December 30, 2012

Πλαστικές βυσσινιές και σαπισμένα νερά

Το έργο. Τόπος ακαθόριστος. Που δεν προσδιορίζεται ούτε μέσα από τα ονόματα των ηρώων του έργου. Η Έιρεν Μπαντενβάιλερ, κυρία της ανώτερης αστικής τάξης, χήρα, επιστρέφει, μαζί με την κόρη της Δάφνη και τον καθηλωμένο σε αναπηρικό αμαξίδιο, εξαιτίας τροχαίου, γιο της Άλντεν, στην εκατόχρονη οικογενειακή τους εξοχική έπαυλη _ την Βίλα Μπαντενβάιλερ _, δέκα χρόνια μετά τον τραγικό πνιγμό του μικρότερου γιου της Μίκα στην πισίνα της έπαυλης, εξαιτίας του οποίου η Έιρεν την είχε εγκαταλείψει. Τη συντηρούσε ο αδελφός της Έσβαλντ. Πρόκειται για επίσκεψη αποχαιρετιστήρια: η έπαυλη και το κτήμα της πρόκειται να πουληθούν στο γειτονικό Εμπορικό Κέντρο _ το οποίο, μάλιστα, σχεδιάζει να γκρεμίσει τη βίλα και να καλύψει το πάρκινγκ που θα δημιουργήσει με έναν τεράστιο… πλαστικό βυσσινόκηπο, εις ανάμνησιν του ονομαστού βυσσινόκηπου που υπήρχε στη ίδια θέση εκατό χρόνια πριν και που ξεριζώθηκε για να κτιστούν επαύλεις εξοχικές, όπως αυτή των Μπαντενβάιλερ _ και η Έιρεν ήρθε για να συνυπογράψει το συμβόλαιο πώλησης αποχαιρετώντας το σπίτι όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Ο Τάβιο, ο νεαρός άλλοτε δάσκαλος του Μίκα, ερωτευμένος με την Δάφνη, θα της αποκαλύψει αυτό που ο Άλντεν υποψιαζόταν. Πως η βίλα στη διάρκεια της απουσίας τους δεν ήταν κλειστή: χρησιμοποιούνταν, με διοικητή τον Έσβαλντ, ως κέντρο συγκέντρωσης και ανάκρισης εκατοντάδων διαφωνούντων προς το απολυταρχικό καθεστώς που έχει η χώρα και η πισίνα με τα σαπισμένα πια νερά ως τόπος εκτέλεσης. Στη διάρκεια όμως της παράστασης θα μάθουμε και άλλα πολλά, κρυμμένα και ανομολόγητα, που είτε περνούν ως νύξεις είτε φανερώνονται απροκάλυπτα: αιμομικτική οικειότητα Έιρεν – Έσβαλντ, παιδοφιλικές δραστηριότητες του Έσβαλντ με θύμα τον ανηψιό του Άλντεν, συνεργασία του Τάβιο με τον Έσβαλντ στο στρατόπεδο, του οποίου ο ίδιος ο Τάβιο αποκάλυψε την ύπαρξη στην Δάφνη, ο Άλντεν αλλά και η Δάφνη είναι μορφινομανείς, η Έιρεν, που νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρείο μετά την απώλεια του παιδιού της και που εξαρτάται πια από το αλκοόλ και από τα χάπια και που την προσέχουν να μην ταραχτεί, καθόλου δεν αγνοούσε την κατοπινή χρήση της βίλας, μια σχέση μίσους ανάμεσα σε μάνα και γιο αλλά και ανάμεσα στον Άλντεν και τον θείο του, που εκτός από την παιδεραστική προϊστορία οφείλεται και στο τροχαίο που στοίχησε στον πρώτο την αναπηρία, για το οποίο η ευθύνη βαρύνει τον Έσβαλντ… Ο Τάβιο θα προτείνει στην Δάφνη να το σκάσουν. Εκείνη, αφιερωμένη, όπως λέει, στον Άλντεν που η κατάστασή του ολοένα χειροτερεύει, και κάτω από τον φόβο του θείου της, θα αρνηθεί. Ο Τάβιο θα προσπαθήσει να εκβιάσει τον Έσβαλντ απειλώντας πως θα αποκαλύψει το μυστικό της βίλας αλλά εκείνος έχει ήδη προλάβει να πλαστογραφήσει έγκαιρα την ιστορία και να διασφαλίσει το μέλλον του: την Βίλα Μπαντενβάιλερ τη χρησιμοποιούσε το εμπορικό κέντρο που τώρα την αγοράζει και τα καμιόνια που μπαινόβγαιναν δεν μετέφεραν κρατούμενους αλλά εμπορεύματα… Η Έιρεν _ ενώ πάνω από όλο το έργο πλανάται η καταστροφή του Κιέβου που όλος ο πληθυσμός του αφανίστηκε πιθανόν από πυρηνικό ατύχημα, καταστροφή την οποία πληροφορούνται από τις εφημερίδες _ υπογράφει το συμβόλαιο. Η οικογένεια Μπαντενβάιλερ αποχωρεί από το προσκήνιο. Οι μπουλντόζες καραδοκούν. Στη βίλα θα μείνει μόνον ο Τάβιο. Που θα επιζητήσει μέσα στα νερά της πισίνας την κάθαρση: αυτοκτονεί. Ο Ουρουγουανός Σέρχιο Μπλάνκο που ζει στην Γαλλία με το έργο του «Киев» («Κίεβο») έχει κάνει (2003) μια μεταγραφή του «Βυσσινόκηπου» του Αντόν Τσέχοφ. Η Έιρεν είναι η Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα του «Βυσσινόκηπου», η Δάφνη είναι η κόρη της Άνια, ο Έσβαλντ είναι ο αδελφός της Γκάγιεφ, που έχει όμως τα χαρακτηριστικά του Λοπάχιν, ο Τάβιο είναι ο Τροφίμοφ με μνήμες υπηρέτη Φιρστ στο τέλος, ο μικρός Μίκα που πνίγηκε στην πισίνα είναι ο μικρός Γκρίσα που πνίγηκε στο ποτάμι και μόνο το πρόσωπο του Άλντεν είναι πρωτότυπο. Ο βυσσινόκηπος, οι βίλες που θα έπαιρναν τη θέση του στο τέλος του έργου του Τσέχοφ, το Κίεβο όπου η Βάρια θέλει να πάει για προσκύνημα έως και ο απροσδιόριστος ήχος που ακούγεται στο τέλος και που θυμίζει χορδή που έσπασε είναι παρόντα, έστω μετασχηματισμένα. Πρωτότυπες ατάκες του Τσέχοφ υπεισέρχονται στο κείμενο, άλλες μετασχηματίζονται, ακόμα και το επώνυμο Μπαντενβάιλερ της οικογένειας, το ίδιο με το όνομα της γερμανικής λουτρόπολης όπου ο Τσέχοφ άφησε την τελευταία του πνοή λίγο μετά την πρεμιέρα του «Βυσσινόκηπού» του που ποτέ δεν τον είδε στη σκηνή, ηχεί ως φόρος τιμής στον ρώσο συγγραφέα. Ενώ δεν λείπουν και αναφορές και κλεισίματα ματιού, ακόμα και μέσα από τα ονόματα των ηρώων, και σε άλλα έργα άλλων συγγραφέων. Μιλώ βέβαια για την ελληνική διασκευή και δραματουργική επεξεργασία του έργου του Μπλάνκο που υπογράφουν ο Γιώργος Χατζηνικολάου, η Καρυφυλλιά Καραμπέτη, η Δάφνη Λαρούνη και η Ελένη Σκότη. Αγνοώ ποια και πόση είναι η έκτασή της και ποιο ακριβώς είναι το κείμενο του Μπλάνκο, μια και στο πρόγραμμα της παράστασης δημοσιεύεται το κείμενο της διασκευής και καμιά εξήγηση δεν δίνεται _ αν έχουν περικοπεί πρόσωπα, αν έχουν πειραχτεί καταστάσεις, αν οι αναφορές στον Τσέχοφ και οι ατάκες του «Βυσσινόκηπου» που ακούγονται είναι του Μπλάνκο ή των διασκευαστών… Το αποτέλεσμα είναι, βέβαια, που μετράει. Είδα την παράσταση δύο φορές συνεχόμενες _ απογευματινή, βραδυνή _ για να δω και τις δύο ηθοποιούς που ερμηνεύουν εναλλάξ το ρόλο της Έιρεν. Και κατέληξα στο συμπέρασμα πως όταν το έργο αναλώνεται στο _ απολύτως γοητευτικό, ειδικά για όσουν ξέρουν τον «Βυσσινόκηπο» _ παιχνίδι της μεταγραφής, τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά, δεξιοτεχνικά όσο και οι παραφράσεις του Λιστ για πιάνο τόσων και τόσων θεμάτων άλλων συνθετών. Όταν, όμως, υπεισέρχονται τα πρωτότυπα θέματα του συγγραφέα _ η καταστροφή του Κιέβου κυρίως ή η απόπειρα βιασμού της Δάφνης από τον Τάβιο _ μοιάζουν με το ζόρι στριμωγμένα. Δεν δένουν, κλωτσούν _ κατά τη γνώμη μου. Αφήστε που ο Μπλάνκο, στην προσπάθειά του να μιλήσει για την αστική τάξη και τον καπιταλισμό, φορτώνει το έργο, κάνοντας κατάχρησή τους, με σύμβολα ενίοτε αφελή. Τα τέρατα που απαρτίζουν την οικογένεια Μπαντενβάιλερ θέλουν να είναι οι «Καταραμένοι» του Βισκόντι αλλά φοβάμαι πως δεν έχουν το ανάλογο μέγεθος. 
Η παράσταση. Η Ελένη Σκότη που υπογράφει τη σκηνοθεσία και η Δάφνη Λαρούνη που συνεργάστηκε μαζί της πίστεψαν στο έργο. Και το υπερασπίστηκαν με θέρμη στηριγμένες στην εξαίρετη μετάφραση που συνυπογράφουν η Μαρία Χατζηεμμανουήλ και ο Δημήτρης Ψαρράς. Εφαρμόζοντας μια ρεαλιστική γραμμή στανισλαφσκικής προελεύσεως όπως έχει διυλιστεί από την αμερικάνικη σχολή, με πολλή δουλειά και μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες της υποκριτικής, έχουν οργανώσει μια παράσταση πολύ καλών ρυθμών, αποτελεσματικότατη, εξαίρετη. Ειδικά η πρώτη πράξη φυσάει. Τα «καρέ φιξ» σε κρίσιμες σκηνές _ τσίμπημα Άλντεν από τη μέλισσα, παρ’ ολίγον πνιγμός του από ένα κομμάτι κρέας στο γεύμα, απόπειρα Τάβιο να βιάσει την Δάφνη… _, εκτός από ευφυέστατη λύση για σκηνές που κινδυνεύουν να φανούν αναληθοφανείς, ωθούν επιπλέον την παράσταση σε ένα ποιητικό πέταγμα. Οι παρατηρήσεις μου αφορούν δύο σημεία. Σε μια τόσο ρεαλιστική παράσταση πώς η Έιρεν μέσα σε τόση ζέστη και μάλιστα μετά το μπάνιο που κάνει στη δεύτερη πράξη εμφανίζεται συνέχεια με το ίδιο πολυτελές φόρεμα, ατσαλάκωτη, άψογα μακιγιαρισμένη; Δεν πείστηκα επίσης με την αντιμετώπιση του στοιχείου του καύσωνα ο οποίος κυριαρχεί στις τρεις από τις τέσσερις πράξεις του έργου _ δεν με έπεισαν οι ήρωες ότι πραγματικά υποφέρουν. Ευφυής η λύση του σκηνικού με την όρθια επιφάνεια της πισίνας που στοιχειώνει το έργο, το οποίο υπογράφει, όπως και τα σωστά κοστούμια, ο Γιώργος Χατζηνικολάου, σε συνδυασμό με τους άψογους φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη και τα βίντεο του Μιχάλη Κλουκίνα. Στην εξαίρετη μουσική του Μάριου Στρόφαλη πολλά οφείλει η ατμόσφαιρα της παράστασης. 

Οι ερμηνείες. Της οποίας το μεγάλο κέρδος είναι το υποκριτικό κέντημα. Δεν κατάλαβα, βέβαια, τη σκοπιμότητα να αναλάβουν τον κεντρικό ρόλο της Έιρεν δύο εναλλασσόμενες ηθοποιοί. Εν πάση περιπτώσει έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την παράσταση και με τις δύο. Για να διαπιστώσει πως η σκηνοθεσία δεν τις στριμώχνει στο ίδιο καλούπι. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, πιο εγκεφαλική, πράγμα, ίσως, που ταιριάζει περισσότερο στο έργο, δημιουργεί ρόλο εξ αρχής _ αυτή, η ψυχρή, άκαμπτη μεγαλοαστή, η «δήθεν», η χωρίς αληθινά αισθήματα _ καταγράφοντας άλλη μία επιτυχία στο ενεργητικό της. Είναι τρομερά ακριβής και με την ανεπτυγμένη τεχνική της χαράζει στη μνήμη την Έιρέν της. Η Φιλαρέτη Κομνηνού, ηθοποιός του ενστίκτου περισσότερο, είναι πιο χύμα και η υποκριτική της δείχνει πιο παλιά _ εντός των γνωστών ελληνικών «κλασικών» μέτρων. Ομολογώ, πάντως, πως στη σκηνή του μεθυσιού και της ερωτικής της προσέγγισης στον Τάβιο είναι πιο γεμάτη συναισθηματικά. Ο Γιάννης Λεάκος, κυρίως, αλλά και ο Στάθης Σταμουλακάτος έχουν μια πολύ καλή εξέλιξη ως ηθοποιοί: πειστικότατοι και οι δύο. Πιο άπειρη η Ιλιάνα Μαυρομάτη, εντάσσεται, πάντως, με επιτυχία στο σύνολο ακολουθώντας το αιτούμενο της σκηνοθεσίας. Αν και καλύτερος ηθοποιός όλων, κατά τη γνώμη μου, ο Δημήτρης Λάλος, πολύ σωστός στην αρχή μοιάζει να χάνει τον έλεγχο του Τάβιο αφότου φανερώνεται το παρελθόν του πλάι στον Έσβαλντ _ φαίνεται λίγος. 
Το συμπέρασμα. Μια καθηλωτική παράσταση ενός αδύναμου έργου με μεγάλο, πάντως, θεατροφιλικό ενδιαφέρον. 


θέατρο «Επί Κολωνώ», 22 Δεκεμβρίου 2012, απόγευμα και βράδυ.

December 27, 2012

Τσέχοφ x 5 = 0 (;)


Το Τέταρτο Κουδούνι / 27 Δεκεμβρίου 2012

Αγαπώ τον Τσέχοφ. Αγαπώ τον Τσέχοφ περισσότερο, θα τολμούσα να πω, από ο,τιδήποτε άλλο στο θέατρο _ τον λατρεύω. Ή, τέλος πάντων, τον κατατάσσω πρώτο μεταξύ _ πολύ ολίγων _ ίσων στις προτιμήσεις μου. Και κάθε φορά που τον διαβάζω ή τον βλέπω να παίζεται όλο και κάτι καινούργιο ανακαλύπτω _ ανεξάντλητο και για όλες τις εποχές τον βρίσκω.
Φέτος είχαμε τη δυνατότητα να δούμε στην Αθήνα και τα τέσσερα βασικά έργα του: «Γλάρο», «Θείο Βάνια, «Τρεις αδελφές» (σε δυο εκδοχές) _ τα δυο προηγούμενα τα ’δα ήδη από πέρσι και πρόπερσι, φέτος επαναλαμβάνονται ή επαναλήφθηκαν _ και «Βυσσινόκηπο». Από νέους ηθοποιούς κυρίως, από νέους, ως επί το πλείστον, σκηνοθέτες, σε προσπάθειες, βασικά, φιλότιμες. Ε, απογοητεύτηκα. Τα αποτελέσματα _ για το γούστο μου τουλάχιστον _ κυμαίνονται, λυπάμαι που το λέω, απ’ το επιεικώς συμπαθητικό μέχρι το απαράδεκτο. 
Κι αναρωτιέμαι. Ο καθένας μπορεί και πρέπει να 'χει τη φιλοδοξία ν’ ανεβάσει και να παίξει Τσέχοφ _ και δε μιλώ για τους μωροφιλόδοξους, διότι κι αυτοί υπάρχουν… Μήπως, όμως, δεν είναι τόσο απλό και τόσο εύκολο όσο, ίσως, φαίνεται; Μήπως δε θα πρέπει να ’ναι στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων του; Αλλά στη γραμμή εκείνη όπου θα πρέπει να ’χει συγκεντρώσει εμπειρίες και να 'χει συσσωρεύσει κάποια πείρα _ θεάτρου και ζωής; Και δεν εννοώ στα γεράματα…



Η Θεσσαλονίκη έχει πια την ταινιοθήκη της. Κι οι άνθρωποί της έχουν πέσει με τα μούτρα _ προγράμματα, ανακοινώσεις, ιδέες. Πολύ το χαίρομαι. Την είχε ανάγκη η Θεσσαλονίκη των κινηματογραφικών φεστιβάλ την ταινιοθήκη. Εύχομαι να συνεχίσουν εσαεί να τη στηρίζουν αυτοί απ’ τους οποίους εξαρτάται οικονομικά. Διότι, όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 





Να θυμίσω πως «Ο Τρελαντώνης» της Πηνελόπης Δέλτα, που ’χει ανεβάσει στο «Ακροπόλ», για την Παιδική Σκηνή του, η Σοφία Σπυράτου σε δραματουργική επεξεργασία του Στρατή Πασχάλη, δεν κάνει τώρα το σκηνικό του ντεμπούτο. Το 'χει κάνει ήδη _ αν δεν υπάρχει και κάτι προγενέστερο που δεν το θυμάμαι ή δεν το ξέρω _ ήδη απ’ το 2002, όταν τον ανέβασε στην Θεσσαλονίκη για το ΚΘΒΕ η Γλυκερία Καλαϊτζή σε δική της διασκευή για παιδιά. Η ίδια ξανανέβασε τη διασκευή αυτή και στην Αθήνα, στο θέατρο «Ορφέας / Σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς», τη σεζόν 2009 – 2010.

                                                 
Βρε, αυτό το «Θα σε πάρω να φύγουμε – Η Ελλάδα μέσα από την επιθεώρηση» σε κείμενα και έρευνα Άγγελου Πυριόχου και σε σκηνοθεσία και με χορογραφίες Φωκά Ευαγγελινού που ανάγγειλε το «Badminton» για τον Μάρτιο πώς μου θυμίζει _ απ’ τις περιγραφές, τουλάχιστον, στα δελτία Τύπου _, μα πώς μου θυμίζει εκείνο _ το αξέχαστο _ το «Βίρα τις άγκυρες» των Παπαθανασίου - Ρέππα σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή στο «Κοτοπούλη» του Εθνικού (1997 – 1999)…


 
                                           
Ψοφάω να τα διαβάζω και να τ' ακούω _ το καλύτερό μου. Δε γράφουμε ούτε λέμε _ στα ΜΜΕ _, πλέον, πέθανε. Ποτέ! Δεν πεθαίνει κανείς πλέον. Γράφουμε και λέμε, πλέον, απεβίωσε. Ή «έφυγε». Ή και έφυγε απλώς _ χωρίς τα εισαγωγικά (πού πήγε, δηλαδή;). Δε γράφουμε ούτε λέμε, πλέον, κηδεία. Γράφουμε και λέμε εξόδειος ακολουθία. Δε γράφουμε ούτε λέμε, πλέον, αυλή της εκκλησίας. Γράφουμε και λέμε αύλειος χώρος. Ας πούμε, για παράδειγμα: Η εξόδειος ακολουθία του / της… που απεβίωσε την Δευτέρα εψάλη στον ιερό ναό του / της…., στον αύλειο χώρο του οποίου είχε συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή...



Λέμε ό,τι λέμε για την αστυνομία _ και πολύ συχνά δικαίως. Ας πούμε όμως και τα καλά _ εάν και όταν υπάρχουν.
Από πέρσι, κάθε φορά πια που πάω στο Εθνικό βλέπω τριγύρω πυκνή αστυνόμευση. Με την καλή έννοια. Που πυκνώνει την ώρα της λήξης της όποιας παράστασης, Είναι τραγικό να αστυνομεύεται ένα θέατρο για να υπάρξει. Aλλά, όπως άφησαν οι ιθύνοντες να καταντήσουν τα πράγματα στην περιοχή, ήταν και είναι απαραίτητο. Για τους θεατές και τους ηθοποιούς και τους υπαλλήλους του Θεάτρου είχε καταντήσει φόβος και τρόμος η προσέλευση κι η αποχώρηση. Πώς να πάει, ειδικά, ένας ηλικιωμένος στο Εθνικό; Και το Εθνικό έχει συνήθως κοινό μιας κάποιας ηλικίας. Ε, λοιπόν, αυτό το κοινό μπορεί πια να νοιώθει πιο ασφαλές. Το σωστό να λέγεται.





Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Σωτηρία Μπέλλου εις διπλούν, Μαρινέλλα αφ’ εαυτής, Σεβάς Χανούμ, Αττίκ, Ρόζα Εσκενάζυ, Βέμπο… Τώρα κι η Ρίτα Σακελλαρίου κοντά μας _ επί σκηνής. Και επέρχεται κι άλλη Βέμπο, βαρύτερη. Ο νέος συρμός: το τραγούδι μας να τροφοδοτεί το θέατρό μας. Άντε, Έφη Σαρρή, πού θα πάει, θα ’ρθεί κι η σειρά σου… 


«Για μια παράσταση – ύμνος». «Του εισβολέα – καταλύτης». «Περιλαμβάνει δύο έργα – φάροι». Ε, ναι, δεν μπορώ να τα χωνέψω… Με τίποτα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 


 
Ο Ντάριο Φο επιστρέφει πανηγυρικά φέτος στην ελληνική σκηνή. «Mistero Buffo» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου απ’ την ομάδα «Επτάρχεια» στο «Θησείον» αλλά και σε σκηνοθεσία Μαρίνου Μουζάκη απ’ την ομάδα «Τσιριτσάντσουλες» στην αίθουσα «Δυναμό». «Γυναίκα από σύμπτωση – Ελισάβετ» σε σκηνοθεσία Γιώργου Καραμίχου στο «Αγγέλων Βήμα». «Ανοιχτό ζευγάρι… εντελώς ορθάνοιχτο» (των Ντάριο Φο και Φράνκα Ράμε) με σκηνοθέτη τον Νίκο Δαφνή στο «Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα» _ για τέταρτη σεζόν! _ αλλά και σε μια δεύτερη εκδοχή με τον τίτλο «Σ’ αγαπώ – Σε μισώ» σε σκηνοθεσία Φάνη Κατέχου στον καινούργιο χώρο «Fabrica Athens». Ίσως ο άναρχος του θεάτρου να ταιριάζει στους _ ελληνικούς _ δύσκολους καιρούς μας. 



Η Αθήνα μυρίζει σαν Αράχωβα: το ’γραψε εις χρόνον ανύποπτον η φίλη Βάσω. Και είναι ό,τι καλύτερο διάβασα για τη φετινή χειμωνιάτικη Αθήνα της κρίσης με τ' αναμμένα στο φουλ τζάκια.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… Καλή χρονιά!

December 24, 2012

Σήψη προχωρημένη


Το έργο. Ελλάδα σημερινή _ ή κοντά στο σήμερα. Άνοιξη. Εκείνος είναι νεκρός. Τον βρήκαν νεκρό από ναρκωτικά, δυο μέρες πριν, στο σπίτι του. Ήταν ροκ μουσικός. Πετυχημένος. Γνωστός. Εμείς δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομά του. Τον «ετοιμάζουν» από το γραφείο τελετών. Στο σπίτι βρίσκεται η αδελφή του, η Στέλλα, μια συντηρητική πενηντάρα η οποία ασχολείται με το παιδικό ένδυμα που βρίσκεται σε κρίση όπως και όλο το εμπόριο, μάνα ακροδεξιού δεκαεννιάρη με βίαιη συμπεριφορά.
Σε λίγο θα ’ρθουν και η Λίλα, η ρωσικής καταγωγής σύντροφος του μουσικού, μια σέξι κοπέλλα με ιδιαίτερη συμπεριφορά, και οι δυο κολλητοί του, παλιοί του συγκάτοικοι: ο Βασίλης, ανώτερο στέλεχος, διανοούμενος με αριστερές καταβολές, αστός πια, με την έγκυο, στους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης, εύπορη γυναίκα του, την Μαριάνα, οι οποίοι συζητούν να εγκατασταθούν στην Ελβετία, και ο Χάρης, άναρχο πνεύμα, ανακατεμένος με τους μπαχαλάκηδες.

Στο σπίτι μαζεμένοι και οι πέντε, μέσα σε ζέστη αφόρητη, αφύσικη για την εποχή, χρονοτριβούν μέχρι να αποφασίσουν αν ο νεκρός που έχει αρχίσει να σήπεται και να μυρίζει θα ταφεί με το ορθόδοξο χριστιανικό τυπικό ή θα αποτεφρωθεί.

Η Αθήνα γύρω τους φλέγεται: διαδηλώσεις, συγκρούσεις, επεισόδια, σπασίματα, εμπρησμοί, νεκροί… _ όλα θυμίζουν Μάιο του 2010, με τους νεκρούς της Marfin. Ο Χάρης, όπως στο τέλος θα αποδειχθεί, με ανάμειξη στα επεισόδια, έχει χτυπήσει αστυνομικό που, κατά πάσα πιθανότητα, είναι εκείνος που ανακοινώθηκε πως πέθανε, και θέλει να εξαφανίσει μια γραφομηχανή με την οποία, καθώς φαίνεται, έγραφε παράνομες προκηρύξεις και την οποία έκρυβε στο σπίτι του νεκρού πια φίλου του.

Τελικά θα καταλήξουν στην ταφή όπως η Στέλλα αποφασίζει, πιεσμένη από τους παπάδες, και όπως η Λίλα επίσης επιθυμεί. Αλλά μέχρι τότε πολλά θα έχουν βγει στη φόρα και πολλές ανατροπές θα έχουν μεσολαβήσει. Ο Βασίλης κάνει έρωτα με την Λίλα η οποία δείχνει να έχει «ξεφύγει», ο Χάρης που την ήθελε δική του το φανερώνει και η σχέση του Χάρη με την Μαριάνα, η οποία αποβάλλει, διαταράσσεται, οι ακροδεξιοί μπουκάρουν στο σπίτι κυνηγώντας τον Χάρη… Τίποτα δεν θα μείνει όπως ήταν.

Ο Στράτος Τζίτζης, από τον κινηματογράφο προερχόμενος, με το πρώτο του θεατρικό έργο κάνει μια πολύ καλή είσοδο στο χώρο. Με ένα διάλογο λεπτοδουλεμένο ξαναφέρνει επιτυχώς το ρεαλισμό στο προσκήνιο, χαράζει πιστευτούς χαρακτήρες, πλάθει με αίσθηση της δραματικής οικονομίας καταστάσεις, κλείνει έξοχα την καθεμιά από τις δεκαεπτά σκηνές του και παραδίδει ένα κείμενο μέσα από το οποίο συμβολοποιεί, χωρίς πλατυασμούς, μία Ελλάδα που σήπεται, με τις δυνάμεις της να αναλώνονται σε διαφωνίες και συγκρούσεις, αναποτελεσματικά βυθισμένες στην αδράνεια περί του πρακτέου. Και όλα αυτά διυλισμένα μέσα από ένα λεπτό, δηκτικό χιούμορ που δίνει στο έργο έναν ανεπαίσθητο αέρα μαύρης κωμωδίας.

Το κείμενο έχει και ελαττώματα _ οι πραγματικές σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους δύσκολα αποκαλύπτονται, ο χαρακτήρας της Λίλας παραμένει ολίγον νεφελώδης, η συγκρουση έρχεται κάπως απότομα, κάποιες λεπτομέρεις ήθελαν μεγαλύτερη προσοχή… _ αλλά η ουσία είναι πως πρόκειται για ένα έργο, πιστεύω, με μέλλον.

Η παράσταση. Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει αναλάβει και τη σκηνοθεσία. Επίσης με επιτυχία. Η παράσταση είναι εύρυθμη, άμεση, διαθέτει μία πλαστικότητα, έχει πάρα πολύ δουλευτεί στις λεπτομέρειες και είναι προικισμένη με μουσικότητα. Η στάθμιση των φωνών χρειαζόταν μόνο μεγαλύτερη προσοχή _ στην αρχή, ιδίως, μέρος του λόγου χάνεται. Η Ισμήνη Καρυωτάκη έχει κάνει μία, μάλλον, ουδέτερη δουλειά στα φωτισμένα από τον Κωστή Γκίκα σκηνικά και στα κοστούμια.

Οι ερμηνείες. Η μεγαλύτερη επιτυχία της παράστασης έγκειται στην απόδοση των ηθοποιών. Ο Στράτος Τζίτζης αποδεικνύει, πρώτα απ’ όλα, πως ξέρει να τους οδηγήσει πάνω σε μία γραμμή καθαρή: άμεσο, λιτό, καθημερινό, «κινηματογραφικό» _ χωρίς αυτό να σημαίνει «λίγο» _ παίξιμο.

Ποτέ δεν έχω δει καλύτερο τον Νίκο Γεωργάκη _ λυμένο όσο ποτέ και χωρίς τους μανιερισμούς στους οποίους κατέφευγε τελευταία. Την Ιωάννα Μαυρέα την «ανακάλυψα» πέρσι στο «Χαίρε νύμφη» της Λένας Κιτσοπούλου: παίζει σαν να κυλάει νεράκι καθαρό _ μια φυσικότητα απίστευτη αλλά καθόλου εύκολη. Εξαίρετη και η Γωγώ Μπρέμπου _ έχει μεγάλη εξέλιξη. Η Βασιλική Τρουφάκου, που καταφέρνει το πολύ δύσκολο τα με ελαφρά ρώσικη προφορά ελληνικά της Λίλας να ηχούν φυσικότατα, και ο Γιώργος Χρανιώτης συμπληρώνουν ισάξια το κουιντέτο.

Το συμπέρασμα. Μια πολύ καλή παράσταση και ένα ενδιαφέρον καινούργιο ελληνικό έργο.



θέατρο Olvio, 23 Δεκεμβρίου 2012.

December 21, 2012

Η λάβα ενός πάθους



Το έργο. Ένας έρωτας. Ένα πάθος. Η Αναμπέλα και ο Τζιοβάνι. Αδέλφια. Το πάθος είναι αιμομικτικό. Στην ιταλική Πάρμα της Αναγέννησης _ όπως φαντάζονταν την Ιταλία οι Άγγλοι των αρχών του 17ου αιώνα _ τα δύο αδέλφια μιας ευϋπόληπτης οικογένειας της πόλης σμίγουν κάτω από τις προστατευτικές φτερούγες της ελευθεριάζουσας παραμάνας της κοπέλας _ ονόματι Πουτάνα! Η Αναμπέλα απορρίπτει τους μνηστήρες που την περιτριγυρίζουν και ζητούν το χέρι της από τον πατέρα της Φλόριο. Αλλά όταν μένει έγκυος, για να κρύψει την ντροπή, με συμβουλή του _ παιδαγωγού τού Τζιοβάνι _ καλόγερου Μποναβεντούρα που είναι ενήμερος για το αμάρτημα, δέχεται την πρόταση του ευγενούς Σοράντσο και τον παντρεύεται.
Όταν ο Σοράντσο μάθει την αλήθεια, γίνεται θηρίο ανήμερο. Και προσπαθεί με κάθε μέσο, με τη μεγαλύτερη σκληρότητα αλλά και με γαλιφιές, να μάθει το όνομα του πατέρα του μωρού που η Αναμπέλα κυοφορεί. Δεν θα της το αποσπάσει ποτέ. Θα το μάθει μόνον από τον Βάσκουες, τον αφοσιωμένο του υπηρέτη που εγκλωβίζει με πονηριά την παραμάνα κι εκείνη του το εκμυστηρεύεται. Η «αμοιβή» της; Ο Βάσκουες της κόβει τη γλώσσα και της βγάζει τα μάτια, τιμωρία για τις ανομίες στις οποίες συνέπραξε.
Ο Σοράντσο, με σκοπό να πάρει εκδίκηση, καλεί στο σπίτι τους, για τη γιορτή των γενεθλίων του, τον Τζιοβάνι που, παρά την προειδοποίηση της Αναμπέλα να φυλαχτεί, θα πάει. Για να φέρει την κάθαρση: σκοτώνει την αδελφή του, ξεριζώνει την καρδιά της και την προσφέρει σπαρταριστή στους καλεσμένους. Ο πατέρας τους θα πεθάνει από τη φρίκη, ο Σοράντσο ορμάει στον Τζιοβάνι αλλά βρίσκει το θάνατο από το χέρι του νέου τον οποίο, τελικά, σκοτώνει ο Βάσκουες.
Με το κυρίως θέμα πλέκονται και δευτερεύοντα, όπως της χήρας Ιπολίτα, ερωμένης του Σοράντσο πριν από το γάμο του. Η οποία, τρελαμένη από την απόρριψη, αποπειράται να τον δηλητηριάσει στο γαμήλιο γλέντι αλλά ο Βάσκουες _ τον οποίο είχε προσεγγίσει πείθοντάς τον, υποτίθεται, να γίνει συνεργός της με το δέλεαρ πως θα τον παντρευτεί _, πιστός στο αφεντικό του, ρίχνει το δηλητήριο που εκείνη του έδωσε στο δικό της ποτήρι κι έτσι δηλητηριάζεται η ίδια, ρίχνοντας στο νιόπαντρο ζευγάρι, πριν πεθάνει, όλες της τις κατάρες _ που πιάνουν…
Η αιματοβαμμένη, παράφορη τραγωδία εκδίκησης του μετασεξπιρικού  Άγγλου Τζον Φορντ «Κρίμα που είναι πόρνη» (πρωτοπαίχτηκε, πιθανολογείται, μεταξύ 1629 και 1633, πρώτη έκδοση 1633), σαφώς επηρεασμένη από τον Σέξπιρ _ το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» είναι παρόν, η σχέση Σοράντσο – Βάσκουες, ο οποιος υποδαυλίζει τη ζήλια του αφεντικού του, κάποιες στιγμές θυμίζει τη σχέση Οθέλου – Ιάγου, οι υποψήφιοι που γυροφέρνουν την Αναμπέλα φέρνουν στο νου «Το ημέρωμα της στρίγγλας», η δομή του έργου με τα συμπλεκόμενα θέματα είναι τεχνική σεξπιρική… _, έχει αποκτήσει  στην εποχή μας, με το ακραίο θέμα της _ ακόμα ταμπού… _, με την αγριότητα που τη διατρέχει, το αίμα που τη διαποτίζει αλλά κυρίως με το πάθος που τη διαπερνά, διαστάσεις απρόσμενα σύγχρονες.
Η παράσταση. Ο Βρετανός σκηνοθέτης Ντέκλαν Ντόνελαν  _ που υπογράφει την παράσταση με συν-σκηνοθέτη τον Όουεν Χόρσλεϊ _ εκμεταλλεύτηκε απολύτως το γεγονός αυτό. Καταρχάς, προχωρώντας σε γερές αλλά έξυπνες περικοπές του κειμένου _ το θέμα του Ριτσαρντέτο, συζύγου της Ιπολίτα, έχει πλήρως εξαφανιστεί _ και επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στο κυρίως θέμα και σ’ εκείνα τα θέματα που το τονώνουν, έβαλε γερά θεμέλια στην παράστασή του (2011). Και κατόπιν τη μετέφερε στη σημερινή εποχή δίνοντάς της μια ροκ χροιά την οποία ενισχύουν οι μουσικές του Νικ Πάουελ _ έχει επιμεληθεί και τον ήχο _, που εκπληκτικά συνδυάζει ντίσκο και ροκ και ποπ με δυτική εκκλησιαστική πολυφωνία, η μεγαλοφυώς λειτουργική, ποπ σκηνογραφία του Νικ Όρμεροντ και οι ακραίοι φωτισμοί της Τζούντιθ Γκρίνγουντ _ αυτό το κόκκινο που σιχαίνομαι εδώ είναι αφοπλιστικά ταιριαστό…: ο καλογυμνασμένος Τζιοβάνι και η σέξι Αναμπέλα, ενταγμένοι σε μία σαθρή κοινωνία, είναι απολύτως παιδιά της εποχής μας. Ζουν, όπως και οι συνομήλικοί τους σήμερα, μέσα στη βία, στο αίμα, στα ναρκωτικά, στην απεγνωσμένη προσπάθεια να γευτούν όσο περισσότερο γίνεται τη _ δύσκολη _ ζωή, μέσα σε μια σεξουαλική έξαρση…
Ο Ντόνελαν δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα: σεξουαλικά τρίο της παραμάνας, γκο-γκο μπόις, σνιφαρίσματα κόκας, αίματα αλά Ταραντίνο έως το σπλάτερ, αισθητική βιντεοκλίπ… Η μοντερνιστική άποψή του για την ιακωβιανή τραγωδία ταυτίζεται με τη μεταμοντέρνα άποψη για το ανέβασμα των κλασικών έργων. Αλλά και διαχωρίζει θέση της με μια ουσιώδη, καθοριστική διαφορά: ο Ντόνελαν γνωρίζει να δικαιολογεί απολύτως τα ευρήματά του και να τα δένει με τις καταστάσεις, να φαίνονται πως απορρέουν από αυτές  _ όχι να τις καπελώνει κάτω από την μπαντιέρα «το εύρημα για το εύρημα». Και δεύτερον, όσο και να διασκευάζει, ξέρει να σέβεται ουσιαστικά, όχι τυπικά, το συγγραφέα και το κείμενο. Επιπλέον, η αισθητική του, όπως και του σκηνογράφου του, κάνει ένα διαχωρισμό που είναι θεμελιώδης: περιγράφει το κιτς, δεν είναι κιτς _ μεγάλη υπόθεση. Η παράστασή του αυτή ίσως αποστομώνει οριστικά τους σταυροφόρους κατά του μεταμοντερνισμού, που ρίχνουν τα πάντα στο ίδιο τσουβάλι αδυνατώντας, τυφλωμένοι από την εμπάθεια, να κάνουν τον οποιοδήποτε διαχωρισμό.
Το «Κρίμα που είναι πόρνη« του Ντέκλαν Ντόνελαν, του Όουεν Χόρσλεϊ, του Νικ Όρμεροντ και των συνεργατών τους είναι μία αριστουργηματική μοντέρνα ποιητική σύνθεση _ ο Ντόνελαν επιλέγει υπέροχες οπτικές γωνίες, κινηματογραφικές, κρυφές, από τις οποίες ο θεατής μισοβλέπει ή μαντεύει τα τεκταινόμενα ώστε το ενδιαφέρον του να αναζωπυρώνεται _, εμποτισμένη με χιούμορ, εξαιρετικά ρωμαλέα, κινημένη _ ή μάλλον χορογραφημένη _ άψογα _ ρέει _, στην οποία η μουσική και ο χορός είναι στις σωστές δόσεις όπως σε σωστές δόσεις είναι τα πάντα στην παράσταση αυτή. Που καμία στιγμή δεν χάνει τον  έλεγχο και το μέτρο.  


Οι ερμηνείες. Ο Ντόνελαν διαθέτει έναν εξαίρετο θίασο που, επίσης, γνωρίζει να τον οδηγεί άψογα. Η εφηβική Αναμπέλα της Τζίνα Μπράμχιλ (κατέφυγα στην ιστοσελίδα του θιάσου για τη διανομή που, κακώς, απουσιάζει από το ελληνικό πρόγραμμα), ο στιβαρός, εκρηκτικός Τζιοβάνι του Ορλάντο Τζέιμς, η σπαρταριστή αλλά με μέτρο Πουτάνα της υπέροχης καρατερίστας Νίκολα Σάντερσον, η εντυπωσιακή Ιπολίτα της Χέντιντ Ντίλαν, ο πληθωρικός Μποναβεντούρα του Τζόναθαν Λίβινγκστον αλλά και όλοι οι άλλοι ρόλοι μοιάζουν να υπηρετούνται από μία ιδανική διανομή.
Το συμπέρασμα. Σπεύστε! Μη χάσετε την παράσταση αυτή. Την οποία θα έπρεπε να ξαναδούμε. Είναι ένα μάθημα. Μάθημα χρήσιμο αλλά και εύφορο. Μια έκρηξη ηφαιστείου που η λάβα του σε συμπαρασύρει. 
 
Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών / Ίδρυμα Ωνάση από το θίασο «Cheek by Jowl» του Ντέκλαν Ντόνελαν, 19 Δεκεμβρίου 2012

December 20, 2012

Αυτό κι αν ειν’ ξεζούμισμα!



Το Τέταρτο Κουδούνι / 20 Δεκεμβρίου 2012 



Ένα ταξίδι στις αναμνήσεις. Ένας στρόβιλος αναμνήσεων _ αναμνήσεις τρυφερές, αναμνήσεις οδυνηρές, αναμνήσεις ξεχωριστές…: η απολύτως αυτοβιογραφική τριλογία «Το οικογενειακό μας τσίρκο» _ κυκλοφορεί απ’ τον «Κέδρο» _ του Σερβοούγγρου, εβραϊκής καταγωγής απ’ τον πατέρα του, Ντανίλο Κις. Η τριλογία αυτή μεταποιήθηκε σε έργο θεατρικό. Με άξονα το δεύτερο βιβλίο της «Κήπος, στάχτες», στη μετάφραση της Γκάγκα Ρόσιτς και της Μαρίας Κεσίνη, και με τίτλο «Κήπος, στάχτες – Από το βελούδινο άλμπουμ του 20ου αιώνα».
Είδα την παράσταση. Την έχει κάνει ο ηθοποιός Ηλίας Κουνέλας _ ένας εντελώς ιδιαίτερος, αξιοθαύμαστος άνθρωπος _ που παίζει κιόλας σ’ αυτή, μαζί με την Ζωή Τούντα και τον Κωνσταντίνο Καρβουνιάρη. Την ανέβασε πρόπερσι για το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και από πέρσι την ξανάστησε _ φέτος επαναλαμβάνεται _ σ’ ένα παλιό, εγκαταλειμμένο νεοκλασικό του Κολωνού. Που τα παιδιά αυτά με τους συνεργάτες τους το έκαναν και πάλι σπίτι μέσα απ’ τα γκρεμίδια _ ένα σπίτι που έρχεται απ’ το παρελθόν, με την ξυλόσομπά του που καίει, με τους τοίχους, τους ξεχειλισμένους από παλιές φωτογραφίες προσώπων άγνωστων που γίνονται οικεία… Ένα σπίτι όπου ξυπνούν οι μνήμες του ήρωα, του Αντρέα, και σαρώνουν.
Μια παράσταση που, όταν τελειώσει και το σπίτι αυτό μείνει και πάλι γυμνό, με άδειους τους τοίχους, πλημμυρισμένος συγκίνηση νοιώθεις ότι μύρισες γάλα με μέλι, όπως αυτό που η μάνα δίνει στον Άντι της να πιει, μύρισες σαπούνι όπως αυτό με το οποίο τον λούζει, μύρισες τις αγριοκαστανιές του δρόμου του, που δεν υπάρχουν πια. 
Μια παράσταση που πρέπει να τη δείτε _ ή μάλλον να τη νοιώσετε.




Ήρθε το δελτίο Τύπου για το εορταστικό πρόγραμμα των θεάτρων της «Ελληνικής Θεαμάτων» _ εννιά παραστάσεις σε επτά θέατρα έχει φέτος, μόνο... Και, ως γνωστόν, κατ’ έθιμο θεατρικό, οι παραστάσεις των θεάτρων αυξάνονται τη θεατρικά «γόνιμη» αυτή περίοδο των δυο εβδομάδων με μετάθεση του ρεπό των ηθοποιών στην «άγονη» περίοδο μετά τις γιορτές. Του ρίχνω μια ματιά του δελτίου και τι βλέπω για το «Άντρες έτοιμοι για όλα» που παίζεται _ και σκίζει στο ταμείο _ στο «Λαμπέτη»; Δέκα παραστάσεις τη βδομάδα των Χριστουγέννων, εννιά τη βδομάδα της Πρωτοχρονιάς! Τέσσερις μέρες με διπλή παράσταση την πρώτη βδομάδα, τρεις τη δεύτερη! Ναι, η παράσταση έχει πολύ κόσμο, ναι, τα ρεπό μετατίθενται προφανώς αλλά σας διαβεβαιώνω, με τίποτα δε θα ’θελα να ’μαι ηθοποιός που παίζει στο «Λαμπέτη»… Ξεζούμισμα! Επιστροφή στη δεκαετία του ’60 μου θυμίζει, όταν τα θέατρα έκαναν δώδεκα παραστάσεις τη βδομάδα κι οι ηθοποιοί αγωνιστικές κινητοποιήσεις για να τις μειώσουν σε όρια ανθρώπινα… 





Κάνω κι ένα τηλεφώνημα στο «Λαμπέτη», να κλείσω θέσεις για κάποιους φίλους εκτός Αθήνας, που θα ’ρθουν εδώ τις μέρες των γιορτών. «Δεν κρατάμε θέσεις απ’ το τηλέφωνο». «Εντάξει». Πώς μου κάνει κλικ και ρωτώ για τις τιμές των εισιτηρίων. «22 και 20 ευρώ. Για την περίοδο των γιορτών» μου λέει η ταμίας _ αντί των 20 και 18 της περιόδου εκτός γιορτών. Λόγω κρίσης, φαίνεται, η «Ελληνική Θεαμάτων» αντί να κατεβάσει τις τιμές, τις ανεβάζει! Είναι κι αυτό μια κάποια πολιτική. Το ξεζούμισμα, που σας έλεγα. Κι εφόσον πρέπει να πας ν’ αγοράσεις τα εισιτήρια απ' το ταμείο, έχοντας υπόψιν σου τις τιμές 20 και 18 που αναγράφονται σε εφημερίδες και περιοδικά, σου κάνουν εκεί, αν δεν έχεις ρωτήσει, και την έκπληξη την εορταστική. Άντε, και του χρόνου! 




«40 Χρόνια Φεστιβάλ Ολύμπου. 1972 – 2012» είναι ο τίτλος του λευκώματος. Το 'χει εκδώσει ο ΟΡ(γανισμός).ΦΕ(στιβάλ).Ο(λύμπου). Με κάλεσαν να μιλήσω για το θέατρο στην περιφέρεια στην παρουσίασή του στο πανέμορφο, κτισμένο πάνω στη θάλασσα _ στον Θερμαϊκό _ ξενοδοχείο «Cavo Οlympo», στην Πλάκα του Λιτόχωρου Πιερίας και ίσως διαβάσατε το κείμενο της ομιλίας αυτής, το ανάρτησα εδώ, στο totetartokoudouni.blogspot.com.
Αλλά θέλω να επανέλθω στο λεύκωμα. Φοβόμουνα μήπως ήταν μια συγκαταβατικά «συμπαθής» επαρχιακή έκδοση. Δεν είναι. Είναι μια έκδοση εξαίρετη, αξιοζήλευτη. Όταν γνώρισα από κοντά τους ανθρώπους που τη φρόντισαν κατάλαβα το γιατί. Ο φιλόλογος – ποιητής Αντώνης Κάλφας που ’χε την επιμέλεια κι έχει γράψει ένα απ’ τα τρία κείμενα του τόμου, ο Σπύρος Τσιλιγκιρίδης που σχεδίασε _ έξοχα _ το λεύκωμα και είχε τη γραφιστική επιμέλεια, ο εκπαιδευτικός - ιστορικός τέχνης Νίκος Γραίκος που ’χει γράψει ένα εξαιρετικά εμπεριστατωμένο και ισορροπημένο κείμενο κι ο πρώην πρόεδρος της Εταιρείας Πιερίδων Μουσών Κλέαρχος Γώττας, ταμένος πρωτεργάτης του Φεστιβάλ Ολύμπου, ο οποίος καταθέτει στο βιβλίο την πολύτιμη μαρτυρία του, είναι άνθρωποι για τους οποίους η Πιερία πρέπει να καμαρώνει. Και δεν είναι οι μόνοι. Γνώρισα κι αρκετούς άλλους ανάλογου επιπέδου.



Έγραφα στο προηγούμενο «Τέταρτο Κουδούνι» για την επερχόμενη _ τότε, επελθούσα πια _, σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά, επάνοδο της αρχιμουσικού κ. Ευγενίας Μανωλίδου απ’ το σούργελο στο πόντιουμ και μετά θυμήθηκα τον Μινωτή. Που, όταν, μετά από έτη και έτη μπουλβάρ και σινεμά και αρκετής σαχλαμπούχλας, οι σιτεμένες πια Βουγιουκλάκη και Καρέζη έκαναν στροφή στην ποιότητα κι αποφάσισαν να κατεβούν στην Επίδαυρο, πώς τις είχε χαρακτηρίσει; Μα, «μετανοούσες Μαγδαληνές».





Πάνω από είκοσι πέντε έργα έχει γράψει. Ο Ίψεν. Κι εδώ, στην Ελλάδα, όλο «Κουκλόσπιτο», και «Βρικόλακες», και «Έντα Γκάμπλερ», άντε και καμιά φορά «Εχθρός του λαού», «Αγριόπαπια», «Ρόσμερσχολμ», «Κυρά της θάλασσας», «Αρχιτέκτονας Σόλνες», «Ο μικρός Έγιολφ» και «Μπόρκμαν». Άντε και δυο – τρία ακόμα. Τα υπόλοιπα σχεδόν δεκαπέντε; Σίγουρα δεν είναι όλα στο επίπεδο των πιο γνωστών του αλλά να μην τα ’χουμε γνωρίσει; Πέρσι μόλις πρωτοανέβηκε στην Ελλάδα «Το ξύπνημα των νεκρών» _ που δεν μακροημέρευσε.
Μη σας πω για τον Στρίντμπεργκ. Πάνω από εξήντα θεατρικά περιλαμβάνει η εργογραφία του. Πόσα έχουν παιχτεί στην ελληνική σκηνή;

Οπότε, χωρίς να ξέρω εκ των προτέρων το αποτέλεσμα _ εκδοχή μιούζικαλ ετοιμάζουν, πολλά γυμνά είδα στις φωτογραφίες και ολίγον ανησυχώ _, η πρωτοβουλία του Γιώργου Λιβανού να παρουσιάσει στο θεατράκι του, το «Studio Κυψέλης», την άπαιχτη στην Ελλάδα «Κωμωδία του έρωτα» του Ίψεν, έργο του 1864, μόνο επαινετή τη θεωρώ.




Μα, «Με προβολή τριών ταινιών – σταθμοί»; «Μιας όπερας – σταθμός»;; «Με ένα ρόλο – σταθμός»;;; «Της δοκιμασίας – ταξίδι»;;;; «Κάνει μια ταινία –σταθμός»;;;;; Μέχρι του σημείου «του επισκέπτη – καταλύτης»;;;;;; 
Ε, όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

December 17, 2012

Δεν έχουν κλείσει τα δεκαοχτώ οι απαγωγείς




Το έργο. Η Χρύσα, η Ανθή και ο Μάρκος, τρείς έφηβοι, μαθητές Λυκείου, με ανεπτυγμένη οικολογική συνείδηση, στρατευμένοι στην υπόθεση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων, προχωρούν, με εγκέφαλο ένα φίλο τους που ποτέ δεν θα τον δούμε αλλά με τον οποίο μιλούν μόνο στο τηλέφωνο, σε μια παράτολμη ενέργεια: απάγουν τον νεαρό γιο του προέδρου μιας κάποιας Εταιρείας Προστασίας Υδάτων _ της οποίας οι σκοποί είναι βέβαια η εκμετάλλευση και όχι η προστασία των υδάτων… _ και στην οποία εργάζεται ο πατέρας του Μάρκου ενώ ο νεαρός που απάγεται είναι ανώτερο στέλεχός της.

Τον κρύβουν σε ένα υπόγειο και απαιτούν, με το σύνθημα «Ελεύθερα ύδατα!», από τον πατέρα του να ακυρώσει τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης του νερού, την οποία μεθοδεύει η εταιρεία, μέσα σε τρεις μέρες κατά τις οποίες θα στερήσουν από το γιο του εντελώς το νερό. Ο πρόεδρος σιωπά, του στέλνουν και βίντεο με το γιο του να του ζητάει να υποχωρήσει, η σιωπή συνεχίζεται, οι σχέσεις των τριών παιδιών με τον νεαρό περνούν διάφορες φάσεις, αυτός τους πείθει πως οι ιδέες του είναι κοντά στις δικές τους, η κατάσταση της υγείας του χειροτερεύει από την αφυδάτωση, τα παιδιά _ παιδιά ευαίσθητα _ φοβούνται για την τύχη του, το καθένα, ξεχωριστά και κρυφά από τους άλλους, του δίνει να πιει λίγο νερό, ανάμεσα στον Μάρκο και στην Χρύσα δημιουργείται μια ερωτική έλξη, αρχίζουν να αναρωτιούνται αν ο τρόπος διαμαρτυρίας που διάλεξαν είναι σωστός και να αμφιβάλουν… Ώσπου στο τέλος της τρίτης μέρας ο πρόεδρος απαντάει. Και απορρίπτει τα αιτήματά τους _ «αρνούμαι να υποκύψω σε εκβιαστές». Το φινάλε, όμως, κρύβει μια ελπίδα.

Στο γραμμένο για έφηβους έργο του «Ελεύθερα ύδατα», ειδική παραγγελία της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, ο καλός συγγραφέας Γιάννης Τσίρος ξεκινάει με ένα εύρημα όχι ιδιαίτερα πειστικό _ τρεις έφηβοι οργανώνουν ολόκληρη απαγωγή  με οικολογικούς στόχους. Το χειρίζεται όμως με επιδεξιότητα _ πλουτίζει τους χαρακτήρες με πινελιές που τους δίνουν σάρκα και οστά _, με ευελιξία _ δημιουργεί καταστάσεις πειστικές _, με αμεσότητα και με τρόπο έξυπνο _ δίνει στο έργο του το σχήμα του θρίλερ _, ώστε όντως το κείμενο να απευθύνεται σε έφηβους σημερινούς και όχι του 1950. Όσο για το τραγούδι που έχει προσθέσει στο άνοιγμα της σκηνής 14 αιφνιδιάζει ευχάριστα και απογειώνει το ρεαλισμό του. Άρα το έργο του, προσωπικά, το κρίνω ως επιτυχημένο.

Η παράσταση. Η Σοφία Βγενοπούλου που ανέλαβε, με τη δραματουργική συνεργασία της Κατερίνας Κωνσταντινάκου και της Παναγιώτας Κωνσταντινάκου, τη σκηνοθεσία, συνεπικουρούμενη από την Εύα Μανιδάκη _ σκηνικά και κοστούμια σωστά _, την  Σταυρούλα Σιάμου _ επιμέλεια κίνησης _, τον Κώστα Χαϊδαλή _ σκηνοθεσία βίντεο _ και, κυρίως, τον Ανρί Κεργκομάρ που σχεδίασε τον ήχο και επιμελήθηκε τη μουσική _ οι σταγόνες που στάζουν _ και τον Φίλιππο Κουτσαφτή στον οποίο οφείλονται οι εξαίρετοι φωτισμοί, έστησε μια παράσταση με καλούς ρυθμούς, με έξυπνα ευρήματα _ τα γράμματα που πέφτουν και σκορπίζονται στους «εσωτερικούς» μονολόγους _, αποτελεσματική. Δεν βρήκα μόνο λειτουργικές τις εισόδους από την πόρτα του βάθους πριν αρχίσει η κάθε σκηνή.

Διανομή. Φοβάμαι όμως πως η σκηνοθέτρια δεν κατάφερε να οδηγήσει σωστά τους _ όχι ατάλαντους _ ηθοποιούς της. Βρήκα με τάσεις υπερβολής και σκληρό τον Θανάση Μεγαλόπουλο, κάπως ψυχρό και πολύ «ορθοφωνικό» τον Μιχάλη Πανάδη και αδύναμη, με λόγο «εκκρεμή», που πρέπει πολύ να τον δουλέψει για να τον στερεώσει, την Θεανώ Μεταξά. Πιο σωστή από όλους η Ελίνα Ρίζου, δυστυχώς ως επιλογή για το ρόλο που έχει αναλάβει δεν ανταποκρίνεται στο «όταν χόρευε παθαίναμε» που ακούγεται για την Χρύσα.

Το συμπέρασμα. Μια παράσταση, απολύτως κατάλληλη, παρά τα τυχόν ελαττώματά της, για έφηβους. Θα τους κρατήσει.



Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών / Ίδρυμα Ωνάση, από την Ομάδα «Grasshopper», 16 Δεκεμβρίου 2012.

Μάαζελ άνισος


Μια άνιση, κατά τη γνώμη μου, συναυλία διηύθυνε ο Λόριν Μάαζελ το Σάββατο στο Μέγαρο Μουσικής. Η Ορχήστρα Φιλαρμόνια του Λονδίνου είναι βέβαια ένα εξαιρετικό όργανο: με έναν δικό της, «αγγλικό» ήχο, σκουρόχρωμα λαμπερό, μαλακό, γερά δεμένη, άψογα συντονισμένη. Από τα σημαντικότερα συμφωνικά σύνολα στον κόσμο. Στη συγκεκριμένη συναυλία οδηγήθηκε από τον 82χρονο αμερικανό αρχιμουσικό, στο πρώτο μέρος, σε μια εξαιρετική εκτέλεση της Έκτης Συμφωνίας του Πιοτρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι, της «Παθητικής», που πιστεύω πως το σωστότερο θα ήταν να την αποκαλούμε «Παθιασμένη», μια και είναι απολύτως ενεργητικά και καθόλου παθητικά βουτηγμένη στα πάθη του συνθέτη… Σε γραμμή κλασική, χωρίς θεατρινίστικες εξάρσεις, αυστηρά, λιτά ο Μάαζελ ανακάλυψε και αποκαλυπτικά πρόβαλε από το αριστουργηματικό έργο μια σπάνια εσωτερικότητα.
Αλλά στο δεύτερο μέρος _ νομίζω πως το πρόγραμμα ήταν λάθος διευθετημένο, ο Τσαϊκόφσκι θα έπρεπε να κλείνει κι όχι να ανοίγει τη συναυλία _ η εκτέλεση της Δεύτερης Συμφωνίας προσωπικά με απογοήτευσε. Ειδικά το Αλέγκρο νον τρόπο _ το πρώτο μέρος _ μου φάνηκε εκτός τόνου. Στη συνέχεια ο μαέστρος ανέκτησε τον έλεγχο αλλά έδωσε έναν Μπραμς καθόλου στιβαρό, καθόλου ρωμαλέο, μάλλον πλαδαρό, εκτελεσμένο βέβαια από μία ορχήστρα υψηλού επιπέδου.
Η συναυλία έκλεισε με έναν από τους δημοφιλείς Ουγγρικούς Χορούς του Μπραμς σε μια λαμπερή εκτέλεση.

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 15 Δεκεμβρίου 2012.
 

Υ.Γ. 1 Έχω κουραστεί από τα τόσο συμβατικά προγράμματα των συναυλιών που δίνουν οι μετακαλούμενες συμφωνικές ορχήστρες στο Μέγαρο. Τα ίδια και τα ίδια έργα, έστω και αν πρόκειται για αριστουργήματα. Γιατί; Θεωρούνται πιασιάρικα;


Υ.Γ. 2 Η συναυλία της Ορχήστρας Φιλαρμόνια πραγματοποιήθηκε με τη χορηγία Έλληνα του εξωτερικού που επέμεινε να διατηρήσει την ανωνυμία του. Δεν είναι είδος σπάνιο οι χορηγοί. Οι χορηγοί που επιθυμούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους είναι είδος υπό εξαφάνιση _ προσωπικά, μέχρι τώρα, πίστευα πως δεν υπάρχουν. Όλο μου το σεβασμό και την εκτίμηση, λοιπόν, στον συγκεκριμένο χορηγό. Όποιος κι αν είναι.

December 14, 2012

Κι αν είναι ροκ μην τη φοβάστε



Τη γνώρισα ως χορεύτρια. Χορεύτρια εξαιρετική. Την ανακάλυψα ως ηθοποιό, απίστευτα εκφραστική, μέσα από την πρώτη ταινία που έκανε. Την είδα από την πρώτη μέρα να πατάει το σανίδι ως ηθοποιός και πρόβλεψα μια καριέρα ανοδική _ και ήταν κατακόρυφα, εκθαμβωτικά ανοδική. Την άκουσα να τραγουδάει για πρώτη φορά στο θέατρο, στη δεύτερη παράστασή της, τις Φοίνισσες» με το ΚΘΒΕ _ τον κομμό της Αντιγόνης που είχε επωμιστεί _ κι έμεινα έκπληκτος από τη φωνή της. Φωνή η οποία αποκαλύφθηκε σε όλο της το εύρος στην «Bossa Nova» του Κωνσταντίνου Ρήγου, στο Εθνικό.
Αλλά η Μαρία Ναυπλιώτου δεν παύει να μου _ μας _ επιφυλάσσει εκπλήξεις. Ανεξάντλητη! Φέτος αποφάσισε να τραγουδήσει, την ελεύθερη από θέατρο _ από τις παραστάσεις της «Οδύσσειας» του Μπομπ Γουίλσον, στην οποία πρωταγωνιστεί στο Εθνικό _ Τρίτη της, σε μπαρ. Αμιγής τραγουδιστική εμφάνιση για πρώτη φορά. Και διάλεξε το «Faust», ένα όμορφο, καλόγουστο στέκι (με φρέσκο, φετινό, θέατρο στον πάνω όροφο) που έχει ανοίξει μαζί με φίλους του από πέρσι ο Αλέκος Συσσοβίτης στο εμπορικό κέντρο _ Καλαμιώτου και Αθηναΐδος. Frontwoman, που λένε, στο καινούργιο ροκ σχήμα Tricky Pony _ Δημοσθένης Γρίβας, Stephen Fleming, Δανάη Nielsen, Μανώλης Γιαννίκιος. Όπου άλλη μια _ άλλη μια ακόμα… _ Μαρία Ναυπλιώτου ανακάλυψα: τη ροκ Μαρία Ναυπλιώτου! Πολύ ροκ σας λέω. Η οποία _ ό,τι πιάνει χρυσός γίνεται… _ και εδώ διαπρέπει.
Αλλά κι αν είναι ροκ, μην τη φοβάστε. Είναι επί σκηνής η ίδια αφοπλιστική καλλονή, έχει την ίδια γλύκα κι έχει πάντα αυτό που ε-λά-χι-στες γυναίκες διαθέτουν στην ελληνική σκηνή: αυτό που λένε class. Είναι classy, είναι Κυρία η Μαρία Ναυπλιώτου. Ακτινοβολεί καλλιέργεια αλλά και ανθρωπιά. Ακόμα κι όταν είναι ροκ.
  
«Faust», 11 Δεκεμβρίου 2012 και 22 Ιανουαρίου 2013.

December 13, 2012

Τα δάκρυα, τα δάκρυά (τους) ειν’ καυτά…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 13 Δεκεμβρίου 2012 

Μοιάζει να ’χω γίνει σταθερός πόλος διαφήμισης της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση αλλά δε με νοιάζει. Εκείνο που ξέρω είναι πως τα καλλιτεχνικά γεγονότα που προσφέρει είναι αλλεπάλληλα _ με ασυνήθιστη πυκνότητα. Και μου είναι αδύνατο να τα αγνοήσω. 
Να αγνοήσω, δηλαδή, το «Desh» του Άκραμ Καν; Να αγνοήσω αυτόν τον σπουδαίο χορευτή; Αυτόν τον σπουδαίο χορογράφο; Αυτόν τον Καλλιτέχνη; Αυτή την παράστασή του που δεν είναι παρά μια αναζήτηση, εύφορη αλλά και επώδυνη, ένα φιλέρευνο ταξίδι του στις μακρινές του ρίζες, ξεχειλισμένο απ’ την περιέργειά του να γνωρίσει, να μάθει, να γευτεί _ σαν παιδάκι; Ένα ταξίδι που δεν οδηγεί παρά σ’ αυτό το απ’ την αρχή πάνω στη σκηνή σακί. 
Στο χώμα και στα παλιά ρούχα που κρύβει μέσα του _ όλα που ψάχνει είναι εκεί, μέσα στα πόδια του, κάτω από τα μάτια του. Να μην εκφράσω πόσο πλήρης ένοιωσα απ' το συναρπαστικό αυτό θέαμα που «δεν είναι παρά ένα σόλο»; Να μη γράψω για τη μαγεία των σκηνικών του Σάντερ Λόονεν; _ ω, αυτές οι αυλαίες που κατεβαίνουν σαν ομίχλη, σαν καταρράκτες στο τέλος… Να μη μιλήσω γι αυτό το οπτικό ποίημα; Που με κατέκτησε ολοκληρωτικά; Ε, όχι! Δε γίνεται.



Αλίμονο. Το θέατρό μας έφτασε στο σημείο να στέλνει για «προμόσιον», σε δελτία Τύπου, επιλογές απ’ τις «κριτικές» της περιβόητης στήλης «Κριτικές του Κοινού» που με καμάρι συνεχίζει να διατηρεί και να επαυξάνει _ με δάχτυλα πάνω και δάχτυλα κάτω _ το «Αθηνόραμα». Όπου, ανάμεσα σε κάποιους σοβαρούς και σεμνούς και άδολους θεατρόφιλους, ο κάθε κομπλεξικός του θεάτρου ή περί το θέατρο, ο κάθε άνεργος ηθοποιός που απορρίφθηκε από οντισιόν κι αισθάνεται, δικαίως ή αδίκως, ριγμένος, ο κάθε κατά φαντασίαν, με απωθημένα, κριτικός, ο κάθε απόφοιτος θεατρικών σπουδών που δεν έχει ο δύστυχος απασχόληση μπορεί αβέρτα να εισέρχεται ανωνύμως ή με ψεύτικο όνομα ή μέιλ και να βγάζει τα πάσης φύσεως απωθημένα του γράφοντας ανεξέλεγκτα ό,τι του κατεβάσει η κούτρα του ή χυδαιολογώντας _ πρόσφατα, για παράδειγμα, διάβασα: «Δία. Από αη-δία». Ως «κριτική του κοινού». Ή, αντιθέτως, μπορούν να εισέρχονται, επίσης ανεξέλεγκτα, όλα τα μέλη της οικογενείας και οι κολλητοί των καλλιτεχνών της εκάστοτε παράστασης _ ή και οι ίδιοι οι μετέχοντες σ’ αυτήν… _ και ριχ’ τα τα πεντάστερα, και να ομιλούν για «την καλύτερη παράσταση ever» και για «αριστούργημα» για να επηρεάσουν τους αφελείς. Ε, ρε που καταντήσαμε…





Tελικά, φέτος, δεν τα πήγαν καλά στο ταμείο _ άγνωστον γιατί. Οι «Ψευδαισθήσεις» του Ιβάν Βιριπάγιεφ σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτο στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων». Από σήμερα μέχρι και την Κυριακή δίνονται οι τέσσερις τελευταίες παραστάσεις. Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να μην τη χάσετε την παράσταση αυτή. 




Σε τούρκικο όμιλο, το 50% της Μαρίνας Φλοίσβου, διάβασα. Προβλέπω σύντομα ο Λιμήν Ζέας να επανέρχεται ως Πασαλιμάνι και το Μικρολίμανο ως Τουρκολίμανο. Κι η Χρυσή Αυγή να γίνεται Τούρκος.
Βάι, βάι, βάι... Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 





Μάθε τέχνη κι άστηνε, κι άμα πεινάσεις πιάστηνε. Η κυρία Ευγενία Μανωλίδου επιστρέφει. Ως μαέστρος. Που αυτό κατά βάσιν είναι. Θα διευθύνει _ παλιά μου τέχνη κόσκινο _ στο «Badminton» τη συναυλία «Χριστούγεννα με τα αστέρια. Αφιέρωμα στον παγκόσμιο κινηματογράφο» με την Νίνα Λοτσάρη (Τ’ «αστέρια» ποια είναι; Οι δυο κυρίες; Έτσι αυτοτιτλοφορούνται; Σιγά, θαμπώθηκα…). Το πληροφορήθηκα από φλάιερ που μοιράζεται στο «Badminton», φλάιερ το οποίο πιστοποιεί τη σοβαρότητα του εγχειρήματος με φωτογραφίες της _ πολύ σέξι _ τραγουδίστριας και της διακεκριμένης μας μαέστρου, άψογα μακιγιαρισμένης, το φρύδι κάγκελο, τουαλέτα έξω οι ώμοι, στο ’να χέρι _ όχι το τσιγάρο αλλά _ η μπαγκέτα _ αρχιμουσικού, όχι ψωμιού _, στ’ άλλο χέρι _ όχι το μπεγλέρι αλλά _ μια μελετημένα υπέροχη κίνηση των δακτύλων που παραπέμπει στο «Θάνατο του κύκνου» της Πλισέτσκαγια _ ακριβώς η εικόνα μιας μαέστρου διεθνούς βεληνεκούς.
Μετά την αλήστου μνήμης «Στιγμή της αλήθειας», μετά το «Masterchef», το «Dancing with the Stars» και το «Ελλάδα έχ’(ει)ς ταλέντο», έφτασε για την κ. Μανωλίδου η στιγμή της αλήθειας _ της. Ok, με την Νίνα Λοτσάρη _ βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ… _, αλλά είναι μια κάποια (καινούργια) αρχή. Άντε, και με την Φιλαρμονική του Βερολίνου.




Το ομολογώ. Κάθε φορά που φτάνει δελτίο Τύπου από θέατρο για «αναπροσαρμογή» _ δηλαδή μείωση _ των τιμών των εισιτηρίων, για «χειρονομία κοινωνικής ευαισθησίας και συμπαράστασης στο χειμαζόμενο κοινό και στους άνεργους», για «καινούργια πολιτική τιμών» και τα λοιπά σχετικά, το πρώτο που σκέφτομαι είναι: ωχ, δεν τα πάνε κι αυτοί πολύ καλά, φαίνεται, στο ταμείο… 



«Εχθρό του λαού» απ’ τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου έχουμε φέτος στο «Άλφα» σε σκηνοθεσία του πρώτου _ ήδη παίζεται. «Εχθρός στο λαού» και στην Θεσσαλονίκη σε διασκευή – σκηνοθεσία Μαρίας Μπαλτατζή στην αίθουσα «Πολιτεία Θεάτρου». Αλλά κι ο Θωμάς Κινδύνης αναγγέλλει το ίδιο έργο του Ίψεν για τον Ιανουάριο, εδώ, στις δικές του «Μορφές Έκφρασης». Σε σκηνοθεσία Νίκου Περέλη. Μήπως είναι _ για να γίνω δημοσιογραφικά πιο trendy κι εγώ… _ too much; Υπερβολή, δηλαδή; 
  



Δάκρυα, πέρσι, τέτοιες μέρες, η ιταλίδα υπουργός Οικονομικών Έλσα Φορνέρο όταν ανακοίνωνε τα μέτρα εξόντωσης των _ ιταλών _ συνταξιούχων. Δάκρυα κι ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας _ κομμουνιστής, αν δεν απατώμαι.. _ Δημήτρης Χριστόφιας, όταν ανάγγειλε το δικό(ν) τους το Μνημόνιο(ν). Μελό έχουμε γίνει η Μεσογειακοί… Εκτός κι αν είναι κροκοδείλια τα δάκρυα. Διότι, δάκρυ και μύξα, δάκρυ και μύξα, αλλά τα μέτρα τα πήραν, τελικά. Έστω και δακρύβρεκτα.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

Μαντάμα _ Αλεξία _ Μπατερφλάι


Κάτι καλό μου μυρίζεται από το τρέιλερ αυτό ότι συνέβη στην Κρατική Όπερα του Αμβούργου _ τα υπέροχα κοστούμια του Κριστιάν Λακρουά. Και καμαρώνω _ για άλλη μια φορά _ που στον επώνυμο ρόλο είναι η δικιά μας, η Καβαλιώτισσα Αλεξία Βουλγαρίδου. Η οποία, ευτυχώς, μας έρχεται και πάλι, μετά τον περσινό «Φάουστ», εδώ, στο Μέγαρο Μουσικής, για να τραγουδήσει Έλενα στον «Σικελικό εσπερινό» _ και όχι «στους «Σικελικούς εσπερινούς», είναι λάθος _ του Βέρντι, συμπαραγωγή με την Λυρική.



Η «Οδύσσεια» με μια άλλη ματιά

Ένα εξαιρετικό κριτικό κείμενο για την «Οδύσσεια» του Ρόμπερτ Γουίλσον η οποία παίζεται στο Εθνικό Θέατρο. Το υπογράφει η θεατρολόγος Τώνια Καράογλου και έχει αναρτηθεί στον εκλεκτό ιστότοπο ελculture.gr. Το αναδημοσιεύω _ και είναι τιμή μου _, με την άδεια της κ. Καράογλου που μου το εμπιστεύτηκε. 

Eπιφάνεια vs Bάθος

Η Οδύσσεια του Ρόμπερτ Ουίλσον είναι ένα (αμερικάνικο) θέαμα σύγχρονης pop αισθητικής.



19.11.2012
Κείμενο: Τώνια Καράογλου

Η Οδύσσεια του Εθνικού Θεάτρου στη σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Ουίλσον είναι μία παράσταση πολυσυζητημένη (η έμφαση δίνεται στο «πολύ»). Κατά την προετοιμασία της ειπώθηκαν πολλά για το κόστος της, για το βεληνεκές του δημιουργού της, για τα «κίνητρα» του Χουβαρδά πίσω απο τη συγκεκριμένη επιλογή. Τώρα, μετά την πρεμιέρα της, πήρε τη σκυτάλη η αποτίμηση του καλλιτεχνικού αποτελέσματος. Και ειπώθηκαν επίσης πολλά και κατά κανόνα αρνητικά: ότι αποδείχθηκε κατώτερη των προσδοκιών – ότι πρόκειται για ένα illustration θέαμα που δεν έλαβε υπόψη του το ιδεολογικό βάρος του πολυσήμαντου ομηρικού έπους – ότι ο Ουίλσον εφάρμοσε επακριβώς την αισθητική του σφραγίδα σε ακόμη ένα έργο, προσθέτοντας έναν κρίκο στην αλυσίδα των πανομοιότυπων παραγωγών του – ότι προέκυψε ένα θέαμα ψυχρό, άχρονο, χωρίς επαφή με την ταυτότητα των καιρών και της χώρας μας.

Και ερχόμαστε τώρα εμείς να αναρωτηθούμε: Τι περιμέναμε; Να αλλάξει ο Ουίλσον το αισθητικό του ύφος και το στόχο του ειδικά για την Οδύσσεια και να δοκιμαστεί πάνω σε ένα διαφορετικό επίπεδο καλλιτεχνικής δημιουργίας; Είναι προφανές ότι ο Ουίλσον συγκαταλέγεται στους σκηνοθέτες εκείνους που προσαρμόζουν τα έργα στο σκηνοθετικό τους ύφος. Στο θεατρικό του σύμπαν, το έργο αποτελεί το φόντο, το υπόβαθρο για τις –εικαστικού, αρχιτεκτονικού, χορογραφικού χαρακτήρα– εμπνεύσεις του. Αυτό έκανε πάντα με όλα τα έργα, όχι μόνο με τις δραματουργικές συλλήψεις που δημιουργεί ο ίδιος για να υπηρετήσουν το όραμά του, αλλά και με τα άλλα, του Σαίξπηρ, του Μπέκετ, του Μπρεχτ, του Μύλλερ.

Ναι, ο Ουίλσον εμφανώς δεν προσανατολίζεται πάνω στην ερμηνευτική διαδικασία (η απουσία σκηνοθετικού σημειώματος από το πρόγραμμα της Οδύσσειας είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό), πόσο μάλλον στην κατάθεση κάποιας οπτικής που λαμβάνει υπόψη της τα αιτήματα των καιρών. Θεωρούμε όμως ότι η αποτίμηση ενός θεατρικού γεγονότος, είτε από τη μεριά του θεατή είτε του κριτικού, πρέπει να γίνεται με γνώμονα τους όρους που θέτει ο δημιουργός του και όχι με το τι περιμένουμε ή θέλουμε εμείς να δούμε. Συνεπώς, η Οδύσσεια για μας οφείλει να κριθεί σύμφωνα με το πώς εκφράσθηκε τελικά επί σκηνής η δεδομένη ματιά του σκηνοθέτη.

Ως προς αυτό, λοιπόν, η παράσταση μας άφησε μια γεύση γλυκόπικρη. Ο Ουίλσον είδε το ομηρικό έπος σαν ένα παραμύθι περιπέτειας και φαντασίας που θέλει να ειπωθεί στο σύγχρονο κοινό. Στην ιστορία του Οδυσσέα βρήκε όλα όσα χρειάστηκε για τη δημιουργία ενός φαντασμαγορικού και τεχνολογικά πλούσιου θεάματος: δράση, ρομάντζο, αγωνία, χιούμορ, καλούς και κακούς ήρωες, υπερφυσικά όντα και ένα happy end. Μία ιστορία λοιπόν θέλησε να μας αφηγηθεί ο Ουίλσον, όπως φάνηκε απο τον τρόπο που οργάνωσε την έναρξη και το φινάλε της παράστασης αλλα και από το πανκ κορίτσι που εμπνεύστηκε και ενσωμάτωσε στη δράση με περιπαιχτική, σχολιαστική διάθεση.

Ο Ουίλσον χρησιμοποίησε ένα έντονα στυλιζαρισμένο ύφος στην κίνηση και το λόγο και εικαστικό περιβάλλον τέτοιο που δημιούργησαν από κοινού μία μοντέρνα εικονογραφημένη περιπέτεια. Η υποκριτική δανείστηκε τα μέσα της από το θέατρο των μαριονετών, τον βουβό κινηματογράφο, τα cartoons και έπαιξε με τις πόζες, τις παγωμένες εκφράσεις, τα σωματικά σχήματα, την τυποποίηση, τη μουσική υπογράμμιση των κινήσεων και των συναισθημάτων – σε σημείο τέτοιο που ορισμένες φορές τα σώματα (με τη συμβολή και των κοστουμιών) φαίνονταν δισδιάστατα. Ο Ουίλσον δεν φοβήθηκε το χιούμορ και με την ευκολία, θα λέγαμε, που διακρίνει τους Αμερικανούς στις «επεμβάσεις» επί των κλασικών μεταμόρφωσε τους ήρωες σε γκροτέσκ καρικατούρες, κάνοντάς τους συχνά να μοιάζουν πρωταγωνιστές κάποιας παρωδίας. Δίπλα σε όλα αυτά, η όψη, που υιοθέτησε την αισθητική των video games, των comics και των sci-fi ταινιών, σε συνδυασμό με τη χρήση της τεχνολογίας επιχείρησε να δημιουργήσει ένα εικαστικό υπερθέαμα.

Η δική μας ένσταση δεν αφορά τίποτα από τα παραπάνω. Θεμιτά όλα και, μάλιστα,εκσυγχρονίζουν οπτικά την Οδύσσεια με τρόπο που θεωρούμε ότι θα βρει μεγάλη απήχηση στους σημερινούς εφήβους: πρόκειται για μία παράσταση σχεδόν βγαλμένη από τη δική τους αισθητική. Εμάς βέβαια δεν μας βρήκε απόλυτα σύμφωνους αυτή η αισθητική: το Πανκ Κορίτσι (!), η Σκύλλα και η Χάρυβδη, οι Σειρήνες και οι νεκροί στον Άδη, που θύμιζαν transformers, goth φιγούρες ή εξωγήινους, θεωρούμε ότι λειτούργησαν αρνητικά προς την αισθητική αρμονία της παράστασης – σε αντίθεση με τις σκηνές του Κύκλωπα, της Κίρκης, του Αιόλου, των Μνηστήρων που αποτέλεσαν χάρμα οφθαλμών και ώτων.

Αν, όμως, η παράσταση μας άφησε με ένα αίσθημα ανικανοποίητου είναι κυρίως επειδή θεωρούμε ότι υστερεί εκεί που έπρεπε να απογειωθεί: στην τεχνική αρτιότητα. Θεωρούμε ότι ο Ουίλσον δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει με κάποιον ικανοποιητικό τρόπο το ζήτημα της συνεχούς εναλλαγής σκηνικών που προκύπτει από την επεισοδιακή δομή του έργου. Σε μία παράσταση που (θέλει να) βασίζεται στην τέλεια εικαστική φόρμα, όπου φώτα, ήχοι, κινήσεις και λόγια συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν με θαυμαστή ακρίβεια, βρήκαμε πολύ ενοχλητικό το συνεχές μπες-βγες των βοηθών σκηνής που έβαζαν και έβγαζαν τα σκηνικά αντικείμενα. Αυτή η φυσική παρουσία «χτυπούσε» σαν παραφωνία μέσα στις ρευστές εναλλαγές των φωτισμών, των κινούμενων εικόνων και των πλαστικών σωμάτων, ειδικά όταν οι αλλαγές γίνονταν παράλληλα με τη δράση. Αυτό, επιπροσθέτως της αισθητικής δυσαρμονίας, είχε ως αποτέλεσμα να οξυνθεί η αποσπασματικότητα που δημιουργεί η επεισοδιακή δομή του έργου και έκανε την παράσταση να μοιάζει με μία παράθεση σκηνών αισθητικά ερεθιστικών στην πλειοψηφία τους, αλλά προχείρως συρραμένων.

Συνεχίζουμε πάντως να θεωρούμε μονάχα πλεονέκτημα την παρουσία της Οδύσσειας στο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου, ακόμη και για το καλοχορτασμένο θεατρικά αθηναϊκό κοινό. Λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη σήψη που ολοκληρωτικά σχεδόν πάει να μας καταβροχθίσει, ελπίζουμε ότι θα έχουμε για καιρό ακόμη ανθρώπους με κουράγιο και όραμα για να μας προσφέρουν παραστάσεις αξίας, κι ας μας αφήνουν τελικά κάπως απογοητευμένους.
source: elculture.gr