September 27, 2013

Στη μνήμη μιας σπουδαίας λαϊκής φωνής



Στον Γιάννη. Που πολύ την αγαπούσε.

Όταν ο Στρατηγός φοράει κίτρινα σώβρακα


Το έργο. Στρατηγός ε.(ν) α.(ποστρατεία) Σόλων Καραλέων: ήρως πολέμου, διορισμένος γενικός διευθυντής δημοσίου οργανισμού, έντιμος, δίκαιος και αντικομμουνιστής. Ακριβώς όπως έπρεπε να είναι στη σκηνή ένας στρατηγός της πρώτης μετεμφυλιοπολεμικής περιόδου… Στενός συνεργάτης του στον οργανισμό, ο Αντώνης, ο κουνιάδος του. Μεγάλη λέρα ο Αντώνης. Κλέβει αβέρτα κάτω από τη μύτη του στρατηγού με τη βοήθεια και άλλων υπαλλήλων _ ολόκληρη συμμορία καταχραστών. Και τον καλύπτει η Κυρία Στρατηγού αδελφή του _ η Λία. Που τα ξέρει όλα αλλά… μόκο. Όσο για τη γυναίκα του, την Λέλα, μπορεί να είναι αρκούντως χαζή αλλά κάτι έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται. Πώς δικαιολογούν τα μεγάλα τους έξοδα; Ο Αντώνης και η Λία έχουν αναγάγει σε λεφτά ένα θείο που έχουν στην Αμερική και ισχυρίζονται πως παραγεμίζει τα γράμματά που τους στέλνει _ ανύπαρκτα, ο Στρατηγός δεν τα βλέπει ποτέ _ με δολάρια.
Αλλά έχει ο καιρός γυρίσματα. Ο θείος, που δεν είχε επαφή μέχρι τότε μαζί τους, στέλνει γράμμα στην Λία μέσω Στρατηγού. Όταν το μαθαίνουν, τα λαμόγια πανικοβάλλονται με τη σκέψη ότι ο Στρατηγός θα το ανοίξει και θα καταλάβει από τα συμφραζόμενα. Αλλά ο καλός Θεός, που αγαπάει τον κλέφτη, βάζει το χέρι του και ο Στρατηγός χάνει το πορτοφόλι του όπου, εκτός από ολόκληρο το μισθό του, βρίσκεται και το γράμμα.
Κατόπιν, όμως _ ο καλός Θεός που αγαπάει και το νοικοκύρη _, μετανοεί και… ανανήφει: το πορτοφόλι το βρίσκει ο Τιμολέων Λάμπρου. Ένας σχολαστικά τίμιος και ειλικρινής άνεργος που έχει απολυθεί από κάμποσες δουλειές λόγω ακριβώς αυτών των ιδιοτήτων του. Ο οποίος το επιστρέφει ως έχει. Η Λία καταφέρνει να εξαφανίσει το γράμμα πριν ο Στρατηγός το διαβάσει _ ο θείος τους, φτωχαδάκι, τους ζητάει λεφτά για να γυρίσει να πεθάνει στην πατρίδα… _ ενώ ο Στρατηγός προσφέρει δουλειά κοντά του στον Μεγάλο Τίμιο Τίμο. Ο οποίος δεν θα αργήσει να αντιληφθεί τις λαμογιές του Αντώνη. Κατεβάζει τα ποτηράκια του _ διότι, δειλός ων, μόνο αν πιει καταφέρνει να πει την αλήθεια _ και εν τω μέσω της νυκτός εμφανίζεται στου στρατηγού και κάνει τις αποκαλύψεις του.
Ο Αντώνης θα τον κατηγορήσει ως βαλτό αναρχοκομμουνιστή και _ φωνάζει ο κλέφτης… _ θα τον παραδώσει στην αστυνομία. Αλλά ο Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος όπου κρατείται ο Τίμος θα αντιληφθεί _ όπως έπρεπε να συμβαίνει στη σκηνή με όλους τους αστυνομικούς την εποχή αυτή… _ την αλήθεια. Θα βουτήξει Αντώνη και συνεργάτες και θα αφήσει ελεύθερο τον Τίμο. Ενώ η Λία _ που είχε αποπειραθεί να τον πλευρίσει και να τον δελεάσει με χρήματα _, ως κατά βάθος τίμια, θα εξομολογηθεί όλη την αλήθεια στον Στρατηγό. Στην τελευταία σκηνή _ πολύ καλό και ασυνήθιστο φινάλε _ ο Τίμος θα εμφανιστεί και πάλι πιωμένος στο σπίτι τους: έχει κι άλλα να πει. Για την κυρία αυτή τη φορά...
Ο Δημήτρης Ψαθάς με το «Φωνάζει ο κλέφτης» έχει γράψει (1958) _ μέσα στο πλαίσιο που επιβάλλουν οι αστικοί θίασοι και το αστικό κοινό της εποχής _ μία από τις καλύτερες κωμωδίες του: πολύ καλά δομημένη, με εξαιρετική αίσθηση της δραματικής οικονομίας, με το οξύ, δηκτικό του χιούμορ να περνάει έξυπνα στους διαλόγους, με ρόλους στέρεους και με ένα χαρακτήρα _ ο τίμιος, ειλικρινής αλλά δειλός που πίνει για να πάρει κουράγιο και να μιλήσει _ που δεν είναι ίσως πρωτότυπος αλλά έχει επιδέξια σχεδιαστεί και αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτικός. Όπως και το έργο που, με τις σημερινές συνθήκες, απέκτησε ξαφνικά επικαιρότητα.
Η παράσταση. Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μυριανθόπουλος έστησε μία παράσταση με πολύ καλούς ρυθμούς αλλά χωρίς μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια και με ευκολίες που αυξάνονται όσο η παράσταση εξελίσσεται: κοντά στον μέσο όρο των παραστάσεων που στήνουν συνήθως αβασάνιστα οι σκηνοθέτες μας πάνω στις παλιές ελληνικές κωμωδίες, πιστεύοντας πως δεν θέλει και τόσο ψάξιμο το πράγμα. Πολύ κοινότοπες οι μουσικές επιλογές που ανέλαβε ο ίδιος.
Η Άση Δημητρολοπούλου έχει κάνει συμπαθητικά και λειτουργικά σκηνικά, διεκπεραιωτικά φωτισμένα από τον Στράτο Κουτράκη, αλλά τα κοστούμια που συνυπογράφουν με την Ελένη Δουνδουλάκη ξεφεύγουν σε επιθεωρησιακές υπερβολές _ για παράδειγμα, είναι δυνατόν η Λία να επισκέπτεται το Αστυνομικό Τμήμα μ’ αυτό το φόρεμα και μ’ αυτό το καπέλο με φτερά; Ή η ρόμπα της να θυμίζει «Κόκκινα φανάρια»; Ή ο Στρατηγός να φοράει μακρύ σώβρακο σε χρώμα κατακίτρινο;

Η διανομή. Την παράσταση θα τη βοηθούσε μια πιο λαμπερή διανομή. Η Υρώ Μανέ ξέρει πολύ καλά πλέον να ρίχνει την κωμική ατάκα αλλά έχει στόφα _ ειδικά με τον τρόπο που εκφέρει το λόγο της _ καρατερίστας και όχι κωμικής ντάμας με πρωταγωνιστικό εκτόπισμα, που απαιτεί ο ρόλος της Λίας _ ας μην ξεχνούμε πως έχει γραφτεί για την Μαίρη Αρώνη. Επιπλέον καμωνόταν το ρόλο, δεν ήταν ο ρόλος. Θαμπό και κάπως ζορισμένο βρήκα τον ικανό, πάντως, Παύλο Ορκόπουλο – Στρατηγό. Ο Δημήτρης Μακαλιάς είναι ιδιαίτερα ταλαντούχος. Αλλά τυπίστας. Του πάνε «ειδικοί» ρόλοι. Ο Τιμολέων όχι. Εκτός του ότι είναι πολύ νέος για το ρόλο, τον έπαιξε με οξύτητα, με κίνηση νευρόσπαστου και με φωνή κινούμενου σχεδίου _ σαν μαριονέτα, σαν κουρδιστό παιχνίδι. Και με μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κλέψει την παράσταση. Την έκλεψε. Αλλά, ίσως, θα πρέπει στο μέλλον να σκεφτεί πιο ουσιαστικά, πέρα από τις ευκολίες του. Βρήκα με αδυναμίες τον Δημήτρη Φραγκιόγλου και τον Σταύρο Μερμήγκη. Συμπαθέστερες σκηνικά, η Μαρία Γίτσα και, κυρίως, η Χρύσα Κλούβα.
Το συμπέρασμα. Ούτε κρύο ούτε ζέστη: μέσος όρος παράστασης ΔΗΠΕΘΕ.

Κηποθέατρο Παπάγου, Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρούμελης, 25 Σεπτεμβρίου 2013. 

September 26, 2013

Παραμερίστε: έρχεται ο Σάκης!


Το Τέταρτο Κουδούνι / 26 Σεπτεμβρίου 2013

Το παράκανα _ τ’ ομολογώ: επτά Πέμπτες «κλειστόν λόγω διακοπών». Επτά Πέμπτες απουσίασε «Το Τέταρτο Κουδούνι» _ η στήλη η τακτική, γιατί ενδιάμεσα όλο και τις έκανα τις εφόδους. «Από πότε έχετε να κάνετε διακοπές;» με ρωτούσε μια φίλη αναγνώστρια. Μου θύμισε τη μανούλα μου. Όταν… ασκούσα το ελάττωμά μου της λαιμαργίας. Μου ’λεγε: «Από πότε έχεις να φας, παιδάκι μου;». Αλλά το ’χα ανάγκη να χαλαρώσω. Από σήμερα και πάλι μαζί σας.



Πολλά συνέβησαν στο διαρρεύσαν… _ σχεδόν δυο μήνες. Το σημαντικότερο ήταν μια απώλεια _ για μένα μια Απώλεια, με κεφαλαίο το Άλφα. Έχασα στις 26 Αυγούστου έναν άνθρωπο που τον ένοιωθα πολύ κοντά μου _ τη φίλη μου και για πάνω από εικοσπέντε χρόνια συνάδελφό μου, τη δημοσιογράφο Έλενα Χατζηιωάννου. Σαν αδελφή μου την είχα. Δεν ήμουν εδώ να την αποχαιρετήσω _ ήμουνα μακριά. Την αποχαιρέτησαν με πολλή αγάπη. Κι εκείνη μας αποχαιρέτησε μ’ αγάπη μεγάλη _ το ’χε οργανώσει έτσι. Το μόνο που μπορώ πια να κάνω, εκτός απ’ το να τη θυμάμαι πάντα, είναι να της αφιερώσω τη σημερινή στήλη. Την Κυριακή άλλωστε είναι και το μνημόσυνό της. Θα μου λείψεις, Έλενα. Στο ξαναλέω. Πολύ.





«Αλλάζει η αισθητική στο Εθνικό Θέατρο;» αναρωτιέται η «Ελευθεροτυπία» μ' αφορμή τα… ενδυματολογικά συμβάντα στην υπό την καλλιτεχνικήν διεύθυνσιν του Σωτήρη Χατζάκη πρώτη μας κρατική Σκηνή. Αν είναι ν’ αλλάξει πάνω σε γραμμή της κ. Έρσης Δρίνη, ε, τότ’ εγώ θα πάω να πέσω στις γραμμές του τρένου. Μη σώσω και το δω αυτό (Στις φωτογραφίες, δείγματα των κοστουμιών της κ. Έρσης Δρίνη απ’ την καλοκαιρινή «Ειρήνη» του ΚΘΒΕ: δε χρειάζονται σχόλια, μιλούν αφ’ εαυτά).




Είδα και τα δυο καλοκαιρινά ανεβάσματα των «Βακχών» _ απ’ τον Δημήτρη Λιγνάδη κι απ’ την Μάρθα Φριντζήλα, δυο σκηνοθέτες ενδιαφέροντες αλλά άνισους. Σχεδίαζα να γράψω αναλυτικά ένα κοινό κομμάτι. Δεν το ’κανα γιατί την παράσταση του Λιγνάδη έτυχε να τη δω στο «Αλίκη Βουγιουκλάκη», στα Βριλήσσια, χωρίς καθόλου φωτισμούς _ σοβαρή, μη αντιμετωπίσιμη τεχνική βλάβη. Φωτισμούς που ’παιζαν, μάλιστα, απ’ ό,τι κατάλαβα, ρόλο αποφασιστικό στη σκηνοθεσία. Οπότε θεώρησα άδικο να την κρίνω. Τη γενική γνώμη μου, όμως, τη σχημάτισα.
Πιστεύω πως και οι δυο παραστάσεις _ που ’χαν τόσα κοινά σημεία ώστε να σκεφτώ πως υπήρχε μια κοινή «αναφορά» σε ξένη παράσταση… _ δεν πέτυχαν. Χωρίς να τους λείπουν τα θετικά στοιχεία. Αλλά απ’ αυτά τα θετικά δυο μόνο θέλω να κρατήσω. Την υποδειγματικά λιτή ερμηνεία του ίδιου του Δημήτρη Λιγνάδη _ ένας διαφορετικός, άμεσος, ουσιαστικός Β΄ Αγγελιοφόρος που κατέβασε το κείμενο συ-ναρ-πα-στι-κά. Πάνω απ’ όλα, όμως, τη μετάφραση του Γιάννη Λιγνάδη που χρησιμοποιήθηκε στην ίδια παράσταση: μια συγκλονιστική μετάφραση – σταθμός, που γλιστράει σα χέλι μέσα από διαφορετικές εποχές και φάσεις και εκφάνσεις της ελληνικής γλώσσας, ανακαλύπτει λύσεις μεγαλοφυείς, τις συνδυάζει τολμηρά, χωρίς δισταγμούς κι αναστολές αλλά και χωρίς να βουλιάζει στην εκζήτηση κι έστω κι αν είναι «δύσκολη», έστω κι αν δεν είναι εύκολο να «μιληθεί», παράγει ένα ανεπανάληπτο ποιητικό αποτέλεσμα. Το οποίο ανάγεται, όπως σπανιότατα συμβαίνει, στο ύψος του _ ευριπίδειου εδώ _ πρωτοτύπου. Μια μετάφραση που θα μείνει. Και που ελπίζω σύντομα να εκδοθεί.


Κι ο Σάκης Ρουβάς - Διόνυσος; Δεν είχα εκφραστεί, δε θεωρούσα πως ήταν δίκαιο να εκφραστώ εκ των προτέρων αρνητικά για το θέμα _ είχα μόνο σχολιάσει «γιατί όχι, δηλαδή;». Τώρα που τον είδα, έχω κάθε δικαίωμα. Ναι, έχει εμφάνιση που ταίριαζε κουτί στο ρόλο _ αν τον δεις το ρόλο έτσι όπως τον είδε η σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη. Ναι, έχει καλές ανάσες κι η εκφορά του λόγου του ήταν πολύ καλή και σωστή. Ναι, φαινόταν πως έχει δουλέψει πολύ με το σκηνοθέτη. Αλλά μέχρις εκεί. Εγώ, στη σκηνή έναν φιλότιμο ερασιτέχνη είδα. Που ’κανε το ψώνιο του _ ή την καριερίστικη κίνησή του _, που τον χρησιμοποίησαν σαν κράχτη _ χωρίς τα εισπρακτικά αποτελέσματα που περίμεναν… _ αλλά που δεν πιστεύω πως βρήκε το δρόμο του στο θέατρο. Ο χρόνος είναι μπροστά μας για να διαψευστώ ή να μη διαψευστώ. Μακάρι να συμβεί το πρώτο.

(Α, και καθόλου δε μου άρεσε ο χαιρετισμός στο τέλος της παράστασης αυτής. Όταν όλοι οι ηθοποιοί παραμέρισαν, στράφηκαν και μας «παρουσίασαν» τον Σάκη Ρουβά για να τον χειροκροτήσουμε σόλο. Φυσικά και ήταν αναμενόμενο αλλά ακριβώς γιατί ήταν αναμενόμενο το βρήκα ΤΟΣΟ παλιό, τόσο ξεπερασμένο _ εποχής Βουγιουκλάκη… _, τόσο σαχλό).







Για την Κίττυ Αρσένη που μας άφησε στις μιζέριες μας και απήλθε του κόσμου τούτου, επίσης τις μέρες της απουσίας μου, γράφτηκαν πολλά τα οποία την τίμησαν. Ανήκω _ θέλω να πιστεύω _ σ’ αυτούς που δεν ξεχνούν όσους τους οφείλουμε. Και στην Κίττυ Αρσένη οφείλαμε. Ένα μόνο θέλω να θυμίσω _ το ’χα γράψει και στα «Νέα», στην εποχή του.
Δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών στις δόξες του, καλύπτουμε τις συνελεύσεις του, μια απ’ αυτές, στο τότε «Αλάμπρα», την καλύπτω εγώ, καινούργιος τότε συντάκτης. Στα θέματα, αίτημα επανεγγραφής στο ΣΕΗ του Γιώργου Μούτσιου ο οποίος ήταν ανάμεσα σ’ όσους είχαν διαγραφεί στην Μεταπολίτευση ως συνεργασθέντες με τη δικτατορία _ είχε τραγουδήσει τον «Ύμνο» της 21ης Απριλίου… Αφού «απολογείται» ο ίδιος, ποιος εισηγείται την επανεγγραφή του; Η Κίττυ Αρσένη. Το θύμα της δικτατορίας. Η φυλακισμένη και σκληρά βασανισμένη απ’ τη δικτατορία. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είπε. Θυμάμαι μόνο πως έκλαιγα. Και θυμάμαι πως πήρα τότε ένα καλό μάθημα: ότι δεν πρέπει μεν να ξεχνούμε αλλά ότι πρέπει να συγχωρούμε. Με το μεσημέρι εκείνο ήταν ταυτισμένος ο Σεβασμός που έτρεφα στην Κίττυ Αρσένη. Και θα ’ναι πάντα.



«Χίλιες διακόσιες ώρες δωρεάν εκπαίδευσης» σε 140 άνεργους νέους ηλικίας 18 έως 29 ετών «προσφέρει», διάβασα, η Ανωτέρα Δραματική Σχολή «Ίασμος». Δηλαδή; Πιο λιανά; Θα εκπαιδεύσει τους 140 άνεργους νέους να γίνουν _ περίπου _ 140 άνεργοι ηθοποιοί συμβάλλοντας στην ανεργία του κλάδου; Αυτά μόνον στην Ελλάδα, νομίζω, συμβαίνουν. Αλλά με κονδύλια ευρωπαϊκά, βεβαίως, βεβαίως.



«Είμαστε πραγματικά τυχεροί γιατί στην πόλη μας υπάρχει το ‘Βεάκειο’, που συνδυάζει τόσο τον πολιτισμό όσο και το απέραντο γαλάζιο του Αργοσαρωνικού [… ]. Αυτό το μοναδικής ομορφιάς αμφιθέατρο σχεδιάζουμε παράλληλα να αποτελέσει και πόλο έλξης τουριστών που φτάνουν στην πόλη μας ώστε να σχηματίζουν εικόνα και του σύγχρονου Πειραιά», έγραφε, μεταξύ άλλων, ο δήμαρχος Πειραιά Βασίλης Μιχαλολιάκος σε σημείωμά του στο φυλλάδιο με το πρόγραμμα των καλοκαιρινών εκδηλώσεων του θεάτρου.
Να υποθέσω πως στο συγκεκριμένο πλαίσιο εντάσσεται η λειτουργία στην κορυφή του «Βεάκειου» αυτού του τετράδιπλου κυλικείου; Που όχι μόνο ΔΕΝ κλείνει όταν η παράσταση αρχίζει αλλά παραμένει κατάφωτο εις πείσμα όλων των φωτισμών της παράστασης; Κι ανεβοκατεβαίνουν τα σκαλιά του αμφιθεάτρου την ώρα της παράστασης και ψωνίζουν τάκος και τσιπς και ποπκόρν και σοκολάτες και λεμονοπορτοκαλάδες και κοκακόλες και μετά τα ρουφούν και τα μασουλάνε και ρεύονται οι θεατές/ακροατές _ εν ώρα παράστασης;
Και στο ίδιο προφανώς πλαίσιο θα εντάσσονται και τα τραπεζάκια έξω. Που το περί ου ο λόγος κυλικείο _ το οποίο ο Δήμος είναι που το νοικιάζει σε κάποιον ιδιώτη προφανώς _ έβγαλε επιπλέον, από φέτος, στη βεράντα / εξώστη μπροστά του, και κάθονται διάφοροι, ως σε θεωρείο όπερας του 17ου αιώνα, και κουβεντολογάνε στεντορείως _ ναι! _ εν ώρα παράστασης και τρωγοπίνουν ρίχνοντας πότε - πότε και καμιά ματιά στα επί σκηνής τεκταινόμενα. 
Σας τ' ορκίζομαι, τα ’δα ολ’ αυτά με τα μάτια μου και τ’ άκουσα με τ’ αυτιά μου. Και κανείς να μην ενοχλείται και να μη θίγεται. Μα κανείς! Ούτε καν οι επί σκηνής ηθοποιοί. Αυτό θα πει ρινοκερίτιδα… 


Α, και παρεμπιπτόντως _ μια και μιλάμε για δημοτικούς άρχοντες του Πειραιά: κακόμοιρο Δημοτικό (Πειραιά), τι σου ’μελε να πάθεις. Διότι καλό, κάλλιστο, υπέροχο το θέατρο, καλή η ανακαίνιση / αναστήλωση, καλά τα πανηγυρικά εγκαίνια που ετοιμάζονται, καλοί οι ενθουσιασμοί και τα λόγια τα μεγάλα τώρα στην αρχή, καλός κι ο Τάκης ο Τζαμαργιάς που ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνσή του αλλά _ και μακάρι να βγω ψεύτης _ σιγά που θα τον αφήσουν να δουλέψει ελεύθερος… Βάζουμε στοίχημα;




Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας: «Είναι μια μεγάλη ημέρα, μια μεγάλη γιορτή για την Ορθοδοξία (σ.σ. η γιορτή της Παναγίας). Ελπίζω και εύχομαι, να είναι και η αφετηρία της απαλλαγής του ελληνικού λαού από τα βάρη που δυστυχώς για αρκετό χρόνο βαστάζει».
Ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς: «Και είμαι βέβαιος ότι με τη βοήθεια της Παναγιάς θα κερδίσουμε».
Έλειπα τον Δεκαπενταύγουστο αλλά τα διάβασα. Κι από τότε ανησυχώ. Περισσότερο απ’ όσο ήδη ανησυχούσα. Όταν η Παρθένος Μαρία καλείται ν' αναλάβει ρόλο οικονομολόγου… Η Παναγιά να βάλει το χέρι της.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

Νίκος Ορφανός - Δημήτρης Κεχαΐδης και πάλι μαζί




Το Τέταρτο Κουδούνι / Έκτακτο



Τη σεζόν 2009 – 2010 ανέβασε _ έπαιζε κιόλας στην παράσταση _ το «Δάφνες και πικροδάφνες» των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά, συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και του καρδιτσιώτικου Θεάτρου «Όψεις» _ η παράσταση παίχτηκε και στην Αθήνα, στο «Νέο Ελληνικό Θέατρο» του Γιώργου Αρμένη. Το καλοκαίρι του 2011 συν-σκηνοθέτησε με τον Κώστα Κάππα «Το τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη σε μια αυλή του Ψυρρή, στην οδό Αριστοφάνους _ οι δυο τους έπαιζαν και τους δυο ρόλους. Στην εκδήλωση που οργανώθηκε στη μνήμη του Δημήτρη Κεχαΐδη, την περασμένη άνοιξη, στις «Ροές», έκανε, ως «αναλόγιο», τη σκηνή «Κατάσταση μη αναστρέψιμος» του Κεχαΐδη _ το τελευταίο του κείμενο που παίχτηκε _ απ’ το συλλογικό «Εντός σχεδίου».


Και τώρα ο Νίκος Ορφανός επανέρχεται γι άλλη μια φορά στον Δημήτρη Κεχαΐδη. Ανεβάζει, στο τρίτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, στη φρέσκια «Αλεξάνδρεια» του Βασίλη Βλάχου, και την «Βέρα» του _ πρώτο ανέβασμα απ’ τον Κάρολο Κουν στο Υπόγειο του «Θεάτρου Τέχνης» μαζί με «Το τάβλι» το χειμώνα 1971 - 1972. Στους τρεις ρόλους, τώρα, Βασίλης Βλάχος, Γιώργος Μωρόγιαννης, Κώστας Βελέντζας.

«Η βέρα» έχει να παρουσιαστεί στη σκηνή απ’ τη σεζόν 2011 – 2012, όταν το μονόπρακτο ανέβασε ο Δημήτρης Μπίτος με την ομάδα του «Ασίπκα» στο «Εν Αθήναις».



September 10, 2013

Ο μετανοών Μαυρογιαλούρος ή Είναι οι μούντζες αρκετές;




Το έργο. Ανδρέας Μαυρογιαλούρος: βουλευτής και υπουργός «Αγροτικής Ανάπτυξης» σε μια από τις πρώτες μετεμφυλιοπολεμικές κυβερνήσεις _ της Δεξιάς; Του Κέντρου; Ενταγμένος απολύτως στο σύστημα: το οφίτσιο, η «βιτρίνα», «κοσμική ζωή», το «περιβάλλον» του _ οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, οι κόλακες και οι κομματάρχες που κινούν τα νήματα και ορίζουν το «έργο» του _, μία σύζυγος φαντασμένη, η κόρη - σαχλοκούδουνο που κάνει παρέα με  τεντιμπόιδες… Τα εγκαίνια ενός μαιευτήριου που έχει ο ίδιος «εξασφαλίσει» την ανέγερσή του στην Πλατανιά, ένα χωριό της εκλογικής του περιφέρειας, στα οποία, για το λόγο αυτό, πρέπει να παρευρεθεί, τον αναγκάζουν να ταξιδέψει μέχρις εκεί με το αυτοκίνητό του. Η γυναίκα του δεν τον ακολουθεί, τον ακολουθεί όμως η κόρη του _ το σαχλοκούδουνο. Η οποία επιμένει να πάρει στα χέρια της το τιμόνι από τον οδηγό τους. Λίγο πριν φτάσουν στην Πλατανιά, όμως, κοντά σ’ ένα γειτονικό χωριό, θα καρφώσει το αυτοκίνητο σε μία μουριά. Θα τραυματιστεί ελαφρά μόνον η ίδια.
Καταφεύγουν σ’ ένα χωριατόσπιτο. Ο Μαυρογιαλούρος κρύβει την ταυτότητά του και οι αθώοι και ταλαιπωρημένοι χωριάτες, μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο, βγάζουν στη φόρα όλα τα βάσανά τους αλλά και τα άπλυτα των ανθρώπων του, τις μίζες, τις λαμογιές, τη δυνατότητα πρόσβασης στο καινούργιο μαιευτήριο μόνο «κομματικών φίλων», το γκρεμισμένο γεφύρι τους που όλο τους υπόσχονται προεκλογικά να το ξαναφτιάξουν και μηδέποτε μετεκλογικά το φτιάχνουν… Απτή απόδειξη, η ετοιμόγενη γυναίκα του οικοδεσπότη. Που πρόκειται να την ξεγεννήσει η μαμή του χωριού διότι ο άντρας της δεν είναι ούτε μέλος ούτε φίλος του κυβερνώντος κόμματος _ του κόμματος του Μαυρογιαλούρου.
Ο υπουργός κλονίζεται από όσα ακούει. Και _ πολύ εύκολα, είναι η αλήθεια … _ θα ανανήψει. Οι μούτζες του προς το ίδιο του το πρόσωπο ακομπανιάρουν τις μούτζες των χωριανών. Το ασθενοφόρο που φτάνει, όταν πια η ταυτότητά του έχει αποκαλυφθεί, δεν θα μεταφέρει, κατόπιν εντολής του, την κόρη του η οποία δεν έχει τίποτα το σοβαρό στο νοσοκομείο αλλά την ετοιμόγενη στο μαιευτήριο. Ευτυχώς, γιατί ο τοκετός ήταν δύσκολος και, διαφορετικά, μάνα και παιδί δεν θα τη γλύτωναν.
Όταν ο Μαυρογιαλούρος γυρίζει στην Αθήνα διώχνει με τις κλωτσιές τους συνεργάτες – λαμόγια, βάζει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι σε γυναίκα και κόρη και παραιτείται από το υπουργικό αξίωμα.
Η κωμωδία (;) των Αλέκου Σακελλάριου – Χρήστου Γιαννακόπουλου «Ανώμαλος προσγείωσις» (1950) δεν ανήκει στις ολοκληρωμένες δουλειές τους. Πολύ αδύναμη δραματουργικά απέκτησε φήμη μόνον όταν ξαναπαρουσιάστηκε με κάποιες αλλαγές το 1964, σε μία περίοδο ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτικά, και έγινε _ επιτυχημένη _ ταινία από τον ίδιο τον Σακελλάριο το 1965. Επιπλέον το θέμα της _ η πολιτική διαφθορά _, που συνεχίζει να είναι… αξεπέραστο στην Ελλάδα, την καθιστά διαρκώς επίκαιρη _ πόσω μάλλον σήμερα… Βεβαίως ο πολιτικός που τόσο εύκολα συνειδητοποιεί την αλήθεια και αμέσως, ως μετανοούσα Μαγδαληνή, γίνεται διαπρύσιος κήρυξ του πολέμου κατά της διαφθοράς είναι ένας ρόλος γραμμένος μέσα από τη συντηρητική, μικροαστική ματιά που κυριαρχούσε στην νεοελληνική κωμωδία της εποχής.
Η παράσταση. Ο Γιάννης Μπέζος που υπογράφει τη σκηνοθεσία είναι πιστωμένος με ένα εξαίρετο ανέβασμα νοελληνικής κωμωδίας _ του «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα. Πήγα λοιπόν στην παράσταση με μεγάλο καλάθι. Απογοητεύτηκα. Το έργο είναι ανεβασμένο με σωστούς ρυθμούς αλλά προφανώς βιαστικά, χωρίς καμία προσοχή στη λεπτομέρεια _ έτσι κινείται μία έγκυος; Έτσι κινείται μία γριά; _, με σαχλές μικροπροσθήκες, εύκολα, διεκπεραιωτικά _ όπως έχουν γίνει και οι μουσικές επιλογές που έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης _, χωρίς καμία προσπάθεια να ξεπεραστούν ή, έστω, να καλυφθούν οι αδυναμίες του. Και η εποχή που επελέγη να τοποθετηθεί _ δεκαετία του ’60, η δεκαετία της ταινίας και όχι του αρχικού έργου _ δίνεται επιδερμικά, απρόσεκτα.
Το σκηνικό με τις δύο όψεις του Αντώνη Χαλκιά, που υπογράφει και τους φωτισμούς, πειστικό ως αγροτόσπιτο, είναι απορίας άξιο, με την… ρουστίκ όψη που του έχει δώσει ο σκηνογράφος, πώς μπορεί να πείσει κάποιον πως είναι μεγαλοαστικό, κολωνακιώτικο σπίτι του ’60. Πέραν από τις αραιά κολλημένες σανίδες μέσα από τις οποίες είναι ορατές οι κινήσεις πίσω από το σκηνικό της ώρα της παράστασης. Για να μη μιλήσω για τους τεχνικούς οι οποίοι, στην παράσταση που είδα, δεν συνέδεσαν δύο σπετσάτα σε ένα τμήμα του σκηνικού κι αυτά ανέμιζαν αδέσποτα σε όλη την τρίτη πράξη φανερώνοντας τη μια στιγμή το «πλουσιόσπιτο» του βουλευτή, την άλλη το χωριατόσπιτο της προηγούμενης πράξης… Του γρήγορου και του εύκολου και τα κοστούμια του Αντώνη Χαλκιά _ το χρώμα των παπουτσιών της κ. Μαυρογιαλούρου δεν δένει με τίποτα με το χρώμα του πουά φουστανιού της…

Οι ερμηνείες. Ευγενία Δημητροπούλου, Ελένη Τσιμπρικίδου, Αντιγόνη Νάκα, Ηλίας Μιχαλογιάννης διεκπεραιώνουν ανόρεχτα και σχεδόν ερασιτεχνικά. Κάπως καλύτερος ο Νίκος Σκουλάς. Ο Θανάσης Βισκαδουράκης, ξύλινος, παίζει σαν κάτι μεταξύ ρομπότ και μαριονέτας. Η Νεκταρία Γιαννουδάκη δεν παίζει, καμώνεται, κοροϊδεύει τη μεγαλοαστή υπουργίνα με υπερβολές, σχεδόν γκροτέσκα. Ο Τάσος Γιαννόπουλος, δυστυχώς, λιμνάζει σε μανιέρες και φωνάζει σαν τελάλης. Σώζονται ο Τάκης Παπαματθαίου και ο Μανώλης Σορμαΐνης.
Ο Γιώργος Παρτσαλάκης ανήκει στην πρώτη γραμμή των κωμικών μας. Παίζει με μέτρο και χωρίς μπαλαφάρες. Φοβάμαι, όμως, πως τελευταία έχει αφεθεί στη ρουτίνα και στην ευκολία _ «τα ρίχνω και τελειώσαμε». Κρίμα. Γιατί με την ηλικιακή ωρίμανση περίμενα και ωρίμανση υποκριτική.
Το συμπέρασμα. Μία παράσταση επιπέδου ΔΗΠΕΘΕ. Όχι με την καλή έννοια….


Θέατρο «Βεάκειο», Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κρήτης, 9 Σεπτεμβρίου 2013.

September 9, 2013

Της Αγίας Μελίνας ανήμερα ή Ο θρίαμβος της Μαρίας Ναυπλιώτου















Με πολλές επιφυλάξεις πήγα στο αφιέρωμα «Μελίνα. Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα…». Η παράσταση / συναυλία που παρακολούθησα στάθηκε ικανή να τις άρει. Εύκολα. Φοβόμουν ένα βαρύγδουπο, μελοδραματικό μνημόσυνο, πασπαλισμένο με ροζ ζάχαρη άχνη. Μία αγιογραφία σαχλεπίσαχλη. Σίγουρα, μία αγιογραφία είδα. Αλλά ανάλαφρη, σφιχτή, έγκυρη. Ένα αφιέρωμα στην Μελίνα Μερκούρη ήταν επόμενο να είναι μία αγιογραφία. Δεν ήταν της στιγμής μία αποτίμηση της προσφοράς της _ πόσο καλή ή όχι ηθοποιός υπήρξε, πόσο σταρ γνήσια ή φτιαχτή ήταν, πόσο ουσιαστικά αποτελεσματική ή όχι υπουργός Πολιτισμού _ και γενικότερα πολιτικός _ στάθηκε. Η Μελίνα Μερκούρη ήταν πάνω απ’ όλα Μελίνα. Το επιδίωξε και το κατάφερε. Η ιστορία θα μιλήσει για τα άλλα. Όχι ένα αφιέρωμα. Το αφιέρωμα ήταν οργανωμένο γύρω από έναν _ καλώς ή κακώς _ σύγχρονο ελληνικό Μύθο. Και τα κατάφερε να μην τον ευτελίσει.
Ο Στρατής Πασχάλης συνέθεσε ένα κείμενο βασισμένο σε συνεντεύξεις της, κυρίως, αλλά και πάνω σε κείμενα γραμμένα από και για την Μελίνα, που ξεκινάει αδύναμα, με έναν «επεξηγηματικό» πρόλογο εντελώς περιττό, αλλά εξελίσσεται με αίσθηση της σκηνικής οικονομίας, με μέτρο, συνδέοντας επιδέξια, χωρίς πλατειασμούς, τα κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν, αφηγούμενο όχι γραμμικά αλλά με «τσακίσματα», με παρεμβάσεις, με φλας μπακ και φλας φόργουορντ, με μία πειραγμένη σκηνή από το σημαδιακό για την Μελίνα «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τένεσι Γουίλιαμς…, τους κυριότερους σταθμούς της ζωής της. Από το πεντάχρονο κοριτσάκι, την εγγονή του δήμαρχου Σπύρου Μερκούρη, που ανακάλυψε σ’ έναν καθρέφτη το θέατρο μέχρι την υπουργό που έθεσε το θέμα της επιστροφής στην Ελλάδα των Μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο, από τη βραβευμένη στις Κάννες ηθοποιό μέχρι την αντιστασιακή και την ακτιβίστρια.
Η Σοφία Σπυράτου, με βάση το κείμενο αυτό, οργάνωσε μία σφιχτοδεμένη παράσταση που την ελάφρυναν _ την απογείωσαν _ οι καλά εκτελεσμένες χορογραφίες της και τα τραγούδια που επέλεξε: ένα μιούζικαλ καλόγουστο και στιβαρό. Η δουλειά του Γιάννη Μετζικώφ στα σκηνικά και στα κοστούμια _ έξοχα ως ύφος Μελίνας και ως χρώματα αυτά που σχεδίασε για την Μαρία Ναυπλιώτου _ και οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου στήριξαν τη σκηνοθεσία η οποία έδωσε, τελικά, ένα πορτρέτο της Μελίνας που δεν την «ζωντανεύει» _ η θεατρική βιογραφία θα μπορούσε να καταλήξει σε παρωδία… _ αλλά περνάει «ξυστά» από την Μελίνα, την ακραγγίζει και όντως την τιμά.
Αχίλλειος πτέρνα της παράστασης, τα βίντεο που επιμελήθηκε η Δάφνη Τζαφέρη. Με ήχο μετριότατο, «παιγμένα» πάνω στον τοίχο του Ηρωδείου με τις καμάρες, τις τρύπες, τις ανωμαλίες της πέτρας ακυρώθηκαν από μόνα τους παραμορφώνοντας πρόσωπα. (Απορώ: αυτοί που αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν βίντεο πάνω στον τοίχο του Ωδείου _ και που όλο και πληθαίνουν _ δεν έχουν δει τα ολέθρια αποτελέσματα σε προηγούμενες παραστάσεις;).
Οι ηθοποιοί και οι χορευτές που χρησιμοποιήθηκαν υποστήριξαν με ζέση το θέαμα. Θα ξεχωρίσω και πάλι τον ικανότατο και υποκριτικά κομψό Αλμπέρτο Φάις. Ο Γιάννης Στάνκογλου, ο άντρας – παρτνέρ στο πλευρό της Μελίνας της παράστασης, είναι ένας ηθοποιός με κύρος και σκηνική εντιμότητα. Το απέδειξε και αυτή τη φορά.
Αλλά η παράσταση δεν θα ήταν αυτή που ήταν αν δεν είχε πρωταγωνίστρια την Μαρία Ναυπλιώτου. Όταν βγήκε στη σκηνή και είδα πως στο ρόλο έχει περάσει στοιχεία από την κουβέντα, από το ύφος, από την κίνηση της Μελίνας απογοητεύτηκα _ η απομίμηση ποτέ δεν μπορεί να φτάσει το πρωτότυπο. Αλλά μέσα σε λίγα λεπτά με είχε κατακτήσει. Βοηθούσης και της επιλογής να μη βγει στη σκηνή ξανθιά, «μεταμφιεσμένη» σε Μελίνα, αλλά βοηθούντος και του κειμένου, η Μαρία Ναυπλιώτου χώνεψε αυτά τα «μελινικά» στοιχεία και κατάφερε να είναι και Μελίνα αλλά και η ηθοποιός που κλήθηκε να μεταφέρει την εικόνα, την περσόνα της Μελίνας _ αν αυτό δεν είναι αποστασιοποίηση, τότε τι είναι; Αλλά πέραν αυτού _ του βασικότατου _, η Μαρία Ναυπλιώτου είναι μία ηθοποιός χαρισματική: χορεύει υπέροχα, τραγουδάει υπέροχα, έχει την ικανότητα, όταν πρέπει να χρησιμοποιήσει ξένες γλώσσες στη σκηνή να τις προφέρει αυθεντικά και καθόλου επιδεικτικά και εξεζητημένα, είναι κομψή, ξέρει να φοράει τα κοστούμια που τις ετοιμάζουν και να μην τη φορούν αυτά _ να μην είναι κρεμάστρα που της κρεμούν τα ρούχα _, εκλύει ένα ήθος και μία ευγένεια και μία γλυκύτητα και, πάνω απ’ όλα, ακτινοβολεί. Σε ένα θέατρο που σε καταπίνει, όπως το Ηρώδειο, η Μαρία Ναυπλιώτου έλαμψε σαν ήλιος και σαν φεγγάρι ολόγιομο.
Την παράσταση συμπλήρωνε _ ένα αρμονικά δεμένο δίπτυχο _ η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής με μία εξαίρετη επιλογή τργουδιών που η Μελίνα τραγούδησε σε ταινίες της, στο θέατρο, σε συναυλίες, στην τηλεόραση: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, Μικρούτσικος, Μουστακί, Vangelis… Ένα πρόγραμμα με μικρά διαμάντια που με έκανε να συνειδητοποιήσω πως στον μύθο Μελίνα αποφασιστικά έχουν συντελέσει και τα τραγούδια που κατά καιρούς τραγούδησε. Η Έλλη Πασπαλά και η Ηρώ Σαΐα πρόσφεραν τις πολύ καλές φωνές τους αλλά βρήκα αργά τα τέμπι που ο μαέστρος Σταύρος Ξαρχάκος διάλεξε και προβληματική, κάποιες στιγμές, τη συμπόρευση φωνών και ορχήστρας.
Το συμπέρασμα. Μία βραδιά πλήρης με θριαμβεύτρια περίλαμπρη την Μαρία Ναυπλιώτου.


Ωδείο Ηρώδου Αττικού, ADaM Productions του Θεάτρου «Badminton» - Οργανισμός Πολιτιστικών Εκδηλώσεων Πρεσπών/Φλώρινας – Ίδρυμα «Μελίνα Μερκούρη«, 8 Σεπτεμβρίου 2013.