγωγή με τη δική του ομάδα, πάνω στο μυθιστόρημα «Τα όνειρα του Αϊνστάιν» του σύγχρονου Αμερικανού Άλαν Λάιτμαν, η οποία θα παιχτεί στο Πρίλεπ αλλά η πρεμιέρα θα δοθεί στα Σκόπια στις 22 Νοεμβρίου, στο νέο θέατρο «Κουλτούρα».
Πρόκειται για έναν παλαιό κινηματογράφο στο κέντρο των Σκοπίων, κτίριο της δεκαετίας του ’30, που μετασχηματίζεται σε θέατρο και θα λειτουργήσει με διευθύνουσα επιτροπή στην οποία επικεφαλής είναι ο Σλόμπονταν Ούνκοφσκι -στην Ελλάδα τον γνωρίζουμε απ’ τα ανεβάσματα της «Τέταρτης αδελφής» του Γκλοβάτσκι (σεζόν 2003/2004) και του «Βασιλιά Λιρ» του Σέξπιρ (σεζόν 2005/2006) στο Εθνικό και του «Ορέστη» του Ευριπίδη στο ΚΘΒΕ (καλοκαίρι 2008, παίχτηκε και στην Επίδαυρο)-, ο μαθητής του Αλεξάνταρ Πόποφσκι τον οποίο επίσης γνωρίζουμε στην Ελλάδα -ανέβασε στο ΚΘΒΕ (2006/2007) το έργο της Έλενας Πέγκα «Καινούργιοι φίλοι»- κι η Μπιλιάνα Τανούροφσκα-Κιουλάβκοφσκι, διευθύντρια του Κέντρου για Νέες Πρωτοβουλίες στον Πολιτισμό «Λοκομοτίβα».
Στο μεταξύ, η «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων» παρουσιάστηκε στις 25 Σεπτεμβρίου και στο πλαίσιο του 40ου Διεθνούς Θεατρικού Φεστιβάλ MOT («Ανοιχτό θέατρο Νεολαίας») 
των Σκοπίων, στις 25 Σεπτεμβρίου το βράδυ ενώ το ίδιο απόγευμα στο Φεστιβάλ παίχτηκε -και με μεγάλη επιτυχία απ’ ό,τι έμαθα-,
απ’ το ελληνικό χοροθέατρο «Λυδία Λίθος» 
της εξαιρετικά δραστήριας Φένιας Αποστόλου και σε σκηνοθεσία της, το έργο του μακεδόνα συγγραφέα Ντέγιαν Ντούκοφσκι «Other Side» -που είχε παιχτεί πέρσι εδώ στο «Vault»-, παρουσία του συγγραφέα και της μεταφράστριας του έργου στα ελληνικά Γκάγκα Ρόσιτς οι οποίοι
καταχειροκροτήθηκαν μαζί με τους ηθοποιούς και τη σκηνοθέτρια.
Σημειώνω ότι το φετινό Φεστιβάλ είχε έντονο ελληνικό χρώμα μια και, εκτός του ελληνικού θιάσου που συμμετείχε, παρουσιάστηκαν, επίσης, ο «Προμηθέας δεσμώτης» του Αισχύλου απ’ το «Τουρκικό Θέατρο» των Σκοπίων αλλά και μια «Φαίδρα» -του σύγχρονου Μακεδόνα Σάσο Ντίμοβσκι-, συμπαραγωγή του «Θεάτρου του Βέλες» και του σλοβενικού Θεάτρου «Μλάντινσκο» της Λιουμπλιάνα, καθώς και μια «Ηλέκτρα» -του Ουκρανού Αντρίι Ζόλντακ- απ’ το Μακεδονικό Εθνικό θέατρο.

October 22, 2015

To «Blitz» or not to «Blitz»?


Το Τέταρτο Κουδούνι / 22 Οκτωβρίου 2015 

Είδα και το «6 a.m. How to Disappear Completely» των «Blitz» στην «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών». Μαγεύτηκα απ’ το σκηνικό -«εικαστικό περιβάλλον» θα το χαρακτήριζα μάλλον- της Έφης Μπίρμπα -μεγάλο τάλαντο, θαύμασα πέρσι τη δουλειά της και στον «Σωσία» που παρουσίασε ο Άρης Σερβετάλης στις «Ροές», όπου υπέγραφε και τη σκηνοθεσία-, γοητεύτηκα απ’ τους φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα, απόλαυσα το sound design («σχεδιασμός ήχου» δεν το λέμε στα ελληνικά; Πολύ αγγλοφωνία έχει πέσει στους «Blitz»…) και τη μουσική που υπέγραφαν ο Γιώργος Kωνσταντινίδης κι ο Coti K. Αλλά πέραν αυτών; Εγώ το απόλυτο κενό συνάντησα εντός του γοητευτικού περιβλήματος. Στίχοι του Χέλντερλιν -και μάλιστα παρατονισμένοι απ’ τους περισσότερους ηθοποιούς…-, ναι. Ε, και; Πού ήταν η δραματουργία; Εγώ δεν την πήρα μυρουδιά. Ούτε κατάλαβα τίποτα -πώς συνδέονται ολ’ αυτά.
Θ’ ακουστώ πιθανόν συντηρητικός και πασέ. Οι «Blitz» έχουν καταξιωθεί πανευρωπαϊκά, ίσως πρόκειται για το θεατρικό μέλλον αλλά -λυπάμαι- αυτό το θέατρο του φλου αρτιστίκ που δεν το βλέπω να διαφοροποιείται και να εξελίσσεται από παράσταση σε παράσταση τίποτα δε μου λέει. Και φοβάμαι μήπως απλώς μόδα είναι και ξεπεραστεί. Αφήστε μια έπαρση που νοιώθω να αιωρείται…
Οι τρεις «Blitz» -Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής- είναι ηθοποιοί ταλαντούχοι, το ’χω διαπιστώσει βλέποντάς τους να παίζουν -όχι στις παραστάσεις τους, όπου τα πάντα είναι ισοπεδωμένα, αλλά σε κάποιες άλλες. Ειδικά ο Χρήστος Πασσαλής είναι, νομίζω, μείζον τάλαντο της γενιάς του. Πίστευα πως οι «Blitz» τους είναι ένα στάδιο, μια «παιδική αρρώστια» που θα την ξεπερνούσαν, θα ανέρρωναν, θα την κρατούσαν ως εμπειρία λυτρωτική και θα πήγαιναν γι άλλα -νομίζω οι μεγάλοι ρόλοι ακόμα τους περιμένουν, ειδικά, επιμένω, τον Χρήστο Πασσαλή. 
Κι ότι δε θα κατέληγαν σε μανιέρα -στην οποία φοβάμαι πως έχουν καταλήξει. Πιθανόν, βέβαια, αυτός είναι ο θεατρικός τρόπος που τους εκφράζει και θα μου πούνε: «Και τι σε νοιάζει εσένα;». Απλώς μια διαπίστωση κάνω. Και περιμένω. Υπομονετικά. Να διαψευστώ. Μακάρι! Θα το χαρώ.


Τ’ είναι πια αυτό;! Και δε μιλάω για τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Και για δημοσιογράφους και παρουσιαστές. Εκεί πια, άσε... Μιλάω για ΘΕΑΤΡΟ! Και για ηθοποιούς. Οι οποίοι δεν ξέρουν πλέον να τονίσουν σωστά. Τα ελληνικά. Δεν ξέρουν πια πού ακούγεται κόμμα, πού τελεία, πού άνω τελεία. Και που δε λένε, για παράδειγμα -αν μπορώ να το μεταφέρω..., «μετά/πήγε» αλλά «μεταπήγε» ούτε «όταν/ήρθαν» αλλά «οτανήρθαν», ούτε «όλα/τα παλιά αγοράζω» αλλά «ολαταπαλιά αγοράζω». Και που οι σκηνοθέτες δεν ξέρουν -ή δεν μπορούν;- να τους διορθώσουν. Είναι που δεν τα διδάσκονται πια στις δραματικές σχολές; Γιατί μη μου πουν πως πρόκειται για «παραξένισμα» και συνειδητή επιλογή...
Όσο πάει και συχνότερα το βλέπω -ή μάλλον το ακούω- το φαινόμενο. Το καλοκαίρι οργίασε στις ορχήστρες των αρχαίων θεάτρων. Παραστάσεις, καλές κατά τα άλλα, όπου θα τον ακούσεις τον λάθος τον τονισμό. Ντρέπομαι. Ώσπου πήγα να δω και μια παράσταση κλασικού έργου, του 17ου αιώνα, μεταφρασμένου -άψογα- σε έμμετρο στίχο. Πειραματική παράσταση. Από νέα σκηνοθέτρια και νέους ηθοποιούς. Ε, κάθε δεύτερος στίχος ήταν λάθος τονισμένος. Εκεί πια έφριξα. Δηλαδή έλεος!(Για το «ΠΟΛΛΑ περισσότερα», ας μην επανέλθω. Καθιερώθηκε!!!).


Αυτό, που γράφουν νεκρολογίες και μιλούν για τον εαυτό τους περισσότερο παρά για τον εκλιπόντα δεν μπορώ να το χωνέψω. Με τίποτα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Εμένα μου άρεσε ο «Macbeth» του Τζάστιν Κερζέλ -κι ας πέσετε να με φάτε. Όχι σίγουρα όσο «Ο θρόνος του αίματος» του Ακίρα Κουροσαουά αλλά περισσότερο απ’ του Όρσον Γουέλς και του Ρόμαν Πολάνσκι. Και μπορεί η Μαριόν Κοτιγιάρ που τη λατρεύω και που τη θεωρώ ηθοποιό υψηλού επιπέδου να μη μου φάνηκε η καταλληλότερη διανομή για Λαίδη αλλά τον Μάικλ Φασμπέντερ τον βρήκα εξαιρετικό. «Τα λέει μέσα απ’ τα δόντια του» διάβασα. Μα πολύ καλά κάνει! Κινηματογράφος είναι! Ολ’ αυτά που συμβαίνουν, ΜΕΣΑ στον Μακμπέθ συμβαίνουν. 



Μου άρεσε κι ο «Άμλετ» της Λίντσεϊ Τέρνερ στη ζωντανή μετάδοση απ’ το Λονδίνο της παράστασης του εκεί Εθνικού Θεάτρου που είδα στο Μέγαρο Μουσικής. Όχι χωρίς επί μέρους αντιρρήσεις αλλά -τελικά-, μια παράσταση με πρόσημο θετικό. Εκείνος, όμως, που με κατέκτησε πλήρως, ο Άμλετ του Μπένεντικτ Κάμπερμπατς. Σπουδαίος ηθοποιός! Ενσωματωμένος, φυτεμένος στο ρόλο. Και, επιπλέον, στη συνέντευξη που μεταδόθηκε πριν απ’ την παράσταση, ένας άνθρωπος τόσο άμεσος και με τόσο χιούμορ και τόσο συμπαθητικός!



Αυτόν τον έρ’μο τον Vincent Lindon πότε θα μάθουν οι διανομείς, οι συνάδελφοι του κινηματογραφικού ρεπορτάζ κι οι κριτικοί να μην τον προφέρουν Βίνσεντ ή Βινσέν Λιντόν; Γάλ(λ, δυο λάμδα για όσους επιμένουν στην παράδοση)ος είναι κύριοι, Γάλ(λ)ος. Πηγαινοέρχεστε στις Κάννες, ακόμα δεν το ’χετε πιάσει; Βενσάν Λεντόν λέγεται ο άνθρωπος. ΒΕΝ-ΣΆΝ ΛΕΝ-(Ν)ΤΌΝ.
Τον Vincent Cassel κάπως τον έχετε κουλαντρίσει και το Βίνσεντ Κάσελ έχει υποχωρήσει. Ε, τους ίδιους κανόνες εφαρμόστε, μην πνίγεστε σε μια κουταλιά νερό: στα γαλ(λ)ικά in=εν, en=αν κι όλα τονίζονται στη λήγουσα -ε, τα στοιχειώδη…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 


Τα τέσσερα χρόνια του κλείνει σήμερα totetartokoudouni.blogspot.com. Μετρώντας, στα τέσσερα αυτά χρόνια, 776.575 επισκέψεις. Απ’ αυτές, οι 236.247 την τέταρτη χρονιά. Ήτοι, τη χρονιά αυτή, 647, κατά μέσο όρο, άτομα επισκέπτονταν το ιστολόγιο κάθε μέρα.
Όσους το τιμάτε, απ’ τις 22 Οκτωβρίου του 2011 που είδε το φως, χάρη στην παρότρυνση και στην υποστήριξη του LjA που το σχεδίασε και που συνεχίζει να το στηρίζει τεχνικά, σας ευχαριστώ θερμά. Προσπαθώ να σας σέβομαι αλλά πάνω απ’ όλα να σέβομαι τον εαυτό μου. Και να μη φοβάμαι να πω τις αλήθειες μου.

October 15, 2015

Λυρική απορία ψάλτου, βηξ…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 15 Οκτωβρίου 2015 

«H Εθνική Λυρική Σκηνή ρίχνει τους προβολείς της στη σπουδαία ιστορική της διαδρομή, επιλέγοντας να παρουσιάσει, ως κορμό του φετινού προγράμματος της, έργα που έγραψαν ιστορία και αγαπήθηκαν ιδιαιτέρως από το αθηναϊκό κοινό στη σκηνή του θεάτρου Ολύμπια». Αυτή είναι, διάβασα στο σχετικό δελτίο Τύπου, η φιλοσοφία του φετινού ρεπερτορίου του κρατικού λυρικού μας Θεάτρου.
Και δώστου πάλι «Μποέμ», και δώστου πάλι «Μπατερφλάι», και δώστου πάλι «Κουρέα», και δώστου πάλι «Ριγκολέτο», και δώστου πάλι «Βαφτιστικό», και δώστου πάλι «Καρυοθραύστη», και δώστου πάλι «Αΐντα» -η ποσοστή «Αΐντα» στο Ηρώδειο άραγε να ναι;-, και δώστου πάλι «Κάρμεν» -η εξ αναβολής από πέρσι-, και δώστου τις επαναλήψεις…
Μεταξύ μας -για να μην κρυβόμαστε- αυτή η «φιλοσοφία», απ’ ό,τι έχω συμπεράνει, μια έξυπνη επινόηση -απορία ψάλτου βηξ…- είναι, για να καλυφθεί η αμηχανία η εκ του οικονομικού στριμώγματος απορρέουσα. Τι «ρίχνει τους προβολείς της στη σπουδαία ιστορική της διαδρομή», και «έργα που έγραψαν ιστορία», και «ένα αφιέρωμα στην πολυετή ιστορία του [«Ολύμπια»], η οποία ταυτίζεται με την μεταπολεμική Ελλάδα» και κουραφέξαλα… Ας λέμε τα σύκα, σύκα. Απλώς για τα «δημοφιλή», που φέρνουν φράγκα πρόκειται. Και, ναι, σπουδαία κι αγαπημένα είναι, και, ναι, κι εγώ τα λατρεύω και, ναι, αρέσουν στο «ευρύ κοινό», και, ναι, θέλω να ξανακούσω τον Ριγκολέτο του Δημήτρη Πλατανιά αλλά νισάφι -εγώ, τουλάχιστον, έγκωσα! Αυτός είναι ο πρώτος προορισμός ενός κρατικού Θεάτρου; Απλώς να γεμίζει; Αυτή είναι φιλοσοφία Σωτήρη Χατζάκη.

Το «Καπουλέτοι και Μοντέκοι» του Μπελίνι -που νομίζω πως δεν έχει ξαναπαιχτεί ποτέ απ’ την Λυρική-, η πρώτη συνεργασία του Αντώνη Φωνιαδάκη με το Μπαλέτο της κι η μετάκληση κάποιων, καινούργιων για την Λυρική, σκηνοθετών -των οποίων, βέβαια, πέραν φιλοδοξιών, η αποτελεσματικότητα θα κριθεί- είναι τα μόνα που ξελασπώνουν το παντός καιρού ρεπερτόριο και κάπως σώζουν την κατάσταση. Την οποία, φέτος, ολίγον απογοητευτική την εισέπραξα…
Κι ομολογώ πως ανησυχώ. Διότι, υπέροχο φαίνεται το καινούργιο κτίριο -η καινούργια Όπερα- που υψώνεται ταχύτατα στο Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» αλλά με πορδές δε βάφονται αυγά… Πώς θα εγκατασταθεί η Λυρική στο καινούργιο κτίριο; Πώς θα λειτουργεί; Με τι χρήματα θα πορευτεί, όταν το χρεωκοπημένο, έτσι κι αλλιώς, ελληνικό κράτος και αδυνατεί και κωφεύει; Με τι ρεπερτόριο; Με τι δυναμικό; Σα να σπρώχνονται τα σκουπίδια κάτω απ’ το χαλί, σα να μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια -«όλα τι ωραία, τι καλά, κάποια μικροπροβληματάκια υπάρχουν μόνο, που θα λυθούν μετά, μια ωραία πεταλούδα…». Η τραγική κατάληξη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (που διατίθεται πλέον και στον Γιάννη Πλούταρχο…) αλλά και του της Θεσσαλονίκης, που ανάλογη τύχη έχει, δεν τους προβληματίζει; Εκτός κι αν οι ιθύνοντες κάτι περισσότερο ξέρουν από μας και δεν ανησυχούν. Ή ανησυχούν και μας το κρύβουν; (Οι δυο πρώτες φωτογραφίες του Στέφανου, η τρίτη του Βασίλη Μακρή).



Ν’ ακούμε και τίποτα αισιόδοξο…: Άλλαξε στην Καβάλα, στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, η παράταξη που κυβερνάει το Δήμο, άλλαξε ο δήμαρχος αλλά η καινούργια δήμαρχος -η γιατρός Δήμητρα Τσανάκα- ΔΕΝ άλλαξε τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Καβάλας -και, ex officio, του Φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου! Αντιθέτως ανανέωσε τη θητεία τού -ομολογουμένως επιτυχημένου στη θέση αυτή- σκηνοθέτη
Θοδωρή Γκόνη που, εδώ και τρία χρόνια, αγωνίζεται τον αγώνα τον καλό να κρατήσει στη ζωή αξιοπρεπώς, χωρίς να ξεπέσουν στην παρακμή, ΔΗΠΕΘΕ και Φεστιβάλ ενώ τα περισσότερα ΔΗΠΕΘΕ της χώρας έχουν βυθυιστεί σε κώμα και ΔΗΠΕθαίνουν σα(ν) (τη) χώρα…
Πώς έγινε στην Πάτρα; Όπου ο νέος δήμαρχος άλλαξε τον -επίσης επιτυχημένο- Θοδωρή Αμπαζή με τον «δικό» του Κώστα Καζάκο; Ε, ακριβώς το αντίθετο. Πρωτοφανές, νομίζω! Και πρωτάκουστο! Πόσο μάλλον αν σκεφτείτε πως η κ. Τσανάκα προέρχεται εκ των κόλπων της Νέας Δημοκρατίας…



Μ’ ενδιέφερε πολύ αυτή η παράσταση αλλά δεν πρόλαβα να τη δω: το «Blackout», μια «μικρή διαμαρτυρία» όπως τη χαρακτηρίζουν οι συντελεστές της, ήτοι δυο ιστορίες απ’ τη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις», που ερμήνευε ως μονόλογο ο καλός Χρήστος Σαπουντζής, σε σκηνοθεσία Ειρήνης Μαργαρίτη -τις προάλλες τιμήθηκε και με το Βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη» για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή της Εταιρείας Συγγραφέων μ’ αφορμή την ποιητική συλλογή της «Φλαμίνγκο» (Εκδόσεις «Μελάνι»), πολυτάλαντη!-, στο ικαριώτικο καφενείο-ουζερί «Χαλαρά» της Εμμανουήλ Μπενάκη. Η παράσταση, μαθαίνω, θα επαναληφθεί απ’ τις 7 Νοεμβρίου στον ίδιο χώρο, τα Σαββατοκύριακα το μεσημέρι στις 3. Ε, φέτος δε θα τη χάσω.




Δεν προλαβαίνω να παρακολουθώ τις δραστηριότητές της. Βομβαρδίζομαι απ’ τα δελτία της Τύπου -δελτία Τύπου ουσιώδη. Της «Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών» του Ιδρύματος Ωνάση. Δραστηριότητες προς πάσα κατεύθυνση -προς εσωτερικό και προς εξωτερικό. Κι όλες, αρχικά τουλάχιστον, με θετικό πρόσημο. Ξύπνιοι οι άνθρωποι, εκεί μέσα -πουλιά στον αέρα πιάνουν. Και ενημερωμένοι. Και ευφάνταστοι. Και ουσιαστικά καλλιεργημένοι.


Με την ευκαιρία και μια διόρθωση. Ξεφύλλιζα το χορταστικό και καλαίσθητο τεύχος 1 της «Στέγης», του ετήσιου περιοδικού που ετοίμασε η «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» για να προβάλει τη δουλειά της για τη σεζόν 2015/2016. Να διορθώσω έναν τίτλο στο κείμενο για τους «Καραμάζοφ» σε σκηνοθεσία Κονσταντίν Μπογκομόλοφ που θα φέρει στην «Στέγη» το «Θέατρο Τέχνης» της Μόσχας: «Το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Για πρώτη φορά εκτός Ρωσίας στα 117 χρόνια ιστορίας του». Ε, όχι, βέβαια. Το μοσχοβίτικο «Θέατρο Τέχνης» έχει πολλές φορές περιοδεύσει εκτός Ρωσίας -και Σοβιετικής Ένωσης. Στην Ελλάδα, ειδικά, έχει εμφανιστεί τουλάχιστον τέσσερις φορές απ’ το 1976, όταν το πρωτόφερε ο Θόδωρος Κρίτας στο Εθνικό με την ιστορική παράσταση των «Τριών αδελφών» και «Γλάρο» του Τσέχοφ και με «Τελευταίους» του Γκόρκι. Ήρθε και στην Θεσσαλονίκη δυο φορές, στα Δημήτρια, με Τσέχοφ και πάλι -«Θείο Βάνια» την πρώτη, το 1995, «Γλάρο» τη δεύτερη, το 2002. 
Και πιο πρόσφατα -το 2010- έφερε στην Αθήνα, στο «Badminton», Τσέχοφ και πάλι -τον «Βυσσινόκηπό» του. 

«Με πρωταγωνιστές το μοναχικό ρομπότ-σκουπιδιάρης [...]», «για τη νέα μεγάλη παραγωγή-φόρος τιμής», «με τον μονόλογο-απολογισμός», «από τη θέση του σκηνοθέτη-θεός», «ένα διαφορετικό δείγμα γυναίκας-αρπακτικό», «τρεις παραστάσεις-σταθμός», «ενός παιδιού-θαύμα», «των παιδιών-δολοφόνοι» (!!!), «σε μια ρομαντική κομεντί-τουριστικός οδηγός», «η αληθινή ιστορία ενός παιδιού-θαύμα» έως και «με ακόμα δύο πρόσωπα-δορυφόροι» έως και με «πρωταγωνιστή έναν ιερέα-ελεγκτής»... Σαν Μποστ δεν είναι; Μπλιαχ...
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...

October 8, 2015

Το κερασάκι στην τούρτα…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 8 Οκτωβρίου 2015 

Ένα μιμητισμό -και μη μου πείτε όχι- τον διακρίνω στο ελληνικό θέατρο. Εξαπανέκαθεν, που λένε… Απ’ τη δεκαετία του ’70 ακόμα. Θυμάμαι όταν κάποιος πρώτος έφερε για τους φωτισμούς του το στροβοσκόπιο. Ο Δημήτρης Ποταμίτης ήταν; Το «Θέατρο Τέχνης»; Ε, έκτοτε…. Στροβοσκόπιο όλοι. Για χρόοοονια. Κι αυτοί που το ’χαν προμηθευτεί να τ’ αφήσουν να πάει χαμένο; Για μια παράσταση μόνο; Ό,τι και ν’ ανέβαζαν, έβρισκαν τον τρόπο να το τρυπώνουν και το στροβοσκόπιο. Είχε γυρίσει το μάτι μου ανάποδα.
Μετά -ή μάλλον νωρίτερα, επί χούντας ακόμα- ήρθαν τα κόκκινα κουβάρια και τα κόκκινα πανιά -η «γραμμή του αίματος». Ο Νίκος Παροίκος, νομίζω, στην «Ορέστεια» που ’κανε με το Θεατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και για την οποία έγινε ντόρος, ήταν που εισήγαγε -εξ Εσπερίας σίγουρα- το εύρημα. Ε, ξεκοιλιάστηκε στο κόκκινο νήμα και στο κόκκινο πανί το ελληνικό θέατρο. Τόνοι το κόκκινο νήμα, χιλιόμετρα τα τόπια τα κόκκινα πανιά. Ακόμα και σήμερα τα βλέπω να ξετυλίγονται επί σκηνής τα κόκκινα κουβάρια -που ’ναι και φτηνότερα απ’ τα πανιά, τώρα, με την Κρίση.
Κάποιος στο θέατρο θυμήθηκε την Μικρασιατική Καταστροφή και τον Εμφύλιο; Ε, χαμός επακολούθησε: ξετινάχτηκαν τα δυο θέματα, ακόμα δεν τα ’χουν εξαντλήσει...


Φέτος είναι τα φτηνά εισιτήρια-ευκαιρίες σε προπώληση. Το ’κανε το «Θέατρο Τέχνης, χαμός στα ταμεία των δυο θεάτρων του, όλοι σπεύδουν να το κοπιάρουν: φτηνά εισιτήρια, προσφορές, πακέτα εισιτηρίων σε ευκαιρία… (Αφήστε που αυτή η υποτίμηση του εισιτηρίου δεν είμαι σίγουρος ότι είναι επ’ ωφελεία, στην τελική, του θεάτρου… Για να μην πω για τους ηθοποιούς που πληρώνονται με ποσοστά…. Πόσο τους αναλογεί απ’ τα τρία ευρώ του εισιτηρίου;).
Α, είναι κι ο σχολικός εκφοβισμός -το bullying στην καθομιλουμένη. Δεν ξέρω ποιος έκανε την αρχή αλλά δώστου και μου ’ρχονται τα δελτία Τύπου που ανακοινώνουν παραστάσεις για παιδιά / έφηβους με θέμα το bullying.
Μη σας πως για τις παραστάσεις με θέμα τους μετανάστες και τους πρόσφυγες… Είμαι κοντά στον κορεσμό κι ας μ’ αγγίζει το θέμα κατάβαθα. 



Ήρθε κι έδεσε… Μετά την απόρριψη απ’ την πλειοψηφία του Δ.Σ. του Εθνικού (καλά, αυτή η «μειοψηφία» πού ακριβώς βρίσκεται;) των περί αλλαγών και αναβάθμισης της δραματικής σχολής του προτάσεων του καλλιτεχνικού διευθυντή Στάθη Λιβαθινού -και, κυρίως, περί δημιουργίας Τμήματος Σκηνοθεσίας-, μετά τη «μυστηριώδη» -κατασκοπικού τύπου- παρουσία του συγγραφέα Γιώργου Μανιώτη, αντιπροέδρου του τέως Δ.Σ. και φίλου επιστήθιου του τέως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Σωτήρη Χατζάκη στη συνέντευξη Τύπου Λιβαθινού, μετά την ανοιχτή επιστολή-ανάθεμα του Δ.Σ. κατά του Στάθη Λιβαθινού, μετά την στα… πρόθυρα νευρικής κρίσης νέα -επί του θέματος- επιστολή του ίδιου του Σωτήρη Χατζάκη ήρθε, ως κερασάκι στην τούρτα, για να δεθούν επιτέλους όλα τα νήματα, στα «Νέα» του περασμένου Σαββάτου, με τον τίτλο «Νέοι θεσμοί θεάτρου», και το άρθρο του Κώστα Γεωργουσόπουλου -ας θυμηθούμε ότι τη σύμβασή του ως διευθυντή της δραματικής σχολής του Εθνικού δεν ανανέωσε ο Στάθης Λιβαθινός-, στο οποίο ο κριτικός θεάτρου της εφημερίδας θεωρητικοποιεί με απόλυτη, όπως πάντα, αντικειμενικότητα, όλα τα αντιδραστικά επιχειρήματα του Δ.Σ. καταλήγοντας: «Η Σχολή Σκηνοθεσίας δεν μπορεί δαπάναις του κράτους να έχει έναν Δερβέναγα Δάσκαλο Μονοφαγά» (Για κοίτα ποιος μιλάει!!!).
Διάφορα παρακαλλιτεχνικά σχόλια -στην ίδια, πάντα, εφημερίδα των συγγενών- πρόσθεσαν στην τούρτα τριμμένη σοκολάτα για διακόσμηση. Συμμετέχει το φάντασμα του Δημήτρη Ροντήρη.
Σας γνωρίσαμε, σας γνωρίσαμε… (Δηλαδή λέμε τώρα, διότι η πιάτσα ΓΝΩΡΙΖΕ ήδη. Πολύ καλά. Από παλιά…). 




Ένας συγγραφέας βαθιά Ιρλανδός και γι αυτό βαθιά πανανθρώπινος: ο Μπράιαν Φριλ που έφυγε απ’ τη ζωή στις 2 Οκτωβρίου. Πολύ τον αγαπώ -έχει μια ανθρωπιά τσεχοφική.
Να θυμίσω πως στην Ελλάδα μάς τον πρωτογνώρισε στη σκηνή ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης, ένας ξεχασμένος θεατράνθρωπος που μπορεί η σκηνοθεσία να μην ήταν το φόρτε του αλλά που έψαχνε όσο λίγοι το ρεπερτόριό του -πολλούς ξένους συγγραφείς και ξένα έργα μας πρωτογνώρισε μέσα απ’ το ΕΙΡ όπου δούλεψε χρόνια ως υπεύθυνος για τις εκπομπές θεάτρου ενώ αργότερα διετέλεσε και εισηγητής δραματολογίου στο Εθνικό και μέσα απ’ τα δυο θεατράκια με τ’ όνομα «Θεατρικό Εργαστήρι» που δημιούργησε: το πρώτο, όπου είχε και δραματική σχολή, στην «Τρικόρφων», πλάι στο σημερινό «Πορεία», το δεύτερο εκεί κοντά, στην Σμύρνης, αυτό που η Έλενα Τσαλδάρη το ’κανε, μετά το θάνατό του, «Θέατρο της Ελπίδας». Ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης, λοιπόν, πρώτος ανέβασε στην Ελλάδα Μπράιαν Φριλ, το υπέροχο «Φιλαδέλφεια, έρχομαι κοντά σου» -που έκτοτε δεν ξαναπαίχτηκε-, στις 17 Μαρτίου του 1976. Και κάτι αξιοσημείωτο. Ποιος υπέγραφε τη μετάφραση; Ο Γιάννης Χουβαρδάς!
Φριλ ανέβασαν στη συνέχεια κι η Τζένη Καρέζη με τον Κώστα Καζάκο σε σκηνοθεσία του δεύτερου εγκαινιάζοντας το 1978 το τότε «Αθήναιον» και νυν «Καρέζη» -το, κατά τον ελληνικό τίτλο, «Πολίτες Β΄ κατηγορίας»- κι ο Γιώργος Θεοδοσιάδης -στο Εθνικό, το 1994, το «Χορεύοντας στη Λουνάσα».
Αλλά ο Αντώνης Αντύπας είναι που τον έψαξε σε βάθος τον Ιρλανδό και τον δικαίωσε με το συγκλονιστικό «Μόλι Σουίνι» το 1996 και, κατόπιν, με τον «Θαυματοποιό» και τον «Ξεριζωμό». Κι ήταν εκείνος που κάλεσε κι έφερε στην Αθήνα το συγγραφέα και μας τον γνώρισε και δια ζώσης -θυμάμαι σαν και σήμερα αυτή τη συνάντηση με συγκίνηση.
Μετά ακολούθησαν κι αρκετοί άλλοι -όπως ο Νίκος Χουρμουζιάδης που ’κανε την «Λουνάσα» στην Θεσσαλονίκη για την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης». Πρέπει, νομίζω, γρήγορα να τον ξαναθυμηθούμε τον Φριλ.

Στις συστάσεις μου για παραστάσεις που επαναλαμβάνονται φέτος και τις οποίες είδα, έχω γνώμη γι αυτές και θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να τις δείτε οπωσδήποτε κι εσείς, να προσθέσω άλλες δυο:
«Μου λες αλήθεια;» του Φλοριάν Ζελέρ απ’ τον Σπύρο Παπαδόπουλο, σε σκηνοθεσία του, και τρίτη σεζόν -στο «Αριστοτέλειον» της Θεσσαλονίκης από 14 Οκτωβρίου, στο «Κάππα» και πάλι, εδώ, από 6 Νοεμβρίου: ένα ευφυές μετα-μπουλβάρ που ουδεμία σχέση έχει με το μπουλβάρ που ξέρατε -ή που νομίζατε-, σε μια τρισχαριτωμένη, εύφορη παράσταση που σέβεται και αναδεικνύει το κείμενο -χωρίς να το «ελληνοποιεί» και να το ευτελίζει-, με πολύ καλές ερμηνείες. Μια παράσταση ψυχαγωγική με την καλύτερη σημασία της λέξης, που θα την απολαύσετε.
Στο Μέγαρο Μουσικής επαναλαμβάνεται «Ο γύρος του κόσμου μέσα σε 80 μέρες», διασκευή για το θέατρο του Γιώργου Γαλίτη απ’ το μυθιστόρημα του αγαπημένου Ζιλ (Ιουλίου που ’λεγαν) Βέρν: ένα θέαμα που σέβεται τα παιδιά, γενναιόδωρο, χωρίς μιζέριες, απολαυστικό, που υπογράφει σκηνοθετικά η Τατιάνα Λύγαρη.


Το θεωρούσα αυτονόητο ότι θα ’ναι η Λωξάνδρα στο ομώνυμο έργο της Μαρίας Ιορδανίδου που ετοιμάζει η Έφη Θεοδώρου σε δραματοποίηση Σάββα Κυριακίδη για τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Δε θα ’ναι. Τα πράγματα έχουν αλλάξει στον -εδώ και δυο σχεδόν χρόνια ακυβέρνητο, χωρίς δηλαδή καλλιτεχνικό διευθυντή- ΘΟΚ. Το ρόλο επωμίστηκε, μετακλημένη απ’ την Αθήνα, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου -σας έγραψα σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 27 Αυγούστου.
Η Αννίτα Σαντοριναίου, πάντως -για τη σπουδαία αυτή ηθοποιό πρόκειται-, θα παίξει το χειμώνα στον ΘΟΚ: στην κωμωδία «Κάστινγκ» του Ρώσου Αλεξάντερ Γκάλιν και σε σκηνοθεσία Ανδρέα Πάντζη - σας έγραφα και γι αυτό στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 15 Ιουνίου.
Αλλά κάνει φέτος και κάτι που δεν ξανάκανε: υπογράφει τη σκηνογραφική κι ενδυματολογική επιμέλεια στην παράσταση του συζύγου της Γιώργου Μουαΐμη  «Εκκλησιάζουσες-Πρόβα τζενεράλε», σύγχρονη διασκευή του απ’ την κωμωδία του Αριστοφάνη, την οποία παρουσιάζει με το δικό του Θέατρο «Έρως Αμμόχωστος», σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Δραματικής Σχολής «Βλαδίμηρος Καυκαρίδης», στην Λευκωσία, στον Κάτω Χώρο του «Σατιρικού Θεάτρου».


Διαβάζω σε δελτία Τύπου για «επίσημες πρεμιέρες» θεάτρων τις «προσωπικότητες», λέει, που παρέστησαν. Και συμπεραίνω -μετά βεβαιότητος πια- πως η σημασία της λέξης «προσωπικότητα», μετά τη σημασία της λέξης «Μεγάλος», έχει απολεσθεί στον ελλαδικό χώρο… Και αναζητείται.