April 30, 2014

Βουτέρης-Δεκαβάλλα ανοίγουν και πάλι το «Θέατρο Εξαρχείων» με Άλμπι


Το Τέταρτο Κουδούνι / Έκτακτο

Το «Θέατρο Εξαρχείων» ξανανοίγει! Ο Τάκης Βουτέρης κι η Αννίτα Δεκαβάλλα ενεργοποιούν και πάλι, απ’ την επόμενη χειμερινή σεζόν 2014/2015, το όμορφο θέατρο που παρέμεινε κλειστό επί δυο χρόνια ενώ οι ίδιοι έχουν να εμφανιστούν εκεί τέσσερα. Εναρκτήριο, το έξοχο έργο συνόλου για έξι πρόσωπα του Έντουαρντ Άλμπι «Ευαίσθητη ισορροπία».
Η Άγκνες κι ο Τομπάιας, ένα μεσήλικο ζευγάρι της ανώτερης τάξης, που ζει σε προάστιο μιας αμερικάνικης μεγαλούπολης μαζί με την αλκοολική αδελφή της Άγκνες, την Κλερ, δέχονται στο σπίτι τους, ξαφνικά, Παρασκευή βράδυ, την «εισβολή» των πιο στενών τους  φίλων, της Έντνα και του άντρα της Χάρι, που έφυγαν απ’ το σπίτι τους κυνηγημένοι από έναν απροσδιόριστο φόβο και ζητούν τη φιλοξενία τους. Την επομένη θα φτάσει στο σπίτι κι η Τζούλια, κόρη της Άγκνες και του Τομπάιας, με πρόσφατο το τέταρτο διαζύγιό της. Μέχρι την Κυριακή, μυστικά και ψέμματα, κρυμμένα πάθη και μίση θα βγουν στο φως μέσα απ’ τα σπλάχνα τους αλλά και μέσα απ’ το απεγνωσμένα σαρκαστικό, κυνικό χιούμορ -αλλά και την ποίηση- του Άλμπι: τα γνωστά θέματά του -έλλειψη επαφής, ναυάγιο της αστικής τάξης, ναυάγιο των θεσμών του γάμου και της οικογένειας…- επανέρχονται και στο έργο του αυτό εμμονικά και με σφοδρότητα.
Η «Ευαίσθητη ισορροπία» (1966) που τιμήθηκε το 1967 με το Βραβείο Πούλιτζερ για Θεατρικό Έργο -το πρώτο απ’ τα τρία Πούλιτζερ με τα οποία έχει βραβευτεί στη διάρκεια της καριέρας του ο 86χρονος σήμερα Άλμπι, 
ο κορυφαίος του σύγχρονου αμερικάνικου θεάτρου- πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα, με τον τίτλο «Δύσκολη ισορροπία» κατά τη μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ -η μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου «A Delicate Balance» έχει γνωρίσει διάφορες εκδοχές στα ελληνικά ανεβάσματα και εκδόσεις του έργου-, σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη και με σκηνογραφία Διονύση Φωτόπουλου, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, τη σεζόν 1976/1977. Με μια αστραφτερή, εντυπωσιακή διανομή πρωταγωνιστών: Μαίρη Αρώνη, Αντιγόνη Βαλάκου, Αλέκα Κατσέλη, Νίκος Τζόγιας, Ζώρας Τσάπελης, Ελένη Χατζηαργύρη- που δυστυχώς κανείς τους δεν βρίσκεται πια στη ζωή.

Το πιο πρόσφατο ελληνικό ανέβασμά του έργου έγινε στην Θεσσαλονίκη το χειμώνα 2011/2012 απ’ τον Αχιλλέα Ψαλτόπουλο με το θεατρικό σχήμα του «Αναζήτηση» στο εκεί θέατρο «Αθήναιον». Στην Αθήνα, όμως, επαγγελματικά, έχει ν’ ανεβεί απ’ τη σεζόν 2003/2004 -με επανάληψη την επόμενη. Το είχε παρουσιάσει στην «Θεατρική Σκηνή» τού «Αθηναΐς», σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, ο θίασος Ζωής Λάσκαρη με την ίδια, τον Τάκη Χρυσικάκο και άλλους.
Οι συζητήσεις για τους συντελεστές και τη λοιπή -πλην Τάκη Βουτέρη και Αννίτας Δεκαβάλλα, που θα κρατήσουν δυο απ’ τους ρόλους- διανομή της παράστασης στο «Θέατρο Εξαρχείων», συνεχίζονται. Τα μόνα σίγουρα είναι πως η «Ευαίσθητη ισορροπία» θα ανεβεί σε -νέα- μετάφραση της Αννίτας Δεκαβάλλα και σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια θα υπογράφει η Μαγιού Τρικεριώτη.
Εγκατεστημένο απ’ τη σεζόν 1989/1990 στο μετασκευασμένο απ’ τον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Δεκαβάλλα σε θέατρο διατηρητέο της οδού Θεμιστοκλέους, το «Θέατρο Εξαρχείων» που ίδρυσαν ο Τάκης Βουτέρης κι η Αννίτα Δεκαβάλλα -το κτίριο πήρε το ίδιο όνομα- αποτελεί τη συνέχεια του «Θεάτρου του Πειραιά» που δημιούργησε ο Τάκης Βουτέρης -απόφοιτος (1964) της δραματικής σχολής του «Θεάτρου Τέχνης», στέλεχός του τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, στέλεχος βασικό στη συνέχεια του θιάσου του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, στην Λευκωσία- με την Κατερίνα Καραγιάννη το 1976 και που διατηρήθηκε μέχρι το 1989. Και στο οποίο εντάχτηκε, αμέσως μετά την αποφοίτησή της (1980) απ’ τη δραματική σχολή Κατσέλη, η Αννίτα Δεκαβάλλα.
Στο «Θέατρο Εξαρχείων» ο Τάκης Βουτέρης κι η Αννίτα Δεκαβάλλα είχαν να εμφανιστούν απ’ το χειμώνα 2009/2010 -η Αννίτα Δεκαβάλλα απ’ το έργο της Λίζα Κρον «Πολύ καλά» που επαναλαμβανόταν για δεύτερη σεζόν κι ο Τάκης Βουτέρης απ’ το δίπτυχο «Νύχτες εξόδου» ήτοι δυο μονολόγους του Ιάκωβου Καμπανέλλη («Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά») και του Γιώργου Μανιώτη («Η έξοδος»), που χε παίξει και παλαιότερα. Και στις δυο παραστάσεις τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο ίδιος. Το χειμώνα 2011/2012 το «Θέατρο Εξαρχείων» άνοιξε για ν’ ανεβάσει η Έλενα Πατρικίου τον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ
Σημειώστε πως η Αννίτα Δεκαβάλλα, από παλιά ενεργοποιημένη κοινωνικά και πολιτικά, είναι υποψήφια δημοτική σύμβουλος Αθήνας στο ψηφοδέλτιο «Ανοιχτή Πόλη» υπό τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη.    

April 12, 2014

Τα καταφέραμε


Άνγκελα Μέρκελ: «Η Ελλάδα τήρησε τις υποσχέσεις της. Συγχαρητήρια που τα καταφέρατε».
Αντώνης Σαμαράς: «Η Ελλάδα τα κατάφερε. Είναι μία καινούργια μέρα σήμερα».

April 10, 2014

Με μια κιθάρα ξεχνιέται…



Το Τέταρτο Κουδούνι / 10 Απριλίου 2014

Πώς ν’ αγιάσω εγώ; Μου λέτε; Πώς;
Μιλάει από μόνο του: Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Σωτήρης Χατζάκης ερμήνευσε, λέει, με την κιθάρα του ένα τραγούδι του Νικόλα Άσιμου (!) στην παρουσίαση του βιβλίου με κριτικές του Τάσου Λιγνάδη «Κριτικές Θεάτρου. Αρχαίο Δράμα (1975-1989)».
Αυτό είναι! Των οικιών ημών εμπιπραμένων ημείς άδομεν…






Χρόνια στο θέατρο. Πρωτοπάτησε το σανίδι παιδάκι στο «Έξη πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Πιραντέλο που ανέβασε το ’68 -δύσκολοι καιροί…- ο Κάρολος Κουν. Κοριτσάκι: Τασία Ασίκη, έγραφε το πρόγραμμα της παράστασης. Έχουν περάσει 46 χρόνια. Το κοριτσάκι, ένα απ’  τα παιδάκια, άλλωστε, του ελληνικού κινηματογράφου, έγινε η Νατάσα Ασίκη, ηθοποιός.
Για να ακριβολογώ Ηθοποιός -με κεφαλαίο το Ήτα. Τάλαντο φυσικό. Σύντροφος στη ζωή του Αντώνη Αντωνίου, μάνα των παιδιών του, ένας άνθρωπος αυθόρμητος, γλυκύτατος, χωρίς απωθημένα και ξινίλες, που εκπέμπει καλοσύνη και θετική διάθεση, πάντα με το γέλιο στο στόμα, βρίσκεται πλάι του και στη σκηνή απ’ το 1985. Αφότου στέγασε την «Θεατρική Σκηνή» του στην οδό Νάξου, στο καλόγουστο, με μεράκι φτιαγμένο θεατράκι -σ’ ενάμισι χρόνο θα κλείσουν τα τριάντα χρόνια τους εκεί.
Έχει παίξει και τι δεν έχει παίξει… Με μια γκάμα που εκτείνεται απ’ το δουλάκι της Μαντάμ Σουσούς, την Δημητρούλα που η Μαντάμ Σουσού… μετονομάζει σε Μαρί-Λεονί, στην καλή δεύτερη τηλεοπτική μεταφορά του έργου του Ψαθά, την ελληνική κωμωδία και το σύγχρονο ελληνικό έργο μέχρι το ξένο ρεπερτόριο, τους δραματικούς ρόλους ακόμα και την Ηλέκτρα. Μια ηθοποιός που παίζει -δεν παίζει, είναι- όπως ανασαίνει. Με μια ακρίβεια, με μια σταθερότητα πάνω στο σανίδι, μ’ ένα κύρος, με μια βαθύτατη ευαισθησία.
Φέτος στο «Αυγά μαύρα» του Διονύση Χαριτόπουλου, ένα κείμενο στη ρεαλιστική γραμμή, με πολλές αρετές, πλάι στον Αντώνη Αντωνίου, έναν ηθοποιό που λες κι έχει γεννηθεί να παίζει αυτούς τους ρόλους του σύγχρονου Έλληνα κι ο οποίος το ’χει σκηνοθετήσει, η Νατάσα Ασίκη ερμηνεύει την Μαρία του έργου μ’ ένα τρόπο αφοπλιστικό. Απ’ τα σπλάχνα της. Πηγαίνετε να τους δείτε -να ΤΗ δείτε. Να δείτε ΠΩΣ ΑΚΟΥΕΙ τον μεγάλο μονόλογο του Σπύρου/Αντώνη Αντωνίου. Αρκεί μόνον αυτό για να καταλάβετε.


Η Νατάσα Ασίκη κι ο Αντώνης Αντωνίου έχουν κρατήσει ένα χαμηλό, όπως λέμε, προφίλ ολ’ αυτά τα χρόνια. Διακριτικοί, χωρίς απαιτήσεις, χωρίς έπαρση, χωρίς «ύφος», χωρίς πιεστικά τηλεφωνήματα, χωρίς pr που να τους σπρώχνουν, εκτός «κύκλων», χωρίς «δικούς» τους δημοσιογράφους, χωρίς επίσημες πρεμιέρες και φωτογραφίες και δημοσιεύματα κι εξώφυλλα και λάιφ στάιλ, με μια αξιοπρέπεια και μια ταπεινότητα που ποτέ δε γίνεται μιζέρια, έχουν κάνει ένα δικό τους κοινό. Αλλά -πάντα στα σύννεφα εγώ- σκεφτόμουνα πόσο άδικο είναι οι σκηνοθέτες μας και οι κατέχοντες οφίτσια να αγνοούν ποια είναι η Νατάσα Ασίκη και τι δυνατότητες έχει ΑΥΤΗ η Ηθοποιός. Κι ανάμεσα σε, πολύ συχνά, ειν’ η αλήθεια, καλούς ηθοποιούς να χρησιμοποιούν και μερικούς που μετά βίας είναι ανεκτοί απλώς γιατί είναι κολλητάρια τους. Θεωρώ την Νατάσα Ασίκη μια ακόμα περίπτωση Λήδας Πρωτοψάλτη: μια σπουδαία ηθοποιός την οποία τόσο άργησαν ν ανακαλύψουν… Ελπίζω να μην αργήσουν το ίδιο και στην περίπτωσή της.



Σχετικά με την έκδοση των Απάντων του Ίψεν που ξεκίνησαν οι Εκδόσεις «Gutenberg» και για την οποία σας έγραφα στο περασμένο «Τέταρτο Κουδούνι» ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος, διακεκριμένος ιψενολόγος -η μνημειώδης διατριβή του, η οποία είμαι σίγουρος πως θα μείνει ως σημείο αναφοράς, ζητάει εκδότη…- μου επισημαίνει -και τον ευχαριστώ- πως δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται αυτό στην Ελλάδα. Έχουν προηγηθεί, σχεδόν ταυτόχρονα, δυο ανάλογα εγχειρήματα που και τα δυο δεν ολοκληρώθηκαν: απ’ τις Εκδόσεις Καραβία -εκδόθηκαν, μεταξύ 1938 και 1944, έξι έργα του Ίψεν σε μετάφραση, τα τέσσερα, Βάσου Δασκαλάκη, ένα Ελένης Ρομπάκη κι ένα Φέλιξ Ντιτζόρτζιο- κι απ’ τις Εκδόσεις Γκοβόστη -έντεκα έργα, όλα σε μετάφραση Λέοντος Κουκούλα, ανάμεσα στο 1939 και στο 1945.
Εύχομαι, αυτή τη φορά, το σχέδιο του «Gutenberg» να ευοδωθεί -δεν είναι και λίγα, βλέπετε, τα ιψενικά δημιουργήματα, τα 26 φτάνουν.                                   
    




Τρεις ρόλους πιστεύω πως έχει κάνει καλά ο Γιώργος Κιμούλης τα τελευταία χρόνια, μακριά από ευκολίες και κλεισίματα του ματιού και μανιέρες: Μήδεια στην «Μήδεια» του Ευριπίδη, τον Γέρο Ηθοποιό στο «Απλά περίπλοκος» του Τόμας Μπέρνχαρντ και, τώρα, τον Ντέιβις στον «Επιστάτη» του Πίντερ. Στην «Μήδεια», σκηνοθέτης ο Σπύρος Ευαγγελάτος, στ’ άλλα δυο έργα ο ίδιος ο ηθοποιός. Ε, και στους δυο αυτούς ρόλους δεν άκουσα το 60% του κειμένου. Όσο κι αν έστηνα αυτί. Στο «Απλά περίπλοκος» γιατί έπαιξε, ως άποψη, όλο το ρόλο ψιθυριστά, στον «Επιστάτη» γιατί, επίσης ως άποψη, τραυλίζει και μασάει τα λόγια του. Καταλαβαίνω, ναι, και οι δυο γέροι είναι, ναι, ο ηθοποιός έπλασε και τώρα πλάθει ολοκληρωτικά -με κάθε μέσο- το ρόλο, ναι, δε ζούμε στην εποχή του Εθνικού με τη στεντόρεια σκηνική φωνή και την ολοστρόγγυλη άρθρωση αλλά άλλη ερμηνευτική λύση στο θέμα της άρθρωσης δε γινόταν να βρεθεί; Αυτιστικό το βρίσκω…


«Βασιλιάς Λιρ» του Σέξπιρ στο «Βαφείο-Λάκης Καραλής» σε σκηνοθεσία Γιώργου Βούρου με τον ίδιο στο ομώνυμο ρόλο -παίζεται απ’ τις 4 Ιανουαρίου. Αλλά «Βασιλιάς Λιρ» του Σέξπιρ και στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου απ’ το θίασο «Αστυθέα» σε σκηνοθεσία Γιάννη Παπαγιάννη με Λιρ τον πατέρα του Δημήτρη Παπαγιάννη -απ’ τις 30 Απριλίου. Μήπως μας πέσει κάπως βαρύ στο στομάχι δυο «Λιρ» την ίδια σεζόν στην ελληνική σκηνή;




Ήθελα να γράψω εκτεταμένα. Όπως το άξιζε. Για το «Από τι ζουν οι άνθρωποι». Την παράσταση πάνω στο διήγημα του Τολστόι που παίζουν η Όλια Λαζαρίδου, ο Γιώργος Νανούρης κι ο Ηλίας Κουνέλας στον «Ελληνικό Κόσμο» σε διασκευή και σκηνοθεσία τους. Κι ήθελα να την ξαναδώ. Εκατό στραβομάρες έτυχαν, δεν τα κατάφερα. Αν πάει και την επόμενη χρονιά θα το κάνω τότε. Εσείς όμως, όσο προλαβαίνετε, να πάτε. Οπωσδήποτε!



Είναι Θέατρο. Και, πάνω απ’ όλα, είναι μια βαθιά ανάσα ζωής. Και τρυφερότητας. Και αγάπης. Όπως πίστευα και πιστεύω ότι θα πρεπε να ’ναι η χριστιανική αγάπη.



Το σεξπιρικό «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» εμπνέει, λοιπόν, τους νέους μας φέτος: «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2» στο «104» σε διασκευή και σκηνοθεσία που συνυπογράφουν ο Κώστας Γάκης με τους επί σκηνής Αθανασία Μουστάκα και Κωνσταντίνο Μπιμπή (υποψήφιο φέτος για το Βραβείο «Δημήτρης Χορν») -ε, να μη σας ξαναλέω τι έξοχη δουλειά είναι…-
αλλά και «R.I.P Romeos Ioulietta Panta» σε κείμενο/δραματουργία Κουρούμπαλη και «δημιουργία» Φρόσως Κορρού και των επί σκηνής Δημήτρη Κουρούμπαλη και Κατερίνας Λούρα στο Μπαρ πάνω απ’ το «Bios» -δεν το ’χω δει ακόμα.
Αφήστε που μας έρχεται από αύριο και το Κλασικό Ρωσικό Μπαλέτο της Μόσχας με τι; Με «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» βέβαια! Του Προκόφιεφ, βέβαια. Στην ιστορική χορογραφία του Λεονίντ Λαβρόφσκι.




Σχεδόν δεν την ξέραμε στην Ελλάδα. Τη διακεκριμένη και πολυβραβευμένη -και νέα και ωραία και πολιτικοποιημένη- σέρβα συγγραφέα Μπίλιανα Σρμπλιάνοβιτς. Βέβαια, μ’ αφορμή το Ευρωπαϊκό Βραβείο Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες με το οποίο είχε τιμηθεί τον Απρίλιο του 
2007 στην Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της διοργάνωσης του 11ου Ευρωπαϊκού Βραβείου Θεάτρου -την είχε αναλάβει το ΚΘΒΕ-, είχε παιχτεί τότε απ’ το εκ Βελιγραδίου «Γιουγκοσλαβικό Δραματικό Θέατρο», το εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο της «Ακρίδες» για μια βραδιά. Αλλά στα ελληνικά νομίζω πως φέτος πρωτοπαίζεται η Σρμπλιάνοβιτς.
Κάτι, όμως, δεν κατάλαβα: πώς δυο θίασοι κατάφεραν κι ανέβασαν ή ανεβάζουν και οι δυο, σχεδόν ταυτόχρονα, το ίδιο έργο της: με τον μεταφρασμένο στα αγγλικά τίτλο «Family Stories» στο 2ο Πρότυπο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αθηνών σε σκηνοθεσία Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες, με τον ελληνικό τίτλο «Οικογενειακές ιστορίες» η ομάδα «kontakt^ensemble» σε σκηνοθεσία Σμαρώς Πλατιώτη στο «Επί Κολωνώ».


«Για μένα ο Πρωθυπουργός είναι ‘ο Αντώνης’. Η σχέση μας έχει σφυρηλατηθεί αδιατάρακτα. Είμαστε και οι δύο δαυλοί διαταγμένοι στο καλό της πατρίδας». Το δήλωσε αναφερόμενος στις σχέσεις του με τον Πρωθυπουργό ο εντιμότατος κ. Μπαλτάκος. Σφυρηλατηθεί; Δαυλοί; Μωρέ, κάτι σε Νιρεμβέργη μου θυμίζει αυτό. Και όχι απ’ τη Δίκη. Πιο πριν.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Σας έχω γράψει στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 12 και στις 19 Δεκεμβρίου για τις πέντε φετινές παραστάσεις πάνω στην -ή εμπνευσμένες από την- «Μήδεια» του Ευριπίδη που φιλοξένησαν ή φιλοξενούν οι σκηνές μας. Προσθέστε και έκτη: «Μήδειας πατούσες» του Ανδρέα Φλουράκη -που με πολύ χιούμορ αντιμετωπίζει τους ήρωες-, σε σκηνοθεσία Βαρβάρας Νταλιάνη απ’ την ομάδα «Lift Inc» στο «Βαφείο/Λάκης Καραλής».


Το Τέταρτο Κουδούνι θα λείψει τις δυο προσεχείς Πέμπτες. Ραντεβού την Πρωτομαγιά -Πέμπτη πέφτει. Αν υπάρχει κάτι έκτακτο, εδώ είμαστε. Καλό Πάσχα!

April 4, 2014

Μιλάει η Κάθριν Χάντερ


Στο  χτεσινό «Τέταρτο Κουδούνι», επισημαίνοντας την παρουσία της Ελληνίδας Κάθριν Χάντερ, μιας σχεδόν άγνωστής μας σπουδαίας ηθοποιού μεγάλης καριέρας στον πρωταγωνιστικό ρόλο της καινούργιας παράστασης του Πίτερ Μπρουκ «Η κοιλάδα των εκπλήξεων» που θα δούμε τον Νοέμβριο του 2014 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, παρέθεσα το link μιας συνέντευξης που της είχα κάνει και που δημοσιεύτηκε στα «Νέα» στις 23 Μαΐου 2009. Τα κείμενα, όμως, της εφημερίδας είναι κλειδωμένα. Οπότε αναρτώ, πολύ ελαφρά χτενισμένο και με πολλές φωτογραφίες, το πρωτότυπο κείμενο της συνέντευξης, χωρίς, μάλιστα, τις εκτεταμένες περικοπές που έγιναν λόγω χώρου, για όσους θα ήθελαν να τη διαβάσουν:


Η Κάθριν Χάντερ (Χατζηπατέρα) εντυπωσίασε στον «Πίθηκο του Κάφκα».

«Το θέατρο πρέπει να πάει να βρει τους νέους»

Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη

«Τρεις νύχτες δεν κοιμήθηκα. Εντυπωσιάστηκα, συγκινήθηκα πολύ με την υποδοχή. Γιατί το έργο δεν ήταν συνηθισμένο. Ήταν απαιτητικό».
«Ο πίθηκος του Κάφκα», ο μονόλογος-διάλεξη στην Ακαδημία ενός «εξανθρωπισμένου» χιμπαντζή, τρεις βραδιές στην Αθήνα, ήταν η αφορμή: το κοινό ανακάλυψε μία σπουδαία ηθοποιό που στην Αγγλία ανήκει στην τάξη των διακεκριμένων και αναγνωρισμένων του θεάτρου εδώ και είκοσι σχεδόν χρόνια αλλά στην Ελλάδα ελάχιστοι γνώριζαν. Την ερμηνεία της -την ευελιξία της, το έξυπνο υποκριτικό της στίγμα, την αμεσότητα, την ανοιχτή καρδιά της…- την ένοιωσε. Και αυτή, την άγνωστή του, την αποθέωσε.
Τιμημένη με το Βραβείο «Ολίβιε» Καλύτερης Ηθοποιού, άλλες δύο φορές υποψήφια για το ίδιο Βραβείο, τιμημένη και με άλλα βραβεία, με ρόλους σπουδαίους στο βιογραφικό της, από την Σελεστίνα μέχρι την Μάνα Κουράγιο, από την Κατερίνα στο «Ημέρωμα της στρίγγλας» μέχρι την Σεραφίνα στο «Τριαντάφυλλο στο στήθος», από Ηλέκτρα του Σοφοκλή και Κασσάνδρα στις «Τρωάδες» μέχρι Λαίδη Μακμπέθ αλλά και από Βασιλιά Λιρ μέχρι Ριχάρδο Γ΄, πλάι σε πολλούς σημαντικούς σκηνοθέτες με κορυφαίο τον Πίτερ Μπρουκ, σκηνοθέτρια και η ίδια εδώ και αρκετά χρόνια, έχει κάνει τηλεόραση, έχει κάνει κινηματογράφο -πιο πρόσφατη ταινία της «Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα»-, και τι δεν έχει κάνει…
Η «λεπτομέρεια» που φορτίζει την πρώτη παρουσία της στην Ελλάδα είναι πως η Κάθριν Χάντερ είναι Ελληνίδα. Γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη αλλά από έλληνες γονείς -κλάδος της μεγάλης εφοπλιστικής οικογένειας από τις Οινούσσες της Χίου- με το όνομα Αικατερίνη Χατζηπατέρα. Αδελφός της μεγαλύτερος, ο διεθνής εικαστικός Μαρκ Χατζηπατέρας.
Στο σπίτι του, στο Παλαιό Ψυχικό, τη συνάντησα. Ήρθε τρέχοντας η ίδια να μου ανοίξει την αυλόπορτα. Ένα κοριτσάκι: λεπτή, μικροκαμωμένη, πολύ μελαχρινή, σκούρα, πυκνά μαλλιά αφημένα γύρω από το πρόσωπο, τζιν, ένα μακό μαύρο μπλουζάκι που έγραφε «Young Vic»… Καθίσαμε στο τραπέζι, μαζί μας, για να βοηθήσουν στη μετάφραση, η Ελένη Μουσταΐρα και η Λένα Αργύρη της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας που την έφεραν στην Ελλάδα, στους τοίχους πίνακες του Μάρκου, όπως τον λέει -ανάμεσά τους και ένα έξοχο πορτρέτο της…
Ξεκίνησε την κουβέντα στα ελληνικά αλλά ένοιωθε ανασφαλής και συχνά κατέφευγε στα αγγλικά. Κάθε τόσο ρωτούσε με τη βαθιά, ιδιόμορφη φωνή της, σαν παιδάκι: «Αυτό να το πω αγγλικά;». Δυο ζεστά καστανά μάτια, γελαστά, που μοιάζουν όμως να ’χουν περάσει και πόνο, μια ευγένεια πηγαία, μια αιδημοσύνη, ένα γέλιο ντροπαλό… -μια ομορφιά αναβλύζει από τη γυναίκα αυτή.
Μου μίλησε για τα παιδικά της χρόνια. Έχει και μια δίδυμη αδελφή. «Ήμασταν και είμαστε πολύ κοντά και πάρα πολύ αγαπημένες. Η Άντζελα είχε πιο πολύ θάρρος, ήταν πιο ζωηρή, εγώ ήμουν αρκετά ήρεμη».
Η Ελλάδα ήταν παρούσα στο σπίτι σας;
«Ναι, πολύ. Μιλούσαμε ελληνικά, τρώγαμε ελληνικά φαγητά, την Κυριακή πηγαίναμε στην ελληνική εκκλησία, οι γάμοι και οι κηδείες, το Πάσχα ήταν ελληνικά… Είχαμε ελληνική κουλτούρα. Και ήμασταν τυχεροί γιατί, ζώντας στην Αγγλία, είχαμε δύο κουλτούρες».
Με την Χίο υπάρχουν δεσμοί;
«Δεν έχω πάει παρά μόνο τέσσερις φορές. Δεν ήμασταν του στιλ να πηγαίνουμε κάθε καλοκαίρι όπως άλλοι συγγενείς. Τριγυρνούσαμε σ’ άλλα νησιά. Τα παλιά τα ξέρω μέσα από τις ιστορίες του πατέρα μου».
Το θέατρο στη ζωή σας πώς μπήκε;
«Στο σχολείο είχα μια φίλη που με έπαιρνε και με πήγαινε πάνω-πάνω, σε μια σοφίτα, και μου έπαιζε κομμάτια θεατρικά. Αλλά εμένα ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό. Στο πανεπιστήμιο άρχισε αυτό. Είχα πάει για γαλλική και αγγλική φιλολογία, τελικά μπήκα στο τμήμα δράματος και γαλλικής φιλολογίας. Κάναμε τότε το έργο του Μπρεχτ «Στη ζούγκλα των πόλεων». Δεν ήξερα καθόλου από θέατρο. Εκείνο που με συνεπήρε ήταν οι τεχνικές πρόβες. Και με ενθουσίασε η ομαδικότητα: όλοι μαζί να ράβουμε τα κοστούμια, να κάνουμε τους φωτισμούς… Ήταν μια φυσική ευχαρίστηση. Μετά παίξαμε ένα έργο του Ανούιγ. Σε κάποια ατάκα σκάσανε από κάτω στα γέλια. Αυτό με γέμισε. Έτσι βρέθηκα στο θέατρο. Ποιος ξέρει από πού πηγάζει αυτή η κλίση… Οι θείοι μου, πάντως, από την πλευρά του πατέρα μου, είναι πολύ καλοί παραμυθάδες.
Όταν είπα στη γιαγιά μου, στα εικοσιένα, ‘γιαγιά θέλω να γίνω θεατρίνα’ και όχι ‘ηθοποιός’ γιατί δεν είναι καλά τα ελληνικά μου, η γιαγιά μου κάτι έπαθε. Ύστερα έμαθα πως η λέξη θεατρίνα δεν είχε καλή έννοια». Γελάει. «Μετά όμως όλοι στην οικογένεια με υποστήριξαν πολύ».
Πηγαίνει στην RADA -την Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης. «Κλασική εκπαίδευση. Όταν τελείωσα έκανα πολλά κλασικά πράγματα σε θέατρα ρεπερτορίου. Έπαιξα Έικμπορν, Κόνγκριβ… Ύστερα συναντήθηκα μ’ ένα θίασο επηρεασμένο από τη δουλειά του Πίτερ Μπρουκ και του Γκροτόφσκι, έπαιξα Ντιράς… Αλλά η μεγάλη έκρηξη ήταν όταν συνάντησα τους ‘Κομπλισιτέ» (σ.σ. η ομάδα που βρέθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στην πρώτη γραμμή της βρετανικής θεατρικής πρωτοπορίας). Ήταν σαν μια δεύτερη εκπαίδευση. Εκεί γνώρισα τη μέθοδο του Λεκόκ για το φυσικό θέατρο. Καταπληκτική ευκαιρία: να μάθεις μια καινούργια θεατρική γλώσσα!».

Αλλάξατε τότε την οπτική που βλέπατε το θέατρο;
«Όχι, ακριβώς. Ανέπτυξα αυτά που ήξερα. Μου δόθηκαν άλλες δυνατότητες, μια τεράστια ελευθερία, μια καινούργια γλώσσα για το σώμα και το χώρο. Αλλά δεν ήταν η μέθοδος μόνο, ήταν και τα μέλη του ‘Κομπλισιτέ’ άνθρωποι πολύ ταλαντούχοι και πολύ αναρχικοί. Γι αυτό μιλάω για ελευθερία που μου δόθηκε. Μου ανέθεσαν να παίξω την Κλερ Τσαχανασιάν στην ‘Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας’ στα 33 μου. Δεν υπήρχαν όρια ηλικίας.
Εκεί θα γνωρίσει και τον Ιταλό Μαρτσέλο Μάνι, συνιδρυτή των «Κομπλισιτέ». Επίσης εξαιρετικό ηθοποιό, που τον είδαμε πριν από λίγες μέρες στην παράσταση «Θραύσματα» του Πίτερ Μπρουκ, και ειδικευμένο σε θέματα κίνησης. Είναι μαζί δεκαεννιά χρόνια.
Άρχισε να παίζει ανδρικούς ρόλους από το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σαίξπηρ που ανέβασαν στο «Κομπλισιτέ» -έκανε Μαμίλιο και Βοσκό. «Ήταν η προετοιμασία μου, κάτι σαν η ‘ακρόασή’ μου για τον Λιρ». Διότι αμέσως μετά έπαιξε -αυτή μια γυναίκα, στα 35 της, πρωτοφανές!- Βασιλιά Λιρ και κατόπιν Ριχάρδο Γ΄
«Έπαιζα συχνά παιδάκια και ηλικιωμένους. Ίσως γιατί όταν ήμουν μικρή ενδιαφερόμουν για τους μεγάλους ανθρώπους -είχα μια ιδιαίτερη επαφή μαζί τους.
Η ιστορία του Λιρ με είχε ταράξει αφότου κάναμε το έργο στο σχολείο. Αλλά δεν είχε περάσει από το μυαλό μου πως θα τον παίξω ποτέ. Όταν μου το πρότειναν δεν το σκέφτηκα καθόλου. Είπα αμέσως το ‘ναι’. Είμαι άνθρωπος του ενστίκτου.
Έπρεπε να βρω μια φόρμα -την εικόνα του Λιρ. Μια μέρα στο σούπερ μάρκετ είδα ένα μικρόσωμο, αδύνατο γεράκο να βγαίνει. Αν εκείνη τη στιγμή μετασχηματιζότανε ο κόσμος του σούπερ μάρκετ σε Αυλή θα μπορούσε αυτός να είναι βασιλιάς. Το σημαντικό στον Λιρ δεν είναι το σωματικό μέγεθος, είναι το μέγεθος της ψυχής του. Δεν είχα πρόβλημα με τη διαδρομή του, είχα μόνο με τη εικόνα που υπάρχει στον κόσμο για τον Λιρ: άνδρας, δυναμικός, βασιλιάς...
Όταν παίζω ανδρικούς ρόλους δεν είναι γιατί θέλω να κάνω κάτι το διαφορετικό. Αλλά γιατί καταλαβαίνω τη διαδρομή τους. Αφήστε που οι ανδρικοί ρόλοι είναι πιο ενδιαφέροντες από τους ρόλους που έχουν γραφτεί για γυναίκες…». Γελάει.



Πώς βλέπετε το θέατρο σήμερα; Στην Αγγλία ανθεί αλλά λένε πως δεν γράφονται πια σημαντικά έργα.
«Δεν συμφωνώ. Στην Ενωμένο Βασίλειο αντίθετα βγαίνουν πολλά έργα και μάλιστα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους γραφής. Έργα που πολλά τους γράφονται πια μαζί με τους ηθοποιούς».
Πιστεύετε στη συνέχεια του θεάτρου; Μπορεί να κρατήσει και να ελκύσει τους νέους; Οι καινούργιες τεχνολογίες δεν τους απορροφούν; Δεν το θεωρούν ξεπερασμένο;
«Οπωσδήποτε πιστεύω στη συνέχεια. Απλώς βρίσκεται σε αποφασιστική καμπή. Πρέπει κι εμείς στο θέατρο να ανοίξουμε τις πόρτες στους νέους -τα εισιτήρια είναι πολύ ακριβά. Και να πάμε εμείς να τους βρούμε. Γιατί το θέατρο προσφέρει κάτι το διαφορετικό, κάτι το μοναδικό.
Στο Λονδίνο το ‘Ρόαγιαλ Κορτ’ κάνει πολύ καλή δουλειά για τους νέους συγγραφείς και τους νέους σκηνοθέτες, Όπως και το ‘Γιανγκ Βικ’ και το ‘Σόχο Θίατερ’: προσφέρουν κίνητρα.
Σίγουρα δεν μπορεί να αγνοείς την τεχνολογία. Υπάρχει και στο θέατρο μια έκρηξη συνδυασμού του με τις σύγχρονες τεχνολογίες. Και υπάρχουν ορισμένοι σκηνοθέτες, όπως ο Ρομπέρ Λεπάζ ή ο Σάιμον ΜακΜπέρνι, που εκμεταλλεύονται την τεχνολογία με φανταστικούς τρόπους. Υπάρχει όμως και η άλλη άποψη: του Πίτερ Μπρουκ. Που στα ογδόντα κάτι του είναι πάντα πιο μπροστά. Και που πιστεύει πως τίποτα από όλα αυτά δεν χρειαζόμαστε παρά μόνο τον ηθοποιό».
Έχετε κάνει και ταινίες -πιο πρόσφατη «Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα». Ο κινηματογράφος ζητάει τα ίδια με το θέατρο από τον ηθοποιό;
«Όχι. Άλλο πράγμα είναι. Αλλά πάρα πολύ ενδιαφέρον. Στον κινηματογράφο είναι μία η κάμερα, στο θέατρο είναι πολλές -δεκάδες, εκατοντάδες, όσες και οι θεατές. Ο κινηματογράφος ζητάει μία μεγαλύτερη διαύγεια σκέψης. Στο θέατρο πρέπει να προβάλεις αυτό που νοιώθεις, στον κινηματογράφο έρχεται η κάμερα σε σένα».
Και «Ο πίθηκος του Κάφκα»;
«Μου το πρότεινε ο σκηνοθέτης. Είχα διαβάσει το διήγημα του Κάφκα στην εφηβεία μου και μου είχε αρέσει πολύ.
Στην αρχή κάναμε το πρωί πρόβες με τον υπεύθυνο για την κίνηση και το απόγευμα δουλεύαμε με το σκηνοθέτη με αυτοσχεδιασμούς -πώς ο πίθηκος προσπαθεί να μην είναι πίθηκος, πώς προσπαθεί να κρύψει την πιθηκίσια καταγωγή του. Προσπαθήσαμε να μην είναι απλώς μία αναφορά στην Ακαδημία γιατί θα ήταν πολύ στεγνό αλλά να υπάρχουν και αναμνήσεις του, να ξαναζεί την παλιά ζωή του. Σιχαίνεται τους ανθρώπους αλλά και ελκύεται από αυτούς. Αυτό που ήθελα να δώσω είναι αυτό που λέει η Μιράντα στην ‘Τρικυμία’ του Σαίξπηρ: «Τι υπέροχος, καινούργιος κόσμος που έχει τέτοιους ανθρώπους».
Η σκηνοθεσία σάς ενδιαφέρει πάντα;
«Ναι, βέβαια. Αλλά τελευταία το ένστικτό μου μού έχει πει να ριχτώ στην ηθοποιία και να προσπαθήσω να εξελιχθώ ως ηθοποιός, να αναπτύξω αυτά που έχω».
Ο «Οθέλος» ήταν η πιο πρόσφατη παράστασή σας. Με ποια οπτική είδατε αυτή τη σαιξπηρική τραγωδία;
«Διάλεξα για το ρόλο έναν μαύρο ηθοποιό από την Σιέρα Λεόνα, πολύ σέξι». Γελάει. «Δεν επικέντρωσα στο θέμα της ζήλιας αλλά στο θέμα του ξένου. Πιστεύω πως ο Οθέλος πέφτει στην παγίδα των ψεμάτων του Ιάγου γιατί έχει διαφορετική κουλτούρα. Ο Ιάγος, διαβάλλοντας την Δυσδαιμόνα, του λέει: ‘Δεν ξέρετε τις γυναίκες μας, δυστυχώς έτσι είναι» Και ο Οθέλος τον πιστεύει».
Τα επόμενα δυόμισι χρόνια θα είναι στον Βασιλικό Σαιξπηρικό Θίασο ως καλλιτεχνική συνεργάτρια με ευθύνη για τον προγραμματισμό και με τη δυνατότητα να κάνει δύο σκηνοθεσίες ενώ παράλληλα ανήκει στο ανσάμπλ των 44 ηθοποιών του. Είναι προγραμματισμένο να παίξει σε ένα σύγχρονο ουκρανικό έργο -πάνω στο τραπέζι βρίσκεται το κείμενο που ήδη το μελετάει-, την Ιουλιέτα σε μία μεταγραφή από ένα νέο συγγραφέα του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» με μόνα πρόσωπα τους δύο ήρωες σε μεγάλη ηλικία, Τρελό σε ένα καινούργιο ανέβασμα του «Βασιλιά Λιρ»
και Κλεοπάτρα στο «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» -«όχι, δεν θα παίξω τον Αντώνιο» λέει και γελάει. Κάτι μαγειρεύουνε και με την Αττική Πολιτιστική Εταιρεία για επανεμφάνισή της στην Ελλάδα.
Τι σας αρέσει να κάνετε εκτός από θέατρο;
«Μου αρέσει πάρα πολύ να ταξιδεύω. Παντού. Έχω, ειδικά, έρωτα με την Ινδία όπου έχω πάει πολλές φορές».
Κυρία Χάντερ, αν δεν είχατε την οικονομική άνεση που έχετε, θα μπορούσατε να ακολουθήσετε την πορεία που έχετε κάνει στο θέατρο;
«Θα ήταν διαφορετικά, ίσως, αλλά, πιστεύω, πως το αποτέλεσμα το ίδιο θα ήτανε. Γιατί είχα ένα πείσμα γι’ αυτό, μια έντονη περιέργεια, μια πείνα, μια παρόρμηση…».



Με λίγα λόγια
1956. Γεννιέται στην Νέα Υόρκη.
1958. Η οικογένεια εγκαθίσταται στο Λονδίνο.
Αρχές δεκαετίας ’80. Αποφοιτά από την Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA) και πρωτοεμφανίζεται στο θέατρο.
1987. Στο «Τεάτρ ντε Κομπλισιτέ».
1990. Βραβείο «Λόρενς Ολίβιε» Καλύτερης Ηθοποιού για την ερμηνεία της ως Κλερ Τσαχανασιάν στο έργο του Ντίρενματ «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας».
2008. Γίνεται Καλλιτεχνική Συνεργάτρια του Βασιλικού Σαιξπηρικού Θιάσου.

April 3, 2014

Διπλό Γεγονός: Η Κάθριν Χάντερ με Πίτερ Μπρουκ στο Δημοτικό Πειραιά



Το Τέταρτο Κουδούνι / 3 Απριλίου 2014

Σσσσς…. Ησυχία στο Χατζακιστάν. Δεν είχαμε καμιά ισχυρή δόνηση τη βδομάδα αυτή -το πρωταπριλιάτικο περί συνεργασίας με Σεφερλή απλώς προσομοίωση σεισμικής δόνησης ήταν (Τη φοβάμαι, πάντως, αυτή την ησυχία… Μήπως εγκυμονεί κάτι. Άσε που δεν ξέρω και τι σιγοβράζει πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα…).



Με ρούμπωσε. Ο Τάκης Τζαμαργιάς. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Μετά τη βαθύτατη απογοήτευση -που ένοιωσα αλλά και που εισέπραξα πανταχόθεν…- απ’ την παραχώρηση -άπαξ ευτυχώς- του Δημοτικού ως σκηνικού για τη ζωντανή μετάδοση του «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» του Λάκη Λαζόπουλου και του «Alpha», είδα το ηθικό μου να αναπτερώνεται με την ανακοίνωση του προγράμματος του Δημοτικού για το δεύτερο τετράμηνο της σεζόν και δυο παραστάσεων του επόμενου χειμώνα.
Καλά, για τα εναρκτήρια της σεζόν 2014/2015 «Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη το ’χα μάθει και ήδη σας το ’χα γράψει. Αν προσθέσουμε, μεταξύ και άλλων που έχουν ενδιαφέρον, τους «Καυγάδες στην Κιότζα» του Γκολντόνι σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, που παίζεται τώρα, και τον εκ του Κλάους Μαν εκπορευόμενο «Μεφίστο» -του Νίκου Μαστοράκη ωσαύτως-, που κατεβάζει στον Πειραιά το Εθνικό για να κάνει εκεί πρεμιέρα, δεν είναι καθόλου άσχημα τα πράγματα. Το αντίθετο!
Αλλά… Αλλά υπάρχει κι εκείνο που ’ναι ακόμα πιο ελκυστικό -το κερασάκι στην τούρτα: «Η κοιλάδα των εκπλήξεων» -έκπληξη, όνομα και πράμα! Η καινούργια παραγωγή του Πίτερ Μπρουκ που θα παιχτεί τέλος Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου.


Και να επισημάνω αυτό στο οποίο νομίζω δε δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή: πρωταγωνίστριά του είναι η Κάθριν Χάντερ. Η οποία - ναι, είναι σημαντικό- είναι η ελληνίδα Κατερίνα Χατζηπατέρα. Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως πρόκειται για σπουδαία ηθοποιό. Που ως Κάθριν Χάντερ κάνει καριέρα μεγάλη στην Βρετανία. Και το ακόμα σημαντικότερο είναι πως εδώ την έχουμε δει επί σκηνής μόνο μια φορά: τον Μάιο του 2009, στο «Χορν» στο πλαίσιο του μικρού Φεστιβάλ «Θέατρο Πέρα από τα Όρια» που οργάνωνε η «Αττική Πολιτιστική Εταιρεία». Στο μονόλογο «Ο πίθηκος του Κάφκα», διασκευή απ’ το πεζό του Κάφκα «Αναφορά στην Ακαδημία». Όσοι την είδαμε, τότε, θεωρούμε πως ήμασταν τυχεροί. Διότι επρόκειτο για εμπειρία-φαινόμενο -η αξιοθαύμαστη Κυρία Χάντερ! Να μην την περιμένω, λοιπόν, πώς και πώς; Και θεωρώ τον εαυτό μου διπλά τυχερό γιατί της έκανα, τότε ακριβώς, μια συνέντευξη για τα «Νέα». Σας την παραθέτω:



Η Μαριάννα Κάλμπαρη, νέα καλλιτεχνική διευθύντρια στο «Θέατρο Τέχνης», διάδοχος του Διαγόρα Χρονόπουλου. Έξυπνη, δραστήρια, επικοινωνιακή γυναίκα, με γνώσεις, με καλλιτεχνικές ευαισθησίες… Εύχομαι να τα καταφέρει. Αν όμως με ρωτήσετε, προσωπικά πιστεύω -το ’χω πάρει απόφαση- πως το «Θέατρο Τέχνης» έχει προ πολλού τελειώσει και δεν το ’χουν πάρει είδηση οι άνθρωποί του -από κεκτημένη ταχύτητα συνεχίζει. Αν η Μαριάννα Κάλμπαρη καταφέρει να το αναστήσει -μακάρι!- απ’ την παρακμή -διότι σε παρακμή έχει περιπέσει, μπαμ κάνει, κι όχι λόγω οικονομικών...- θα πρόκειται για θαύμα. Μέγα.


Απ’ το 2005 έως και το 2013 παρουσίασαν δέκα θεατρικές παραγωγές. Ανέβασαν θεατρικά έργα των Χόφμανσταλ, Βιριπάεφ, Καπετανάκη, Σέξπιρ, Πομερά και το ποιμενικό ειδύλλιο αγνώστου ποιητή του 16ου αιώνα «Βοσκοπούλα». Δυο απ’ αυτά («Γένεσις 2» του Ιβάν Βιριπάεφ και «Κύκλοι-Ιστορίες» του Ζοέλ Πομερά) παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Παρουσίασαν, επίσης, δυο πρωτότυπα θεατρικά κείμενα -«Πόλη-κράτος» και «Μεσοπόλεμος»-, συνδυασμό πρωτότυπης γραφής και δραματουργικής επεξεργασίας λογοτεχνικών και άλλων κειμένων. Διασκεύασαν κι ένα μυθιστόρημα, το «Αλεξάντερπλατς» του Άλφρεντ Ντέμπλιν και παρουσίασαν μια περφόρμανς βασισμένη στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ. Αυτός είναι ο απολογισμός τους.

Εννιά χρόνια μετά, ο θίασος «Κανιγκούντα» που, εκτός από μερικές εξαιρετικές δουλειές, είχε δώσει κι ένα έντονο και σαφές πολιτικό στίγμα, ανακοίνωσε, πάνω στην άνθισή του, το υπογραμμίζω αυτό, τη διακοπή τη λειτουργίας του. Χωρίς να εξηγήσει τους λόγους. Η ανακοίνωση, που υπογράφει ο σκηνοθέτης Γιάννης Λεοντάρης -η ψυχή της ομάδας, ένας καθ’ όλα σημαντικός της σκέψης και της πράξης-,
μιλάει μόνο για «σκοτεινούς καιρούς» τονίζοντας, όμως, πως «αυτό θα αλλάξει». Και κλείνει -εύγλωττα- με Εμπειρίκο -απ’ την «Οκτάνα» του: «Οκτάνα θα πη (χωρίς να περιφρονούμε του γήρατος την σοφίαν), θα πη, πάση θυσία διατήρησις της παιδικής ψυχής εις όλα τα στάδια της ωριμότητος, εις όλας τας εποχάς του βίου, διότι άνευ αυτής και η πιο χρυσή νεότης γρήγορα στάχτη γίνεται και χάνεται και φεύγει και μένει στη θέση της η θλίψις, η άνευ ελπίδων μεταμέλεια και η στυγνή ρυτίς».
Βαθύτατα εκτιμώ τους ανθρώπους του θεάτρου που ξέρουν να σταματούν -οριστικά ή προσωρινά- τη στιγμή που πρέπει κι όχι μόνον όταν τους αναγκάσει η παρακμή. Είναι ελάχιστοι. Καλή αντάμωση!






Βρε, τα «Νέα» έκπληκτα ανακάλυψαν φέτος πως υπάρχει γυμνό στην ελληνική σκηνή. Κι έκαναν ολόκληρο θέμα -αν σοκάρει ή όχι. Έλα, Παναγία μου! Στο 2014 ζω; Γιατί εγώ θυμάμαι στο «Βεάκη» απ’ το 1983 το «Χαμάμ γυναικών» κι απ’ το 1986 το «Ω, Καλκούτα!»…



Πλημμύρα Δημήτρη Δημητριάδη φέτος -έχω χάσει το λογαριασμό. Σχεδόν μόδα έχει γίνει. Στις πολλές, πάρα πολλές παραστάσεις με έργα του να προσθέσω άλλες δυο -στην «Βιβλιοθήκη Βολανάκη», στα Εξάρχεια και οι δυο: «Ο Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας» απ’ την Χρύσα Καψούλη και την «Dame Blanche» της και «Insenso» γι’ άλλη μια φορά αλλά τη φορά αυτή σε σκηνοθεσία Ελευθερίας Φούκη. Ε, μα κι ο χριστιανισμός άργησε να επικρατήσει… Αλλά είχε τους αποστόλους του. Που πολλά υπέμειναν αλλά και επέμειναν.



Καιρός ήταν, πολύ αργήσαμε. Εκατόν οκτώ χρόνια χρειάστηκαν να περάσουν απ’ το θάνατο του Χένρικ Ίψεν για να εμφανιστεί ελληνική έκδοση των Απάντων του -τόσο πια που η παρουσίαση της σειράς έγινε στην «Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία»! Την αποτολμά -και μπράβο του!- και μάλιστα σε καιρούς χαλεπούς ο εκδοτικός οίκος «Gutenberg». Σε νέα μετάφραση «σε γλώσσα ζωντανή, κατάλληλη για σκηνική παράσταση, με πλούσια σχόλια, κατατοπιστικές εισαγωγές και χρονολόγια». Θέλω να πιστεύω πως οι καινούργιες μεταφράσεις -δεν αναφέρεται αν γίνονται απ’ τα πρωτότυπα- θα ’ναι αντάξιες των κειμένων. Τις υπογράφει, καθώς και τις εισαγωγές και τα σχόλια – ο Θεοδόσης Ά. Παπαδημητρόπουλος σε επιμέλεια Ήρκου Α. Αποστολίδη. Μόλις κυκλοφόρησαν «Ο αρχιμάστορας Σόλνες», «Ο μικρός Έγιολφ», «Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν» και «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί» και έπονται, αμέσως μετά, «Πέερ Γκιντ», «Ένας εχθρός του λαού» και «Βρυκόλακες».
Η έκδοση των Απάντων του μαζί τις δεκατρείς (!) ελληνόφωνες φετινές παραστάσεις Ίψεν αναδεικνύει ξαφνικά τον Μεγάλο Νορβηγό στο κορυφαίο πρόσωπο της φετινής χειμερινής σεζόν για το ελληνικό θέατρο. Έτσι, τυχαία.


Πολύ ξύπνιοι, πιστεύω, οι άνθρωποι της «Αυλαίας» στην Θεσσαλονίκη. Εκτός απ’ τους ντόπιους θιάσους που φιλοξενούν, καλούν κάθε τόσο αθηναϊκούς θιάσους απ’ τους μεγάλους, τους «εμπορικούς», αλλά και μικρότερα σχήματα, εναλλακτικά, για σειρά παραστάσεων στην Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια όλης της σεζόν. Θετικότατο το βρίσκω -εκείνο το «μετά το Πάσχα οι πετυχημένες παραστάσεις της Αθήνας ταξιδεύουν όλες μαζί Θεσσαλονίκη και μακελεύονται ποια θα επικρατήσει» ποτέ δεν το κατάλαβα. Με τον τρόπο αυτό σκορπίζονται μέσα στη χρονιά, ελαφρώνουν και την αθηναϊκή τους σεζόν -αν είναι παραστάσεις για ολόκληρη τη σεζόν- που ’ναι πια μεγάλη η διάρκειά της για να κρατηθούν ταμειακά σ’  ένα καλό επίπεδο σ’  όλη της τη διάρκεια κι επιπλέον οι Θεσσαλονικείς έχουν μεγαλύτερη θεατρική ποικιλία.



Κι άλλες δυο παραστάσεις αρδευόμενες απ’ την… ευεργετική για το θέατρο για παιδιά ελληνική μυθολογία -δεν έχουν και πνευματική δικαιώματα οι μύθοι…- ανακάλυψα και προσθέτω στις πέντε φετινές που χα ήδη εντοπίσει στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 9 Ιανουαρίου: «Μύθοι μέσα στο λαβύρινθο» στο «Θέατρο της Ημέρας» σε ιδέα/σκηνοθετική επιμέλεια Ανδρομάχης Μοντζολή και «Δαίδαλος και Ίκαρος» του Γιάννη Κουλάκη στο θέατρο «Σκάλα» σε σκηνοθεσία Κώστα Πρέκα -με τον ίδιο παρακαλώ, αυτοπροσώπως!


Αλήθεια. Αυτό το ΑΙΣΧΟΣ που συμβαίνει με την εγκατάλειψη του Θεατρικού Μουσείου στην τύχη του δεν περονιάζει κανέναν απ’ τους αρμόδιους (;) για τον Πολιτισμό -υπουργείο, Δήμο…-στον τόπο ετούτο; Κανέναν απ’ αυτούς που φυσάνε τον παρά; ΚΑΝΕΝΑΝ; Ντροπή!