January 31, 2013

Επίδαυρος: πώς λέμε Συρακούσαι;



Το Τέταρτο Κουδούνι / 31 Ιανουαρίου 2013
Ναι, με νεκροφόρα! Με νεκροφόρα και μάλιστα του Οίκου Τελετών Μπαμπούλας (!) και με φοβερές, πανκοφέρνουσες κομμώσεις του κομμωτηρίου «Θριξ» (!) προσήλθαν στον «Μύλο» της Θεσσαλονίκης οι τρεις ηθοποιοί _ Σίμος Κακάλας, ο και σκηνοθέτης, Έλενα Μαυρίδου και Δήμητρα Κούζα _ της «Goλfω». Είχε μία λογική το πράγμα. Αποχαιρετούσαν μαζί μας, για τελευταία φορά, στον τόπο που γεννήθηκε και στην τελική της εκδοχή _ «Director’s Cut» με τ’ όνομα _ την προσφιλή τους παράσταση. Η οποία γεννήθηκε το 2004 ως παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος στο φουαγιέ του θεάτρου της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών αλλά επειδή δεν αγκαλιάστηκε και πολύ στοργικά απ’ το ΚΘΒΕ _ διάφορες περιπέτειες πέρασε… _ πήρε των ομματιών της, ανεξαρτητοποιήθηκε και _ ίσως, ακριβώς γι αυτό _ μακροημέρευσε _ πλήρης ημερών απήλθε. Παίχτηκε απ’ την Εταιρεία Θεάτρου «Χώρος», που δημιούργησαν οι πρωτεργάτες της, ξανά και ξανά σε διαφορετικές εκδοχές – έξι; Επτά; _, ανδρώθηκε σε περιοδείες, πέρασε απ’ το Φεστιβάλ Αθηνών κι άνοιξε στη συμπαθέστατη ομάδα το δρόμο για δουλειές ακόμα καλύτερες _ τώρα περιοδεύουν με την «Ερωφίλη» τους.
Ταιριαστή, λοιπόν, η ατμόσφαιρα πόσω μάλλον όταν, στην παράσταση που θ’ αποχαιρετούσαμε, το μάνγκα _ μια εκδυτικισμένη γιαπωνέζικη μορφή κόμικ _ που την έχει εμπνεύσει συναντούσε το γκόθικ. Τον τίτλο «Black Carpet» _ που ’φερνε και στο χολιγουντιανό οσκαρικό red carpet _ είχε η… νεκροφιλική είσοδος αλλά και στην παράσταση, στο «Principal Club Theater» του «Μύλου», μας «εισήγαγαν» με live οι _ σκληροπυρηνικοί αλλά πολύ καλοί _ γκόθικ μέταλ «Margin of Existence» ενώ τη συμπλήρωσε ανάλογο πάρτι απ’ όπου δεν έλειψαν οι μνήμες απ’ τις προηγούμενες εκδοχές της… μακαρίτισσας σε βιντεοπροβολές.
Δεν οργανώθηκε, πάντως, τυχαία το... «The Golfo Project». Αφορμή, η παρουσίαση, πριν καταφθάσει η νεκροφόρα, σ’ άλλη αίθουσα του «Μύλου», του μάνγκα κόμικ που προέκυψε απ’ την «Goλfω». Όπου _ καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια _ το κείμενο του Σπυρίδωνος Περεσιάδου της Ακράτας, του 1894 και της στρούγκας γίνεται στόρι μπορντ και «δραματικό μεταειδύλλιο», όπως είπε ο καθηγητής στο Αριστοτέλειο και κριτικός θεάτρου Σάββας Πατσαλίδης που το παρουσίασε, και περνάει στην αθανασία, τα τσαρούχια του Τάσου γίνονται βαριές μαύρες μπότες, οι πλεξούδες της Γκόλφως μαλλί πράσο κι η φουστανέλα του κυρ – Ζήση, του αρχιτσέλιγκα, μακριά, μαύρη καμπαρντίνα. Ένα κομψό βιβλιαράκι, ασπρόμαυρο _ το δημιούργησε η Eli Ketzi μαζί με τις Κατερίνα Παπαφλωράτου, Ολίνα Γατσά και Τόνια Βασδέκη _, που διαβάζεται «ανάποδα» _ απ’ το τέλος προς την αρχή κι από δεξιά προς τα αριστερά _ όπως τ' αυθεντικά μάνγκα.
Κάποιοι πολύ θα συγχύζονταν με το όλον πράγμα αλλά η νεολαία που ’χε φισκάρει την αίθουσα _ χαμός! _ γέλασε και πέρασε πολύ καλά μ’ όσα είδε κι άκουσε _ κοστούμια και μάσκες της Μάρθας Φωκά, μουσικές του Γιώργου Μαυρίδη, εξαιρετικά βίντεο του Μπάμπη Βενετόπουλου, φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη, διεύθυνση παραγωγής της Στέλας Τενεκετζή. Τόσο που, προς στιγμή, σκέφτηκα πως η Goλfω ΖΕΙ και πως καθόλου δεν το αποκλείω να ’χουμε και καινούργια εκδοχή: «Goλfω Resurrected»…
  



Πυρετωδώς ετοιμάζει ο Γιώργος Νανούρης στην «Πόλη» του Δάνη Κατρανίδη το ανέβασμα του αξεπέραστου αριστουργήματος του Έντουαρντ Άλμπι «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;», με το θιασάρχη, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Παπά και Παναγιώτη Εξαρχέα.
Αλλά δεν αρκείται σ’ αυτό. Θα υπογράψει τη σκηνοθεσία και σ’ ένα αφιέρωμα στον Καβάφη _ φέτος, 150 χρόνια απ’ την γέννησή του (1863) και ογδόντα απ’ το θάνατό του (1933), Έτος Καβάφη _ που θα γίνει στις 26 Φεβρουαρίου στο «Παλλάς». Κύριος άξονας, η καλή σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου που θα ερμηνεύσει τραγούδια σε ποίηση Καβάφη με τη συνοδεία της Orchestra Mobile την οποία θα διευθύνει ο Θεόδωρος Ορφανίδης. Ποιήματα του Αλεξανδρινού θ' απαγγείλουν ο Τάσος Νούσιας και _ έκπληξη! _ η αγγλίδα συγγραφέας του μπεστ σέλερ μυθιστορήματος «Το νησί» _ που η μεταφορά του σε σειρά απ’ την τηλεόραση του Mega έκανε τράκες _ Βικτόρια Χίσλοπ.




Εγώ, αυτό, απ’ την αρχή που το διάβασα ως «πληροφορία» μέχρι τώρα που το ’δα πλέον να λέγεται απ’ τον Γιάννη Χουβαρδά ευθέως σε συνέντευξή του στην Μυρτώ Λοβέρδου στο κυριακάτικο «Βήμα», δεν το ’χω ακόμα καταλάβει. Γιατί η ολοκλήρωση της διεθνούς περιοδείας της «Οδύσσειας» του Γουίλσον είναι συνάρτηση της παραμονής του στο Εθνικό; Αν έχει η περιοδεία οργανωθεί ή κι αν ακόμα δεν έχει οργανωθεί, δεν μπορεί να την ολοκληρώσει οποιοσδήποτε άλλος αναλάβει τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή εφόσον ο Γιάννης Χουβαρδάς δηλώνει πως δεν επιθυμεί να παραμείνει; Κάτι μου στραβώνει. Όσο κι αν έχω πιστέψει και υποστηρίξει μέχρι παρεξηγήσεως την αποτελεσματικότητα της δουλειάς του στο Εθνικό, αυτά τα ήξεις, αφήξεις και τα ναι, μεν αλλά και τα «αφήνω ένα παράθυρο ανοιχτό» δε μου αρέσουν. Σκοπιμότητες μου μυρίζουν. Και τακτικισμούς.




Άι, άι, άι, άι, άι… Το «λαμπρό και ακτινοβόλο φεστιβάλ σε οικουμενική κλίμακα» που «οραματίζεται», όπως διάβασα σε συνέντευξή του στην Γιώτα Συκκά στην «Καθημερινή», ο αναπληρωτής υπουργός ΠΑΙΘΠΑ. κ. Κώστας Τζαβάρας στην Επίδαυρο, με το… ακλόνητο επιχείρημα «το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έχει ελληνικό αλλά και διεθνές τμήμα» _ καλέ, τι ακριβώς εννοεί; _ ξέρετε σε ποιο μοντέλο βασίζεται; Αυτό το διάβασα σε δηλώσεις του στην Βάσω Τζεβελέκου, στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Στον Κύκλο Κλασικών Παραστάσεων που οργανώνει το ιταλικό Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος στο Ελληνικό Θέατρο των Συρακουσών, λέει! Δηλαδή μοντέλο για φεστιβάλ των δεκαετιών 1910 – 1920. Όσο για τ' αποτελέσματα τα ’χουμε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι _ και στην Επίδαυρο παλαιότερα, και στο «Σχολείον» της Ειρήνης Παπά πρόσφατα _, όπου «απολαύσαμε» παραστάσεις των Συρακουσών και μείναμε εμβρόντητοι…
«Θα οριστεί και διεθνής επιτροπή η οποία θα δίνει βραβεία, ώστε όσοι παίρνουν μέρος να έχουν κι ένα πιστοποιητικό ότι έχουν συμμετάσχει στην ιστορία […]. Όπου το έχω πει, όλοι γίνονται ένθερμοι υποστηριχτές» δηλώνει ο οραματιστής (Α)ΥΠΑΙΘΠΑ. Ε, ρε γέλια. Μόνο μη μας πάρουν στο ψιλό διεθνώς _ διότι περί διεθνούς οργανώσεως πρόκειται. 
Είναι άξιο θαυμασμού πώς τους πλευρίζουν αυτούς τους άσχετους που διορίζονται υπουργοί Πολιτισμού, πώς, μπίρι – μπίρι, τους γανώνουν το κεφάλι και πώς τους πείθουν οι επιτήδειοι… Και βγαίνουν μετά και σου λένε «εγώ θα γίνω ο νέος Περικλής» (Α, για τα λεφτά _ που δεν υπάρχουν _ δε μας είπε ακόμα ο «οραματιστής» πού θα τα βρει για να το οργανώσει το «λαμπρό και ακτινοβόλο». Εκτός κι αν του ’χουν εξασφαλίσει τίποτα «ανώνυμους» χορηγούς, σαν αυτόν του Θεατρικού Μουσείου που σας έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι» την περασμένη Πέμπτη…). Άι, άι, άι, άι, άι…

Ντάνιελ Ντέι – Λίνκολν

Η ιστορία. Ιανουάριος του 1865, ο Αμερικανικός Εμφύλιος βρίσκεται κοντά στη λήξη του, οι Νότιοι είναι φανερό πια πως θα είναι οι ηττημένοι και ο επανεκλεγμένος για δεύτερη φορά, τον Νοέμβριο του 1864, πρόεδρος των ΗΠΑ Έιμπραχαμ Λίνκολν επιχειρεί να περάσει από την Βουλή την 13η Τροποποίηση του Συντάγματος που δεν σημαίνει παρά την κατάργηση της δουλείας και την απελευθέρωση των μαύρων, τροποποίηση που πηγή της είναι η Διακήρυξη Χειραφέτησης της 1ης Ιανουαρίου 1863 που έχει ο ίδιος κάνει και που έχει ήδη ψηφιστεί, στη διάρκεια της πρώτης του θητείας, από την Γερουσία. Εδώ, όμως, δεν διαθέτει την απαραίτητη πλειοψηφία των 2/3 και μετέρχεται παν θεμιτ;o και αθέμιτο μέσο για να την αποκτήσει. Η τροπολογία θα ψηφιστεί. Αλλά ο Λίνκολν θα δολοφονηθεί στις 14 Απριλίου στο θεωρείο ενός θεάτρου της Ουάσινγκτον. Οι Νότιοι ύστερα από λίγες μέρες
θα συνθηκολογήσουν. Η σκηνοθεσία. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με τον «Λίνκολν» του έκανε μία ταινία που δεν απομυθοποιεί τον αμερικανό Πρόεδρο ο οποίος ηρωποιήθηκε, όπως όλοι όσοι πέσουν θύματα δολοφονίας, αλλά και δεν τον αγιογραφεί. Πάνω στο _ βασισμένο στη βιογραφία του Λίνκολν «Ομάδα αντιπάλων: Η πολιτική ιδιοφυία του Έιμπραχαμ Λίνκολν» της Ντόρις Κερνς – Γκούντγουιν _ ε-ξαι-ρε-τι-κό σενάριο του Τόνι Κούσνερ που συμπυκνώνει υποδειγματικά τους τέσσερις τελευταίους αυτούς μήνες της ζωής του Λίνκολν με αναφορές στο παρελθόν του, ισορροπώντας τον πολιτικό με τον άνθρωπο και τις σχέσεις με τους συνεργάτες του με τις σχέσεις του με την οικογένειά του με μοναδική δεξιοτεχνία, ακολουθεί τη μεγάλη αφηγηματική παράδοση του αμερικάνικου κινηματογράφου. Χωρίς να μπατάρει στο μελόδραμα που ενεδρεύει, φιλοτεχνεί μια σκοτεινή νωπογραφία η οποία δεν κοντράρεται με την κατεστημένη αμερικάνικη ιστορία, σίγουρα απευθύνεται στα ευρύτερα στρώματα κοινού αλλά μέσα της πάλλεται το δαιμόνιο της πολιτικής.
Όλη η διαδικασία στη Βουλή, αντί να μου προκαλέσει πλήξη, με τον τρόπο που ο Σπίλμπεργκ τη χειρίζεται _ γκρο πλάνα, ζουμαρίσματα, υποδειγματικοί ρυθμοί… _ μου δημιούργησε μια αίσθηση σασπένς. Αν σας ενδιαφέρει το πολιτικό παιχνίδι _ είτε από τη θετική είτε από την αρνητική του πλευρά… _ πιστεύω πως θα γοητευτείτε. Και το εύρημα η δολοφονία του Λίνκολν στο θέατρο «Φορντ» να περνάει μόνο με την ανακοίνωσή της _ που διακόπτει την παράσταση _ σ’ ένα άλλο θέατρο, μ’ ένα ουρλιαχτό του παιδιού του που παρακολουθεί την παράστσαη αυτή και μ’ ένα γρήγορο πλάνο της συντετριμένης, υποβασταζόμενης γυναίκας του το βρήκα ιδιοφυές.
Η εκπληκτική φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι, με τους πλάγιους φωτισμούς, η σκηνογραφική δουλειά του Ρικ Κάρτερ, τα καταπληκτικά κοστούμια της Τζοάνα Τζόνστον, η μουσική του Τζον Γουίλιαμς, το μοντάζ του Μάικλ Καν στηρίζουν σαν αγκωνάρια το δύσκολο εγχείρημα που συνειρμικά μού ανακάλεσε τον αξέχαστο «Μπάρι Λίντον» του Κιούμπρικ.
Οι ερμηνείες. Και βέβαια το στηρίζουν οι ηθοποιοί _ μία ιδεώδης διανομή: ένας κι ένας στους ρόλους τους, με πρώτη την Σάλι Φιλντ _ συγκλονιστική ως Μέρι Τοντ Λίνκολν.
Το κείμενο, όμως, για μια ταινία που, έτσι κι αλλιώς, με ενθουσίασε, για έναν και μόνο λόγο το έγραψα. Για να αναρωτηθώ αν μπορούμε πια να φανταστούμε τον πραγματικό Λίνκολν διαφορετικό από τον Λίνκολν που έπλασε ο Ντάνιελ Ντέι - Λιούις. Με το κοκαλιάρικο, «σκεβρωμένο» σώμα, το κυρτωμένο, που σα να κουβαλάει όλο αυτό το ασήκωτο βάρος του Εμφύλιου και της απόφασης που επωμίστηκε, μ’ αυτή την πανύψηλη, απόκοσμη φιγούρα σαν του Νοσφεράτου, μ’ αυτή τη «μονόχορδη», χαμηλότονη, σχεδόν υπόκωφη αλλά επιβλητική φωνή την οποία έχει υιοθετήσει, μ’ αυτό το βλέμμα του που ποτέ δεν είναι ευθύ κρύβοντας πολλά αλλά που γλυκαίνει κάποιες στιγμές και γίνεται ανθρώπινο και γοητεύει, μ’ αυτή την κούραση που βγάζει, μ’ αυτή την κατάθλιψη με την οποία φλερτάρει, με την αποκαλυπτική αυτή ερμηνεία του ο Ντάνιελ Ντέι - Λιούις για άλλη μια αφορά αποδεικνύει πως ανήκει στους εντελώς κορυφαίους του κινηματογράφου: συναρπαστικός!
Το συμπέρασμα. Θα σας συνιστούσα να μη χάσετε την ταινία _ ένα μεστό ιστορικό δράμα. Πρώτος, αν και όχι μοναδικός λόγος: ο Ντάνιελ Ντέι – Λιούις – Λίνκολν.

«Odeon Πλατεία», Θεσσαλονίκη, 28 Ιανουαρίου 2013.

January 24, 2013

Σινέ Υπουργείο Πολιτισμού. Σήμερον: «Ο χρυσός και ο τενεκές»


Το Τέταρτο Κουδούνι / 24 Ιανουαρίου 2012


Ενζενί τη γνώρισα _ δεκαετία του ’70 _ στη σκηνή. «Φευγάτη» ενζενί. Σιγά - σιγά, μεγαλώνοντας, η Όλια Λαζαρίδου άρχισε να παίζει πράγματα πιο νταμίστικα, πιο ρολίστικα. Πάντα με μια βαθιά ευαισθησία. Και χωρίς ποτέ να χάσει την ελαφράδα και το χιούμορ της.
Επέλεξε να λειτουργεί με το ’να πόδι έξω απ’ το κατεστημένο θέατρο, απέφυγε τις μεγαλοστομίες, τις ηχηρές σαπουνόφουσκες και τις πληκτικές κοινοτοπίες στις συνεντεύξεις της, απέφυγε τη σοβαροφάνεια, δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά τον εαυτό της, συνεργάστηκε με νέους ανθρώπους, τόλμησε, εκτέθηκε χωρίς δισταγμούς, ο μονόλογός της _ απ’ την ίδια γραμμένος _ «Το κορίτσι μπαταρία», που τον έκανε πέρσι με σκηνοθέτη τον Ευριπίδη Λασκαρίδη, ήταν μια εκ βαθέων στιγμή της… Και, επιπλέον, κατάφερε, μέσα στην αλεστική, ισοπεδωτική μηχανή του θεάτρου ν' αποστασιοποιηθεί, ν' αδιαφορήσει ως προς το καυτό για άλλους θέμα «καριέρα» και να κρατήσει την ανθρωπιά της _ στήριξε κι οδήγησε θεατρικά, για παράδειγμα, τα παιδιά του 18 Άνω και προφανώς πολλά άλλα έπραξε και πράττει που ούτε τα γνωρίζω ούτε τα δημοσιοποιεί, απλώς διαπιστώνω με μια αγάπη να περιβάλλεται από παντού.
Φέτος, με τον ίδιο νέο σκηνοθέτη, τον Ευριπίδη Λασκαρίδη, και με τον Αντώνη Καφετζόπουλο πλάι της, η Όλια Λαζαρίδου παίζει στις «Καρέκλες» του Ιονέσκο _ στις «Ροές». Την _ κατά τον Ιονέσκο, 94χρονη _ Γριά με τ' όνομα Σεμίραμις. Βαμμένη σαν κλόουν, με μελαχρινή, πλαστική περούκα και με μια τεράστια, καραγκιοζίστικη πρόσθετη μύτη: ένας ρόλος καρατερίστικος, κόντρα σ’ ό,τι έχει κάνει μέχρι τώρα. Και τον κάνει τέλεια. Μελετημένη κίνηση, δεμένη με τη φιγούρα, γνώση του ύφους, βαθιά μελετημένος λόγος, αίσθηση της ατάκας, αίσθηση της ιονεσκικής ειρωνείας, αίσθηση του κωμικού, και, πάνω απ’ όλα, αίσθηση του ρυθμού. Απολαυστική! Απολαύστε την!





«Ο χρυσός και ο τενεκές». Με τον Κώστα Τζαβάρα. Και χιλιάδες κομπάρσους. Μια συμπαραγωγή Ν.Δ., ΠΑ.ΣΟ.Κ, ΔΗΜ.ΑΡ. Στο «Σινέ Υπουργείο Πολιτισμού». Καθημερινά. Μαζί με τις μικρού (;) μήκους «Ποιος διευθύνει το Ελληνικό Φεστιβάλ» και «Ποιος αναλαμβάνει το Εθνικό». Γέλια, γέλια, γέλια ακράτητα. 
Προσεχώς, στο πλαίσιο του Αφιερώματος στην Κωμωδία: «Ιδρύω Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος στην Επίδαυρο και μένω στην ιστορία ως ο Νέος Περικλής». Σπαρταριστό. (Εμπνευσμένο απ’ τη μνημειώδη ατάκα του κ. αναπληρωτή υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού _ ΠΑΙ.Θ.Π.Α το λένε για συντομία και τρελαίνομαι να τ' ακούω… _ την οποία ο κ. Τζαβάρας εξεστόμισε στην περί εξαέρωσης του ΕΚΕΒΙ συνέντευξη Τύπου που οργάνωσε: «Μπορώ να καταλαβαίνω τους τενεκέδες από τα χρυσάφια»).




Έλεγε πρόπερσι πως με την _ απολαυστική θα μπορούσα να γράψω αλλά είναι αδύναμη η λέξη για να την περιγράψει _ Σαμπρίνα που ερμήνευσε στην «Τριλογία του παραθερισμού» του Γκολντόνι, στο Εθνικό _ σε σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη _, αφήνει τη σκηνή. Και πως από ’κει και πέρα θα αφοσιωνόταν στη σκηνοθεσία και στη διδασκαλία. Δεν το τήρησε η Κυρία Μάγια Λυμπεροπούλου. 
Προσωπικά _ και, είμαι σίγουρος, όλο το κοινό _ αισθάνομαι πολύ ευτυχής που δεν το τήρησε. Και που θα την ξαναδώ _ και θα την ξανακούσω _ στη σκηνή. Παίζει στο Εθνικό και πάλι, στο «Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», τη «μεταγραφή» απ’ τον Ο’Νιλ της αισχυλικής «Ορέστειας», που ανεβάζει ο Γιάννης Χουβαρδάς. Την Κυρία Μπορντέν, ένα απ’ τα μέλη του τετραμελούς (όπως τον έχει διαμορφώσει στην παράσταση, με τέσσερις πρωταγωνιστές, ο σκηνοθέτης) Χορού, κατά κάποιο τρόπο, του έργου.



Έτσι γίνεται στην Ελλάδα. Μιας επιτυχίας γενομένης, μύριοι ακολουθούν στο ίδιο μήκος κύματος, προσπαθώντας να την εκμεταλλευτούν και να την επαναλάβουν. Σαν τα σουβλατζίδικα, τις πιτσερίες, τις τσαγερίες, τις κρεπερί… Κάτι σαν επιδημία. Ιδού, λοιπόν, τώρα που το θέατρό μας ανακάλυψε τον Ίρβιν Γιάλομ. Μετά την επιτυχία «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» των Ακύλλα Καραζήση και Νίκου Χατζόπουλου _ εξαιρετική παράσταση πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα του διάσημου πια ψυχίατρου, πού δούλεψε σαν τρελή _ ο Ίρβιν Γιάλομ επανέρχεται στην ελληνική σκηνή: ο Κώστας Γάκης, που ’χει αναλάβει διασκευή και σκηνοθεσία, ανέβασε για το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», με πρωταγωνιστές την Ξένια Καλογεροπούλου και τον Μηνά Χατζησάββα, το διήγημά του «Ο δήμιος του έρωτα». Να προβλέψω πως σύντομα θα ’χουμε κι άλλον Γιάλομ επί ελληνικής σκηνής;




Είδα στο «Εμπορικόν» το «Κράμερ εναντίον Κράμερ» _ πολύ καλή παράσταση με καλούς ηθοποιούς, σας τα ’γραψα αναλυτικά. Πριν γράψω διαβάζω, λοιπόν, στο πρόγραμμα: «Κράμερ εναντίον Κράμερ» του Avery Corman. Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημά του. Απόδοση Μιρέλλα Παπαοικονόμου». Ψάχνω να βρω στοιχεία για να γράψω για την παράσταση, βρίσκω για την ταινία (1979) του Ρόμπερτ Μπέντον _ με Ντάστιν Χόφμαν και Μέριλ Στριπ _ ότι το σενάριό της είναι του σκηνοθέτη βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του περί ου ο λόγος Έιβερι Κόρμαν, η οποία εκδόθηκε το 1977.
Όλα καλά ως εδώ, υποθέτω πως στο πρόγραμμα με τη λέξη «απόδοση» εννοούν τη διασκευή απ’ τη νουβέλα αφού αναφέρουν το όνομα του Κόρμαν ως συγγραφέα. Αλλά διαβάζω παρακάτω, στο σημείωμα της Μιρέλλας Παπαοικονόμου: «Έτσι τώρα μπήκα σ’ έναν άλλο ‘παράδεισο’, το ΘΕΑΤΡΟ, ξεκινώντας δειλά δειλά με τη διασκευή αυτού του υπέροχου θεατρικού που με τόση επιτυχία ανέβηκε στη σκηνή και αργότερα στο σινεμά». Και μένω άναυδος. Ποιου «θεατρικού»; Καλά, η συγγραφέας, η υπογράφουσα την απόδοση, νομίζει πως απέδωσε θεατρικό κι όχι μυθιστόρημα; Κι αν υπήρξε θεατρικό του Κόρμαν, το οποίο μετατράπηκε σε νουβέλα η οποία μετατράπηκε σε ταινία, πώς και πουθενά δεν αναφέρεται; Όπου κι αν έψαξα μόνο η νουβέλα αναφέρεται και κάποιες διασκευές για το θέατρο που υπογράφουν άλλοι κι όχι ο συγγραφέας της _ όπως η γαλλική _ και που είναι πρόσφατες και, σίγουρα, όχι πριν απ’ την ταινία. Μήπως μπορώ να πάρω τη βοήθεια του κοινού; Για να καταλάβω κι εγώ ο έρ’μος; Διότι κάτι παρόμοιο σα να μ’ έχει μπερδέψει και στο παρελθόν…

January 22, 2013

Jesus Christ καθόλου Superstar… ή Το θέατρο όπως το γέννησε η μάνα του




Το έργο. Ένας τυφλός κι ένας ανάπηρος: δυο ζητιάνοι, «συνεργαζόμενοι», στο δρόμο που ανηφορίζει ο Ιησούς προς τον Γολγοθά ευεργετούνται από το τελευταίο του θαύμα. Ο πρώτος ανακτά το φως του. Και ευγνωμονεί για την ομορφιά που πρωτοβλέπει γύρω του _ από τις μύγες μέχρι τα χυμώδη χείλη και τα λαμπερά μάτια των γυναικών. Και ο δεύτερος την κίνησή του. Και απελπίζεται. Γιατί μένει …άνεργος _ χάνει τη βολή του.
Ένας γελωτοποιός αφηγείται πως, όταν ήταν ένας ταλαίπωρος αγρότης, ο Ιησούς εμφανίστηκε μπροστά του τη στιγμή που είχε περάσει τη θηλειά να κρεμαστεί αφού η εξουσία κατέστρεψε εντελώς τη ζωή του και αφάνισε την οικογένειά του κι Εκείνος ήταν που μ’ ένα του φιλί τού χάρισε ευγλωττία και του σύστησε να ξεχυθεί στους δρόμους και να διηγείται στον κόσμο όσα διέπραξαν εις βάρος του όχι με κλαψουρίσματα αλλά με καλαμπούρια και με το γέλιο.
Η Παναγία μαθαίνει πως ο δύστυχος που σταυρώνουν λίγο πιο πέρα είναι ο γιος της, όσο κι αν η Μαρία η Μαγδαληνή και οι άλλες γυναίκες που τη συντροφεύουν προσπαθούν να της το κρύψουν και να την απομακρύνουν από τον τόπο της Σταύρωσης.
Η Ανάσταση του Λαζάρου είναι προγραμματισμένη και στο νεκροταφείο γίνεται χαμός από τα πλήθος που έχουν συρρεύσει _ φιλοθεάμονες, περίεργοι, πιστοί, δύσπιστοι, μικροπωλητές… Μέχρι που μέσα στον πανικό του πανηγυριού κλέβουν κι ένα πορτοφόλι.
Η Παναγία σκαρφαλώνει στον Σταυρό και προσπαθεί να ξεκαρφώσει τον Ιησού αλλά ο στρατιώτης που τον φυλάει δεν την αφήνει κι εκείνη καταριέται τον αρχάγγελλο Γαβριήλ που δεν την προειδοποίησε στον Ευαγγελισμό τι θα επακολουθήσει μετά από 33 χρόνια…
Ένας Τρελός που χαρτοπαίζει σε μια ταβέρνα, σε δωμάτιο πλαϊνό στο δωμάτιο όπου γίνεται ο Μυστικός Δείπνος, συναντάει τον Θάνατο που έρχεται με τη μορφή όμορφης παρθένας και πανικόβλητος, νομίζοντας πως ήρθε για να πάρει εκείνον, προσπαθεί να ξεπλανέψει το κορίτσι, πράγμα που και κατορθώνει. Ο Θάνατος όμως έχει έρθει για τον Ιησού. 
Ένας μεθύστακας αναλαμβάνει να αφηγηθεί ο ίδιος διονυσιακά, δοξάζοντας τις χάρες του κρασιού και παρεμποδίζοντας την …πολιτικά ορθή αφήγηση ενός Αγγέλου, τα του εν Κανά γάμου όπου έγινε τύφλα από το κρασί που κέρναγε ο Ιησούς αφού έκανε το θαύμα να μετατρέψει σε κρασί το νερό.
Όνομα Ιησούς, επίθετο Θεού-Υιός _ κατά το συγγραφέα: ο αφανής πρωταγωνιστής _ παρών είτε ως «σκιά» είτε ως δύναμη κινητήρια αλλά ποτέ επί σκηνής _ στις επτά παραπάνω σκηνές / σκετς. «Ο τυφλός και ο σακάτης», «Η Γέννηση του γελωτοποιού», «Η Παναγία συναντά τις τρεις Μαρίες», «Η Ανάσταση του Λαζάρου», «Η Μαρία στον Σταυρό», «Ο Τρελός κι ο θάνατος», «Ο εν Κανά γάμος», αντίστοιχα, οι τίτλοι τους. Βρίσκονται ανάμεσα στις περίπου διπλάσιες που περιλαμβάνει το «Mistero Buffo» του Ντάριο Φο και που διακρίνονται σε Κωμικά Μυστήρια και σε Έργα του (Θείου) Πάθους. Ένα σπονδυλωτό έργο (1969) που ξεκίνησε ως μονόλογος αυτού του Μεγάλου Λαϊκού Θεατρίνου, αυτού του Κλόουν, του Παλιάτσου, του Γελωτοποιού, του Μεγάλου Μπουφόνου της Ιταλίας, που κατάγεται, σε ευθεία γραμμή, από τους περιπλανώμενους θεατρίνους του Μεσαίωνα.
Ο Ντάριο Φο παίζει με θέματα γνωστά ή άγνωστα, αντλώντας ακομπλεξάριστα από την Βίβλο αλλά και από τα απόκρυφα Ευαγγέλια, από παραδοσιακούς θρύλους και λαϊκά παραμύθια και μεταπλάθοντας δημιουργικά την πρώτη ύλη του. Τη ζυμώνει με γνήσια αντιδιανοοουμενίστικα θεατρικά υλικά, μ’ αυτό το βαθύ, πλούσιο, αρτεσιανό, λαϊκό, χωριάτικο, αθυρόστομο αλλά ποτέ χυδαίο χιούμορ του, το περιπαικτικά βλάσφημο, την μπολιάζει με τη φαντασία του που καλπάζει, με αναχρονισμούς, με καθαρά πολιτικές αναφορές, με το αριστερό, άναρχο, αντιεξουσιαστικό, αντιεκκλησιαστικό αλλά ποτέ αντιχριστιανικό πνεύμα του και δίνει κείμενα ζεστά, άμεσα, σπαρταριστά σα ζεστά, αχνιστά, μοσχομυριστά καρβέλια. Που ξαφνιάζουν με την καυστικότητά τους η οποία ποτέ όμως δεν γίνεται επιθετική, που κάποιες στιγμές συγκινούν με την ποίηση η οποία αναβλύζει από μέσα τους, κείμενα που παραπέμπουν στα κωμικά ιντερμέδια τα οποία αυθαίρετα τρύπωσαν ανάμεσα στα μεσαιωνικά λειτουργικά δράματα _ τα Μυστήρια _, τη μόνη θεατρική έκφραση των σκοτεινών εκείνων χρόνων, για να ελαφρύνουν τη βαριά ατμόσφαιρα. 
Ο Ντάριο Φο με στοργή γδύνει τον Ιησού από τη θρησκευτική αίγλη, τον ξεφορτώνει, τον απαλλάσσει από τις θεολογικές διαστάσεις και τον παραδίδει στο κοινό με τις διαστάσεις του τις ανθρώπινες. Πιο τρυφερό, πιο ελεήμονα, πιο αγαπησιάρικο, πιο χριστιανικό από τον Χριστό της θρησκευτικής παράδοσης τον οποίο επιμένει να μας παραδίδει η Εκκλησία. Ο Ιησούς του Ντάριο Φο πιστεύω βαθιά πως μπορεί να ελκύσει περισσότερο στη χριστιανική θρησκεία από τον Χριστό που μας έχουν επιβάλει και που θέλουν να συνεχίσουν να μας επιβάλουν.
Η παράσταση. Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος επέλεξε εννιά από τα σκετς του «Mistero Buffo», τα μετέφρασε με μια σπάνια για διανοούμενο σκηνοθέτη αίσθηση της σημερινής, λαϊκής γλώσσας, της αμεσότητας και της προφορικότητας και τα ετοίμασε με την ομάδα του «Επτάρχεια». Σε κάθε παράσταση παίζονται, λόγω της μεγάλης διάρκειάς τους, έξι με επτά από τα σκετς, που επιλέγονται το ίδιο βράδυ.
Ο Μοσχόπουλος πρέπει να δούλεψε εξοντωτικά με τους ηθοποιούς του. Αλλά όχι προς την κατεύθυνση να παρουσιαστεί ένα άριστα καθοδηγημένο αποτέλεσμα με κουρδισμένους ηθοποιούς. Το αντίθετο! Δούλεψε εξοντωτικά προς την κατεύθυνση οι ηθοποιοί του να εμφανίζονται _ και να είναι _ χαλαροί, απόλυτα απελευθερωμένοι, άμεσοι, αφήνοντας την εντύπωση του αυτοσχεδιασμού χωρίς ουσιαστικά να αυτοσχεδιάζουν. Δεν φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι. Γι αυτό και θεωρώ το αποτέλεσμα ένα επίτευγμα.
Πόσω μάλλον όταν εμφανίζονται εντελώς γυμνοί. Και δεν εννοώ χωρίς ρούχα. Εννοώ χωρίς κοστούμια, με τις φόρμες εργασίας, χωρίς σκηνικά, με τους στοιχειώδεις φωτισμούς. Μόνοι. Οι ηθοποιοί και το κείμενο. Και το κοινό. Που το αντιμετωπίζουν ως ίσοι προς ίσο, με προλόγους και εισαγωγές και σχόλια _ τι είναι αυτό που θα δουν, από πού προέρχεται… Διδακτικά. Αλλά με τη μπρεχτική έννοια, καθόλου δασκαλίστικα και βαρετά και φαφλατάδικα. Διανθισμένη με μερικά από τα μεσαιωνικά «Κάρμινα Μπουράνα» που οι ηθοποιοί τραγουδούν ζωντανά α καπέλα _ το μόνο, λιτό άλλωστε, στολίδι που επέτρεψε ο σκηνοθέτης _, η παράσταση, παλλόμενη, εύφορη, σπαρταριστή, απολαυστική καθηλώνει.
Οι ερμηνείες. Βέβαια για να πετύχει το τολμηρό πείραμα χρειάζονταν άριστα αλλά και με προσωπικότητα όργανα _ Στραντιβάριους. Σολίστες! Ο Θωμάς Μοσχόπουλος τους έχει. Και οι έξι ηθοποιοί του είναι σολίστες. Που χρειάζονταν έναν καλό μαέστρο. Και τον είχαν. Η Άννα Καλαϊτζίδου, η Άννα Μάσχα, ο Κώστας Μπερικόπουλος _ ο πιο πειστικός μεθύστακας που έχω δει επί σκηνής και επί οθόνης μετά τον Ορέστη Μακρή _, ο Αργύρης Ξάφης, ο Θάνος Τοκάκης _ η Μεγάλη Έκπληξη, ένας ηθοποιός - ορχήστρα στην Ανάσταση του Λαζάρου όπου αντιμετωπίζει ολομόναχος όλους τους τύπους του σκετς με μια εντυπωσιακή δεξιοτεχνία _ και ο Γιώργος Χρυσοστόμου _ ηθοποιός με μέγεθος και εξαιρετική φωνή που έχει τιθασσεύσει την τάση του για υπερβολές και μπαλαφάρες, συγκλονιστικός Γελωτοποιός _ είναι και οι έξι υπέροχοι.
Το συμπέρασμα. Μια από τις καλύτερες παραστάσεις του χειμώνα. Θα διακινδύνευα να πω η καλύτερη. Απολαυστικά αστεία αλλά και συγκινητική. Αν τη χάσετε, το λάθος θα είναι όλο δικό σας.

θέατρο «Θησείον», 13 Ιανουαρίου 2013.

January 18, 2013

Όταν το χρυσόψαρο έφαγε τη γάτα…

Το έργο. Η Τζούλια: κακομαθημένη κόρη του γενικού διευθυντή του Οργανισμού Χάλυβος μπαμπά της _ η μητέρα της δεν ζει. Και ο Γρηγόρης: ένας «ασήμαντος υπαλληλάκος» _ τίμιος και εργατικότατος _ στο γραφείο του κ. διευθυντού ο οποίος, συντελούντων των καρφωμάτων του Μανώλη, ενός κακού συναδέλφου του Γρηγόρη, τεμπέλη και απατεώνα, δεν τον συμπαθεί καθόλου.
Αθήνα, γύρισμα δεκαετίας του ’50 στη δεκαετία του ’60 και το κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που ασωτεύει και που κάθε λίγο και λιγάκι βρίσκεται στο γραφείο του μπαμπά για να τον ξεπουπουλήσει, δουλεύει ψιλό γαζί τον ερωτευμένο μαζί του Γρηγόρη που τον θεωρεί κορόιδο _ σπίνο τον ανεβάζει, χρυσόψαρο τον κατεβάζει η γάτα. Αλλά, όταν, κάποιο βράδυ, κατά τύχη τον χτυπάει στο δρόμο με το αυτοκίνητο που οδηγεί με… αυτόματο πιλότο και για να εξιλεωθεί και να κάνει πλάκα τον παίρνει μαζί της στην ταβέρνα μετά μουσικής όπου πηγαίνει να γλεντήσει με τους φίλους της, ο Γρηγόρης είναι που θα παίξει ξύλο για χάρη της μ’ ένα μάγκα που της την πέφτει. Μόλις το επεισόδιο γίνει γνωστό στον κ. Γενικό που καλείται να πληρώσει τα σπασμένα, με επιπλέον αφορμή μία παρεξήγηση που γίνεται εις βάρος του Γρηγόρη μ’ έναν πελάτη, εκείνος θα τον απολύσει.
Αλλά μια άλλη παρεξήγηση θα κάνει τον διευθυντή να πιστέψει πως ο Γρηγόρης τον κρατάει στο χέρι γνωρίζοντας τις ματσαράγκες που διαπράττει με υπερτιμολογήσεις εις βάρος των άλλων μετόχων. Οπότε, μαζί με την κόρη του, καταστρώνουν «σχέδιο υποδουλώσεως» του Γρηγόρη: ο κ. Γενικός τον επαναπροσλαμβάνει και η Τζούλια, ξέροντας την αδυναμία που της έχει, του πουλάει έρωτες. Έρχεται όμως και η στιγμή που θα ανακαλύψουν πως ο Γρηγόρης ιδέα δεν είχε για τις ματσαράγκες. Είναι όμως αργά: ο κ. Γενικός έχει αυτοπακαλυφθεί. Ο Γρηγόρης, το κοροϊδάκι, τους έχει πια στο χέρι. Και επιβάλλει τους όρους του: τέρμα στις υπερτιμολογήσεις του κ. Γενικού και θα παντρευτεί την Τζούλια. Εκείνη αρνείται, θα πέσουν κάποια χαστούκια αλλά μία είναι η αλήθεια, όσο κι αν η δεσποινίς δεν ήθελε να την παραδεχθεί: ο Γρηγόρης της αρέσει. Το τέλος είναι αίσιο και ευτυχές. Ο πονηρός Μανώλης απολύεται, Γρηγόρης και Τζούλια οσονούπω παντρεύονται _ το «χρυσόψαρο» έφαγε τη γάτα… _ αλλά και ο Τέλης _ ο κ. Γενικός _ θα παντρευτεί την καλή του Αλίκη που χρόνια την έσερνε μια και έπρεπε πρώτα να παντρέψει την κόρη του.
«Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» των Νίκου Τσιφόρου – Πολύβιου Βασιλειάδη είναι μια κομεντί (1959) κομμένη και ραμμένη πάνω στο πρωταγωνιστικό τρίο που την είχε παραγγείλει και την πρωτοανέβασε: Ντίνος Ηλιόπουλος, Τζένη Καρέζη, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Χαριτωμένη αλλά όχι από τις καλύτερές τους. Είναι βιαστικά μάλλον γραμμένη, με δραματουργικά κενά και όχι ιδιαίτερα λαμπερή. Λαμπερή έγινε μέσα από τη μεταφορά της στον κινηματογράφο το 1960 από τον Γιάννη Δαλιανίδη. Και αποκλειστικά γιατί την υποστηρίζει το ίδιο λαμπερό πρωταγωνιστικό τρίο. Ενώ η διαρκής ανακύκλωση της ταινίας μέσα από την τηλεόραση την έχει κάνει και ιδιαίτερα δημοφιλή _ κοινόχρηστη. Εξάλλου, όπως οι περισσότερες κωμωδίες της μετεμφυλιακής εποχής, εκφράζει μια αφόρητα μικροαστική έως αντιδραστική αντίληψη _ οι γυναίκες μπαίνουν «στη θέση τους», οι «κακοί» πλούσιοι αποδεικνύονται όχι και τόσο κακοί, οι έντιμοι φτωχοί δικαιώνονται και στο τέλος σμίγουν με τους πλούσιους κι ούτε γάτα ούτε ζημιά, όλα μέλι – γάλα.
Η παράσταση. Δεν ξέρω τι ακριβώς επιδίωκαν ο Πέτρος Ζούλιας που υπογράφει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία και ο θιασάρχης Σπύρος Παπαδόπουλος. Φανταζόμουν και ήλπιζα σε μια καθαρή καινούργια σκηνική ανάγνωση του θεατρικού έργου τοποθετημένου στην εποχή του. Και, ναι, η εποχή _ καλώς _ διατηρείται. Αλλά εκείνο που είδα είναι μια προσπάθεια _ κόλλημα, όμως, σας λέω _ σκηνικής απομίμησης της ταινίας. Συμπαθητική εκ πρώτης όψεως αλλά ουσιαστικά άχαρη, απολύτως εξωτερική, βεβιασμένη, φωναχτή και πρόχειρη _ εκείνη η σκηνή της συμπλοκής… Πώς να απομιμηθείς κάτι καταγραμμένο πλέον στο υποσυνείδητο του κοινού; Τα μουσικοχορευτικά ιντερμέδια και τα τραγουδάκια της εποχής αγωνίζονται να δώσουν έναν ανάλαφρο τόνο αλλά βρήκα κοινότοπες τις μουσικές επιλογές της Μάρως Θεοδωράκη και εκ του προχείρου, χοντροκομμένες _ πλην, ίσως, του φινάλε _ και άτεχνα εκτελεσμένες τις χορογραφίες του Φώτη Διαμαντόπουλου. Και βρήκα σκανδαλώδες τα δυο - τρία _ εύκολα άλλωστε _ τραγουδάκια να τραγουδιούνται πλέι μπακ.
Λειτουργικά, χωρίς μεγάλες φιλοδοξίες τα φωτισμένα από τον Ανδρέα Μπέλλη σκηνικά της Αναστασίας Αρσένη και τα στο πνεύμα του λουσάτου, του «κυριακάτικου», αδιαφόρως στιγμής και καταστάσεως, κοστούμια της _ είναι δυνατόν η «οικονόμος» να φοράει ΑΥΤΑ τα γοβάκια;…
Η διανομή. Μια καταρχάς καλή διανομή φαίνεται να οδηγήθηκε σε λάθος δρόμο από τη σκηνοθεσία. Δεν κατάλαβα γιατί όλοι φωνάζουν τόσο. Με προεξάρχοντα τον Ταξιάρχη Χάνο που δεν παίζει κομεντί αλλά παλαιού τύπου οπερέτα, με τη στεντόρεια, καμπανιστή, ποσταρισμένη φωνή του να κινεί όλη την υποκριτική του και με αφημένους στην υπερβολή τον Τάσο Γιαννόπουλο, κυρίως, που βρίσκει και πάλι τον κακό εαυτό του και τον Μάκη Πατέλη. Εντελώς εξωτερικοί και η Τζένη Μπότση, που δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να σειέται και να λυγιέται έτσι, σαν καρικατούρα, και ο Αλέξανδρος Καλπακίδης.
Η Κατερίνα Παπουτσάκη είναι όμορφη και έχει ευκολίες αλλά όλα περνούν από πάνω της ξώπετσα και της λείπει η χάρη, παίζει χοντροκομμένα. Ο Σπύρος Παπαδόπουλος, ιδανικός για το ρόλο μια και είναι ένας ανάλαφρος κωμικός στο είδος του πρώτου διδάξαντος Ντίνου Ηλιόπουλου _ και οι δύο παραπέμπουν στον Σταν Λόρελ - Λιγνό _, δυστυχώς παίζει τον Γρηγόρη grosso modo _ σε γραμμές αδρές, χωρίς αποχρώσεις. Και χωρίς να γοητεύει _ εμένα τουλάχιστον.
Μιλώντας για εξωτερικό παίξιμο σε μια ελληνική φαρσοκωμωδία δεν εννοώ, βέβαια, ότι οι ρόλοι θα έπρεπε να τύχουν… στανισλαφσκικής αντιμετώπισης. Απλώς, αλήθεια χρειάζονταν. Και πολύ σκληρή δουλειά για να κατακτηθεί η γνησιότητα που είχαν οι ηθοποιοί της εποχής αυτών των έργων και που δεν έχουν οι σημερινοί. Επειδή πρόκειται για μια εύκολη κωμωδία, καθόλου αυτό δεν σημαίνει πως ανεβαίνει εύκολα όπως πολλοί του θεάτρου μας νομίζουν. Έβλεπα πάνω στη σκηνή τους ηθοποιούς να μην είναι οι ρόλοι ούτε να παίζουν τους ρόλους αλλά να τους μιμούνται _ αν δεν μιμούνταν, κάποιοι, και τους ηθοποιούς της ταινίας.
Πιο πειστικούς βρήκα την Κάκια Ιγερινού, την Νικολέτα Κοτσαηλίδου και πιο αυθεντική τη φιγούρα του Στέλιου Πέτσου.
Το συμπέρασμα. Μια πολύ «εύκολη» παράσταση. Δυστυχώς οι αναβιώσεις, από τη νεότερη γενιά των ηθοποιών και σκηνοθετών μας, των παλιών ελληνικών κωμωδιών, αναβιώσεις οι οποίες έχουν ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’80, δεν έχουν ξεπεράσει, πλην ελαχίστων, το επίπεδο του αβασάνιστου. Και δυστυχώς «Η θεία από το Σικάγο» και «Ο μπακαλόγατος» του Πέτρου Φιλιππίδη και το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιάννη Μπέζου, παραστάσεις που θεωρώ πως ήταν οι μόνες απόλυτα επιτυχημένες στο είδος, δεν βρήκαν ακόμα μιμητές.

θέατρο «Αλέκος Αλεξανδράκης», 17 Ιανουαρίου 2013

January 17, 2013

Μαικήνας σώζει Θεατρικό Μουσείο. Αλλά με ανταλλάγματα…




Το Τέταρτο Κουδούνι / 17 Ιανουαρίου 2012 





Έβλεπα τις προάλλες κι άκουγα στο «Ακροπόλ» τον Αιμίλιο Χειλάκη στη δυνατή μπρεχτική «Αγία Ιωάννα των σφαγείων» του Νίκου Μαστοράκη και τον απολάμβανα ως Πιερπόντ Μάουλερ _ σας τα ’γραφα. Εκείνο που δεν σας έγραψα είναι ότι στο συγκλονιστικό φινάλε της παράστασης _ βιομήχανοι και στρατιωτίνες του Θεού ν' αγιοποιούν με το ζόρι την ετοιμοθάνατη Ιωάννα ανυψώνοντάς την αλλά προσπαθώντας παράλληλα και να της βουλώσουν το απύλωτο στις αλήθειες που συνειδητοποίησε στόμα και να της χώσουν με το ζόρι το σταυρό στα χέρια _ κι έβλεπα πίσω, καθισμένο σαν σε θρόνο, τον Χειλάκη – Μάουλερ. Με ριγμένη πάνω απ’ τα εσώρουχα μια κουβέρτα δίκην τηβέννου, με το αποτρόπαιο μακιγιάζ, αγέρωχο, να απολαμβάνει ως ρωμαϊκό Θρίαμβο φρίκης τη νίκη του Καπιταλισμού. Κι ο συνειρμός μου ήταν να τον φαντάζομαι σ’ ένα απ’ τα ρωμαϊκά δράματα του Σέξπιρ _ «Τίτο Ανδρόνικο» ή «Κοριολανό» ή «Αντώνιο και Κλεοπάτρα», ή, πάνω απ’ όλα, στον «Ιούλιο Καίσαρα» _ μ’ έναν καλό σκηνοθέτη. Μήπως επέστη ο χρόνος; 




Όσο καθυστερεί αυτό το _ ανύπαρκτο _ «αρμόδιο» υπουργείο να πάρει τις αποφάσεις του και να ανακοινώσει τι μέλει γενέσθαι, τόσο και πιο φαιδρές διαστάσεις _ σχεδόν παρωδία πια… _ παίρνουν τα εκκρεμή θέματα του προέδρου του Ελληνικού Φεστιβάλ, του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού _ και, προσεχώς, φαντάζομαι, του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ, μια και τον Σεπτέμβριο λήγει η θητεία του Σωτήρη Χατζάκη επίσης. Ονόματα ρίχνονται στην πιάτσα και αβασάνιστα κι επιπόλαια αναπαράγονται και ανακυκλώνονται και αναμασιούνται και αποκτούν διαστάσεις τις οποίες δεν έχουν κι εμείς τα χάφτουμε σαν τους χάνους και γυρίζουμε δώθε - κείθε και τα επαναλαμβάνουμε μεταξύ τυρού και αχλαδίου.
Ερωτάται, για παράδειγμα, ο Γιάννης Μπέζος απ’ το «Βήμα» _ την Μυρτώ Λοβέρδου _ για τις φήμες που εδώ και βδομάδες τον θέλουν ως τον «επικρατέστερο» για τη θέση απ’ την οποία υποτίθεται αποχωρεί μετά την λήξη της θητείας του τον Μάιο ο Γιάννης Χουβαρδάς και οι οποίες τροφοδοτήθηκαν απ’ τις συνεντεύξεις που ’χει δώσει στο μεταξύ αναφερόμενος στο θέμα. Και τι απαντάει; «[…] Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και για να είμαι ειλικρινής, ήταν μια δική μου σκέψη και μια δική μου πρωτοβουλία. Πρώτα ρώτησα τον Γιάννη τον Χουβαρδά, για να μάθω τις διαθέσεις του και αν σκοπεύει να παραμείνει. Του εκμυστηρεύθηκα τα σχέδιά μου. Κι εκείνος μου είπε ποιος είναι ο δικός του ορίζοντας και μου μίλησε για τα δικά του πλάνα. Στη συνέχεια ζήτησα ραντεβού από τον υπουργό κ. Κώστα Τζαβάρα ο οποίος με άκουσε με προσοχή, έδειξε ενδιαφέρον αλλά μου είπε ότι είναι ακόμα νωρίς. Και μείναμε εκεί. Έκτοτε δεν είχα καμία επαφή ούτε με τον υπουργό ούτε με κανέναν άλλο ούτε έχω οποιαδήποτε άλλη ενημέρωση». Κι αυτό θεωρήθηκε αρκετό για να καταστεί «ο επικρατέστερος»!
Αφήστε για το Ελληνικό Φεστιβάλ τι ακούω κι από ποιους ότι προτάθηκε… Ν’ αγγίζει τα όρια του φαιδρού. Να λες: καλά, όποιος θέλει προτείνει όποιον του κατέβει αλλά ποία η σχέση του προταθέντος για τη θέση του προέδρου ενός διεθνούς φεστιβάλ με τα διεθνή καλλιτεχνικά δρώμενα; 




Κι άλλο ένα πικάντικο έμαθα. Βρέθηκε, λέει, για το εγκαταλειμμένο απ’ την Πολιτεία Θεατρικό Μουσείο, που υπολειτουργεί χάρη σε εθελοντική προσφορά των _ απλήρωτων _ εργαζομένων, Μαικήνας – «σωτήρας». Ανώνυμος, λέει. Αλλά μάλλον ευκόλως αναγνωρίσιμος. Ο οποίος, επιχειρηματίας παραπλεύρως _ πώς λέμε «παράπλευρες απώλειες»; _ σχετιζόμενος με το χώρο του θεάτρου, θησαυρίσας τα τελευταία χρόνια, άριστα έως ανησυχητικά διαπλεκόμενος προς πάσα κατεύθυνση, προσφέρει χρήμα με τη σέσουλα «για να σωθεί το Μουσείο». Αλλά όχι _ όπως περίμενα και φανταζόμουνα ότι θα μπορούσε να συμβεί εκ μέρους κάποιου των της πλουτοκρατίας μας _ αφιλοκερδώς. Όοοοχι. Ζητάει απ’ το υπουργείο ανταλλάγματα. Και τι ανταλλάγματα… Σα να τοκίζει, να πούμε, τα δωριζόμενα. Και με τόκο υψηλότατο.
Μοσχοβολάει ο κόσμος _ και _ του θεάτρου μας… 




Τα ΔΗΠΕΘΕ αργοπεθαίνουν αφημένα στην τύχη τους _ τα κονδύλια στέρεψαν. Γνωστή η θλιβερή αυτή διαπίστωση. Κάποια έκλεισαν, κάποια υπολειτουργούν, τα περισσότερα το χειμώνα φυτοζωούν και ξυπνούν απ’ τη χειμερία νάρκη τους για κάποια καλοκαιρινή «συμπαραγωγή» _ συνήθως _, για ορισμένα έχω χρόνια ν’ ακούσω νέα _ αγνοείται η τύχη τους… Φέτος σημεία ζωής ΔΗΠΕΘΕ _ κι όχι πάντα ενθαρρυντικά… _ από κάποια λίγα έχω. Κι όμως. Υπάρχουν δυο - τρία που ανθίστανται στη μιζέρια. Ανάμεσά τους _ πρώτο _ και της Πάτρας. Που, μετά από μια κάμψη, έχει πάρει τα πάνω του αφότου την καλλιτεχνική διεύθυνση ανέλαβε _ απ’ το τέλος του καλοκαιριού _ ο συνθέτης / σκηνοθέτης Θοδωρής Αμπαζής.


Βρέθηκα για 24 ώρες στην Πάτρα, είδα στον όμορφο, ιστορικό _ αλλά με πολλά λειτουργικά προβλήματα _ «Απόλλωνα», το Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας που περιμένει τη σοβαρή αναπαλαίωσή του και ντροπή που την καθυστερούν, τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη όπως, διαφορετικά απ’ τα τετριμμένα, τον δίδαξε ο καλός Λιθουανός Τσέζαρις Γκραουζίνις κι επισκέφθηκα και τον καινούργιο χώρο που στεγάζει το διοικητικό κομμάτι του Θεάτρου.
Καινούργιο; Καθόλου καινούργιο! Σταφιδαποθήκη Μπάρι! Η μνήμη γυρίζει πίσω, στη δεκαετία του ’80, όταν ο Θάνος Μικρούτσικος δημιούργησε απ’ το μηδέν το Διεθνές (όχι μόνο στα λόγια…) Φεστιβάλ Πάτρας και ανακάλυψε εγκαταλειμμένους χώρους της πόλης που τους διαμόρφωσε για τις εκδηλώσεις. Ανάμεσά τους κι ο συγκεκριμένος, που τα τελευταία χρόνια είχε ψιλοξεχαστεί, μέχρι που «κατελήφθη» απ’ το ΔΗΠΕΘΕ και ζωντάνεψε _ αυτό εννοώ όταν γράφω «καινούργιος».
Στο απλόχωρο, επιβλητικό αλλά καθόλου ψυχρό κτίριο με τα πολλαπλά επίπεδα, όπου τίποτα δεν είναι απομονωμένο _ όλα φάτσα φόρα _ στεγάστηκαν οι διοικητικές υπηρεσίες του, ο καλλιτεχνικός διευθυντής και πλήθος δραστηριοτήτων. Η δραματική σχολή, που ’χε ιδρυθεί στα χαρτιά αλλά δεν είχε υλοποιηθεί, παίρνει σάρκα και οστά _ το προπαρασκευαστικό τμήμα ήδη λειτουργεί στο ισόγειο _ μ' εκλεκτούς δάσκαλους που άλλοι έχουν εγκατασταθεί στην Πάτρα, όπως ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, άλλοι έρχονται απ’ την Αθήνα κάθε βδομάδα _, η Ελένη Μποζά σ’ άλλο επίπεδο κάνει ήδη δοκιμές για τη δεύτερη φετινή παραγωγή «Πάτρα – Μπάρι» _ σας έγραφα σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 29 Νοεμβρίου _, μια παράσταση που δραματουργικά θ’ ακουμπήσει πάνω στις μαρτυρίες νταλικέρηδων, τις οποίες η σκηνοθέτρια μάζεψε ταξιδεύοντας με τα φέρι μπόουτ της «Super Fast Ferries» που έτσι καθίσταται πολύτιμη χορηγός του σχεδίου, θεατρικό παιχνίδι για παιδιά από ειδικευμένη θεατρολόγο, σύνδεση με ευρωπαϊκά προγράμματα, σύνδεση με το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου της Πάτρας, ενεργοποίηση των _ πολλών _ φοιτητών της πόλης, εθελοντές, σεμινάρια θεατρικής επιμόρφωσης για πολίτες, για εκπαιδευτικούς, οι «Όπερες των Ζητιάνων» _ Χαράλαμπος Γωγιός, Αλέξανδρος Ευκλείδης και Κωνσταντίνος Ζαμάνης _ έρχονται για σεμινάριο μουσικού θεάτρου, στον ίδιο χώρο είναι σχεδόν έτοιμο ένα θεατράκι που θ' αποτελέσει τη δεύτερη Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ με πιο εναλλακτικές παραστάσεις κι άλλες εκδηλώσεις και που σύντομα θ’ ανοίξει μ’ ένα αφιέρωμα στον Χάουαρντ Μπάρκερ το οποίο θα επιμεληθούν ο ίδιος ο Θοδωρής Αμπαζής κι η Ελένη Μποζά… 
Ναι, το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας υπάρχει. Και το παλεύει. 




Και μια διευκόλυνση: Αν κάτι ψάχνετε στην ιστοσελίδα αναζητείστε πάνω – πάνω, στη δεξιά στήλη, το Search To Tetarto Koudouni. Βάλτε μέσα στο λευκό κουτάκι που είναι ακριβώς από κάτω μια λέξη ή κάποιες λέξεις απ’ αυτό που ψάχνετε, κάντε κλικ πλάι, στο search, και θα σας βγάλει όλες τις αναρτήσεις στις οποίες περιλαμβάνεται το στοιχείο αυτό.

January 16, 2013

Εκθαμβωτική ανατολή




Ελάχιστοι ήμασταν στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος. Σχεδόν ντράπηκα. Αλλά η γαλλίδα μέτζο Ιζαμπέλ Ντρουέ και η συνοδός της στο πιάνο, συμπατριώτισσά της Αν Λε Μποζέκ μας… πολλαπλασίασαν. Ένα θαύμα! Το ενθουσιαστικό χειροκρότημα και τα «μπράβο» γέμισαν τα κενά και ζέσταναν την παγωμένη, στην αρχή, ατμόσφαιρα, Σαν να ήταν η αίθουσα κατάμεστη.
Εξαιρετική φωνή _ γκάμα που απλώνεται και σε ψηλές περιοχές, άψογη τεχνική, ανάσες τέλειες, εκπληκτικό φραζάρισμα, δεξιοτεχνικό πέρασμα από το ένα ύφος στο άλλο, υποδειγματική προφορά στα γερμανικά και στα αγγλικά, μέτρο, αυτοέλεγχος, ερμηνευτική δεινότητα, κρουστή σκηνική παρουσία _, δικαίωσε την ένταξή της στη σειρά «Rising Stars» («Ανατέλλοντα Αστέρια») η Ιζαμπέλ Ντρουέ.
Άνοιξε τη βραδιά με τρία τραγούδια του Ανρί Ντουπάρκ και συνεχίσε με τα «Τρία τραγούδια της Βιλιτώς» του Κλοντ Ντεμπουσί. Εκεί, ειδικά, ήταν που αναδείχθηκαν και οι ικανότητες της Αν Λε Μποζέκ: μια πιανίστα έξοχη. Στη συνέχεια η μέτζο πέρασε με εντυπωσιακή άνεση από το γαλλικό σανσόν στο γερμανικό λιντ: πέντε τραγούδια από τη συλλογή «Το μαγικό κόρνο του αγοριού» του Γκούσταφ Μάλερ έκλεισαν το πρώτο μέρος.
Το δεύτερο άνοιξε με τα «Έξι τραγούδια σε ποίηση του Μορίς Μετερλένκ» του Αλεξάντερ Ζεμλίνσκι και έκλεισε με τα «Τρία νεανικά τραγούδια» του Τζορτζ Κραμπ. Η φωνή της Ντρουέ, αέρινη, με υπέροχες καμπύλες, καταπληκτικά, απόλυτα τιθασσευμένα σβησίματα, ανεπαίσθητα πιανίσιμι σαν πνοές, απέκτησε εδώ και τζαζ αποχρώσεις _ εξαιρετικές στιγμές ζήσαμε.

Και, επιπλέον, με την πιανίστα δεν έμειναν απλώς δύο πρώτης γραμμής μονάδες σε καλή συνεργασία. Το επίτευγμά τους ήταν το σφιχτό, απόλυτα αρμονικό δέσιμο τους. Το ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε με τρία ανκόρ _ τρία τραγούδια πάνω σε στίχους του Σέξπιρ από ένα δεύτερο πρόγραμμα με άξονα τα τραγούδια του βάρδου που έχουν ετοιμάσει οι δύο καλλιτέχνιδες: ένα του Μάριο Καστελνουόβο - Τεντέσκο και δύο του Έριχ Βόλγκανγκ Κόρνγκολντ. Που μας ξεσήκωσαν.
Το συμπέρασμα. Χάσατε, αν δεν τις ακούσατε. Μήπως, όμως, μ’ αυτό το πρόγραμμα Σέξπιρ, Ντρουέ και Λε Μποζέκ θα έπρεπε να μας ξανάρθουν; Ίσως στο Φεστιβάλ Αθηνών _ αν υπάρχει;…

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 15 Ιανουαρίου 2013.

January 13, 2013

Στου Όθωνα τα χρόνια ή ΕΑΜ α λα γκέι




Το έργο. Όθων Μολοχάνθης _ που ακούει στο υποκοριστικό Νάκος: απόγονος μάγειρα του στρατιωτικού νοσοκομείου, που επί Όθωνος του έδωσαν το όνομα του βασιλιά, εκπεσών γουνέμπορος. Αιτίες της πτώχευσής του, η κρίση και το…φαινόμενο του θερμοκηπίου που κατέστησε τις γούνες περιττές. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει την _ κάπου στα βόρεια προάστεια _ μεζονέτα του και τις χλιδές και με την οικογένειά του, δηλαδή τη σύζυγο Δωδώνη, κόρη πλουσίου εμπόρου ειδών υγιεινής, και την κόρη του Νανά, αρραβωνιασμένη χωρίς… ιδιαίτερο λόγο με τον νεαρό γεωπόνο Λάζαρο που δεν πολυαρέσει στον πατέρα της _ των οποίων δύο γυναικών το όνειρο είναι να μετάσχουν στο πάνελ μεσημεριανάδικου… _ και να μετακομίσει στο προικώον της Δωδώνης, στο Κουκάκι: ένα δίπατο, ευάερον και ευήλιον, αλλά κτισμένο επί Όθωνος.
Όπου όμως θα εμφανιστούν, στον Όθωνα πρώτα και στους υπόλοιπους κατόπιν, φαντάσματα _ όπως και στο «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του ίδιου συγγραφέα, το φάντασμα του νεκρού συζύγου: της κόρης του αρχικού κτήτορος του σπιτιού, της Ποθούλας Ραρράκου _ με δύο ρω όπως τονίζει _, κυρίας επί των τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας αλλά και… ληστάρχου που οργανώνει συνωμοσία κατά του Όθωνος με στόχο τον περιορισμό της Βαυαροκρατίας αλλά και η οποία εμφανίζεται σφόδρα ερωτευμένη με τον Μολοχάνθη, μεταφερμένον, όμως, στην εποχή της _ 1837 _, ενός αξιωματικού της οθωνικής χωροφυλακής, συν–συνωμότη της Ποθούλας, ο οποίος εμφανίζεται με τη μορφή του Λάζαρου, δυο κυριών, μάνας και κόρης, φίλων της Ποθούλας, με τη μορφή της Δωδώνης και της Νανάς, αλλά και ενός νεαρού ΕΑΜίτη του ’42, που κρύβεται στο σπίτι πριν βγει στο βουνό με τον Βελουχιώτη.
Οι δύο συνομώτες αναμειγνύουν στο κίνημα που ετοιμάζουν εναντίον του Όθωνα και τον Μολοχάνθη  αλλά όταν η Ποθούλα μαθαίνει πως είναι παντρεμένος _ πράγμα που της είχε αποκρύψει _ απογοητεύεται σφόδρα και ακυρώνει την επαναστατική κίνηση ενώ προηγουμένως ακυρώνεται και η συμμετοχή Δωδώνης και Νανάς στο πάνελ. Το φινάλε, σε τόνους μελαγχολικούς, συνδέει το τότε με τις κατοπινές περιπέτειες της Ελλάδας αλλά και με το σκοτεινό σήμερα.
Η κωμωδία του Άκη Δήμου «Όθων και Ποθούλα» ξεκινάει από ένα ευφυές εύρημα, έχει αστείες ατάκες, είναι γραμμένο από έξυπνη πένα αλλά μέχρις εκεί _ κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον. Η δραματουργική εξέλιξη είναι βιαστικά και πρόχειρα σχεδιασμένη και εκτελεσμένη, η πλοκή μπλέκεται χωρίς πολλές – πολλές εξηγήσεις εν ονόματι ενός αμφίβολου σουρεαλισμού και καταλήγει σε μια μουτζούρα, τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται επιφανειακά ή η παρουσία τους δεν δικαιολογείται καθόλου όπως του ΕΑΜίτη, πολλά αστεία άνοστα, κρύα ή κοινότοπα και ο συγγραφέας σαν να μην ξέρει πώς να κλείσει το έργο _ μια χαμένη ευκαιρία εκτός κι αν ο Άκης Δήμου ξαναδουλέψει το έργο.
Η παράσταση. Ο Σταμάτης Φασουλής έχει στήσει την παράσταση με επάρκεια, με μέτρο και με γούστο αλλά και με ασταθείς ρυθμούς _ ειδικά η πρώτη σκηνή της συνάντησής του Όθωνα με τον Λάζαρο πάσχει σοβαρά. Δεν κατάλαβα _ ή , μήπως, έχω καταλάβει;… _ γιατί ο ΕΑΜίτης να εμφανίζεται ως μοντέλο για γκέι περιοδικό ή για διαφήμιση γκέι κλαμπ, με κορμί γραμμωμένο, γυμνό από τη μέση και πάνω, και με το στρατιωτικό παντελόνι μισοκατεβασμένο, πολλά υποσχόμενο… 
 Το αποτέλεσμα, πάντως, γενικά είναι ικανοποιητικό. Τα σκηνικά της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου φωτισμένα από την Μελίνα Μάσχα και τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη το υποστηρίζουν, αν και, όπως στις περισσότερες παραστάσεις πια, οι για οικονομικούς λόγους εκπτώσεις τις οποίες αναγκάζονται να κάνουν σκηνογράφος και ενδυματολόγος δεν κρύβονται…
Οι ερμηνείες. Φοβάμαι πως η Σοφία Φαραζή, ανέκφραστη, εξωτερική, με μέτρια κίνηση και χωρίς κανένα ιδιαίτερο προσόν, δεν έχει λόγους ύπαρξης στη σκηνή. Βρήκα πολύ αδύναμη και άρρυθμη την _ αγνώριστη αλλά πάντα γλυκειά… _ Βέρα Κρούσκα και χαμηλότερο των προσδοκιών τον εξαίρετο ηθοποιό Θανάση Αλευρά _ ειδικά στην πρώτη σκηνή αμηχανεί απογοητευτικά. Ο Κωνσταντίνος Καρβέλης προσπαθεί να υπηρετήσει ένα ρόλο που δεν υπάρχει.
Την παράσταση βασικά στηρίζουν η Σοφία Φιλιππίδου και ο Σταμάτης Φασουλής. Ο δεύτερος, με μέτρο, χωρίς τις υπερβολές, τις σπασμωδικές κινήσεις και τις θεατρινίστικες επιδείξεις που συνηθίζει, με χιούμορ κατασταλαγμένο, ώριμος, κάνει τον καλύτερό του, πιστεύω, ρόλο εδώ και αρκετά χρόνια: μου θύμισε τους παλιούς κωμικούς κατηγορίας Λογοθετίδη που έβγαζαν χωρίς εκβιασμούς το αστείο. Η Σοφία Φιλιππίδου, απολαυστική στην πάντα ευρηματική κωμική υποκριτική της, με τα τραγανιστά ρω της που υποψιάζομαι πως ο συγγραφέας τής τα διάλεξε να είναι… απανωτά _ Ραρράκου με δύο ρω… _, με την ένθεη τρέλα που την διακατέχει _ έχει το δαίμονα μέσα της _ αλλά και χωρίς να ξεφεύγει από το μέτρο όπως κάποτε κάνει στην κωμωδία, σχεδιάζει άλλη μια ξεκαρδιστική περσόνα που μένει στη μνήμη.
Το συμπέρασμα. Μια κωμωδία που θα μπορούσε να είναι εξαιρετική και δυο ηθοποιοί που την εκτοξεύουν.

θέατρο «Δημήτρης Χορν», 9 Ιανουαρίου 2013.

January 10, 2013

Ο Μινωτής αναλαμβάνει το Ελληνικό Φεστιβάλ


Το Τέταρτο Κουδούνι / 10 Ιανουαρίου 2012


Άκουσα πως το Ελληνικό Φεστιβάλ, τελικά, θα το αναλάβει ο Αλέξης Μινωτής. Ή μήπως άκουσα λάθος; Ζει ο Μινωτής;





Ε, μα με τόσα απίθανα που «ακούγονται» γιατί να μην το σκεφτώ κι αυτό;
Βέβαια, καλή η πλάκα, να γελάσει λιγάκι και τ’ αχείλι μας. Αλλά, έτσι και το δεις σοβαρά, όχι απλώς αγανακτείς, απ’ τα ρούχα σου βγαίνεις: η θητεία του Γιώργου Λούκου ως προέδρου του Φεστιβάλ έληξε απ’ τον Αύγουστο. Έκτοτε το Φεστιβάλ μένει ακέφαλο. Κυβέρνηση και υπουργό αρμόδιο _ υποτίθεται _ για τον Πολιτισμό έχουμε απ’ τον Ιούνιο. Ε, απόφαση, ακόμα _ Ιανουάριος πια _, ούτε έχουν ανακοινώσει ούτε έχουν πάρει. Θα συνεχίσει ο Λούκος; Δε θα συνεχίσει ο Λούκος; Μαδάμε τη μαργαρίτα…
Παρασκήνιο, Βυζάντιο, παζάρια μεταξύ των συγκυβερνώντων κομμάτων, σκοτεινά πρόσωπα που δρουν στη σκιά, ενδιαφερόμενοι που έντεχνα ρίχνουν στην πιάτσα τ' όνομά τους για να 'ρθει στο προσκήνιο και να τους σκεφτούν, ονόματα _ μερικά εντελώς απίθανα… _, που κυκλοφορούν μεταξύ των παροικούντων την Ιερουσαλήμ, ο Γιάννης Κόκκος κι ο Κώστας Γαβράς έχουν βολιδοσκοπηθεί κι έχουν αρνηθεί τη θέση, δηλώσεις, υπαινιγμοί…. Το μόνο που ΚΑΝΕΙΣ απ’ τα εμπλεκόμενα κέντρα εξουσίας δεν έχει σκεφτεί, δε σκέφτεται και _ είμαι σίγουρος ότι _ δε θα σκεφτεί είναι τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Το πρόγραμμα αυτών των φεστιβάλ ΠΟΤΕ θα καταρτιστεί; ΠΩΣ, δηλαδή, σκέφτονται ότι καταρτίζεται το πρόγραμμα ενός διεθνούς φεστιβάλ; Χαλαρά κι άνετα; Καμιά βδομάδα πριν απ’ την έναρξη του; Στις ραχούλες και στις παραλίες του νομού Ηλείας; Ανάμεσα σε κοψίδια και φρέσκο ψάρι και κρασά και τραγούδια; Και τι προϋπολογισμό θα ’χει, τελικά, φέτος το Ελληνικό Φεστιβάλ; Κανείς δεν ξέρει. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι το παρασκήνιο και «τίνος θα ’ναι» αυτός που θα καθίσει στην καρέκλα. Αδιάφοροι; Ζεμανφουτίστες; Μάλλον ανίδεοι θα ’λεγα, άσχετοι… Άρα, επικίνδυνοι.








Ξανάδα, στην «Αποθήκη», τον Θανάση Ευθυμιάδη στο μονόλογο της Κατερίνας Μαγγανά «Έφη. Από το Ευτυχία», σκηνοθετημένον απ’ τον Ακύλλα Καραζήση _ ευτυχής συνάντηση. Και δεν άλλαξα την αρχική μου γνώμη: είναι ο καλύτερός του ρόλος κι ο πρώτος στον οποίο τον βλέπω να βγαίνει απ’ τον εαυτό του και να τσαλακώνεται. Σας συνιστώ να τον δείτε _ τα Δευτερότριτα παίζει.





Το «Κουρέλι», έργο (2003) ενός βρετανού συγγραφέα με μεγάλο ενδιαφέρον, του Ντένις Κέλι _ ουδεμία σχέση με το… προϊστορικό μελό «Το κουρέλι» του Ντάριο Νικοντέμι _, θ’ ανεβάσει στο «Faust» του Αλέκου Συσσοβίτη, αμέσως μετά το «Sunset Limited» που παίζεται τώρα εκεί απ’ τον Γιάννη Βούρο και τον ίδιο τον Αλέκο Συσσοβίτη, ο καλός Γιάννης Μόσχος με το σχήμα του «Θεατροεργαστήριον» και σε μετάφραση Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη. Έργο άπαιχτο στην Ελλάδα και άγνωστο, εκτός από κάποια αποσπάσματά του που παρουσιάστηκαν στο Φόρουμ Σύγχρονης Δραματουργίας του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου τον Απρίλιο του 2009, στη ίδια μετάφραση κι απ’ τον ίδιο σκηνοθέτη.
Διαρθρωμένο σε εννέα σκηνές, εναλλάσσοντας μονολόγους και διαλογικές σκηνές, αφηγείται την ιστορία της Μισέλ και του Μάικλ _ δυο αδέλφια που προφανώς αποτελούν τη θηλυκή και την αρσενική όψη του ίδιου νομίσματος _ και της οικογένειάς τους, αποκαλύπτοντας σταδιακά τον κόσμο τους. Μνήμες και τραύματα της παιδικής ηλικίας στοιχειώνουν την Μισέλ και τον Μάικλ: ο θάνατος της μητέρας τους σε πολύ νεαρή ηλικία, ο μέθυσος και αδιάφορος πατέρας τους, η απόπειρα πώλησής τους σ’ έναν παιδεραστή, η οικονομική τους εξαθλίωση, οι φαντασιώσεις τους για τους γονείς τους έρχονται κι επανέρχονται στις διηγήσεις τους, με κεντρικό αφηγηματικό άξονα την ανεύρεση απ’ τον Μάικλ ενός νεογέννητου μωρού στα σκουπίδια _ είναι το Κουρέλι, όπως αποφασίζει να το ονομάσει _ και την προσπάθειά του να το σώσει.
Ο συγγραφέας αφηγείται, συνδυάζοντας ευαισθησία και σκληρότητα, την ιστορία των δυο αδελφών, μ’ έναν ιδιαίτερο θεατρικό τρόπο: εναλλάσσοντας μια ποιητική παραληρηματική γλώσσα στους μονόλογους των ηρώων του με πεζούς καθημερινούς διάλογους στη μεταξύ τους επαφή, ανατρέποντας τη γραμμική χρήση του χώρου και του χρόνου και βάζοντας τους ήρωές του ν' αφηγούνται και παράλληλα να βιώνουν τις καταστάσεις αλλάζοντας διαρκώς ρόλους και ενσαρκώνοντας όλα τα πρόσωπα της ιστορίας.
Τους δυο ρόλους στο «Κουρέλι», που θα κάνει πρεμιέρα στις 15 Μαρτίου και θα παιχτεί για 18 παραστάσεις, θα ερμηνεύσουν ο Θύμιος Κούκιος κι η Ελίνα Ρίζου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα ’ναι της Τίνας Τζόκα κι η μουσική επιμέλεια του Νίκου Βίττη.
Να θυμίσω πως τον Ντένις Κέλι _ μέσα από ολοκληρωμένες παραστάσεις _ γνωρίσαμε στην Ελλάδα τη σεζόν 2010 – 2011 μ’ ένα μπαράζ παραστάσεων τριών (!) έργων του _ τα δυο πρώτα στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», όπου μάλιστα ο συγγραφέας ήρθε καλεσμένος και μίλησε με το κοινό: «DNA» _ ένα έργο του γραμμένο για έφηβους _ που παρουσιάστηκε απ’ την Ομάδα «Grasshopper» σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, «Τα ορφανά» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου _ η παράσταση συνεχίστηκε και την επόμενη σεζόν _ και «Οσάμα, ο ήρωας» που παίχτηκε με σκηνοθέτη τον Πέρη Μιχαηλίδη απ’ το σχήμα του «Μηχανή» στο «Beton 7».
Για τις 22 Φεβρουαρίου, πάντως, έχει αναγγελθεί η πρεμιέρα άλλου ενός έργου του Ντένις Κέλι: «Μετά το τέλος» σε σκηνοθεσία Πέπης Μοσχοβάκου στη Σκηνή «Black Box» του «Επί Κολωνώ». Ευκαιρία για μια νέα, διπλή γνωριμία με το συγγραφέα.





Ο Μιν

Το κατά Θωμάν Μοσχόπουλο «Μίστερο μπούφο» του Ντάριο Φο σπάει ταμεία μαθαίνω _ δεν το ’δα ακόμα, την Κυριακή θα πάω στο «Θησείον. Απλώς στο «Αθηνόραμα» ανακάλυψα πως στην Αθήνα παίζεται και δεύτερη εκδοχή του. Στην αίθουσα «Δυναμό» του Κεραμεικού, σε σκηνοθεσία Μαρίνου Μουζάκη, απ’ την ομάδα «Τσιριτσάντσουλες» που παρουσιάζει το έργο απ’ το καλοκαίρι του 2010.



Μα γιατί δεν κάνει κάποιος την Λίστα Λαγκάρντ επιθεωρησιακό νούμερο;
Για να παραφράσω το βάρδο: όλη η Ελλάδα, μια επιθεώρηση…