November 27, 2014

Θα σου κάνω μακαρόνια -και βραβείο- με κιμά



Το Τέταρτο Κουδούνι / 27 Νοεμβρίου 2014


Tο διάβασα και ξεράθηκα -λέτε να ’ναι λάθος; 
Ο Σάκης Ρουβάς, «για το μέρος του Διονύσου στην τραγωδία ‘Βάκχαι’ του Ευριπίδου στο Θέατρο Βράχων ‘Μελίνα Μερκούρη’ σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη», όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση, είναι ο εις εκ των τριών υποψηφίων για το Βραβείο Αρχαίου Δράματος (ναι, Αρ-χαί-ου Δρά-μα-τος!!!!!!) στα Βραβεία Κριτικών Θεάτρου και Χορού 2014 που θ’ απονεμηθούν, μαζί με τα Βραβεία «Κάρολος Κουν» 2014, στις 8 Δεκεμβρίου -και που αυτοσυστήνονται ως «ο εγκυρότερος σχετικός θεσμός». Για να καταλήξουν εκεί, πολύ, φαίνεται, θα πρέπει να δυσκολεύτηκαν οι κριτικοί της Επιτροπής... 
Σεβόμενος τους άλλους υποψήφιους για όλα τα βραβεία, μεταξύ των οποίων μερικούς εκτιμώ ιδιαίτερα, δε θα επεκταθώ στο αυταπόδεικτα γελοίον του πράγματος -γελάει το σύμπαν. Θα μιλήσω μόνο για τις σαρωτικές εκπτώσεις και στο χώρο αυτό στις οποίες μας έχει οδηγήσει η κρίση (;). (Η κρίση ή τα κεφάλια μας;). 
Και θα καταθέσω τα ονόματα της Επιτροπής Θεάτρου και Χορού που θα μείνει στην ιστορία μετά απ’ την ιστορική αυτή πρόταση -αναμένω και την τελική κρίση: Λέανδρος Πολενάκης (πρόεδρος), Όλγα Μοσχοχωρίτου, Κωστής Δ. Μπίτσιος, Καλλιόπη Ραπανάκη, Μίρκα Ψαροπούλου. 
(Πάντως, κανένας, νομίζω, απ’ τους συναδέλφους μου δεν είδα να ’χει εκπλαγεί. Εκτός κι αν δε διάβασαν το σχετικό δελτίο Τύπου μέχρι το τέλος...).



Επτά ηθοποιοί, έξι χαρακτήρες-μέλη της ίδιας οικογένειας, τρεις γενιές της, ένα έργο σε τρεις σκηνές οι οποίες παίζονταν ταυτόχρονα, η καθεμιά τους τρεις φορές, με θεατές και ηθοποιούς πάνω στη σκηνή της «Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών» του Ιδρύματος «Ωνάση», χωρισμένη σε τρία «πλατό», κάθε φορά απευθυνόμενες -με τη φορά του ρολογιού- προς τους θεατές άλλης εξέδρας απ’ τις τρεις του σε σχήμα Π «θεάτρου» το οποίο είχε στηθεί εκεί: «Ο κήπος», η δεύτερη θεατρική παράσταση των «Transitions» 2 -θεσμός πια- που φέτος είναι ένα Φεστιβάλ Λατινικής Αμερικής -η περσινή πρώτη διοργάνωση ήταν αφιερωμένη στα Βαλκάνια. 
1938 κι ο Τιάγκο και η πολονέζικης καταγωγής γυναίκα του Φερνάντα χωρίζουν και τη μέρα των γενεθλίων του μοιράζουν τα υπάρχοντά τους. 1979 η Μαρία Αμέλια κι η Λουσιάνα, κόρες απ’ τον δεύτερο γάμο του γέροντα πια και συνθλιμένου απ’ το Αλτσχάιμερ Τιάγκο, γιορτάζουν μαζί του τα γενέθλιά του και τον ετοιμάζουν για το γηροκομείο για το οποίο προορίζεται. 2011 κι η Αλίνι, κόρη της Μαρία Αμέλια και εγγονή του Τιάγκο, αδειάζει με την οικιακή βοηθό της, την Πάουλα, το παλιό σπίτι του παππού της, που κάποτε είχε έναν υπέροχο κήπο και που τώρα μια οικογένεια Πολονών που το διεκδικούν του ’χει κάνει κατάληψη.
Μνήμες, αντικείμενα, ένα πλεχτό ζιλέ του Τιάγκο που κυκλοφορεί από σκηνή σε σκηνή -εύρημα που σου ξεσκίζει την καρδιά-, η ουλή του, ένα ρολόι που δεν δουλεύει πια, δίσκοι παλιοί, η «Αλίν» του Κριστόφ, μουσικές, οι χαρτόκουτες που τις στοιβάζουν και τις μετακινούν συνέχεια, χωρισμοί, αποχαιρετισμοί, χιούμορ, οι νεκροί τους (μας)... όλα μπλέκονται γλυκά, νοσταλγικά, κάποτε σπαρακτικά στην παράσταση του θιάσου «Hiato» («Χάσμα») που ’ρθε απ’ την Βραζιλία -το Σάου Πάουλο. Παράσταση που συνέθεσε πάνω σε αναμνήσεις του και σε αναμνήσεις των ηθοποιών του -οι χαρακτήρες τους οποίους ερμηνεύουν έχουν τα πραγματικά τους ονόματα κι οι ίδιοι έχουν συνεισφέρει με διάφορα σκηνικά αντικείμενα- και σκηνοθέτησε ένα νέο, σεμνό, συμπαθέστατο παιδί ο Λεονάρντο Μορέιρα. Και για την οποία, όπως ο ίδιος μας είπε στη συζήτηση που ακολούθησε και που συντόνισε η θεατρολόγος Σοφία Ευτυχιάδου, χρειάστηκαν -η πρεμιέρα έγινε το 2011- δεκατρείς μήνες δοκιμών. Στη διάρκειά τους αυτό το κείμενο-πλημμύρα αναμνήσεων συνδέθηκε με τον Τσέχοφ -με τον «Γλάρο» του αλλά, κυρίως, με τον «Βυσσινόκηπό» του- και με τον Προυστ. 
Μια παράσταση εξαιρετικά απλή φαινομενικά αλλά ουσιαστικά εξαιρετικά πολύπλοκη. Ήταν συναρπαστικό ν ανακαλύπτεις τα λεπτά νήματα, τις νύξεις που την έδεναν με τον Τσέχοφ: ο γέροντας Τιάγκο-Φιρστ, κάτι από Βάρια, μια υποψία από Σαρλότα, μια αίσθηση από Λοπάχιν ή από Γκάγιεφ, το παιδί της Λιουμπόφ, που πέθανε, η βυσσινιά του κήπου... απ’ τον «Βυσσινόκηπο», η νεανική παράσταση του Κόστια, η αλλαγή του επίδεσμου... απ’ τον «Γλάρο»... Όλα συντεθειμένα με φοβερή ακρίβεια -τραγούδια που διασταυρώνονται απ’ τα τρία «πλατό», φράσεις, λέξεις που συμπίπτουν, δένονται καθόλου τυχαία, φωνές που αποκτούν διαφορετική διάσταση και ερμηνεία ανάλογα από πού τις ακούς... Και μέσα απ’ όλα αυτά να αναδύονται δικές σου, προσωπικές αναμνήσεις. Ο Μορέιρα μουσικήν έχει ποιήσει. ΜΟΥΣΙΚΗΝ. Δεν έχω ποτέ δει μετάπλαση του τσεχοφικού υλικού τόσο τσεχοφική. 110 λεπτά βαθιά συγκινητικά, θεατρένια, αξέχαστα. Που επιβραβεύτηκαν απ’ το κοινό όπως τους άξιζε. Και τις δυο βραδιές που παίχτηκε η παράσταση. Είμαι αυτόπτης μάρτυς. Γιατί πήγα και τη δεύτερη.



Εξαιρετικό! Το τεύχος Νοεμβρίου (αρ. 198) του θεσσαλονικιώτικου free press «Parallaxi». Επετειακό για τα 25 χρόνια του περιοδικού -να τα εκατοστήσει- μ’ ένα συναρπαστικό αφιέρωμα: «Η Θεσσαλονίκη στο περασμα του χρόνου». Κείμενα ντόπιων αλλά και χαμουτζήδων, αγαπητικά αλλά και ψύχραιμα, που κάνουν φύλλο και φτερό, εξαντλούν ό,τι -μα Ό,ΤΙ- συνέβη στην Θεσσαλονίκη στη διάρκεια αυτής της εικοσιπενταετίας -πόσες μνήμες θεάτρου στο κομμάτι της Γιάννας Τσώκου «Στη σκηνή»... 
Το ρούφηξα. Όλο το αφιέρωμα. Αργά και απολαυστικά. Και το κράτησα. Ψάξτε το!

 


Αγαπούσα πολύ τις ταινίες του Μάικ Νίκολς που μας την έκανε γι άλλες σφαίρες. Γιατί αγαπούσε το θέατρο -φαινόταν αυτό, έκανε άλλωστε και πολύ θέατρο. Και γιατί αγαπούσε τους ηθοποιούς του -αυτό φαινόταν ακόμα περισσότερο. Και γιατί τους έβγαζε ό,τι καλύτερο. Γι αυτό κι απ’ τις ταινίες του περισσότερο ρόλους θυμάμαι, και σχέσεις ρόλων, και δέσιμο ηθοποιών, και ερμηνείες ηθοποιών. Ας είναι αναπαυμένος (Όχι, δε θα γράψω, ως τελευταίως είθισται, «στη γειτονιά των αγγέλων»...).

(Η φωτογραφία απ το «Φλερτάροντας τη ζωή»/«Postcards from the Edge» του 1990 με Μέριλ Στριπ και Σίρλεϊ ΜακΛέιν).


«Φρένο στην προσπάθεια της FYROM να διεισδύσει στην Ένωση Θεάτρων της Ευρώπης με το όνομα Μακεδονία (σ.σ. τα εισαγωγικά της είδησης) έβαλε ο Γιάννης Βούρος» (σ.σ. αυτό είναι εθνική επιτυχία!) την περασμένη Κυριακή στο (σ.σ. ευρωπαϊκό...) Ισραήλ.
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος ήταν παρών στη γενική συνέλευση της Ενωσης των Θεάτρων της Ευρώπης, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Τελ Αβίβ. Οταν η συζήτηση έφτασε στις προτάσεις νέων συνεργασιών και ένταξης νέων μελών της Ένωσης, εμφανίστηκε ένα δίκτυο με το όνομα ΝΕΤΑ και έδρα την πόλη Μπίτολα της Μακεδονίας’ (σ.σ. τα εισαγωγικά της είδησης), με πρόεδρο τον Blagoja Stefanovski, πρώην υπουργό Πολιτισμού της Μακεδονίας’ (σ.σ. τα εισαγωγικά της είδησης). 
Ο Γιάννης Βούρος αντέδρασε άμεσα (σ.σ. τι λες βρε παιδί μου...) και αφού επισήμανε ότι τάσσεται υπέρ της εξωστρέφειας και των συνεργασιών, δήλωσε ότι δεν μπορεί να δεχτεί συνεργασία με Σκοπιανούς που χρησιμοποιούν το θέατρο και την Ενωση για να καπηλευτούν το όνομα της Μακεδονίας, κάτι που δεν αναγνωρίζουν ούτε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ούτε η Ελλάδα και φυσικά ούτε εγώ’. Έτσι, η πρόταση για τη συγκεκριμένη συνεργασία απεσύρθη»: το διάβασα -σχεδόν πανομοιότυπο- σε αρκετές εφημερίδες, προφανώς κοπιαρισμένο από δελτίο Τύπου που έστειλε ο ενδιαφερόμενος. 
Τι λες, βρε παιδί μου! Τέτοια πυγμή! Τόσος τσαμπουκάς! Έχει ασκηθεί προφανώς σ’ αυτά ο Γιάννης Βούρος. Σε (βιντεο)ταινίες, όπως για παράδειγμα «Οι σκληροί του Μπραχάμι»... 
Το μόνο που δε μας πληροφορεί η είδηση είναι αν δεν έσπευσε πρώτη να τον συγχαρεί η «Χρυσή Αυγή». 
Πάντως να θυμίσω για την ιστορία ότι στο Θέατρο που διευθύνει το καλοκαίρι του 2008 ανέβασε «Ορέστη» του Ευριπίδη -κι η παράσταση εκπροσώπησε το ΚΘΒΕ στο Φεστιβάλ Επιδαύρου- ο Σλόμπονταν Ούνκοβσκι, επίσης πρώην υπουργός Πολιτισμού της Μακεδονίας! (χωρίς εισαγωγικά). 



Στις 25 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν δεκαπέντε (15!) ολόκληρα χρόνια απ’ την Πέμπτη εκείνη του 1999 που «Το Τέταρτο Κουδούνι» έκανε την πρώτη του εμφάνιση -σε έντυπη μορφή- στην εφημερίδα «Τα Νέα». Όπου συνέχισε να δημοσιεύεται κάθε Πέμπτη για δεκατρία περίπου χρόνια -μέχρι τις 25 Οκτωβρίου 2012. 
Στις 22 Οκτωβρίου 2011 δημιουργήθηκε το ομώνυμο ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com όπου αναρτούσα τη στήλη μερικές μέρες μετά τη δημοσίευσή της -ξεκίνησα με «Το Τέταρτο Κουδούνι» της 20 Οκτωβρίου 2011. Απ’ την 1 Νοεμβρίου 2012 «Το Τέταρτο Κουδούνι» συνεχίζει, πάντα κάθε Πέμπτη, μόνον ηλεκτρονικά εδώ, αυξάνοντας διαρκώς τους αναγνώστες του. Όλους όσοι το στήριξαν αυτά τα δεκαπέντε χρόνια τους ευχαριστώ θερμά.


Θυμίζω πως για ό,τι θέλετε μπορείτε να στέλνετε την ενημέρωσή σας στο totetartokoudouni@gmail.com. Για αποστολή βιβλίων κ.λπ. επικοινωνήστε μαζί μου.


Το κρατώ απ’ το κείμενο με τον εύγλωττο τίτλο «Γιώργος Κουρής, η κατσαρίδα της Μεταπολίτευσης» του Ανδρέα Πετρουλάκη, που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο protagon.gr στις 14 Οκτωβρίου κι έγινε η αφορμή για αγωγή του Γιώργου Κουρή κατά του δημοσιογράφου και του ιστότοπου -κείμενο το οποίο εννοείται πως προσυπογράφω στο σύνολό του: «Γιατί στην πολιτική, όπως και στη ζωή, περισσότερο από τους φίλους μας πρέπει να προσέχουμε και να διατηρούμε τους εχθρούς μας».

November 22, 2014

Ψεύδομαι άρα υπάρχω



Το έργο. Ο Μισέλ, επιχειρησιακό στέλεχος, και η Αλίς, γιατρίνα, έχουν ερωτική σχέση. Παράνομη. Μία φορά την εβδομάδα, όταν είναι και οι δύο ελεύθεροι, σε ξενοδοχείο, μια-δυο ώρες σεξ κι αυτό είναι όλο. Είναι, βλέπετε, και οι δύο παντρεμένοι. Και τους βολεύει να κρατήσουν τους γάμους τους. Και το κρύβουν με πολλά και διάφορα ψέματα -ειδικά ο Μισέλ, μάστορας στο ψέμα και στα δικανικά κόλπα-, από τους συζύγους: την Λοράνς που είναι δασκάλα -ή καθηγήτρια;- και τον Πολ που ήταν οικονομικός διευθυντής σε μία εταιρία αλλά έχασε τη δουλειά του, τώρα είναι άνεργος και ψάχνει για δουλειά. Και που είναι στενός φίλος του Μισέλ -ο κολλητός του, παίζουν, μάλιστα, τακτικά τένις μαζί.
Η κρυφή σχέση, όμως, πέφτει πάνω σε όλων των ειδών τις αναποδιές -όλα στραβά τούς πάνε. Η Αλίς τη βρίσκει τελματωμένη και άγονη και προτείνει, για φρεσκάρισμα, μία απόδραση των δυο τους για ένα Σαββατοκύριακο. Ο Μισέλ, που δεν τη θέλει την «απόδραση», πείθεται και υπερθεματίζει όταν η Αλίς τον απειλεί με τερματισμό του δεσμού. Η εκδρομή-απόδραση θα γίνει. Με πολλά, όπως πάντα, ψέματα -ο Μισέλ δικαιολογήθηκε στην Λοράνς, που ήδη τον υποπτεύεται, πως πηγαίνει στο Μπορντό για μία επαγγελματική υποχρέωση, η Αλίς στον Πολ πως πηγαίνει στην Σαρτρ για να βοηθήσει μία θεία της να τακτοποιήσει το σπίτι της- αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία: ο Πολ τηλεφωνεί στην Αλίς και ζητάει να μιλήσει και στη θεία για να της ευχηθεί χρόνια πολλά επειδή γιορτάζει. Ο Μισέλ αναγκάζεται να παίξει στο τηλέφωνο το ρόλο της... θείας. Ο Πολ δεν φαίνεται να το χάβει. Η Αλίς σκέπτεται να του μιλήσει για τη σχέση. Ο Μισέλ την αποτρέπει.
Σύντομα, όμως, επειδή το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, θα μάθει από τον Πολ πως η Αλίς, τελικά, του μίλησε. Και μάλιστα πως έχει μιλήσει μαζί του -αν ο Πολ δεν του λέει ψέματα...- εδώ και έξι μήνες, όταν ξεκίνησε τη σχέση με τον Μισέλ -άρα η Αλίς του έλεγε ψέματα. Θα μάθει και πως ο Πολ ξέρει την παράνομη σχέση από την αρχή αλλά δεν είχε ανοίξει το στόμα του -άρα του έλεγε ψέματα -γιατί τη θεωρούσε κίνηση εκδίκησης. Πιστεύοντας πως ο Μισέλ ήξερε πως ο Πολ διατηρεί παράνομη σχέση εδώ και ενάμιση χρόνο με την Λοράνς, τη δική του γυναίκα! Από την οποία και έμαθε για τη σχέση του Μισέλ με την Αλίς διότι η Λοράνς το είχε καταλάβει. Αλλά η Λοράνς θα αρνηθεί ρητά τη σχέση με τον Πολ. Ψέματα, όμως, λέει κι αυτή. Κουλουβάχατα! Το ζευγάρι, πάντως, Μισέλ-Λοράνς, τώρα που... έλαμψε η αλήθεια, μπορεί να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα. Συνεχίζοντας με καινούργια ψέματα. Και θα αποδειχθεί πως το ψέμα στην γαλική κομεντί έχει -τελικά- μακριά ποδάρια. Χάπι εντ;
Το «Μου λες αλήθεια;» (2011) εκ πρώτης όψεως στα μπουλβάρ κατατάσσεται. Μία κομεντί που φλερτάρει με τη φάρσα. Αλλά ο γάλος συγγραφέας του Φλοριάν Ζελέρ κάνει ένα βήμα παραπέρα -κάτι ανάλογο με την  Γιασμινά Ρεζά ή τον Άλαν Έικμπορν: αυτό το κοινότοπο θέμα το αναβαθμίζει και με επιδεξιότητα, με μαστοριά μπλέκει και τραβάει την πλοκή του μέχρι το απροχώρητο -ποια είναι η αλήθεια, ποιο το ψέμα;- αφήνοντας το τέλος ανοιχτό. Δένοντας τον Μαριβό με τον Φεντό και αποδεικνύοντας πως είναι ένας πολύ καλός μαθητής αυτών των συμπατριωτών του κλασικών.
Ο Ζελνέρ με εξαιρετική προσοχή και με μεγάλη ακρίβεια μοιράζει επτά σκηνές-ντουέτα συμμετρικά: ο Μισέλ συναντιέται και στις επτά με ένα από τα άλλα τρία πρόσωπα εναλλάξ χωρίς εκείνα ποτέ να συναντιούνται μεταξύ τους επί σκηνής. Επτά σκηνές συμπυκνωμένες, με διαλόγους γρήγορους, αστραφτερούς, πανέξυπνους, με διαρκείς ανατροπές και εκπλήξεις άψογα ζυγισμένες χωρίς καμία πρόθεση εντυπωσιασμού, οι οποίες προάγουν εκ των ένδον το χιούμορ. Ένα χιούμορ, γαλικό, λεπτό που δεν χρειάζεται φτηνά δεκανίκια για να οδηγήσει αβίαστα στο γέλιο. Ένα έργο με στιλ και παράλληλα ένα ευφυέστατο, ειρωνικό σχόλιο των σύγχρονων ερωτικών -και όχι μόνο- ηθών -μία ηθογραφία των καιρών μας με την επικάλυψη του μπουλβάρ, απολαυστική.
Η παράσταση. Μιλώ από την αρχή για επιτυχία. Η οποία ξεκινάει από τη μετάφραση. Η Νικολέτα Κοτσαηλίδου μετέφρασε σε άψογα ελληνικά, με εξαίρετη αίσθηση της θεατρικότητας και με επιδεξιότητα το κείμενο κρατώντας τον κοφτό, γρήγορο ρυθμό των διαλόγων και αναδεικνύοντας με λαμπρό τρόπο το χιούμορ τους -απόλαυση να τους ακούς. Και έβαλε τον γερό θεμέλιο λίθο της παράστασης.
Με στέρεο υπόβαθρο τη μετάφραση αυτή, ο Σπύρος Παπαδόπουλος ακολούθησε τη γραμμή της: το αποτέλεσμα, μία παράσταση έξυπνη, γρήγορη, όπως το κείμενο απαιτεί -υπόδειγμα γοργού ρυθμού η πρώτη σκηνή-, ψιλοκεντημένη, με χιούμορ λεπτό που αναδύεται από τα σπλάχνα του κειμένου και δεν ζορίζεται ούτε εκμαιεύεται από δήθεν ευρήματα ή από χυδαιότητες. Και όσες -λίγες- προσθήκες, γίνονται, γίνονται με μέτρο και γούστο.
Μεγάλο συν για την παράσταση -για άλλη μια φορά- η δουλειά του σκηνογράφου Γιώργου Γαβαλά. Με το τίποτα -τελάρα με τεντωμένο τούλι, σε διάφορα χρώματα βαμμένα και σε διάφορα σχήματα αλλά αρμονικότατα, με μία γοητευτική εικαστικότητα, συνταιριασμένα- και με την, οπωσδήποτε αποτελεσματικότατη, βοήθεια των φωτισμών της Ελευθερίας Ντεκώ, έχει δημιουργήσει ένα ευέλικτο, λειτουργικό, υψηλού γούστου σκηνικό. Εξαιρετικά καλόγουστα και τα κοστούμια του Μάκη Τσέλιου, είναι, ίσως, λίγο πιο φαντεζί απ’ όσο απαιτεί η κοινωνική τάξη των ηρώων. Αλλά σε μπουλβάρ είμαστε... Στον σωστό τόνο και οι μουσικές του Παναγιώτη Τσεβά.
Οι ερμηνείες. Έξυπνα -και αβανταδόρικα- ενταγμένος στην παράσταση ο Στέλιος Πέτσος για να αλλάζει τα σκηνικά, κομψός και με χιούμορ δίνει κύρος στη βουβή παρουσία του. Βρήκα επαρκή την όμορφη και  κομψή Βάνα Ραμπότα αλλά την πιο αδύναμη της διανομής: η φωνή της δεν τη βοηθάει καθόλου. Ο Τάκης Παπαματθαίου ως Πολ στέκεται το σωστό αντίβαρο -μετρημένος, ψύχραιμος- του Μισέλ. Η Νικολέτα Κοτσαηλίδου ήταν, μετά το έργο, τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία, η τρίτη, για μένα, έκπληξη της παράστασης. Όμορφη, λαμπερή, με σκηνική προσωπικότητα, με κύρος στο λόγο της, ανάλαφρη, με χιούμορ, κάνει με αξιοπρόσεκτη για τόσο νέα ηθοποιό δεινότητα μπουλβάρ, ένα είδος με μεγάλες απαιτήσεις από τον ηθοποιό.
Τέταρτη και μεγαλύτερη έκπληξη, ο Σπύρος Παπαδόπουλος. Και βέβαια ο Μισέλ τού πηγαίνει γάντι αλλά ποτέ δεν τον έχω δει να εφαρμόζει ρόλο τόσο τέλεια στο προσωπικό στιλ που έτσι κι αλλιώς διαθέτει και όχι το στιλ του στο ρόλο. Πρώτη φορά τον είδα στη σκηνή να μη φλερτάρει με την ατονία και με κάτι σαν πλήξη. Στους χαμηλούς τόνους που χαρακτηρίζουν την υποκριτική του αλλά γεμάτος ενέργεια, κάνει μία σπουδή πάνω στην αμηχανία: ο Μισέλ του είναι ένα κέντημα ψαγμένων αντιδράσεων ενός αμήχανου, πανικόβλητου καθημερινού ανθρώπου που προσπαθεί να κρεμαστεί από το ψέμα για να υπάρξει: ψεύδομαι άρα υπάρχω. Σαν το ψέμα να αποτελεί την τελευταία του ευκαιρία για να ζήσει. Ο τρόπος που γεννάει τα ψέματα, κατασταλαγμένος, βιωμένος, είναι καθόλου εύκολα και επιφανειακά αλλά βαθιά αστείος. Ο καλύτερός του ρόλος! Κάποτε πίστευα πως ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιμείται το -αμίμητο- ύφος του Ντίνου Ηλιόπουλου. Τώρα με σιγουριά θα μπορούσα να πω πως απλώς είναι ένας άξιος διάδοχός του, στη γραμμή αυτών των κωμικών που έκαναν την αμηχανία μεγάλη τέχνη και που δάσκαλό τους θα πρέπει να θεωρούν τον Σταν Λόρελ -τον Λιγνό του δίδυμου Χοντρός-Λιγνός. 
Το συμπέρασμα. Ένα έργο σημαντικό που δεν επιδεικνύεται, μία παράσταση ιδιαίτερα ελκυστική και μία ερμηνεία ευφρόσυνη. Αξίζει να τη δείτε. Θα γελάσετε χωρίς να ντρέπεστε γι αυτό που βλέπετε και ακούτε.

Θέατρο «Κάππα», 20 Νοεμβρίου 2014.

November 20, 2014

Τα εις -αν: Χατζακιστάν καλεί Αζερμπαϊτζάν ή Δεσμώτης φυσικού αερίου ο Προμηθέας


Το Τέταρτο Κουδούνι / 20 Νοεμβρίου 2014

Αυτό το «μνημόνιο συνεργασίας» που υπεγράφη στο Μπακού μεταξύ του Εθνικού μας και του Azerbaijan State Academic National Drama Theatre, παρακαλώ -ως καρπός, λέει, πρότασης υπό τον τίτλο «Πολιτιστικός Αγωγός» του καλλιτεχνικού διευθυντή του πρώτου Σωτήρη Χατζάκη-, για συμπαραγωγή του «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου, που θα σκηνοθετήσει ο ίδιος με έλληνες κι αζεριανούς (λέει το σχετικό δελτίο Τύπου, αζέρους δεν τους λέμε;) συντελεστές και ηθοποιούς και στις δυο γλώσσες και που θα παρουσιαστεί και στις δυο χώρες ενώ στη συνέχεια η πρόθεση είναι (σ.σ. αχ, αυτές οι καλές οι προθέσεις...) «η παράσταση να ταξιδεύσει κατά μήκος του διαδριατικού αγωγού (σ.σ. ο λα λα, σχέδιο!) αλλά και σε κάθετους άξονες» και να παρουσιαστεί σε πόλεις και χωριά των χωρών τις οποίες διασχίζει (πλην Αζερμπαϊτζάν και Ελλάδας) ο αγωγός (Γεωργία, Τουρκία, Αλβανία, Ιταλία) με τη συνεργασία και φορέων απ’ τις χώρες αυτές «αποτελώντας τον σύνδεσμο των χωρών, των πολιτισμών, του παρελθόντος, της ιστορίας αλλά και του μέλλοντος», λέει, ως «ένας πολιτιστικός αγωγός παράλληλος με τον αγωγό φυσικού αερίου που θα ενισχύσει το επιχειρείν και θα τονώσει τις σχέσεις των χωρών» και που «αποτελεί μία σύγχρονη πρόκληση, τη στιγμή που τις δυο χώρες ενώνει ένα μεγάλο επιχειρηματικό σχέδιο, ο αγωγός φυσικού αερίου TAP (Trans Adriatic Pipeline)» (ουφ, τελείωσε), ως επιτυχία πρέπει να το εκλάβω;
Τώρα, εγώ φταίω αν όλο αυτό -απ’ τη συμπαραγωγή της «Οδύσσειας» του Ρόμπερτ Γουίλσον με το «Πίκολο Τεάτρο» του Μιλάνου στον «Προμηθέα δεσμώτη» του Σωτήρη Χατζάκη με το Azerbaijan State Academic National Drama Theatre- μου κάνει συνειρμό το «εκεί, εκεί, στην Β(ήτα) Εθνική»; Άσε, πια -ο Θεός να με συχωρέσει-, ο άλλος ο συνειρμός -αυτομάτως προέκυψε...- Χατζακιστάν/Αζερμπαϊτζάν...
(Λέτε να δέσει και τον Προμηθέα αντί για βράχο σε αγωγό φυσικού αερίου η Έρση Δρίνη -η μόνιμη σκηνογράφος/ενδυματολόγος του Σωτήρη Χατζάκη- για να ’ναι η παράσταση απόλυτα στο πνεύμα της κινητήριας ιδέας;).


Πάντως βρίσκω πολύ σωστή την απόφαση το «Παιδικό Στέκι» του Εθνικού Θεάτρου -αχ, πάλι στην αρχική, εντελώς σέβεντις, άντε έιτις, σοσιαλιστικής αντίληψης ονομασία της Σκηνής για παιδιά έχουν επιστρέψει, αυτή που ο Γιάννης Χουβαρδάς πολύ σωστά είχε καταργήσει για λόγους αισθητικής και εκσυγχρονισμού και την είχε κάνει «Παιδική Σκηνή»- να μεταφερθεί στην Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» του «Rex».
Και στην Σκηνή «Κατίνα Παξινού», στην οποία πρόσθεσαν το όνομα «Μικρό Rex», να φιλοξενούνται παραστάσεις πειραματικού χαρακτήρα -η έναρξη έγινε χτες με «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» του Φασμπίντερ σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου. Και περισσότερες θέσεις διαθέτει η Σκηνή «Κοτοπούλη» για να φιλοξενούνται σχολεία και τα παιδάκια δε θα παθαίνουν κατάθλιψη στριμωγμένα στο χαμηλοτάβανο -να πέσει το ταβάνι να σε πλακώσει...- υπόγειο του «Παξινού» -με φρίκη θυμάμαι, τότε, στην αρχή, που η Κάρμεν Ρουγγέρη το ’χε πήξει εντελώς φορτώνοντας επιπλέον με ντεκόρ και την πλατεία...



«Εθνικό θησαυρό» τη χαρακτήρισε ο Ρόμπερτ Γουίλσον. Και είναι. Η Λυδία Κονιόρδου. Ο «Ιππόλυτός» της, το καλοκαίρι, στην Επίδαυρο, με το Εθνικό, μπορεί να με απογοήτευσε αλλά τώρα, στο Υπόγειο του Ιδρύματος «Κακογιάννης» ξαναβρήκα τη σπουδαία Λυδία Κονιόρδου. Σκηνοθετημένη απ’ τον Κωνσταντίνο Χατζή στη σύνθεσή του από κείμενα του Γιώργου Χειμωνά «Ο βασιλιάς της Ασίας» -μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση του θιάσου «Χρώμα» με έξοχες μουσικές του Νίκου Ξυδάκη ζωντανά παιγμένες συναρπαστικά απ’ το σαξόφωνο του Δημήτρη Χουντή- η Λυδία Κονιόρδου την εκτοξεύει. Ειδικά στο πρώτο μέρος -στο δεύτερο τη συνοδεύει επί σκηνής ο Βαγγέλης Παπαδάκης. Η Κονιόρδου αδράχνει το λόγο -τον δύσκολο, ιδιόμορφο λόγο του Γιώργου Χειμωνά- και τον λιανίζει φράση-φράση, λέξη-λέξη, συλλαβή-συλλαβή, τον γειώνει, τον κατακτά, τον συνθέτει, τον ανασυνθέτει, τον κάνει διαυγή, λαγαρό, άμεσο, θεατρικό και κατόπιν τον απογειώνει. Μεγάλη (αχ, πώς ντρέπομαι όταν χρησιμοποιώ αυτό το ξεφτιλισμένο επίθετο αλλά εδώ τι να κάνω; Μόνο το συγκεκριμένο σημαίνει ακριβώς αυτό που θέλω να πω) Ηθοποιός, Μαστόρισσα του Λόγου. Πηγαίνετε να την απολαύσετε.



Στα 80 ευρώ -100 ευρώ ήταν για τα Σαββατοκύριακο αλλά τα κατέβασαν -σκαρφαλώνουν οι τιμές των εισιτηρίων (στις αποκαλούμενες VIP θέσεις), ξεκινώντας απ’ τα 10 ευρώ, για τον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» που συνδυάζει Ρένη Πιττακή και Γιώργο Μαργαρίτη άλλως Μαγκάρετ, στο «Παλλάς». Στα 45 ευρώ (στη λεγόμενη διακεκριμένη ζώνη), ξεκινώντας απ’ τα 15, για τον «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» στο «Pantheon Theater» -πρώην «Αθηνών Αρένα». Στα 40 ευρώ (στην Α Ζώνη), ξεκινώντας απ’ τα 10, για το «Θα περάσει κι αυτό» στο «Badminton». Στα 35 ευρώ (στις και εδώ αποκαλούμενες VIP θέσεις), ξεκινώντας απ’ τα 9 ευρώ, για το «Σμύρνη μου αγαπημένη» της Μιμής Ντενίση στο «Θέατρον» του «Ελληνικού Κόσμου».
Στα 30 ευρώ (στην Α Ζώνη) -40 ήταν αλλά τις κατέβασαν-, ξεκινώντας απ’ τα 8,  για το «Rocky Horror Show» στο «Rex Theater». Στα 30 ευρώ (στην Α Ζώνη της πλατείας), ξεκινώντας απ’ τα 13, και για το «Πριν το χάραμα» στο «Βέμπο» που μας ξανάρθε στην πιάτσα. Κι όταν μιλάμε για τις χαμηλότερες τιμές τους, μιλάμε, εννοείται βέβαια, για παιδικά, φοιτητικά, για... όρθιους και δεν ξέρω σε ποια άκρη Θεού... Κρίση σού λέει ο άλλος. Μήπως έχουμε εκτραπεί; Βέβαια, οι θεατρικοί επιχειρηματίες/παραγωγοί ό,τι θέλουν έχουν το δικαίωμα να κάνουν κι όσα θέλουν να ζητάνε -ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι. Όσοι τα ’χουνε, ας τα δώσουνε.



Είναι κωμικοτραγικό -αν ξέρατε...- τι παιχνίδια παίζονται πια με τα λεγόμενα «αποκλειστικά». Τι ανενδοίαστες, απροκάλυπτες αγοραπωλησίες, τι εκβιασμοί και τι απειλές, τι ψέμα, τι υποκρισία απ’ αυτούς τους κακομοίρηδες που τα «πουλούν» στις «ειδικευμένες» γραφίδες έναντι πινακίου εντελώς περιορισμένου λεξιλογίου κοσμητικών επιθέτων με τα οποία τους στολίζουν οι γραφίδες κατόπιν, τι παιχνίδια σε δυο και τρία και περισσότερα ταμπλό, τι ανακρίβειες γράφονται, τι μπουρδολογία... Και το ελληνικό θέατρο να πορεύεται ακόμα έτσι. Εκατό χρόνια πίσω. Αυτολιβανιζόμενο. Και τι δεν έμαθα, από πηγή έγκυρη... Με πιάνει μια αηδία, μα μια αηδία. Αλλά, τελικά, είναι τόσο γελοία ολ’ αυτά -παίζουν με τα πλαστικά στρατιωτάκια και νομίζουν πως είναι στον πόλεμο...- που καταλήγω στο γέλιο. Γέλιο ξεκαρδιστικό.




 







Τώρα διάβασα πως ο φερόμενος ως υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Σαμαρά Αργύρης Ντινόπουλος έχει πει σε κανάλι: «Όσους βάζουμε στα κέντρα κράτησης θα τους ταΐζουμε κιόλας; Θα τους δώσουμε δηλαδή και κρουασάν;». Μωρέ, και να μην ξέρω ώς τώρα πως ο Ντινόπουλος έχει επωμιστεί το ρόλο της Μαρίας Αντουανέτας -ξέρετε, «Φωνάζουν πως δεν έχουν να φάνε ψωμί», «Ε, να φάνε τσουρέκι» (παντεσπάνι σε παλαιότερη μετάφραση), κουβέντα που της αποδίδουν- σε μεταμοντέρνα εκδοχή με το τσουρέκι/παντεσπάνι να εξελίσσεται σε κρουασάν...
Ένας Πακιστανός, πάντως, τους πέθανε σ’ ένα απ’ τα λεγόμενα «κέντρα κράτησης» αβοήθητος. Κι όχι γιατί δεν του ’δωσαν κρουασάν... Κι εδώ δε γελάνε. Φτύνουν.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...